Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γρηγόρης Ασίκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γρηγόρης Ασίκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 22 Μαΐου 2011



Μάνα, θέλω έναν άντρα...




Τα καταλαβαίνω τα νέα παιδιά...
Όταν τελειώσουν οι "μέρες του κρασιού και των λουλουδιών" (για τα ελληνικά δεδομένα= πληρώνω για να διασκεδάζουν και να αγοράζουν τα παιδιά μου γιατί εμένα μου έλλειψαν όταν ήμουν στην ηλικία τους, άρα τα καταστρέφω), το μοντέλο που τους προσφέρεται για ζωή είναι τόσο βαρετό, τόσο ανοργασμιακό, ναρκωμένο, φιλήσυχο και...και...και..., που δεν έχουν και πολύ παράξενο να προσανατολίζονται προς εύκολα λεφτά, ακόμα και βρώμικα, χωρίς κόπο.

Το λέω αυτό λίγο ξεκάρφωτα. Ουσιαστικά, θέλω να πάω κάπου τελείως αλλού. Η επίσημη δικαιολογία μου, το ακόλουθο:

"Αφού ο κόσμος παίρνει ένα παραληρηματικό δρόμο,
εμείς πρέπει να υιοθετήσουμε μια παραληρηματική οπτική"
Jean Baudrillard

Ακούω ένα τραγούδι της μικρασιάτικης σχολής που λέγεται "Θέλω να είσαι τζέντελμαν" (όπως έλεγαν οι μάγκες), του Γρηγοράκη Ασίκη, με την υπέροχη Γεωργία Μητάκη.

Ακούστε το



http://www.4shared.com/audio/13FC3r1u/THELW_NA_EISAI_TZENTLEMANASIKH.html

Θέλω να είσαι τζέντελμαν, 1936


Αφού εσύ μου τά΄ριξες
γιατί να με σκοτίζεις;
Εγώ ξηγιέμαι ξάστερα
κι εσύ όλο με βρίζεις.


Θέλω να είσαι τζέντελμαν
νά΄χεις και ασικλίκι,
να μου τα παίρνεις έξυπνα
κι όχι με νταηλίκι.


Η πρώτη καλησπέρα σου
την τσάντα μου κοιτάζεις
κι όταν τη δεις που είν΄αδειανή
αρχίζεις και γκρινιάζεις.


Σα να μού΄χεις γραμμάτιο
και με τουπέ τα παίρνεις, 
γραμμή στο τζογαδόρικο
μου πας και τα πασέρνεις.


Σο κάτω κάτω της γραφής
θα σου την αμολήσω,
γιατί βιολί δεν είν΄αυτό
στη ψάθα να ψοφήσω.

Ναι, είναι ένα απλό τραγούδι χωρίς πολλά καμώματα, όπου παραπονιέται δυναμικά, όχι παθητικά, μιά γυναίκα που εκδίδεται, στον αγαπητικό της (βλ. νταβατζή).

Ούτε οι στίχοι λένε τίποτα(στους ανυποψίαστους) στα καλογυαλισμένα αυτιά που ακούνε έντεχνη ποιητικοφανή μουσική ή εκστασιάζονται με τη κλασσική εποχή. Δε μιλάω για τους άλλους, τις νοικοκυρές και τους κολπαδόρους, που έχουν αφεθεί να τους απάγουν τη ψυχή και ακούνε διάφορα καψουροειδή σκυλάδικα με ημερομηνία λήξεως ενός μηνός...

Λέω μονάχα ότι μέσα σ΄αυτό το λαϊκό τραγουδάκι του παρελθόντος, συμβαίνει κάτι. Κάτι κινείται. Δεν είναι ένα κοιμισμένο λίκνισμα ερμηνειών όπου σε παίρνει ο ύπνος. 

Μιλάει για μιά ζωή που συμβαίνει στα κατώγεια, εκεί κάτω; Ναι!
Είναι μεγάλες οι διαφορές μ΄αυτά που συμβαίνουν στα ανώγεια, εκεί "πάνω";
Ας μη κοροϊδευόμαστε.

Ξαναβάζω κάτι που έχει γράψει η Μεγάλη και ξύπνια Billy Holiday που είχε φάει τη ζωή με το κουτάλι και, ανάμεσα σε πολλά άλλα, υποστεί την ηλιθιότητα του λευκού ρατσισμού.
Εξηγώ ότι όταν λέει Πάνω Πόλη εννοεί τα φτωχά στρώματα του Χάρλεμ.

"...Ανακάλυψα ότι η βασική διαφορά ανάμεσα στην Πάνω Πόλη και στην Κάτω είναι πως στην Πάνω οι άνθρωποι είναι πιό ντόμπροι. Ή μαλλον έτσι μου φαίνεται πως είναι. Στην Πάνω Πόλη μιά πουτάνα είναι πουτάνα, ο νταβατζής νταβατζής, ο κλέφτης κλέφτης, η αδερφή αδερφή, η τζιβιτζιλού τζιβιτζιλού, τα μαμόθρευτα μαμόθρευτα. Στο κάτω μέρος ήτανε διαφορετικά - πιό μπερδεμένα. Μιά πουτάνα ήτανε πολλές φορές κυρία της καλής κοινωνίας, ο νταβάς υπάλληλος σε διοικητική θέση, η αδερφή πλαίυμπόυ, η τζιβιτζιλού ντεμπυτάντ, το μαμόθρευτο κάποιος που δεν μπορούσε να προσαρμοστεί κι είχε προβλήματα".

Τώρα πιά οι διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα σε ημάς και τους "άλλους" δεν είναι καθόλου ευδιάκριτες, ή καλύτερα, δεν υφίστανται. Ωστόσο υπάρχουν, εν δυνάμει...

Το 1932, σε μιά Ελλάδα που ξεχειλίζουν τα κοινωνικά προβλήματα, κυκλοφορεί το τραγούδι των "άλλων", "Θέλω μαμά ένα αντρούλη" με την Ελένη Παπαδάκη, έναTango  σε σε μουσική Bobby Collazzo και στίχους Πωλ Μενεστρέλ.

