Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γεωργία Μηττάκη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γεωργία Μηττάκη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 13 Απριλίου 2012



  • Οι άγγελοι


  • (προδημοσίευση από το βιβλίο του Κ.Λ., "Τα πλυμένα και άπλυτα του Ρεμπέτικου" που θα εκδοθεί προσεχώς)


Το παραπάνω σκίτσο του ζωγράφου Τάκη Σιδέρη είναι ένα απ' αυτά που κοσμούσαν την πρώτη έκδοση "Ρεμπέτικα τραγούδια" του Ηλία Πετρόπουλου. Ο ζωγράφος έχει φτιάξει έναν άγγελο που περνάει πίσω από τους μουσικούς του πάλκου. 
Κάποιοι "σκληροί" θιασώτες του ρεμπέτικου μπορεί να βρίσκουν περιττά κάτι τέτοια "κουλτουριάρικα". O Σιδέρης όμως είχε δίκηο. Οι Ισπανοί μιλάνε γιά το "ντουέντε", μιά δαιμονική, σκοτεινή δύναμη που μπαίνει μέσα στους δημιουργούς και τραγουδιστές του φλαμένκο και τους βάζει φωτιά. Φωτιά που μεταδίνεται κατόπιν στους ακροατές. 
Εγώ, σαν Έλληνας, βλέπω τους αγγέλους στη θέση του ντουέντε. Άσχετα με το αν πιστεύει κανείς σε τέτοια πράγματα, χρειάζομαι κάτι γιά να εξηγήσω το διαβολεμένο ταλέντο των περισσότερων που κυκλοφορούσαν μέσα στον κόσμο του ρεμπέτικου. Αυτό το κάτι, θεωρώ πως δε το ήξεραν. Ας μη παρεξηγηθώ. Εννοώ, γιά παράδειγμα, ο Δημήτρης Ατραϊδης ήταν πολύ πιό μεγάλος απ' ότι μπορούσε να πίστευε ο ίδιος, και θεωρώ το ίδιο γιά τον Τσιτσάνη και πολλούς άλλους. Ο τελευταίος το ήξερε, το καταλάβαινε και το έβλεπε από νωρίς, εισπράττοντας μεγάλη αποδοχή. Ήταν όμως πολύ ικανότερος απ' ότι αφηνόταν να πιστεύει. 


Μιλάω γι αυτή την εσωτερική δύναμη που έκανε κάποιους απ' αυτούς τους δημιουργούς, συνθέτες, μουσικούς, παρατηρητές της ζωής που τους τραβούσε απ' τα "εύκολα" και τους ξέσκιζε τα σωθικά, δίνοντάς τους έμπνευση.

Δε μιλάω γιά τρυφερά και στρουμπουλά αγγελάκια της Αναγέννησης, ούτε για τα "ροζ" σκαλιστά που μας έρχονταν από την Ευρώπη και τις ΗΠΑ, όταν είμασταν παιδιά.
Μιλάω, στην πιό απλή περίπτωση, για σκληρούς, βλοσυρούς αγγέλους, σα τους βυζαντινούς που νιώθαμε να μας κοιτάζουν αυστηρά από τους εικονογραφημένους τοίχους των εκκλησιών.


Μιλάω γιά τους αγγέλους της δημιουργίας που δε χαρίζουν κάστανα, δε ξεγελιούνται και απαιτούν το μεδούλι του δημιουργού για να δώσουν τη χάρη τους.


Μιλάω γιά αγγέλους πολλών ειδών και μεγεθών. Γιά μικρούς και ανάλαφρους, μέχρι ογκώδεις και μεγάλους σα τζετ. Γι αυτούς που μπορούν να πετάν ανάλαφρα μέσα στη χλόη και γιά άλλους που σκοτεινιάζουν τις νύχτες το φεγγάρι, περνώντας από μπροστά του.


