Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κώστας Νούρος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κώστας Νούρος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 17 Οκτωβρίου 2011



Φώτα απ΄τις τσέπες του παλτού του..




Εψές το βράδυ πέρασε ξανά και πάλι ο Κώστας Μασσέλος (Νούρος) και φώτα έβγαιναν μες απ΄τις τσέπες του παλτού του. Πέρασε με μιά ξαφνική βιτσιά του ανέμου πάνω απ΄τις κορφές των δέντρων, ημιδιάφανος. 


Νόμιζα πως δε θα το κουνούσε απ΄τον κήπο του αλλά, ποιός ξέρει γιατί, του κάπνισε να κάνει μιά τσάρκα. Έτζι, πέρασε τρεμουλιάζοντας μες το σκοτάδι, πέταξε προς τον τοίχο της πρόσοψης και σταμάτησε σ΄ένα μπαλκόνι ικτερικά φωτισμένο.
 Ίσιωσε κάπως με την ανάστροφη της παλάμης τα μαλλιά του και έμεινε ακίνητος γιά μερικά λεπτά. Κάτι παρατηρούσε μέσα εκεί, δεν ήθελε να τον πάρουν είδηση. Εγώ τον έβλεπα από τον έκτο. Μετά, έκανε ένα τίναγμα και κινήθηκε, με την πλάτη προς το έδαφος. Έκανε κάποιες αδιόρατες κινήσεις με τα χέρια του προς τη σελήνη που ήταν κατακόκκινη, και χάθηκε προς το βάθος του δάσους, αφήνοντας μιά σειρά από διακεκομένα φωτεινά στίγματα πίσω του. 


Στη σύντομη διάρκεια αυτού του συμβάντος, κάπου πολύ μακριά, τα πράγματα συνέχιζαν απρόσκοπτα την πορεία τους. Το πλοίο συνέχισε να βουλιάζει, οι προβολείς των φορτηγών να τεμαχίζουν το σκοτάδι, τα νέα παιδιά να χάνονται, το ένα μετά το άλλο, τα χάπια και οι ουσίες να πληθαίνουν στο αίμα, τα δέντρα να βογγάν απελπισμένα με φωνές που κανείς δεν ακούει, τα κανάλια να τρώνε τις ίδιες τους τις σάρκες παχαίνοντας και διαδίδοντας με επιταχύνσεις τις ημερήσιες δόσεις θανάτου. 


"Fuck off ", μουρμούρισε ένας ηλεκτρολόγος στο Περιστέρι και έκλεισε το φως γιά να παραδοθεί στους εφιάλτες της νύχτας...
  1. "Αχ, μαζί σου" (1929) (Γ.Δραγάτση-Ογδοντάκη) Νούρος


Πέμπτη 29 Ιουλίου 2010





Ο Νούρος
και
η αποτυχία μου...
_____________

Τον Κώστα Μασσέλο (Νούρο ) τον ανακάλυψα πολύ αργά. Υπήρχε ανάμεσα στα τραγούδια που μάζευα, αλλά τ΄αυτιά μου ήταν "βουλωμένα". Δε καταλάβαινα. Τον είχα κατατάξει στην κατηγορία (α)μανέδες και οι μανέδες ήταν κάτι μελαγχολικό και αργό για μένα, ενώ εγώ έτρεχα για να προλάβω... Όλα τα πράγματα όμως έχουν την ώρα τους.

Όταν άρχισα να τον ψάχνω, κατάλαβα πως κάτι ιδιαίτερο έτρεχε μ΄αυτόν. Φόρεσα ακουστικά και τον άκουγα, ξανά και ξανά, τα βράδια με κλεισμένα τα φώτα Και βρήκα. Πρόσεξα τις μοναδικές διακυμάνσεις της φωνής του, τα πράγματα που μισολέει, πετώντας υποννοούμενα, άκουσα ακόμα και τη δυσκολία του να προφέρει κάποιους φθόγγους. Έψαξα τις φωτογραφίες του, τις εξέτασα με μεγεθυντικό φακό, μπήκα μέσα στις κόρες των ματιών του, σύνθεσα και φαντάστηκα προσπαθώντας να καλύψω τα κενά της ζωής του.

Σκάρωσα κι ένα διηγηματάκι που μπορείτε να το διαβάστε στο αποκάτω link


Ο Νούρος ήταν ένα γοητευτικό πρόσωπο για να γράψει κανείς ένα βιβλίο γι αυτόν. Έχει και κάτι ιδιότυπο. Ήταν ένας παλιός άνθρωπος, γεννήθηκε το 1892 και ταυτόχρονα, με κάποιο τρόπο και με σημερινή ματιά, είναι σύγχρονος για δυό λόγους.

Ο ένας, ότι ήταν το μοναδικό όνομα της δισκογραφίας για το οποίο ήταν ανοιχτά γνωστό πως ήταν αμφι και δε το έκρυβε

και ο άλλος, ότι τραγούδησε μιά σειρά από καταπληκτικούς μανέδες, με τη συνοδεία του Ογδοντάκη στο βιολί, όπου κάνει κάποια φωνητικά τολμήματα που κανείς άλλος σύγχρονός του δε τα τόλμησε. Επιπλέον, άλλαζε, συμπλήρωνε ή έγραφε δικούς του απλούς στίχους στους μανέδες, περνώντας, σε κάποιους απ΄αυτούς, μικρά κι αδιόρατα μηνύματα για τη ζωή του και ότι πέρασε.

Είναι όμως δύσκολος για μη εξασκημένο και γαλήνιο αυτί.

Έκανα ότι μπορούσα ως τώρα για να τον πλασάρω, αλλά απέτυχα.

Για όσους/ες έχουν υπομονή και περιέργεια, 
υπάρχει ένας κήπος ανοιχτός που σας περιμένει...

Παρασκευή 29 Ιανουαρίου 2010





Ένα υπέροχο τραγούδι!




Με ποιό τρόπο και με ποιές λέξεις να μιλήσω γι αυτό το υπέροχο τραγούδι που μπορείτε ν΄ακούσετε εδώ;




Μάλλον, δε ξέρω πως να το κάνω. Κι αν είχα σπουδάσει μουσική και χρησιμοποιούσα μουσικούς όρους, θα εκφραζόμουν, προφανώς, βαρετά. Οπότε, απομένει ο δρόμος του συναισθήματος.