Ακούστε το και προσέξτε τους στίχους


Τέσσερα χρόνια αργότερα, το 1936, έρχεται η απάντηση από το Γιώργο Ροβερτάκη, το τραγούδι "Μάνα, θέλω έναν άντρα", με τη Γεωργία Μητάκη.


Δεν ανήκω στις τάξεις των αφελών για να πιστεύω πως, σύμφωνα με τους στίχους, υπήρχαν γυναίκες που ήθελαν ένα τέτοιο άντρα σα κι αυτόν που περιγράφει το τραγούδι. Αυτά ήταν θέματα μόδας, απευθύνονταν σε ανδρικό κοινό και οι γυναίκες σίγουρα χαμογελούσαν συγκαταβατικά. Αυτό όμως είναι μιά άλλη κουβέντα. Το σημαντικό είναι πως, τουλάχιστο, δεν είναι νερουλό, όπως το  "Θέλω μαμά ένα αντρούλη"...

Αντεπιχειρήματα, δεκτά...



Πέμπτη 13 Ιανουαρίου 2011





Πάλι γιά σένα, Γρηγοράκη Ασίκη...

Ας τονίσω ακόμα μιά φορά ότι το blog "Thorax and mind" φαίνεται, προφανώς, να ασχολείται μόνο με θέματα που αφορούν το ρεμπέτικο. Δεν είναι ακριβώς έτσι. Όλα τα θέματα ακουμπιούνται μ' ένα διαχρονικό τρόπο, όχι γιά λόγους στιλ αλλά γιατί υπάρχει η ακλόνητη πεποίθηση πως αυτός είναι ο σωστότερος τρόπος. Αλλιώς, ο πρώτος που πλήττει είμ' εγώ. Το αν βέβαια καταφέρνω να πείσω ότι πράγματα τελείως διαφορετικά μεταξύ τους, έχουν παρόλ' αυτά κοινά σημεία, είναι μιά άλλη ιστορία...

Υπάρχει ένα πολύ ενδιαφέρον papper από τον Nicholas G. Pappas με τίτλο: Concepts of Greekness: The Recorded Music of Anatolian Greeks after 1922.
Αντιγράφω τρία αποσπάσματα γιά να στηρίξω επάνω τους το θέμα αυτού του γραφτού.


  1. "... rebetika have been the subject of scholarly study only in recent years and, even within Greece, are the refuge of only amateur musicologists. Even in these studies, there has been a tendency to concentrate on the so-called "Piraeus rebetika", which are perceived by many to be the genuine performances, the "rebetika high" of Gail Holst and others. For them, the music of the Anatolian refugees was merely a pubescent version of what was to follow, rather than a musical and cultural tradition in its own right".
  2. "...It shoulld be noted, however, that the drawing of conclusions from isolated recordings is not without its potential difficulties. One must always be vigilant concerning the fact that these recordings were created primarily for commercial profit an not to serve as a repository for eager historians to plough through in search of hidden meanings..."
  3. "... The sense of separateness was also reinforced by the attitudes adopted by the refugee performers toward their "rivals", the low-life, predominantly Piraeus manges with whom social interaction was inevitable despite their cultural differences. At once allies and competitors, the refugee community and the manges formed an uneasy relationship founded more upon their sense of social allienation and economic dislocation than on any intrinsic qualities they might have shared. The only exception to this was the music itself. It became the occasional bridge that permitted intercourse between two otherwise different communities. In fact, there is little doubt that a great deal about the local Piraeus community met with disfavor among the refugees. The level of criminality, in particular, among the manges appears to have been a factor that coused revulsion in some refugee ranks. This disdain is recorded in a number of contemporary songs composed after the refugees' arrival in Greece. Dalgas himself composed and sang the haunting "Το Μπαγλαμαδάκι σπάσε" in response to another attack, this time the savage upon a refugee youth in Kokkinia by two youths from Piraeus, apparently over a young girl originally from Smyrna. While the song expresses both grief and outrage at a senseless event, it also betrays the social divisions between these two communities, divisions that belied the apparent mutuality of their social interaction:
Πέντε μαχαιριές του δώσαν, ρε γιά μιά Σμυρνιά, Δυο νταήδες, Πειραιώτες, μες την Κοκκινιά ...
and then:
Απ' τις μαχαιριές αν γειάνει, βλάμηδες θα'ρθεί, Να σας εύρει, ρε νταήδες, και να ξηγηθεί...
Τhere were also more benigh but no less potent affirmations of the cultural differences between the two groups. These were based on a sort of cultural chauvinism within the refugee communities that stemmed from their broader, more eclectic cultural framework both before and after their exodus from Asia Minor..."
Επικεντρώνοντας στο απόσπασμα 2, συμφωνώ. Βασικά, είναι αμφισβητούμενη και πολύ ριψοκίνδυνη η μέθοδος εξαγωγής συμπερασμάτων από στίχους εμπορικών τραγουδιών. Όμως, πλείστα παραδείγματα δείχνουν ότι κάποιοι συνθέτες/στιχουργοί έλεγαν, είτε ανοιχτά κάποια πράγματα, όπως στο παραπάνω παράδειγμα του Νταλγκά, είτε έμμεσα. Ένα τέτοιο "έμμεσο" παράδειγμα θά'θελα να ανασύρω και, ταυτόχρονα, να προσπαθήσω να επιβεβαιώσω το απόσπασμα 3.




Αν προσέξει κανείς τους στίχους του συνθέτη Γρηγ. Ασίκη θα διακρίνει ότι αυτός ο Τουρκομερίτης, γλυκός και έξυπνος άνθρωπος, λειτουργούσε έχοντας γιά μπαϊράκι το συναίσθημά του. Οι στίχοι των τραγουδιών του απευθύνονται, κατά τη γνώμη μου, κατευθείαν στο προσφυγικό κοινό, είτε εξιστορώντας την κακή τους μοίρα, είτε πετώντας μπηχτές γιά τους "άλλους".