Γιά μαγκίτες, μυστακιοφόρους αγγέλους που στήριζαν το Γιώργο Μπάτη όταν πήγαινε τρικλίζοντας στην αίθουσα φωνοληψίας,


γιά αγγέλους με φυσερά που φούντωναν τις φωτιές που έκαιγαν το Μάρκο,


γιά διάφανους αγγέλους που ευλογούσαν τη φωνή της υγρής Στέλλας Χασκίλ, βάφοντάς την με βέλούδινα, μελαγχολικά χρώματα,


γιά σύννεφα από αγγέλους και αηδόνια που συνωστίζονταν στα λαρύγγια του Νταλκά και του Στράτου,


γιά παλιούς, ηλικιωμένους και νοτισμένους με θάλασσα αγγέλους που τσίτωναν τις φωνητικές χορδές της Μαρίκας Παπαγκίκα και σκίζαν το κερί της μήτρας του δίσκου,


γιά Μικρασιάτες αγγέλους που φυσούσαν με χοάνες μέσα στη φωνή του Βαγγελάκη Σωφρονίου,


γιά τον ξύλινο άγγελο - ακρόπρωρο που βυθίζονταν μέσα στα κύματα της φωνής του Δημήτρη Ατραϊδη, όταν τραγουδούσε τον Ουσάκ μανέ "Πόσοι εχθροί μου φαίνονται σα μπιστεμένοι φίλοι, μα έχουν φαρμακερή καρδιά και ζαχαρένια χείλη",


για θηλυκούς αισθησιακούς αγγέλους που σήκωναν στα φτερά τους την εύθραυστη τη Ρίτα την Αμπατζή, τη σιδερένια Ρόζα την Εσκενάζι, την περήφανη Πολίτισσα Μαρίκα Φραντζεσκοπούλου, το μαύρο πολυεδρικό διαμάντι Μαρίκα Καναροπούλου και τη μερακλού και άγνωστη Κατίνα Χωματιανού,


γιά είκοσι αγγέλους που κάθονταν πάνω στα ασημένια δάχτυλα του Χρυσίνη και του Καρίπη,


γιά τον εφήμερο, ιδιόμορφο και αυστηρό άγγελο που φτερούγιζε μες την καρδιά του Βαγγέλη Παπάζογλου και του ψιθύριζε, "βιάσου, γιατί οι εκλεκτοί φεύγουν γρήγορα",


γιά τον Αγιορείτη άγγελο που χτυπιόταν με το δαιμονικό ντουέντε του Νούρου,


τους επαρχιακούς αγγέλους που ωθούσαν την αρρενωπή φωνή της Νταίζης Σταυροπούλου και τη χορταρένια φωνή της τρανής Γεωργίας Μηττάκη,


τους μπρούτζινους αγγέλους που πετούσαν πίσω και πάνω από τη "Φλορέτα" με τα ελληνικά σημαιάκια του Στέλιου Κερομύτη,


γιά τον πολύχρωμο, δαιμονικό άγγελο που άπλωνε διάφανο πέπλο ανάμεσα στον κόσμο και στον απρόσιτο Τσιτσάνη, βασανίζοντάς τον και φωτίζοντάς τον,


και γιά άλλους πολλούς αγγέλους πάνω στα βιολιά, τα ούτια, τα σαντούρια, τα μπάντζα, τις αρμόνικες, τις κιθάρες, τα μπουζούκια, τους μικρούς μπαγλαμάδες.


Αγγέλους που κάγχασαν ειρωνικά με τις απαγορεύσεις τενεκεδένιων δικτατόρων, που αηδίασαν με το ψεύτισμα, που σχημάτισαν σμήνη και φύγαν μακριά και κρύφτηκαν, περιμένοντας άλλους καιρούς γιά να ξανάρθουν, να βασανίσουν και να ξαναφωτίσουν με άλλα φωσάκια τους ορμητικούς, μπουρινένιους άνεμους δημιουργίας...