Ο Κώστας Σκαρβέλης (ή Παστουρμάν) που το συνέθεσε, ήταν υποδηματοποιός, έγινε ένας διαβολεμένος μουσικοσυνθέτης και, όταν πέσαν οι δύσκολοι καιροί της Κατοχής, ξαναγύρισε στα παπούτσια και πέθανε από ασιτία...
Το τραγούδι, με τον τίτλο "Μάγκας σεβνταλής", φονογραφήθηκε δυό φορές. Μιά με τον Ζαχαρία Κασιμάτη και μιά με τον αλλιώτικο και ιδιότυπο Κώστα Μασσέλο - Νούρο. Η ατμόσφαιρα της δεύτερης είναι σαφώς ανώτερη.
Οι στίχοι δε λένε κάτι ιδιαίτερο. Είναι οι παρακάτω :



Βρε μάγκα πιά δεν παύεις πάντ΄αυτά που λες,

πως δεν πονείς μιάν άλλη, μόνο γιά μένα κλαις,

κορόϊδο δεν με πιάνεις, πιά δεν με γελάς,
γιατί το ξέρω, μάγκα, άλλην αγαπάς.

Τράβα μάγκα, δεν σε θέλω πιά,
να μην περάσεις απ΄τη γειτονιά.
Τράβα μάγκα, σεβνταλή, αλανιάρη, μπελαλή!

Βρε μάγκα, αυτή σου πρέπει νά΄χεις γιαβουκλού,
που είναι αλανιάρα, τσαχπίνα, χασικλού,
κοίταξε πιά μ΄αυτήνε να καλοπερνάς,
γιατί από εμένα ξέρε, δε μασάς!

Τράβα μάγκα, δεν σε θέλω πιά,
να μην περάσεις απ΄την γειτονιά.
Τράβα μάγκα σεβνταλή, αλανιάρη, χασικλή!

Όπα, να χαρώ μάγκες!
Γειά σου Νούρο μου, γειά σου μάτια μου, καλέ!

Σε πήρα πιά χαμπάρι, μάγκα σεβνταλή,
γι αυτό κι εγώ έχω μπλέξει με κάποιον μπελαλή.
Στο λέγω, να το ξέρεις, πιά να μην περνάς
από τη γειτονιά γιατί φωτιές θα φας!

Τράβα μάγκα, δε σε θέλω πιά,
να μην περάσεις απ΄την γειτονιά!
Τράβα μάγκα, σεβνταλή, βρε αλανιάρη, μπελαλή!


Οι στίχοι, με σημερινή ματιά, όπου ικανοποιούμαστε με διάφορα "ποιητικοφανή" νοήματα, μοιάζουν απλούστατοι, σχεδόν αφελείς. Οι λέξεις "χασικλού" και "χασικλής" απομακρύνουν και κουμπώνουν τους σημερινούς "καθωσπρέπει" ανθρώπους. Δεν έχω θετική στάση απέναντι σε καμιά απ΄τις ναρκωτικές ουσίες, δε μ΄αρέσουν όμως οι υποκρισίες και οι εθελοτυφλίες όταν ξέρω πως ένα μεγάλο κομάτι του πληθυσμού χαπακώνεται με αντικαταθλιπτικά σκευάσματα. Κάτι που, απ΄την άλλη μεριά, το βρίσκω απόλυτα λογικό, σα τεχνητή ομπρέλα "προστασίας", στην παράλογη ελληνική (και όχι μόνο) ζωή, έτσι όπως κατάντησε. Γιά αντίστοιχους λόγους, το χασίς ήταν τότε μιά απόδραση, όπως και πάντα...



Στο τραγούδι λοιπόν που, ίσως, ακούσατε παραπάνω, κάποιος Μικρασιάτης μουσικός, ή κάποιος που ήταν απλώς παρών στη φονοληψία, αμολάει δυό χαιρετισμούς και βάζει μπροστά τη μηχανή της ατμόσφαιρας.
Την πρώτη φορά λέει, πολύ γλυκά, "όπαα, να χαρώ ΄γω μάγκες". Λίγο μετά, γυρίζει στο Νούρο και ακούγεται, ίσως ο πιό ζεστός χαιρετισμός της δισκογραφίας του "ρεμπέτικου", καθώς του λέει, "γειά σου Νούρο μου, γειά σου μάτια μου, καλέ!"
Η φωνή του είναι γεμάτη συναίσθημα. Ίσως κάνει μιά φιλική γκριμάτσα ή κάτι άλλο και το αποτέλεσμα το ακούμε στη φωνή του Νούρου, αμέσως μετά. Ο Νούρος μοιάζει να γεμίζει από χαρά κι αυτή μεταδίνεται στη φωνή του. Σχεδόν γελάει.

Προς το τέλος, αλλάζει το στίχο που κανονικά θα ήταν, "γιατί κλωτσιές θα φας", σε "φωτιές θα φας" (=θα στην ανάψω, θα σε πυροβολήσω), μιά πολύ όμορφη έκφραση.



Και ένας τελευταίος λόγος:


Φαίνεται σα νά΄μαι κολλημένος στον Νούρο που επανέρχεται συνεχώς. Υπάρχουν καλά και επιβλαβή κολλήματα. Η περίπτωσή του είναι ζωοδόχος, όπως τα λουλούδια, τα πουλιά, ο ήλιος, τα σύννεφα, ο καφές, το τσιγάρο (...). Θυμίζει ο Νούρος ότι το νόημα δεν είναι εκεί που το ψάχνουμε (όσοι/ες το ψάχνουν και δε παρασύρονται από οτιδήποτε...), αλλά κάπου αλλού. Ένας ηβίσκος δεν ενδιαφέρεται γιά τίποτ΄άλλο απ΄το ν΄αντικρύσει το φως και ν΄ανοίξει τα λουλούδια του. Έτσι κι αυτά που άφησε πίσω του αυτός ο άνθρωπος, δε ζητάνε τίποτα. Μόνο μαλακώνουν και γαληνεύουν, αυτούς/ές που μπορούν να μπουν πίσω απ΄το φλούδι...

Παρασκευή 8 Ιανουαρίου 2010

Ταμπαχανιώτικος μανές
(Κώστας Μασσέλος-Nούρος)
Ακούστε το ως το τέλος. Περιέχει ένα αιχμηρό "αιχμηρό" χαιρετισμό από το στόμα του Στελλάκη Περπινιάδη. Αν σας ενδιαφέρει ένας προβληματισμός πάνω σ΄αυτό, δείτε το









Παραπέρα υλικό γιά το μεγάλο τραγουδιστή θα βρείτε στο αρχείο, στο όνομα Κώστας Νούρος

Πέμπτη 19 Μαρτίου 2009

Εσύ κι αυτός... (Κώστας Νούρος και Carlos Gardel)



Δυό μόλις χρόνια πριν ανοίξεις τα μάτια σου και βγάλεις την πρώτη κραυγή της ζωής σου, γεννήθηκε στην Τουλούζη της Γαλλίας, ένας άλλος άνθρωπος που έμελλε να γίνει ο μεγάλος μύθος της Αργεντινής και να του δώσουν κι εκείνου το χαρακτηρισμό "αηδόνι", όπως είπαν κι εσένα, "αηδόνι της Σμύρνης"...