. Θα πάρω σα παράδειγμα το τραγούδι "Ο επαγγελματίας" (1932) Parlophone Ελλάδος B-21646 που έχει τους παρακάτω στίχους:


Για μερικά επαγγέλματα θέλω να σας μιλήσω/
πιστεύω να τα κρίνεται όσα κι αν σας ξηγήσω./
Μπακάλης είν' ακάθαρτος, μανάβης σεβνταλής
χασάπης είναι κουβαρντάς, ψαράς μα μερακλής.


Αυτοί οι γαλατάδες είναι και νερουλάδες/
βαφτίζουνε το γάλα και παίρνουνε παράδες./
Αν πεις γιά καρβουνιάρη κουμπάρος νά'ναι ακόμα, /
θα σου την φτιάξει μιά μορτιά στον πάτο όλο χώμα.


Και σε ταβέρνα όποιος πάει κρασί και γιά τηγάνι/
κι όταν σε βλέπουν πως μεθάς σου βάζουνε βιδάνι./
Μέσα στην μπύρα όποιος πάει γλέντι γιά να σπάσει/
ένα γκαρσόνι που κοιτά στο μπλοκ να του τη σκάσει.


Αυτοί οι τσαγκαράδες που στέκουνε παιδιά/
κι αν δεν πάρουν μπροστάντζα δεν πιάνουνε δουλειά/
κι όταν καθήσουν στο κρασί συνέχεια το πίνουν/
τότε μόνο σηκώνονται μόνο ψιλή σαν μείνουν.


Να δείτε στα κουρεία που παν τα κοριτσάκια/
οντουλασιόν να κάνουν τα'μορφα τους μαλλάκια/
είδα μπαρμπέρη μερακλή συζήτηση ν'ανοίγει/
σιγά-σιγά το χέρι του στο μάγουλο ν'αγγίζει.


Να ρίξετε και μιά ματιά και στους φραγκοραφτάδες/
μα πως κρυφοκοιτάζουνε κορίτσια με καλφάδες./
Αν πεις γιά οργανοπαίχτες που παίζουν τραγουδάκια/
κι όταν δεν πέφτουν τα λεφτά σας κάνουνε κολπάκια.


Ακούστε το τραγούδι : 




Ομολογώ ότι οι παρακάτω παρατηρήσεις/σκέψεις βασίζονται στο ένστικτο και στο συναίσθημα, παρά σε χειροπιαστές αποδείξεις που είναι αδύνατο να υπάρξουν. Πιστεύω ότι το τραγούδι "Ο επαγγελματίας" είναι στην επιφάνειά του μόνο σκωπτικό, όπως έχει χαρακτηριστεί. Πιστεύω ότι οι "επαγγελματίες" στούς οποίους αναφέρεται είναι Ελλαδίτες και όχι πρόσφυγες. Δε μπορώ όμως να το αποδείξω, πέρα απ' το ν'αναφέρω πως κάποια απ' τα επαγγέλματα που αναφέρονται ήταν παραδοσιακά "κλειστά" και τροφοδοτούνταν από Έλληνες της επαρχίας, όπως το ότι οι γαλατάδες ήταν Ρουμελιώτες. 


Πιστεύω πως ο Γρ. Ασίκης βγάζει δυναμικά ένα παράπονο γιά την πονηριά και την εκμετάλλευση - γνωστές, άλλωστε, συμπεριφορές της ελληνικής αγοράς - των συντοπιτών του. Κοντολογίς, πλέκει ένα αρνητικό "εγκώμιο" σ'όλα τα επαγγέλματα που αναφέρει, εκτός απ' τους χασαπάδες και τους ψαράδες, γιά τους οποίους όλα τα τραγούδια, μικρασιάτικα και ρεμπέτικα, έτρεφαν συμπάθεια.


Ένα άλλο τραγούδι με ανάλογη διάθεση, πάλι του Γρηγοράκη Ασίκη, είναι το "Προξενιά στον Γεώργο" (1931), με τους παρακάτω στίχους:


Σου βγήκε μιά προξενιά, Γεώργο μου, στη γειτονιά, 
θέλεις γιά να παντρευτείς και να νοικοκυρευτείς/
σαν τη δεις, παιδάκι μου, πού'ναι όμορφη, γ
λυκειά, είναι λίγο και φτωχειά, έχει μερικά προικιά.


Έχει έξη κομπινεζόν κι άλλες τόσες νυχτικιές, όχι και πολύ βαριές, λίγο οικονομικές/
έχει έξη μαξιλάρια και σουτιέν από φουλάρια 
κι άλλα δύο στρώματα με καλά παπλώματα.


Δυό κουβέρτες κεντητές, είναι και μεταξωτές, 
έξη σεντονάκια, κάλτσες, μαντηλάκια/
να δεις, Γεώργο, την κουζίνα που τα έχει όλα φίνα, η φουφού και το καζάνι, δίπλα το τηγάνι.


- Άντε Γεώργο, φαγώθηκες. Κέρνα μας, λοιπόν!


Πούν' η στάχτη κι ο κουβάς, δίπλα του ο μαστραπάς, 
είναι και νοικοκυρά, Γεώργο, να την αγαπάς/ 
σχάρα, σκούπα και φαράσι, προξενιά να μη χαλάσει, 
μήπως άλλη σε γελάσει, Γεώργο μου, να σκάσει.


Θά'ρθεις πες, Γεωργάκι, στ' όμορφο Ελενάκι, δυό ... 
κι όταν τη δεις, ξέρε το, θα τρελαθείς/ 
Θά'χεις και μιά πεθερά όμορφη, καλή, χρυσή, 
θα σου κάνει και τα βίτσια κι ότι θες εσύ.


- Γειά σου Γρηγοράκη μου, γειά σου Ασίκη!


Nα και το τραγούδι





Απ' όσο γνωρίζω, μέσα από ένα δείγμα άνω των 10.000 τραγουδιών, υπάρχουν μόνο δύο παραδείγματα πικρής νύξης της οικονομικής κατάστασης των προσφύγων, σε σχέση με την προίκα. Το ένα είναι το πολύ όμορφο τραγούδι "Μαργαρίτα" του Στέλιου Χρυσίνη με τη Ρίτα Αμπατζή (βλ. http://www.elkibra-ritaabadzi.blogspot.com/) και το δεύτερο είναι του Γρ. Ασίκη. Τα ξεχωρίζω γιατί και τα δυό διαπνέονται από μιά "διακωμώδηση" της ανέχειας.