Τρίτη 12 Οκτωβρίου 2010





Δυό μοσχομάγκες στιχουργοί - 
Βαγγελάκης Παπάζογλου και Γρηγοράκης Ασίκης


Φωτογραφία δανεισμένη από το βιβλίο του Ηλία Βολιότη-Καπετανάκη "Μάγκες αλήστου εποχής" που, με τη σειρά του, τη δανείστηκε από το βιβλίο του Γιώργη Παπάζογλου "Τα χαϊρια μας εδώ". "Νοέμβρης 1933. Βιολί ο Μπάμπης (που τόνε σκοτώσανε οι μπόμπες στο δρόμο, όπως τον φέρνανε τραυματισμένο στα μάτια από την Αλβανία, δίπλα ο τραγουδιστής ο Σπανός ή Σεϊρλής. Σαντούρι ο Ευθύμιος Σελέπης. Τραγουδίστρια η Χρύσα Σελέπη και κιθάρα ο Ευάγγελος Παπάζογλου ή Αγγούρης. Στου Γιώργου του Τζελαλίδη την μπύρα, οδός Τοπλού Μπουνάρ, πιό κάτω απ΄τη γέφυρα της Κοκκινιάς".





Φωτογραφία από το αρχείο Πετρόπουλου. Ο Γρηγοράκης Ασίκης στα δεξιά. Αριστερά ο Μ. Μενιδιάτης. Η γυναίκα με το μπουζούκι είναι η Γεωργία Σεβδαλή (βλ. αρχείο)



Μπορεί η μουσική των Μικρασιατών να έπαλλε απο τη δεξιοτεχνία των μουσικών, από έμπνευση στις μελωδίες, από χυμούς, από κέφι και ζωική ευεξία, η στιχουργική όμως ήταν περιωρισμένου βεληνεκούς. Να μη το πω όμως έτσι και ακούγεται σα να συγκρίνω τους στίχους τους με τί, άραγε; Η μέθοδος των συγκρίσεων είναι πάντα παραπλανητική και επικίνδυνη. Ίσως είναι πιό σωστό να πω ότι, υπήρχε μιά έτοιμη παράδοση δίστιχων και τετράστιχων από την οποία αντλούσαν ή την παράλλαζαν. Οι εξαιρέσεις ήταν πολύ λίγες. Μπορεί μέχρι να υποθέσει κανείς ότι δεν "ενδιαφέρονταν" ιδιαίτερα γιά το στίχο, κι αυτό δεν είναι καθόλου επιλήψιμο. Είχαν έτοιμους στίχους. 


Να ξεχάσουν ήθελαν αλλά και να θυμηθούν, να παρηγορηθούν, να διασκεδάσουν. Απλά πράγματα. Υπάρχουν όμως δυό τρανταχτές εξαιρέσεις. Δυό άνθρωποι με λίγες γραμματικές γνώσεις που δε ξεχώρισαν μόνο γιά τη διαφορετική τους έμπνευση, αλλά είχαν και απρόβλεπτο στίχο, πάντα μέσα στα λαϊκά πλαίσια. Ήταν ο Βαγγελάκης Παπάζογλου κι ο Γρηγοράκης Ασίκης, κι οι δυό τους πρόσφυγες.

Ο πρώτος, απ΄ότι υπολογίζεται, έγραψε (στο χαρτί) κοντά στα 100(;) τραγούδια αλλά φωνογράφησε 33. Εκεί αρχίζει μιά άλλη ιστορία κλεμένων από άλλους, χαρισμένων από τον ίδιο κλπ. που δε θα τη θίξω. Φωνογράφησε λίγα γιατί - όπως έχει χιλιοειπωθεί - συγκρουόταν, είχε απαράβατες αρχές, δε δεχόταν τα ηλίθια καπρίτσια της λογοκρισίας, ήρθε ο πόλεμος, αποσύρθηκε, πέθανε φυματικός. Τον θαύμαζαν όλοι και τον παραδέχονταν γιά το ταλέντο του. Δε ξεχάστηκε.