Πολλά χρόνια αργότερα ο Elia Gómez, λαρυγγολόγος και ειδικός της ανθρώπινης φωνής, θα πει γι αυτόν: "ο Gardel είχε ευλογηθεί με εξαιρετικά φωνητικά όργανα, έναν καλοσχηματισμένο λάρυγγα και εξ΄αυτού, μακρές φωνητικές χορδές, απ΄όπου και προήλθε η αρσενική, πλήρως βαρύτονη φωνή του".



Αν ένας αντίστοιχος γιατρός είχε εξετάσει το δικό σου λάρυγγα, Κώστα Μασσέλο, αναρωτιέμαι τι θά΄λεγε. Ακούγεται όμως σαν ανέκδοτο. Ποιός είχε διαίσθηση, διάθεση, καιρό και οράματα γιά νά΄κανε κάτι τέτοιο... Η Ελλάδα ήταν απασχολημένη με άλλα, ως συνήθως, σοβαρά προβλήματα που δε την αφήνουν ποτέ να ησυχάσει, να σκεφτεί και να επενδύσει σα παιδιά της. Άλλωστε, ήσουν Μικρασιάτης. Δεύτερο πράγμα. Επιπλέον, τα τραγούδια που έλεγες δε θα μπορούσαν ποτέ ν΄αρέσουν στο παριζιάνικο κοινό που έκανε το άστρο του Gardel να λάμψει. Τα τραγούδια σου ήταν δύσκολα και εσωτερικά. Είμαστε, βλέπεις, τόσο δαφορετικοί και τόσο μόνοι στον κόσμο οι Έλληνες.



Η Αργεντινή, μιά χώρα με συνεχή ιστορικά και κοινωνικά προβλήματα, μιά μεγάλη χώρα που το αίμα της πάντα έβραζε, είχε κι εκείνη μιά αστική τάξη με σύμπλεγμα κατωτερότητας και υπόδουλη στα κελεύσματα της Ευρώπης και των ΗΠΑ, ακριβώς όπως κι η δική μας. Σιχαινόταν το tango, όπως κι η δική μας σιχαινόταν το ρεμπέτικο. Μόλις όμως έγινε δεκτό με ενθουσιασμό στο Παρίσι και στις ΗΠΑ, άλλαξαν γνώμη.



Σήμερα, το κάνουν show, καλύτερα πάντως απ΄τα δικά μας χαρτονένια κανάλια που "ανακαλύπτουν" το ρεμπέτικο και το εξευτελίζουν, ακριβώς όπως κάνουμε κι εμείς...



Ακούστε λοιπόν τον έναν (Carlos Gardel),



ακούστε και τον άλλον (Κώστα Μασσέλο Νούρο) στο Ματζόρε μανέ, όπου ξεδιπλώνει ένα μικρό μόνο μέρος απ΄τις φωνητικές του δυνατότητες και με τα παρακάτω δυό λόγια περιγράφει τη βαθιά αγάπη, αυτή γιά την οποία έχουν αγωνιστεί άλλοι γράφοντας μυριάδες σελίδες...



Πολλές φορές με πλήγωσες κι είπα να σε μισήσω,
μα σκέφτομαι πως δε μπορώ δίχως εσέ να ζήσω



Ίσως να είναι χρήσιμο να σκεφτούμε:

ήταν μεγάλος στη φωνή ο Gardel και ο Νούρος όχι;

ποιές είναι οι αιτίες που ο Gardel δοξάστηκε και δοξάζεται ακόμα, ενώ ο Νούρος πέθανε μόνος και ξεχασμένος σε μιά χαμοκέλα στην Κοκκινιά;

ως πότε θα είναι η Ελλάδα τόσο ομφαλοσκοπική και τραγικά αχάριστη;

Τρίτη 2 Δεκεμβρίου 2008

Γειά σου, Νούρο μου, μάτια μου, καλέ...

Προχτές, σε μιά μανιασμένη κουβέντα που τίποτα δε είχε να κάνει με τα ρεμπέτικα, άκουσα τον εαυτό μου να λέει πως, τα έχω χεσμένα όλα τα βιβλία των χιλιάδων σελίδων που μιλάνε γιά την αγάπη και τον έρωτα, μπροστά στο συμπυκνωμένο καταστάλαγμα του δίστιχου που τραγουδάει ο Νούρος στο Ματζόρε μανέ...

Το ακόλουθο:

Πολλές φορές με πλήγωσες κι είπα να σε μισήσω
μα, σκέφτομαι πως δεν μπορώ δίχως εσέ να ζήσω.

Εδώ (http://www.fileden.com/files/2008/6/6/1947074/05-Matzore%20%E2%80%98Polles%20fores%20me%20plhgoses%E2%80%99%20GO%20193%20GA%201160%20%28ca%201927%20_%20Matzore%20%E2%80%98Polles%20fores%20me%20plhgoses%E2%80%99%20GO%20193%20GA%201160%20%28ca%201927%29.mp3) μπορείτε να το ακούσετε.

Κυριακή 30 Νοεμβρίου 2008

Ασκήσεις στο μαύρο... (1)

Μου λέγαν χτες γιά έναν αρχιτέκτονα Αργεντίνο που πολέμησε με νύχια και δόντια την τότε δαιμονική χούντα της χώρας του και πέθανε στα 56 του χρόνια στη Σουηδία, όπου ζήτησε πολιτικό άσυλο. Έβγαλε καρκίνο στον εγκέφαλο απ΄τα συνεχή ηλεκτροσόκ που τον είχαν υποβάλλει οι βασανιστές του, επί 2,5 χρόνια.

Όταν ήταν στα τελευταία του, χαμογελώντας στην ομάδα των αγαπημένων φίλων που ξενυχτούσαν ολόγυρά του, τους έλεγε να μη στεναχωρεθούν που θα έφευγε. Ζήτησε μονάχα να τον κάνουν ένα ζεστό μπάνιο. Οι νοσοκόμες σήκωσαν το αδρανοποιημένο σώμα του με μικρά βίντσια και τον βάλαν σ΄ένα δωμάτιο με ζεστούς ατμούς και νερά.

Ο άνθρωπος, έχοντας αγγίξει τη σοφία του επερχόμενου θανάτου, έβγαζε βαθιές ανάσες ευχαρίστησης και τους έλεγε πως αυτά, αυτά τα μικρά πράγματα είναι οι πραγματικές και ουσιαστικές χαρές της ζωής. Το ζεστό νερό πάνω στο σώμα κι όχι οι αγώνες, οι τρεχάλες να προλάβεις, οι διεκδικήσεις, οι καριέρες, το ατέλειωτο μπέρδεμα του ανθρώπινου βίου.