Tην πρώτη φορά που άκουσα το "Προξενιά στον Γεώργο" αντέδρασα αρνητικά, νιώθοντας ότι γελοιοποιεί μιά γυναίκα, απαριθμώντας τα υλικά "αξεσουάρ" της. Μετά όμως κατάλαβα ότι είχα άδικο. Η σπόντα του Ασίκη είναι μονάχα πιό έμμεση απ' αυτήν του Χρυσίνη.


Τελειώνοντας,  επισημαίνω, ακόμα μιά φορά, ότι τα τραγούδια του δεν είναι μελαγχολικά, όπως νομίζεται. Είναι βέβαια προσωπικό θέμα και εσωτερική χημεία το τι νιώθει κανείς ακούγοντας κάποια τραγούδια. Στην περίπτωσή του πρόκειται απλώς γιά ένα συνθέτη πολύ διαφορετικό απ' τους άλλους. Κουβαλάει έντονα μουσικά βιώματα ανατολίτικων μουσικών που είναι "άβολες" γιά τα περισσότερα αυτιά. 


Υπάρχουν, το νιώθω κι εγώ, κάποια τραγούδια του "δύσκολα". Όμως ο άνθρωπος ήταν ξεχειλισμένος από αγάπη, τρυφερότητα, εξυπνάδα, ζεστασιά και πηγαίο ταλέντο. Ας θυμηθούμε ότι άρχισε αργά με τη μουσική σαν επάγγελμα. Η δουλιά (με ιώτα) του ήταν άλλη. Θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς ότι μπήκε στη μουσική λόγω οικονομικών αναγκών. Αν κατάφερνε να συνεχίσει με τις κατασκευές κρεβατιών, μπορεί να έμενε γιά πάντα εκεί. Είχε κι ένα σωρό στόματα να θρέψει. Ευτυχώς, τα παράτησε τα κρεβάτια και φωνογράφησε περίπου 100 τραγούδια που ξεχωρίζουν έντονα. Αναγκάστηκε όμως νά'ρθει σε λάθος τόπο...



Τρίτη 12 Οκτωβρίου 2010





Γεωργία Σεβδαλή


Η φωτογραφία αυτή είναι από το Αρχείο Ηλία Πετρόπουλου και έχει χρονολογία 1950. Είναι άξιο απορίας ότι κανείς ποτέ δε την έχει σχολιάσει. Μιά επιπλέον απόδειξη ότι οι γυναίκες βιώνονται, ακόμα, σα κομπάρσες του ρεμπέτικου, σαν εξάρτημα της όλης καροσερί. Τί να σχολιάσει; Μα, εικονίζει μιά γυναίκα που παίζει μπουζούκι εν έτει 1950(;).

Θα μου πουν οι φανατικοί, "σιγά, της το πάσαραν γιά τη φωτογραφία". Δε συμφωνώ. Υπάρχουν βέβαια φωτογραφίες που αυτό έχει συμβεί. Εδώ όμως, αν κοιτάξετε προσεκτικά, η γυναίκα αυτή φαίνεται να παίζει και η φωτογραφία να έχει τραβηχτεί ενώ παίζαν κι οι τρεις. Το ένα χέρι και των τριών είναι φλουταρισμένο, άρα βρίσκονταν εν κινήσει.
Από αριστερά προς τα δεξιά, ο Μιχάλης Μενιδιάτης με μπαγλαμά, η άγνωστη γυναίκα, άγνωστος ακορντεονίστας και, ο Γρηγοράκης Ασίκης με το cümbüş. 


Ο Ηλίας Πετρόπουλος, βιαστικός και αρπακόλας όπως ήταν, μπερδεμένος μεσα στο χείμαρρο των θεμάτων που είχε ανοίξει, δε πολυενδιαφερόταν γιά τα ονόματα των γυναικών. Μπορεί και να μη του απαντούσαν στις ερωτήσεις του.
Το μικρόφωνο στέκεται μπροστά της άρα, τραγουδούσε και έπαιζε, πράγμα καθόλου απλό. Αν είναι έτσι, δεν είναι κρίμα που δε ξέρουμε ούτε το όνομα αυτής της γυναίκας; 


Ήρθα σε επαφή με το Μιχάλη Μενιδιάτη που ήταν πολύ πρόθυμος κι ευγενικός αλλά δε μπορούσε να θυμηθεί.
________________________________
Η απάντηση τελικά βρέθηκε στο βιβλίο "Οι φωνογραφιτζήδες" του Διονύση Μανιάτη, σελ. 120.

Είναι η Γεωργία Σεβδαλή που εικονίζεται κρατώντας μπαγλαμαδάκι αυτή τη φορά, Η φωτογραφία είναι από το Μαρούσι 1949. Αριστερά της, ο Νίκος Κατελάνος (μπουζούκι), πίσω με το ακορντεόν, ο Σταμάτης Μπενέτας, που εικονίζεται και στην πρώτη φωτογραφία και με το πάντζο, ο Γρηγοράκης Ασίκης.


Eδώ μπορείτε ν΄ακούσετε και τη φωνή της  στο τραγούδι του Τάκη Ντόρλη, "Το ξέρουνε στην Κοκκινιά" (1956), όπου τραγουδάει μαζί με τον Ποσειδώνα Διβάρη






Δυό μοσχομάγκες στιχουργοί - 
Βαγγελάκης Παπάζογλου και Γρηγοράκης Ασίκης


Φωτογραφία δανεισμένη από το βιβλίο του Ηλία Βολιότη-Καπετανάκη "Μάγκες αλήστου εποχής" που, με τη σειρά του, τη δανείστηκε από το βιβλίο του Γιώργη Παπάζογλου "Τα χαϊρια μας εδώ". "Νοέμβρης 1933. Βιολί ο Μπάμπης (που τόνε σκοτώσανε οι μπόμπες στο δρόμο, όπως τον φέρνανε τραυματισμένο στα μάτια από την Αλβανία, δίπλα ο τραγουδιστής ο Σπανός ή Σεϊρλής. Σαντούρι ο Ευθύμιος Σελέπης. Τραγουδίστρια η Χρύσα Σελέπη και κιθάρα ο Ευάγγελος Παπάζογλου ή Αγγούρης. Στου Γιώργου του Τζελαλίδη την μπύρα, οδός Τοπλού Μπουνάρ, πιό κάτω απ΄τη γέφυρα της Κοκκινιάς".