Ο Βαγγελάκης ήθελε ν΄αλλάζει στιχουργικά θέματα και μελωδίες. Σιχαινόταν το μπουζούκι, πειραματιζόταν (στα πλαίσια που ήταν εφικτά), ήταν άβολος, τον έκαιγε φωτιά ασίγαστη. Περνούσε το παράπονό του με περήφανο τρόπο, οι στίχοι του είχαν, λιγότερη ή περισσότερη, επιθετική διάθεση. Τη διάθεση του ανήσυχου ανθρώπου που τα λέει όλα χύμα. Ήταν επιφυλακτικός και δηκτικός στον τρόπο που μίλησε για γυναίκες. Είχε αρνητική και κριτική διάθεση απέναντι στα ναρκωτικά, έγραψε όμως και χασικλίδικα τραγούδια που ήταν του συρμού. 



Ήταν ένας σοβαρός μάγκας. Έπαιζε με το στίχο του, με τις λέξεις, πέρασε κάποιες ασυνήθιστες, μάγκικες εκφράσεις, πράγμα που έκανε μόνο αυτός, ο Γρηγοράκης Ασίκης και, μερικές φορές, ο Σπύρος Περιστέρης.

Ο Γρηγοράκης Ασίκης ήταν μιά ολότελα διαφορετική περίπτωση ανθρώπινου χαρακτήρα. Αν ακούσει κανείς προσεκτικά τα τραγούδια του, τη θεματολογία, τη φωνή του, τα επιφωνήματα και τους χαιρετισμούς του, φαίνεται καθαρά ότι ήταν ένας αρμονικός, ζεστός, χυμώδης Ανατολίτης, με όρεξη γιά τη ζωή. Φαίνεται ακόμα καθαρά πως, περισσότερο απ΄όλους τους άλλους, απευθυνόταν με τη θεματογραφία του αποκλειστικά στο κοινό των προσφύγων και έριχνε, άμεσες και έμμεσες μπηχτές γιά τους Ελλαδίτες. Δε τό΄κανε κάθετα, με τον τρόπο του Βαγγέλη Παπάζογλου, ήταν πιό πονηρός, πιό διπλωμάτης.



Ήταν βαθιά Τουρκομερίτης, και καλά έκανε. Από την ανεξάντλητη μουσική κληρονομιά της Ανατολής αντλούσε τους ρυθμούς του. Φαίνεται πως ήταν ιδιαίτερα αγαπητός και, ίσως τον συμπαθούσε ιδιαίτερα και ο Βαγγέλης Παπάζογλου, αν και αυτό δεν αποδεικνύεται πουθενά, πέρα απ΄το ότι έπαιζε κιθάρα σε διάφορα τραγούδια του. Υποτίθεται ότι έγραφε ο ίδιος τους στίχους του. Μπορεί κάποιος/α να τους "χτένιζε". Σε μερικά απ΄τα τραγούδια του ακούγεται μιά δυσκολία να αρθρώσει πολλές λέξεις με την ταχύτητα που απαιτεί ο ρυθμός του τραγουδιού, με αποτέλεσμα να αργοπορεί λιγάκι. Ένα τέτοιο παράδειγμα υπάρχει στο τραγούδι "Το Κατινάκι" (1933) όπου αργοπορεί δυό φορές, προσπαθώντας να πει μονοκόμματα το "είμαι-πιά-τρελός-για σένα". Όταν λέει το "ρ" το στρογγυλεύει κάνοντάς το υγρό όπως έκανε ο Κερομύτης, ο Καζαντζίδης, αλλά και ο Ευγένιος Σπαθάρης όταν έκανε τη φωνή του Χατζηαβάτη...

Ο Γρηγοράκης Ασίκης περνάει πολλές περισσότερες μάγκικες λέξεις - δηλαδή, γιά να μη τα ονοματίζουμε όλα μάγκικα, καθημερινές λαϊκές λέξεις και εκφράσεις της εποχής του, σα το "της την πέφτω δίπλα", "στο νύχι χόρευες το ζεϊμπεκάκι", "φάντης", "πόντος έξτρα-έξτρα".