Όταν το κατάβρεγμα τελείωσε, έπεσε σε μιά γαλήνια νάρκη και τις πρώτες πρωινές ώρες παράδωσε το πνεύμα του.

Κάτι παραπλήσιο με τη γαλήνη που έδωσε το ζεστό νερό στο σώμα του Αργεντίνου, ήταν η περίπτωση του καλόκαρδου Κώστα Μασσέλου (Νούρου).

Η ειδικότητά του ήταν οι μανέδες. Κι ήταν πολύ μεγάλο το αποτέλεσμα μόνο όταν του έπαιζε ο Ογδοντάκης. Αυτοί οι δυό θαρρείς και γίνονταν ένα. Σε ένα-δυό μανέδες που παίζει το γλυκύτατο, αλλά κάπως "σκληρό" βιολί του Σέμση, είναι κάτι διαφορετικό. Ο Νούρος είπε και μιά σειρά άλα τραγούδια, αλλά είναι εμφανές πως εκεί έβγαινε απ΄τα νερά του.

Σήμερα, δε μπορείς να πεις σε έναν άνθρωπο απροετοίμαστο ν΄ακούσει μανέ. Είναι σα να του λες ν΄αλλάξει τον τρόπο αμφίεσής του/της και να βάλει φουστανέλλα. Δε γίνεται. Ο μανές κουβαλάει μιά σοφία που την έχουμε χάσει, παντοτεινά. Οι γηγενείς Έλληνες τους πρόλαβαν, γιά λίγο, πριν σαρωθούν τ΄αυτιά τους από δυτικές κλίμακες.

Ακόμα κι αν υπήρχε κάποιος που θα μπορούσε, κουτσά στραβά, να ξαναζωντανέψει τη μυσταγωγία που δημιουργούσε ο Νούρος (σύμφωνα με διηγήσεις κάποιων που τον πρόλαβαν), πολύ δύσκολα θα κατάφερνες ένα νεαρό ζευγαράκι να πάει να ακούσει. Θα προτιμούσαν, και είναι απόλυτα φυσικό, να πάνε σε μιά συναυλία στο Λυκκαβητό ή στο Καυταντζόγλειο ή σ΄ένα ανοιχτό χώρο στην επαρχία, ν΄ακούσουν ένα τραγουδιστή ή μιά τραγουδίστρια μαζί με χιλιάδες άλλους/ες, να νιώσουν μιά άλλη μυσταγωγία, κρατώντας ένα αναμένο αναπτηράκι που το κουνάν πέρα-δώθε.

Αν τους κατάφερνες και υπήρχε ο κατάλληλος τραγουδιστής μανέδων (όχι σα κάποιους που αμολάνε κάτι κοτρόνικες κορόνες σ΄ένα ανασούμπαλο και κακόγουστο remake) τότε, το βλέπω, θα της κρατούσε εκείνος το χέρι και το κλίμα θα τους σήκωνε ψηλά, σε άγνωστες γι αυτούς διαστάσεις. Κάτι τέτοιο όμως δεν υπάρχει...

(συνεχίζεται)

Ασκήσεις στο μαύρο... (2)

Το μαύρο και η φωτιά (nuro στα συριακά σημαίνει φωτιά. Στα τούρκικα δεν υπάρχει αυτή η λέξη) είναι τα χαρακτηριστικά του Νούρου. Ο μεγάλος αυτός τραγουδιστής έβγαζε μαύρους ήχους. Μαύρους όμως, όχι με την έννοια του πένθιμου. Το μαύρο δεν είναι πένθιμο. Το μαύρο σ΄εμάς, ήδη απ΄την εποχή του Ομήρου, κουβαλάει την έννοια του θανάτου, ακόμα και γιατί έχουμε πολύ δυνατό φως στη χώρα μας. Ίσως, κυρίως γι αυτό έχει χτιστεί μιά μελαγχολική μυθολογία. Το φοβόμαστε γατί είμαστε κακομαθημένοι από το φως.

Σε πολλές άλλες χώρες σερβίρουν σε μαύρα πιάτα, φτιάχνουν μαύρα κεριά και τα θεωρούν sic, ντύνουν στα μαύρα μικρά παιδιά, το μαύρο κυριαρχεί στο design.

Ότι και να λέμε όμως, έχουμε μάθει να πιστεύουμε ότι το μαύρο έχει να κάνει με το θάνατο, με το άγριο σκοτάδι. Μ΄αυτή την αίσθηση είμασταν πάντα εξοικειωμένοι εμείς οι Έλληνες, τώρα όμως αρχίζουμε να ξεχνάμε. Ξεχνάμε ότι ο θάνατος κυκλοφορεί και παραμονεύει μέσα στο άπλετο φως παντού, σε καθημερινή βάση. Ξεχνάμε ότι είναι ενσωματωμένος και στο απαστράπτον λακ των δρεπανηφόρων αρμάτων που καβαλάμε και τα γκαζάρουμε γιά να ξεπεράσουμε εσωτερικά μπερδέματα και αδιέξοδα και γιά να δείξουμε ότι είμαστε άφοβοι και ηλίθια σίγουροι λεβέντες...

Πίσω στο Νούρο.
Οι μαύροι, εσωτερικοί, τρεμουλιαστοί, κυματιστοί και αδιαπραγμάτευτοι ήχοι που βγαίναν απ΄το στόμα του ήταν ήχοι που δε μοιάζαν, ούτε και μοιάζουν, με κανενός άλλου τραγουδιστή.
Είναι η πεμπτουσία των δυνατοτήτων της ανθρώπινης φωνής.

Είναι η φωνή του κατασταλαγμένου, οριστικά και αμετάκλητα, γαλήνιου ανδρόγυνου πλάσματος (εννοώ πάντα την αίσθηση που βγάζει η φωνή του, δεν εννοώ τον ίδιον. Άλλωστε, οι τόνοι της φωνής του ήταν δέκα φορές πιό ανδρικοί απ΄όλα τα σημερινά, μπερδεμένα - και με το δίκηο τους - αγοράκια που πασκίζουν να τραγουδήσουν rap στα ελληνικά...),

είναι η τελειωτική σύζευξη και κατάθεση των όπλων που βάζει τέρμα στην αντιπαλότητα των δύο φύλων,

είναι το λύγισμα των γονάτων του όρθιου, ντούρου ανθρώπινου πλάσματος και η παραδοχή της ένωσης με το μαγικό κόσμο που απλώνεται πέρα απ΄τα κλειστοφοβικά κουτιά του "πολιτισμού" που χτίσαμε και που μας καταστρέφει νύχτα-μέρα,

είναι η ανύψωση του καθαρού βλέμματος στο φωτεινό ουρανό ή στο σκοτάδι της νύχτας, η εκλείανση της βαρυμένης και αηδιασμένης καρδιάς μας, το άδειασμα του νου από τους όγκους άχρηστης γνώσης και ανούσιων πληροφοριών.