Φωτογραφία από το αρχείο Πετρόπουλου. Ο Γρηγοράκης Ασίκης στα δεξιά. Αριστερά ο Μ. Μενιδιάτης. Η γυναίκα με το μπουζούκι είναι η Γεωργία Σεβδαλή (βλ. αρχείο)



Μπορεί η μουσική των Μικρασιατών να έπαλλε απο τη δεξιοτεχνία των μουσικών, από έμπνευση στις μελωδίες, από χυμούς, από κέφι και ζωική ευεξία, η στιχουργική όμως ήταν περιωρισμένου βεληνεκούς. Να μη το πω όμως έτσι και ακούγεται σα να συγκρίνω τους στίχους τους με τί, άραγε; Η μέθοδος των συγκρίσεων είναι πάντα παραπλανητική και επικίνδυνη. Ίσως είναι πιό σωστό να πω ότι, υπήρχε μιά έτοιμη παράδοση δίστιχων και τετράστιχων από την οποία αντλούσαν ή την παράλλαζαν. Οι εξαιρέσεις ήταν πολύ λίγες. Μπορεί μέχρι να υποθέσει κανείς ότι δεν "ενδιαφέρονταν" ιδιαίτερα γιά το στίχο, κι αυτό δεν είναι καθόλου επιλήψιμο. Είχαν έτοιμους στίχους. 


Να ξεχάσουν ήθελαν αλλά και να θυμηθούν, να παρηγορηθούν, να διασκεδάσουν. Απλά πράγματα. Υπάρχουν όμως δυό τρανταχτές εξαιρέσεις. Δυό άνθρωποι με λίγες γραμματικές γνώσεις που δε ξεχώρισαν μόνο γιά τη διαφορετική τους έμπνευση, αλλά είχαν και απρόβλεπτο στίχο, πάντα μέσα στα λαϊκά πλαίσια. Ήταν ο Βαγγελάκης Παπάζογλου κι ο Γρηγοράκης Ασίκης, κι οι δυό τους πρόσφυγες.

Ο πρώτος, απ΄ότι υπολογίζεται, έγραψε (στο χαρτί) κοντά στα 100(;) τραγούδια αλλά φωνογράφησε 33. Εκεί αρχίζει μιά άλλη ιστορία κλεμένων από άλλους, χαρισμένων από τον ίδιο κλπ. που δε θα τη θίξω. Φωνογράφησε λίγα γιατί - όπως έχει χιλιοειπωθεί - συγκρουόταν, είχε απαράβατες αρχές, δε δεχόταν τα ηλίθια καπρίτσια της λογοκρισίας, ήρθε ο πόλεμος, αποσύρθηκε, πέθανε φυματικός. Τον θαύμαζαν όλοι και τον παραδέχονταν γιά το ταλέντο του. Δε ξεχάστηκε.

Ο Βαγγελάκης ήθελε ν΄αλλάζει στιχουργικά θέματα και μελωδίες. Σιχαινόταν το μπουζούκι, πειραματιζόταν (στα πλαίσια που ήταν εφικτά), ήταν άβολος, τον έκαιγε φωτιά ασίγαστη. Περνούσε το παράπονό του με περήφανο τρόπο, οι στίχοι του είχαν, λιγότερη ή περισσότερη, επιθετική διάθεση. Τη διάθεση του ανήσυχου ανθρώπου που τα λέει όλα χύμα. Ήταν επιφυλακτικός και δηκτικός στον τρόπο που μίλησε για γυναίκες. Είχε αρνητική και κριτική διάθεση απέναντι στα ναρκωτικά, έγραψε όμως και χασικλίδικα τραγούδια που ήταν του συρμού. 



Ήταν ένας σοβαρός μάγκας. Έπαιζε με το στίχο του, με τις λέξεις, πέρασε κάποιες ασυνήθιστες, μάγκικες εκφράσεις, πράγμα που έκανε μόνο αυτός, ο Γρηγοράκης Ασίκης και, μερικές φορές, ο Σπύρος Περιστέρης.

Ο Γρηγοράκης Ασίκης ήταν μιά ολότελα διαφορετική περίπτωση ανθρώπινου χαρακτήρα. Αν ακούσει κανείς προσεκτικά τα τραγούδια του, τη θεματολογία, τη φωνή του, τα επιφωνήματα και τους χαιρετισμούς του, φαίνεται καθαρά ότι ήταν ένας αρμονικός, ζεστός, χυμώδης Ανατολίτης, με όρεξη γιά τη ζωή. Φαίνεται ακόμα καθαρά πως, περισσότερο απ΄όλους τους άλλους, απευθυνόταν με τη θεματογραφία του αποκλειστικά στο κοινό των προσφύγων και έριχνε, άμεσες και έμμεσες μπηχτές γιά τους Ελλαδίτες. Δε τό΄κανε κάθετα, με τον τρόπο του Βαγγέλη Παπάζογλου, ήταν πιό πονηρός, πιό διπλωμάτης.