Έχει πει αρκετούς μανέδες αλλά δυό απ΄αυτούς είναι εξαιρετικοί. 

Το "Χερ Γιερ Καρανλίκ" και ο "Μελλοθάνατος" (1935).
Είχε κι αυτός αλλιώτικη φωνή, όπως κι ο Νούρος, κι έλεγε τους μανέδες με δικό του τρόπο, βγαίνοντας απ΄τους γνωστούς τρόπους. Έκανε αυτά που του επέτρεπαν οι δυνατότητές του, γιά παράδειγμα, το μπρος-πίσω της φωνής, σα να τη στέλνει πίσω, μέσα στο λαρύγγι και αμέσως να την ξαναφέρνει μπροστά. Σα κι αυτό που κάνει η έμπειρη Γεωργία Μηττάκη στο, επίσης τραγούδι του Γρ. Ασίκη, "Είσαι πόντος έξτρα-έξτρα" ή στο "Σ΄ένα τεκέ σκαρώσανε" (1936) του Βασίλη Τσιτσάνη.




Ο Γρηγοράκης Ασίκης, αντίθετα από τον Β. Παπάζογλου ξεχάστηκε, αγνοήθηκε. Αυτοί που δε τον έχουν ανακαλύψει (τα 2 CD's που του αφιέρωσε ο Π. Κουνάδης δε φτάνουν γιά να δώσουν μιά ολοκληρωμένη εικόνα), χάνουν! Χάνουν μιά μουσική που στάζει μέλι, που δίνει πρωτόγονη χαρά.



Αυτοί που γράφουν ότι ο Ασίκης έγραψε μελαγχολικά τραγούδια, δε καταλαβαίνουν. Χρειάζονται ένα καλό ωτορινολαρυγγολόγο που θα τους κάνει μιά καλή πλύση στ΄αυτιά και θα αποφράξει τα κανάλια της όσφρησής τους. Γιατί η μουσική του Γρηγοράκη Ασίκη ευωδιάζει κιόλα. Μυρίζει λουλούδια λιγοθυμισμένα από δυνατά φως που ευωδιάζουν έρωτα, αίμα που κοχλάζει στις αρτηρίες. Χυμούς που ψάχνουν φρενιασμένοι να ενωθούν με Κατινίτσες, Πιπίνες, Ελευθερούλες, Καλλιοπίτσες, Ελενάρες...


Γειά σου, Γρηγοράκη Ασίκη, ζουμερέ Ανατολίτη!



ΥΓ. Αυτή την ιστορία των ανθρώπων της λαΐκής μουσικής του ΄30 κατάφεραν με την πλύση εγκεφάλου, την αρρώστεια της σοβαροφάνειας, της αρχαιοπληξίας και του "ανήκομεν εις την Δύσιν"(...), να την κάνουν κάτι καταραμένο και εξοβελιστέο.


 Όταν ο Γρηγοράκης Ασίκης άφησε αυτό τον κόσμο, το ούτι του πουλήθηκε γιά ένα τίποτα στη ράτσα των παλιατζήδων. Και, χωρίς να υπερασπίζομαι διάφορα που έκανε ο Ηλίας Πετρόπουλος, έχω μόνο να πω ότι: οι φωτογραφίες που, βλακωδώς, κατακράτησε (ενώ θα μπορούσε να κάνει αντιγραφές - τα λεφτά δε του έλειπαν-) θα είχαν σίγουρα πεταχτεί ή καταλήξει στα καροτσάκια στο Μοναστηράκι. Είμαι σίγουρος γι αυτό, άσχετα αν μετά "ξύπνησαν" όλοι και "αισθάνθηκαν" κοροϊδεμένοι και θιγμένοι. Δυστυχώς, έτσι είναι... Και η αλήθεια, που όλοι/ες την υπερασπίζονται και τη ΄"λατρεύουν", είναι ένα καταβαρύ αγαθό που απαιτεί πολύ μεγάλα κότσια, σθένος, τόλμη και αντοχή γιά να πορευτεί κανείς μ΄αυτήν. Όχι;