Ο Νούρος είναι το εισιτήριο επιστροφής στον ήσυχο και υγρό παράδεισο της Μήτρας...
Κλείστε τα μάτια σας, ακούστε τον και θα με θυμηθείτε (αν όχι τώρα, αργότερα, όταν θα κατεβάσετε ταχύτητες...)

Τετάρτη 5 Νοεμβρίου 2008

Ξεφλουδίζοντας μύθους...(2)

Γυρίζοντας, ως συνήθως, τα πανιά προς το λιμάνι του "ρεμπέτικου", και στο επίπεδο που είναι πλέον επιτρεπτό να μοιράζεται κανείς σκέψεις μ΄ένα άγνωστο "διαδικτυακό υπερπέραν", τρέφω μιά σχέση "έρωτα" με δυό πρόσωπα αυτής της ιστορίας. Με τη Ρίτα Αμπατζή και τον Κώστα Μασσέλο (Νούρο). Γιά τελείως διαφορετικούς λόγους.
Τους έχω "πλησιάσει" πολύ αυτούς τους δυό πεθαμένους ανθρώπους κι έχω κάνει διάφορες εικασίες. Μπορεί νά΄ναι σωστές, μπορεί νά΄ναι λάθος, δεν έχει σημασία. Μπορεί να προβάλλω πάνω τους δικά μου διανοητικά κατασκευάσματα, πάλι δεν έχει σημασία. Μπορεί νά΄ταν κι οι δυό κάτι τελείως διαφορετικό απ΄αυτό που (θέλω να) νομίζω κι ακόμα μιά φορά, δεν έχει σημασία.

Αυτό που βγάζουμε προς τα έξω, είτε με τη μορφή του λόγου, είτε με τη φωνή, με κινήσεις ή με την ακτινοβολία μας, μπορεί να"το παίζουμε". Φοράμε μιά μάσκα και υποδυόμαστε ένα τεχνητό, προσχεδιασμένο ρόλο ή, βγάζουμε αυθόρμητα αυτό που είμαστε. Κάνοντάς το, βγαίνουν και πλευρές του χαρακτήρα μας που δε τις ελέγχουμε. Οι άλλοι/ες μπορεί να τις συλλαμβάνουν ή όχι. Στην πραγματικότητα, οι κεραίες συλλαμβάνουν πολύ περισσότερα απ΄ότι νιώθουμε, απλά δεν επεξεργαζόμαστε τα σήματα.

Ένας τραγουδιστής ή μιά τραγουδίστρια μπορεί να σε "κάνουν φέτες", να σ΄αγγίζουν πολύ βαθιά με τη φωνή τους, και να είναι ολωσδιόλου ανόητοι/ες, σαν άνθρωποι, μέσα στη σχετικότητα του επιχειρήματος.

Γι αυτούς τους δυό που μιλάω, η μόνη πρόσβαση είναι η φωνή τους και τι αυτή μεταδίνει. Στην περίπτωση της Ρ.Αμπατζή μου μεταφέρεται κάτι εύθραυστο (όχι μόνο απ΄τις φωνητικές της χορδές που είχαν από νωρίς κάποιο πρόβλημα), μου μεταφέρεται κάτι που άλλαζε, ανάλογα με τη διάθεσή της, με μικρές και απειροελάχιστες αποχρώσεις, ένα κέφι, μιά εξυπνάδα.

Στην περίπτωση του Νούρου, πιάνω κάτι εσωτερικό, μοναχικό, μυσταγωγικό. Σα να τραγουδούσε γιά τον εαυτό του μόνο.

Τι έκαναν τώρα στην υπόλοιπη ζωή τους, είναι κάτι που μ΄ενδιαφέρει, αλλά δε πρόκειται ποτέ να το μάθω. Ακόμα κι αν εύρισκα άτομα που θα τους είχαν γνωρίσει από κοντά θα άκουγα, αλλά θα ήμουνα κουμπωμένος γιά τα λεγόμενά τους.

Προτιμώ τα αμυδρά σήματα του ένστικτου...

Παρασκευή 24 Οκτωβρίου 2008

1. Ο Νούρος στη σκάλα του ύπνου...


Τα μικρά παιδιά στην ηλικία των 3-4 χρονών, όταν τους διηγείσαι ιστορίες σε κοιτούν με ορθάνοιχτα μάτια. Όταν τελειώσει η ιστορία σου πετάνε ένα «πάλι» που σημαίνει, «πες την πάλι απ΄την αρχή» Γιατί; Γιατί χρειάζονται τη συνεχή επανάληψη γιά να εδραιώσουν μέσα τους όλες τις λεπτομέρειες.

Χτες το βράδυ όταν πήγα γιά ύπνο, καταπώς το συνηθίζω, έβαλα τ΄ακουστικά κι ένα απ΄τα CD’s του Νούρου που με οδηγούν στη σκοτεινή και μαλακή σκάλα του ύπνου. Έλεγα, «ποιό να βάλω;» και γιά πολλοστή φορά ξανάβαλα ένα που αρχίζει με το «Όλο ούζο» κι ακολουθεί το «Παιχνιδιάρα μου γλυκειά».

Μού΄πε η φωνή μες το κεφάλι μου, «μα, συνέχεια το ίδιο και το ίδιο ακούς...». Την αγνόησα και έκλεισα το φως...

2. Ο Νούρος στη σκάλα του ύπνου...


Το να περπατάς στους δρόμους μιάς πολύβουης πόλης με ακουστικά και Ipode, επειδή θες νά΄σαι στο δικό σου κόσμο, είναι μιά άμυνα.

Οι Σαλονικιοί/ές και όλοι/ες που μένουν σε επαρχιακές πόλεις, κοντά στη θάλασσα ή σε βουνό, είναι τυχεροί/ές. Δυό βήματα πιό πέρα βρίσκεται η γαλήνη της θάλασσας, η άπλα των ήσυχων χωραφιών. Οι κακότυχοι/ες των πόλεων, ιδιαίτερα της Αθήνας, είναι εγκλωβισμένοι/ες σα ποντίκια.