Ήταν βαθιά Τουρκομερίτης, και καλά έκανε. Από την ανεξάντλητη μουσική κληρονομιά της Ανατολής αντλούσε τους ρυθμούς του. Φαίνεται πως ήταν ιδιαίτερα αγαπητός και, ίσως τον συμπαθούσε ιδιαίτερα και ο Βαγγέλης Παπάζογλου, αν και αυτό δεν αποδεικνύεται πουθενά, πέρα απ΄το ότι έπαιζε κιθάρα σε διάφορα τραγούδια του. Υποτίθεται ότι έγραφε ο ίδιος τους στίχους του. Μπορεί κάποιος/α να τους "χτένιζε". Σε μερικά απ΄τα τραγούδια του ακούγεται μιά δυσκολία να αρθρώσει πολλές λέξεις με την ταχύτητα που απαιτεί ο ρυθμός του τραγουδιού, με αποτέλεσμα να αργοπορεί λιγάκι. Ένα τέτοιο παράδειγμα υπάρχει στο τραγούδι "Το Κατινάκι" (1933) όπου αργοπορεί δυό φορές, προσπαθώντας να πει μονοκόμματα το "είμαι-πιά-τρελός-για σένα". Όταν λέει το "ρ" το στρογγυλεύει κάνοντάς το υγρό όπως έκανε ο Κερομύτης, ο Καζαντζίδης, αλλά και ο Ευγένιος Σπαθάρης όταν έκανε τη φωνή του Χατζηαβάτη...

Ο Γρηγοράκης Ασίκης περνάει πολλές περισσότερες μάγκικες λέξεις - δηλαδή, γιά να μη τα ονοματίζουμε όλα μάγκικα, καθημερινές λαϊκές λέξεις και εκφράσεις της εποχής του, σα το "της την πέφτω δίπλα", "στο νύχι χόρευες το ζεϊμπεκάκι", "φάντης", "πόντος έξτρα-έξτρα".


Έχει πει αρκετούς μανέδες αλλά δυό απ΄αυτούς είναι εξαιρετικοί. 

Το "Χερ Γιερ Καρανλίκ" και ο "Μελλοθάνατος" (1935).
Είχε κι αυτός αλλιώτικη φωνή, όπως κι ο Νούρος, κι έλεγε τους μανέδες με δικό του τρόπο, βγαίνοντας απ΄τους γνωστούς τρόπους. Έκανε αυτά που του επέτρεπαν οι δυνατότητές του, γιά παράδειγμα, το μπρος-πίσω της φωνής, σα να τη στέλνει πίσω, μέσα στο λαρύγγι και αμέσως να την ξαναφέρνει μπροστά. Σα κι αυτό που κάνει η έμπειρη Γεωργία Μηττάκη στο, επίσης τραγούδι του Γρ. Ασίκη, "Είσαι πόντος έξτρα-έξτρα" ή στο "Σ΄ένα τεκέ σκαρώσανε" (1936) του Βασίλη Τσιτσάνη.




Ο Γρηγοράκης Ασίκης, αντίθετα από τον Β. Παπάζογλου ξεχάστηκε, αγνοήθηκε. Αυτοί που δε τον έχουν ανακαλύψει (τα 2 CD's που του αφιέρωσε ο Π. Κουνάδης δε φτάνουν γιά να δώσουν μιά ολοκληρωμένη εικόνα), χάνουν! Χάνουν μιά μουσική που στάζει μέλι, που δίνει πρωτόγονη χαρά.



Αυτοί που γράφουν ότι ο Ασίκης έγραψε μελαγχολικά τραγούδια, δε καταλαβαίνουν. Χρειάζονται ένα καλό ωτορινολαρυγγολόγο που θα τους κάνει μιά καλή πλύση στ΄αυτιά και θα αποφράξει τα κανάλια της όσφρησής τους. Γιατί η μουσική του Γρηγοράκη Ασίκη ευωδιάζει κιόλα. Μυρίζει λουλούδια λιγοθυμισμένα από δυνατά φως που ευωδιάζουν έρωτα, αίμα που κοχλάζει στις αρτηρίες. Χυμούς που ψάχνουν φρενιασμένοι να ενωθούν με Κατινίτσες, Πιπίνες, Ελευθερούλες, Καλλιοπίτσες, Ελενάρες...


Γειά σου, Γρηγοράκη Ασίκη, ζουμερέ Ανατολίτη!



ΥΓ. Αυτή την ιστορία των ανθρώπων της λαΐκής μουσικής του ΄30 κατάφεραν με την πλύση εγκεφάλου, την αρρώστεια της σοβαροφάνειας, της αρχαιοπληξίας και του "ανήκομεν εις την Δύσιν"(...), να την κάνουν κάτι καταραμένο και εξοβελιστέο.


 Όταν ο Γρηγοράκης Ασίκης άφησε αυτό τον κόσμο, το ούτι του πουλήθηκε γιά ένα τίποτα στη ράτσα των παλιατζήδων. Και, χωρίς να υπερασπίζομαι διάφορα που έκανε ο Ηλίας Πετρόπουλος, έχω μόνο να πω ότι: οι φωτογραφίες που, βλακωδώς, κατακράτησε (ενώ θα μπορούσε να κάνει αντιγραφές - τα λεφτά δε του έλειπαν-) θα είχαν σίγουρα πεταχτεί ή καταλήξει στα καροτσάκια στο Μοναστηράκι. Είμαι σίγουρος γι αυτό, άσχετα αν μετά "ξύπνησαν" όλοι και "αισθάνθηκαν" κοροϊδεμένοι και θιγμένοι. Δυστυχώς, έτσι είναι... Και η αλήθεια, που όλοι/ες την υπερασπίζονται και τη ΄"λατρεύουν", είναι ένα καταβαρύ αγαθό που απαιτεί πολύ μεγάλα κότσια, σθένος, τόλμη και αντοχή γιά να πορευτεί κανείς μ΄αυτήν. Όχι;



ΥΓ.2 Επειδή η λέξη "σοβαροφάνεια" ακούγεται βαριά και προσβλητική, θέλω να εξηγήσω τι εννοώ. Η Ελλάδα ήταν και είναι μιά χώρα όπου το πάθος γιά κάτι δεν είναι παραδεκτό, αν δε δίνει σαφείς εγγυήσεις ότι θα μεταφραστεί σε χρήμα. 
Πάθος για την ιατρική, τη δικηγορία, το επάγγελμα του πολιτικού μηχανικού, τρία λατρεμένα επαγγέλματα, ήταν και είναι παραδεκτό. Πάθος για τα "καλλιτεχνικά", που λένε, δε παίρνεται στα σοβαρά. Παραπέμπει σε άγνωστες, επικίνδυνες περιοχές, άσε που μπορεί να οδηγήσει και σε ομοφυλοφιλία (φτου, Οξαποδώ!)