ΥΓ.2 Επειδή η λέξη "σοβαροφάνεια" ακούγεται βαριά και προσβλητική, θέλω να εξηγήσω τι εννοώ. Η Ελλάδα ήταν και είναι μιά χώρα όπου το πάθος γιά κάτι δεν είναι παραδεκτό, αν δε δίνει σαφείς εγγυήσεις ότι θα μεταφραστεί σε χρήμα. 
Πάθος για την ιατρική, τη δικηγορία, το επάγγελμα του πολιτικού μηχανικού, τρία λατρεμένα επαγγέλματα, ήταν και είναι παραδεκτό. Πάθος για τα "καλλιτεχνικά", που λένε, δε παίρνεται στα σοβαρά. Παραπέμπει σε άγνωστες, επικίνδυνες περιοχές, άσε που μπορεί να οδηγήσει και σε ομοφυλοφιλία (φτου, Οξαποδώ!)


Έτζι, σε σχέση με τα θέματα που πραγματεύεται αυτό το blog ο Μπάτης, γιά παράδειγμα, ήταν ένας χωρατατζής κλόουν, άσχετα αν είναι ένας μικρός θεός γιά τους λάτρεις του πειραιώτικου ρεμπέτικου. Ο Μάρκος ο "Συμπαντάρχης"(...), ένας χασικλής που πέτυχε. Όλοι οι άλλοι/ες, οι παθιασμένοι/ες, ακόμα κι αν τα κατάφεραν, δε θεωρούνταν ότι ήταν σοβαρά πράγματα αυτά που καταγίνονταν. Μη κοιτάτε σήμερα που πέφτει μονέδα. Ποιός θα πει τη Βανδή ή το Ρουβά κλόουν; Υποκλίσεις, μεγάλα αστέρια(...) Οι άλλοι/ες, οι παλιοί/ές ήταν φουκαράδες Τι κατάφεραν; Μες τη φτώχεια πέθαναν, κατά διαόλου πήγαν.

Αυτό εννοοώ λέγοντας σοβαροφάνεια, γι αυτό ίσως πουλήθηκε το ούτι του Γρηγοράκη Ασίκη, γι αυτό οι αδερφές του Κερομύτη δεν επέτρεψαν στα γραφικά γεροντάκια να παίξουν πάνω απ΄το φέρετρό του το "Μες του Βάβουλα τη Γούβα", καθώς τον κατέβαζαν στην αγκαλιά της Γης. Γιά να μη γίνουν ρεζίλι...

Δεν υπάρχει γιά μένα αηδέστερο θέαμα από τα πρώην φτωχαδάκια που "τα πιάσαν" ή "τακτοποιήθηκαν" και επιμένουν να ορίσουν τι θα πει αξιοπρέπεια, ή καταφθάνουν με τ΄αμάκshi στην Ανάσταση, ενώ το σπίτι τους βρίσκεται δυό τετράγωνα παρακάτω...

Δευτέρα 27 Απριλίου 2009

Σταύρος Παντελίδης - "Στης Σμύρνης τα περίχωρα"

Σταύρος Παντελίδης - Βόλος 1926

Ένα πολύ σημαντικό βιβλίο (εκδ. "Τρόπος Ζωής") του Βασίλη Πετρόχειλου, καθηγητή μουσικής και εγγονού του συνθέτη. Μέσα εκεί, μέσα από μιά συστηματική εργασία, θα πάρετε μιά εικόνα του πως λεηλατούνται οι μαλακοί άνθρωποι από τους αδίστακτους...





Το τραγούδι που ακούτε έχει τίτλο "Σμύρνη με τα περίχωρα" (1930), είναι του πολύ σημαντικού, ξεχασμένου και κατακλεμένου Μικρασιάτη συνθέτη Σταύρου Παντελίδη (1891-1956) και τραγουδάει η υπέροχη Γεωργία Μηττάκη