Το Ipod και τα παρόμοια, είναι μιά λύση. Το επόμενο βήμα θα πρέπει νά΄ναι μιά εφαρμογή virtual reality, σκοτεινά γυαλιά για να διακρίνεις μόνο θαμπές σιλουέτες και να μεταφέρεσαι σ΄ένα κόσμο της αρεσκείας σου. Οι επιλογές, αναρίθμητες...

Το να βάζεις ακουστικά στο κρεβάτι του ύπνου, να κλείνεις το φως, ν΄αφήνεις το ένα σου χέρι να πιάσει μαλακά το άλλο και ν΄αφήσεις το Νούρο να σε κατεβάσει στο σκοτάδι του ύπνου, είναι μιά τελείως άλλη κατάσταση...

3. Ο Νούρος στη σκάλα του ύπνου...


Ο άνθρωπος αυτός είναι « ελεύθερος υπηρεσίας», παναπεί πέθανε στις 26 Μαϊου του 1972. Το μόνο του που έχει απομείνει είναι η βελούδινη, τρεμουλιαστή φωνή του που περνούσε με άνεση από το μαλακό και τρυφερό, σε βαρείς ανδρικούς τόνους. Ότι ήθελε έκανε με τη φωνή του ο Νούρος.

Υπάρχει μιά σειρά από μανέδες που έχουν κάτι πολύ ιδιαίτερο. Πρώτα-πρώτα, είναι επιλεγμένοι συνειδητά. Αυτό δε μου το βγάζει κανείς απ΄το μυαλό. Ο Νούρος διάλεγε τους μανέδες του ο ίδιος. Και διάλεγε αυτούς που τα δίστιχά τους ταίριαζαν με τη ψυχή του, ή τα παράλασσε, ή έφτιαχνε καινούρια δικά του.

Πολλοί έχουνε πει μανέδες. Φωνές υπέροχες, ακονισμένες στην παράδοση, εξασκημένες, υπηρέτησαν αυτό το είδος. Ο Νούρος όμως δε μοιάζει με κανένα τους. Αυτός έκανε το δικό του.
Μέσα στην αίθουσα της φωνοληψίας ήταν με τους δυό μουσικούς του και μυσταγωγούσε. Η έτοιμη τεχνική της φωνής του μπορεί να με ξεγελάει, αλλά μου δίνει πολύ έντονα την εντύπωση ότι έμπαινε σε μιά διάφανη φούσκα κι έθιγε με λακωνικά δίστιχα τα δικά του βάσανα, το δικό του το σεβντά.

Οι χαιρετισμοί στη διάρκεια των τραγουδιών ήταν συνηθισμένο φαινόμενο ανάμεσα στους Μικρασιάτες. Ο Ογδοντάκης, άνθρωπος μερακλής και ανοιχτόκαρδος, τον χαιρετούσε με κέφι, καθώς οργίαζε με το βιολί του. Με προσεκτικό άκουσμα των μανέδων, ξεχωρίζει κανείς εκείνες τις φορές που τον χαιρετούσε με βαθύ θαυμασμό, όπως και κάποιος άλλος που του λέει με σιγαλή φωνή σεβασμού, «γειά σου Νούρο».

Μ΄όλ΄αυτά θέλω, ακόμα μιά φορά, να πω ότι πολλοί απ΄τους Μικρασιάτες χρησιμοποίησαν τη δισκογραφία γιά να περάσουν μηνύματα στους δικούς τους. Άμεσα ή έμμεσα. Έκφρασαν το παράπονό τους, ειρωνεύτηκαν τη μοίρα τους, έριξαν αδιόρατες μπηχτές στους Παλιοελλαδίτες. Ο Νούρος φαίνεται να ήταν μιά μοναχική περίπτωση. Ένας μοναχικός, πετυχημένος, αλλά και βασανισμένος τραγουδιστής.

Του έχω δώσει ένα κήπο στην πόλη που τον γέννησε κι εκεί κάθεται τα βράδυα και λέει τα τραγούδια του, μαζί με το Γιαννάκι, τον Ογδοντάκη. Πίνουν τα ούζα τους, μασουλάν παστουρμάδες και κάποιοι, σα κι εμένα, που έχουν αυτά τα τραγούδια, τα χρησιμοποιούν σα δεκανίκια γιά να μαλακώνουν τις ψυχές τους και να κατεβαίνουν τις σκοτεινές σκάλες του ύπνου...

Κυριακή 7 Σεπτεμβρίου 2008

Προστατευτικό antivirus Nouros...

Προστατευτικό antivirus Nouros... Βγάλε τους "Βουλγαράκηδες" και άλλα τέτοια spams από μέσα σου, απολύμανε και εγκατέστησε το προστατευτικό antivirus Κώστας Μασσέλος (Νούρος)"...

Είναι τόσο κρίμα με μας τους ανθρώπους που χάνουμε τόσο καιρό ώσπου να καταλάβουμε πως ελάχιστα - αλλά επιλεγμένα - μικροστοιχεία χρειαζόμαστε γιά να νιώθουμε καλά. Συνήθως, εγκαταλείπουμε το σπίτι, γονείς, αδέρφια και αδερφές, τραυματισμένοι και με κενά.Μετά, αρχίζει το μεγάλο ταξίδι, ψάχνοντας γιά νέους ανθρώπους, αυτοεπιβεβαίωση, αγάπη, εύρεση μιάς αδελφής ψυχής.

Αυτά παίρνουν πολλά χρόνια γιά να τακτοποιηθούν, πράγμα που, μάλλον, δε συμβαίνει. Βολευόμαστε με χλιαρές λύσεις και συνεχίζουμε.Τα χρόνια περνούν, οι ευθύνες και τα προβλήματα οξύνονται και ξεκαθάρισμα δε φαίνεται στον ορίζοντα. Κι έτσι, κάποια στιγμή, φτάνουμε σε ΄κείνο το σημείο που αρχίζουμε να μην αντέχουμε, ή να μη θέλουμε να αντέχουμε... Οι εξωτερικοί ρυθμοί μας αρχίζουν να χαλαρώνουν, αρχίζουμε ν΄αποτραβιόμαστε.

Τότε, ξεκινάν να ξυπνάν, σα βρυκόλακες, όλ΄αυτά που στοιβάχτηκαν μέσα μας, όλ΄αυτά που τα βάζαμε στην άκρη, γιατί δε προλαβαίναε και δε μπορούσαμε να τ΄αντιμετωπίσουμε. Ξυπνάν και αρχίζουν τον τρελό, το μανιασμένο χορό τους.Κι επάνω απ΄όλ΄αυτά, σμήνη εξωτερικών "ιών" - τύπου Βουλγαράκη - που μπαίνουν μέσα μας, χωρίς να ρωτήσουν, στην καθημερινή πλύση εγκεφάλου των media.