Έτζι, σε σχέση με τα θέματα που πραγματεύεται αυτό το blog ο Μπάτης, γιά παράδειγμα, ήταν ένας χωρατατζής κλόουν, άσχετα αν είναι ένας μικρός θεός γιά τους λάτρεις του πειραιώτικου ρεμπέτικου. Ο Μάρκος ο "Συμπαντάρχης"(...), ένας χασικλής που πέτυχε. Όλοι οι άλλοι/ες, οι παθιασμένοι/ες, ακόμα κι αν τα κατάφεραν, δε θεωρούνταν ότι ήταν σοβαρά πράγματα αυτά που καταγίνονταν. Μη κοιτάτε σήμερα που πέφτει μονέδα. Ποιός θα πει τη Βανδή ή το Ρουβά κλόουν; Υποκλίσεις, μεγάλα αστέρια(...) Οι άλλοι/ες, οι παλιοί/ές ήταν φουκαράδες Τι κατάφεραν; Μες τη φτώχεια πέθαναν, κατά διαόλου πήγαν.

Αυτό εννοοώ λέγοντας σοβαροφάνεια, γι αυτό ίσως πουλήθηκε το ούτι του Γρηγοράκη Ασίκη, γι αυτό οι αδερφές του Κερομύτη δεν επέτρεψαν στα γραφικά γεροντάκια να παίξουν πάνω απ΄το φέρετρό του το "Μες του Βάβουλα τη Γούβα", καθώς τον κατέβαζαν στην αγκαλιά της Γης. Γιά να μη γίνουν ρεζίλι...

Δεν υπάρχει γιά μένα αηδέστερο θέαμα από τα πρώην φτωχαδάκια που "τα πιάσαν" ή "τακτοποιήθηκαν" και επιμένουν να ορίσουν τι θα πει αξιοπρέπεια, ή καταφθάνουν με τ΄αμάκshi στην Ανάσταση, ενώ το σπίτι τους βρίσκεται δυό τετράγωνα παρακάτω...

Κυριακή 28 Μαρτίου 2010


Γειά σου, ρε Γρηγοράκι Ασίκη!


(Το Γρηγοράκι με ιώτα δεν είναι λανθασμένη ορθογραφία. Όταν γράφεται με ιώτα γίνεται ούδέτερου γένους και χρησιμοποιούνταν σαν ακόμα πιό χαϊδευτικό)


Πολλοί γνωστοί και φίλοι (αρσενικοί κυρίως και για ευνόητους λόγους...) μου έχουν πει συχνά πως είμαι απολογητικός, χωρίς λόγο. Και είναι αλήθεια. Δε ξέρω ακριβώς το γιατί, κάποιο σύνδρομο... Να, τώρα ας πούμε, θέλω να σας στείλω ν΄ακούσετε έναν πολύ όμορφο μανέ του Γρηγοράκη Ασίκη και, διστάζω. Λέω μέσα μου, αποκλείεται ν΄αρέσει. Είναι πολύ ανατολίτικος, πολύ βαρύς, πολύ έξω απ΄τους καιρούς μας. Να πω την αλήθεια, έχω κι εγώ δυσκολία. Όμως, τώρα κατάλαβα πόση φωνή και τι τσαλίμια ήξερε αυτός ο άνθρωπος. Ήξερε κι ας μη τό΄δειχνε. Κι αυτό είναι κάτι που υπήρχε παλιά και τό΄χουμε ξεχάσει στις μέρες μας. 


Θέλετε να δοκιμάσετε τον εαυτό σας;


Πέμπτη 4 Μαρτίου 2010



Σε σένα, Γρηγοράκη Ασίκη... 
(1890-1967)





Αγνοώ - όπως έλεγε ο Ηλ. Πετρόπουλος - αν ο Γρηγοράκης Ασίκης αγάπαγε τους κήπους. Ίσως να τό'κανε. Ίσως να προτιμούσε περισσότερο τους κήπους των γυναικείων αγκαλιών. Αυτή η αίσθηση βγαίνει μέσ' απ' τους στίχους των τραγουδιών του. Μιά Μικρασιάτικη "καλογυναικάδικη" λατρεία για τις γυναίκες. Και βγαίνει με μιά μεγάλη τρυφεράδα, αν ξεφλουδίσει κανείς το εξωτερικό κέλυφος των ασυνήθιστων - γιά τη ρεμπέτικη στιχουργική - λαϊκών λέξεων και εκφράσεων που χρησιμοποίησε.

Μου θυμίζεις, Γρηγοράκη Ασίκη, έναν απ' τους πέντε Μικρασιάτες θείους μου που διατηρούσε πρατήριο βενζίνης της Mobil στο Συντριβάνι της Θεσσαλονίκης και του μοιάζεις κιόλας. Εκεί μέσα, όπου κυριαρχούσε η μυρωδιά του γράσσου και της βενζίνης, είχε ένα γραφείο μ' ένα τζάμι και κάτω απ' αυτό, ένα σωρό φωτογραφίες γυναικών. Τον έπιανε το μάτι μου να τις χαϊδεύει, καθώς ανακάτευε διάφορες αποδείξεις και τιμολόγια.

Λέω να σε πάρω, Γρηγοράκη Ασίκη, και να σε βάλω κι εσένα όπως έκανα και με το Νούρο (http://elkibra-nouros.blogspot.com/), σ' ένα κήπο μαζί με το ούτι σου που στο πούλησαν όταν πέθανες γιά ένα τίποτα... 