Πείτε μου, το φυσικό δεν είναι κανείς να τρελαθεί; Πράγμα που πιστεύω ότι συμβαίνει σε ευρεία κλίμακα. Ας πούμε, θεωρώ ότι τουλάχιστο το ήμισυ των κατοίκων Αθήνας και Θεσσαλονίκης είναι, λίγο ή περισσότερο, παλαβοί/ές. Κι αυτό με κάνει να θυμάμαι εκείνο το παλιό ανέκδοτο...

Ένας "λογικός" περνάει έξω από ένα τρελοκομείο και βλέπει ένα "τρελό" που κοιτάζει τον έξω κόσμο πίσω από τα κάγκελα. "Είστε τρελοί εκεί μέσα;" ρωτάει ο "λογικός". "Όχι. Όπως βλέπεις, η πινακίδα κρέμεται απ΄την έξω μεριά"...

Τελοσπάντων, όλ΄αυτά δε λύνονται, απλώς χειροτερεύουν...Τί σχέση έχει ο Νούρος μ΄όλ΄ αυτά; Ο Νούρος είναι ένα ακίνδυνο, ολωσδιόλου ακίνδυνο, ηρεμιστικό. Ο Νούρος δεν ανήκει, ουσιαστικά, στο "ρεμπέτικο". Ήταν μιά ιδιότυπη περίπτωση μοναχικού ξεμυαλιστή καρδιών. Ο Νούρος είναι διαχρονικός. Η φωνή του μας αποσυγκολλεί από την κρεατομηχανή της πραγματικότητας και με μαύρους (το μαύρο ως χρώμα γαλήνης), βελούδινους ήχους, μας περνάει μέσα από μισοσκότεινες εκκλησιές με ψαλμουδιές, μας ανοίγει διάπλατα τοπία ερώτων.

Τα τραγούδια του είναι μιά ενατένιση της ζωής και αν τα δίστιχα των μανέδων είναι μελαγχολικά, αυτό οφείλεται στο ότι οι άνθρωποι αυτοί δε ήταν καλωδιωμένοι και βλέπαν... Άλλωστε, στο τέλος των περισσότερων μανέδων του, παίρνει το πάνω χέρι ο γλυκός Γιάννης Δραγάτσης (ο Ογδοντάκης) και εκτοξεύει ψηλά την καρδιά μας με το βιολί του.Με τις υγείες σας!

http://www.fileden.com/files/2008/6/6/1947074/Paihnidiara%20mou%20glykeia.mp3http://www.fileden.com/files/2008/6/6/1947074/Pusak%20manes%201929.mp3

Αν θες λεπτομέρειες για το "ηρεμιστικό" Νούρος, κάνε "κλικ" στο αποκάτω:http://www.elkibra-nouros.blogspot.com/

Τετάρτη 20 Αυγούστου 2008

"ΟΛΟ ΟΥΖΟ" (2) - Φύτεμα πορτοκαλιάς στο βυθό...

Φαίνονται πολύ παράξενα αυτά που ψάχνω, έτσι δεν είναι; Ξέρω πως, μάλλον, είμαι ο μοναδικός που ψαρεύει σ΄αυτά τα θολά νερά και πως οι αποδέκτες/τριες κυμαίνονται από ελάχιστους/ες έως κανένας/μιά. Είναι σα να βρίσκομαι στο βυθό μιάς θάλασσας και να επιμένω να φυτέψω μιά πορτοκαλιά. Αυτός ο άνθρωπος όμως, ο Νούρος, ήταν πολύ ιδιαίτερος κι αυτό τον έκανε απρόβλεπτο στις φωνογραφήσεις. Δυστυχώς, δεν υπάρχει καμιά μαρτυρία από ανθρώπους που τον είχαν ακούσει να τραγουδάει σε μαγαζιά. Ήταν χαλαρός, φιλικός και ταυτόχρονα, λίγο απόκοσμος. Πιστεύω πως πρέπει να ήταν και πολύ μόνος. Εννοώ αυτή τη μοναξιά που δεν έχει να κάμει με το πόσους/ες συναντάμε, πόσο είμαστε αγαπητοί/ές, πόσο πολύ κινούμαστε μέσα στ΄ανθρωπαριό. Μιλάω γιά κείνη τη βαθύτερη μοναξιά, τη μπλεγμένη μέσα σε υγρά φύκια, που σ΄εμποδίζει να "συμπλεύσεις". Όταν τραγουδούσε, στους δίσκους τουλάχιστο, έδινε την εντύπωση ότι ήταν κλεισμένος σε μιά διαφανή φούσκα, σα κι αυτές που ζωγράφιζε ο Ιερώνυμος Μπος. Ακόμα κι ο Ογδοντάκης που τού΄παιζε βιολί σους μανέδες του, αν και φαίνεται πως αλληλοεκτιμιόντουσαν πολύ, ήταν απέξω απ΄τη φούσκα. Μέσα είναι μόνο ο Νούρος, μόνος με τον εαυτό του και τα διπλά νοήματα των στίχων που τραγουδάει. Το ότι, ουσιαστικά, εκτελεί κομμάτια προωρισμένα γιά εμπορικούς σκοπούς, φαίνεται να είναι επουσιώδης λεπτομέρεια γι αυτόν. Μπορεί να μου πει κανείς, όλ΄αυτά είναι αποκυήματα της φαντασίας σου, ο άνθρωπος ήταν επαγγελματίας, έκανε καλά τη δουλιά του. Καθόλου όμως δε δίνει αυτή την αίσθηση. Ας μη ξεχνάμε ότι κι αυτός και ο Νταλγκάς, τραβήχτηκαν γρήγορα από τη δισκογραφία. Μόνο μιά φορά ακούγεται "γήινος" στους δίσκους που χτύπησε. Μόνο στη φωνοληψία του τραγουδιού του Παντελίδη "Ο ψύλλος", όπου τραγούδησε η Ρίτα η Αμπατζή κι ο ίδιος έτυχε να είναι παρών την ώρα που γραφόταν το τραγούδι. Εκείνο το απλό "γειά σου, ρε Ρίτα!" που της αμόλησε είναι, γιά μένα, ο πιό χαλαρός, ο πιό φυσικός, ο πιό προσωπικός χαιρετισμός μέσα σ΄όλη τη δισκογραφία (βλ. http://www.elkibra-Ritaabadzi.blogspot.com/ - τίτλος ανάρτησης: Σε βλέπω Αμπατζή...(σκηνή από φωνοληψία) .

Ξανακατεβάζω τον "Ψύλλο" γιά να τον ακούσετε, προς το τέλος της φωνοληψίας.


http://www.fileden.com/files/2008/6/6/1947074/O%20psillos%20(1931)%20Pandelidi.mp3


Το "ΟΛΟ ΟΥΖΟ" πάντως, φαίνεται ν΄ανήκει σ΄αυτή την κατηγορία τραγουδιών όπου αναπτύσσονται μηχανισμοί "προώθησης" μυνημάτων προς τους συμπατριώτες Μικρασιάτες, χρησιμοποιώντας σα μέσι το εμπορικό κατεστημένο των δισκογραφικών εταιριών. Μιά ενστικτώδης "προ-άσκηση" πριν την επιβολή λογοκρισίας...

Τετάρτη 30 Ιουλίου 2008

Ένα ασημένιο κουτάκι μ΄ένα κοκκαλάκι...



(στο http://www.elkibra-nouros.blogspot.com/ θα βρείτε μιά προσπάθεια ιχνηλάτισης της ζωής του Κώστα Νούρου)


Επειδή τα blogs μου δεν απευθύνονται μόνο σ΄αυτούς/ές που είναι μέσα στο ρεμπέτικο προλαβαίνω, ίσως, ένα πιθανό εσωτερικό σας ερώτημα.

Γιατί, άραγε, η προσκόλληση και το ψάξιμο στις λεπτομέρειες της ζωής ενός τραγουδιστή/τριας; Γιατί δεν αρκούμαστε σ΄αυτό που μας έδωσε αλλά ψάχνουμε, ψαύουμε, ψαχουλεύουμε τη ζωή τους;

Οι απαντήσεις μπορούν νά΄ναι πολλές. Ουσιαστικά, η ζωή του κάθε ανθρώπου είναι ένα γεγονός τελείως αδιάφορο, αν το δούμε μέσα σε μιά ολότητα. Ταυτόχρονα, αν και πιστεύω πως η ζωή μας δεν έχει μεγαλύτερη σημασία από μιάς ζέβρας, μιάς πικροδάφνης, μιάς καλέντουλας, ενός σπίνου ή μιάς σαρδέλας, υπάρχει κάτι ιδιαίτερο με τις ζωές των ανθρώπων, ή έτσι μας βολεύει να πιστεύουμε. Ιδιαίτερα απ΄τη στιγμή που κάναμε ένα βήμα έξω απ΄τη φύση και την παρατηρήσαμε.Σαν άτυχο είδος που είμαστε, πορευόμαστε μόνοι/ες κι έρημοι/ες μέσα στο βίο μας. Διασκεδάζουμε κάπως τη μοναξιά μας με το να ενωθούμε με άλλα άτομα, να εξαρτηθούμε απ΄αυτά, να τ΄αγαπήσουμε. Τελικά όμως, μόνοι/ες μας είμαστε...Κάποιοι/ες είναι πιό έντονα σημαδεμένοι/ες. Κάτι στον προγραμματισμό των γονιδίων μας, κάποια χαστούκια που εισπράξαμε πρώιμα, ο τρόπος που τα επεξεργαστήκαμε, αφήνουν κάποια ανεξίτηλα ίχνη που μας καθορίζουν γιά πάντα.

Κάπως έτσι βλέπω το Νούρο, αυτόν τον καλόκαρδο, τον μερακλή και μοναχικό μάγκα.

Κάθε άνθρωπος έχει ανάγκη επιβεβαίωσης, ανάγκη να τον/την θυμούνται, ιδιαίτερα όταν πρόσφερε. Ο Νούρος ανήκει στις στρατιές των ανθρώπων που ξεχάσαμε.

Και αν πάω και παραπέρα, σε ευαίσθητες περιοχές, μου είναι δύσκολο να βγάλω απ΄το κεφάλι μου ότι η αίσθηση της ομοφυλοφιλίας του Νούρου έχει κάτι να κάνει με το γεγονός ότι ξεχάστηκε και πετάχτηκε στους σκοτεινούς κάδους της λήθης. Στο αντροκρατικό τοπίο που δεσπόζει στο ρεμπέτικο, αυτά τα θέματα είναι ταμπού και αντιμετωπίζονται με νευρικότητα και καχυποψία. Ίσως θαρρούνε πως ήταν μιά περίπτωση σα τα νούμερα που βλέπουν στα κανάλια...

Είχε μιά ζωή ανακατεμένη, πότ΄εδώ και πότ΄εκεί. Αν δεν είχε αναγκαστεί να φύγει απ΄την πατρίδα του, απ΄την πόλη του, θα είχε μιά λογική ζωή. Θα τραγούδαγε, θα τον αγαπούσαν και εκτιμούσαν, θα γερνούσε σ΄ένα γνώριμό του περιβάλλον και θα έγερνε προς το σκοτάδι ήρεμα. Τον ξερίζωσαν όμως, του τσάκισαν τη ζωή του. Είχε μιά εξαίρετη φωνή που τον έσωσε. Τραγούδησε, τον θαύμασαν, έβγαλε λίρες πολλές, μπερδεύτηκε σε έρωτες με αρσενικά τσογλάνια που τον ταλαιπώρησαν. Φαίνεται στα μάτια του όλη αυτή η πίκρα.

Έτσι, πέρασε μιά ζωή. Δε πειράζει όμως. Τώρα είναι ήρεμος, ήσυχος μέσα στον κήπο του και η φωνή του ταξιδεύει. Κάποιοι, γιατί δε πιστεύω ότι υπάρχουν κάποιες, που μπορούν να διακρίνουν, τον ακούνε κι αυτό κάνει και τη δική τους τη ψυχή να ταξιδεύει...

Θά΄θελα, όπως κάναν κάποιοι παλιοί άνθρωποι, νά΄χα ένα μικρό κοκκαλάκι του. Θα τό΄βαζα σ΄ένα μικρό ασημένιο κουτάκι και θά΄λεγα, "εκεί μέσα είναι ο Νούρος μου". Θα το γυάλιζα το κουτάκι να μην οξειδώνεται και κάπου-κάπου, θα περνούσα το δάχτυλό μου απαλά, χαϊδεύοντας την επιφάνεια. Για να του στέλνω φωτεινά σήματα ότι δε τον ξεχνώ και τον ευγνωμονώ γιά την έκσταση που μου χάρισε...

Πέμπτη 14 Φεβρουαρίου 2008

Blog γιά τον Κώστα Νούρο

Στη διεύθυνση www.elkibra-nouros.blogspot.com θα βρείτε το blog "Στον κήπο του Κώστα Μα(ρ)σσέλου (Νούρου) που θα βρίσκεται υπό συνεχή κατασκευή. Το blog είναι αφιερωμένο στο μεγάλο τραγουδιστή και έχει σα σκοπό να συγκεντρώσει όλα τα λιγοστά, σκόρπια στοιχεία που υπάρχουν γι αυτόν...