Θέλω να σου φύγει αυτή η εγκαταλειμένη έκφραση απ' το πρόσωπο, αυτή που είχες στις φωτογραφίες, όταν σε πήραν τα γεράματα. 
Θέλω να σου φέρω και μερικές μικρούλες (αν συμφωνούν κι αυτές) Ελενίτσες, Κατινούλες, Καλλιοπίτσες και Πιπίνες, να κάθεστε και να πίνετε ούζα. Να τις κοιτάς με τη ζεστή ματιά σου και να τους λες, "αχ, εσείς με τα κολπάκια σας, αχ". 
Γιατί, Γρηγοράκη, μπορεί στα τελευταία σου να ένιωθες πως σε ξέχασαν όλοι και σ' εγκατέλειψαν αλλά, κοίτα, είμαστε στο 2008 και κάθεται ένας άνθρωπος άλλων εποχών και σε σκέφτεται, σου μιλάει και σε βάζει μέσα στον ωκεανό του Διαδίκτυου. Πιάνει ένα-ένα τα τσουρουφλιστά, διαφορετικά, ανατολίτικα, "έξυπνα" τραγούδια σου και τα μελετάει με αγάπη. Γιατί ήσουν διαφορετικός, Γρηγοράκη, όπως διαφορετικός ήτανε κι ο Βαγγέλης ο Παπάζογλου, η Ρίτα Αμπατζή και ο Νούρος. Είχατε κάτι άλλο εσείς οι τέσσερεις. Δεν ενδίδατε, ο καθένας με τον τρόπο του. 


Εσύ, όταν στραγγάλισαν τις μουσικές σας, δε σταμάτησες. Συνέχισες να φτιάχνεις μερικά τραγούδια που παιζόταν με μπουζούκια. Στάθηκε κομάτι ευέλικτος συνέχισες να βάζεις μέσα τους αυτό το κάτι άλλο, την ιδιαίτερη μουσική σου σφραγίδα. Είναι μιά σειρά από τραγούδια που είναι "έξυπνα" μ' έναν άλλο τρόπο. Τά' κουγα τραγουδισμένα από το Μάρκο, τον Παπαϊωάννου, τον Χατζηχρήστο και, παρόλο που δε μου κολούσε, νόμιζα πως ήταν δικά τους. Μόνο πρόσφατα, κοιτάζοντας προσεκτικά τις δισκογραφίες, είδα πως είσαι συ από πίσω.

Σίγουρα θα υπομειδιάς κοροϊδευτικά όταν διάφοροι που προσπαθούν ν' απαλύνουν τύψεις και πάσχουν απ' το σύνδρομο του "συγκλονιστικού" του "φτηνού δράματος" και της "μεγέθυνσης", γράφουν ότι κατασκεύαζες (πριν τα μπιστήξεις όλα γιά τη μουσική), κρεβάτια "υψηλής καλλιτεχνικής αξίας". Να σου πω την αλήθεια, δεν έχω δει κανένα απ' τα κρεβάτια σου αλλά, δε ξέρω, μού'ρχεται να γελάσω... 

Ακόμα, λεν οι "επαϊοντες" πως τα τραγούδια σου είναι μελαγχολικά, μιλάν γιά τη φτώχεια, την ξενιτειά κλπ. Δεν είναι ψέμμα και θά'ταν παράξενο α δε τό'κανες. Δε λένε όμως τίποτα γιά το μεγαλύτερο μέρος των τραγουδιών σου που ξεχειλάνε από ερωτισμό, από ζωική χαρά, αυτή τη χαρά και σπιρτάδα που είχαν οι λαϊκοί άνθρωποι και ιδιαίτερα οι Μικρασιάτες. Το κλάμα, βλέπεις, πουλάει...

Που λες, Γρηγοράκη, σε σκέφτομαι πολύ και γιά έναν ακόμα λόγο. Βρίσκομαι σ' αυτή τη μετα-βιομηχανική, "απελευθερωμένη" χώρα και βλέπω και ακούω πως είναι οι άντρες και τα νέα αγόρια με τις γυναίκες και τα νέα κορίτσια. Και λέω, Γρηγοράκη Ασίκη, ότι αν "απελευθέρωση" είναι αυτός ο κρύος, ο άχαρος, ο αχάϊδευτος τρόπος ν' αντιμετωπίζει κανείς τις γυναίκες τότε, να τα βράσω όλ' αυτά. Αν δε κοχλάζει το αίμα μες τις φλέβες, μέσα στα αγγεία του εγκεφάλου και στις αντλίες της καρδιάς τότε, την πάτησαν όλοι αυτοί. Ξέρεις τι κάνουν εδώ οι γυναίκες, Γρηγοράκη; Αποφεύγουν στο δρόμο να κοιτάξουν τους άντρες στα μάτια. Γυρίζουν αλλού το βλέμμα τους γιατί, τους έχουν πει, πως όταν κοιτάζουν τους άντρες στα μάτια, σημαίνει πως πάνε γυρεύοντας... Τ' ακούς, Γρηγοράκη; Σ' ακούω να απορείς "τι μου λες, μπρε παιδί μου, πα πα πα...". Γι αυτό σου λέω, χαμογέλα εκεί που βρίσκεσαι, γιατί όσα κι αν πέρασες, όσα κι αν περάσατε όλοι εσείς, ΖΗΣΑΤΕ! 

Τώρα, αν στο τέλος τα κατάφεραν να σιωπήσουν τις μουσικές σας επειδή τους μπαίνατε στο μάτι, επειδή δε μοιάζατε μ΄αυτούς και θέλαν να σας "εντάξουν", αυτοί χάσαν. Η δυτικοποίησή τους έβαλε τα δυό πόδια σ' ένα παπούτσι, τους έκανε να μη ξέρουν που βρίσκονται και που πατάνε, τους έκανε να μη βρίσκουν παρηγοριά σε τίποτα, ούτε και στον ύπνο.


Γι αυτό σου λέω, Γρηγοράκη, κάτσε αναπαυτικά μες τον κήπο, αμόλα ένα γέλιο, πάρ' το ούτι σου και παίξε μου την "Ελένη κολπαδόρα", μαζί με τη Ρόζα που παίζει τα ζίλια και σε χαιρετάει, να μερακλωθούμε...


Τρίτη 16 Ιουνίου 2009

Ο Γρηγόρης Ασίκης, ο...Little Richard 
και ο Γιώργος Κατσαρός












Η ΕΛΛΑΔΑ ΠΑΝΤΑ ΚΑΤΑΒΡΟΧΘΙΖΕ
(ΚΑΙ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ) ΝΑ ΚΑΤΑΒΡΟΧΘΙΖΕΙ
ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΗΣ ΚΑΙ ΝΑ ΦΤΥΝΕΙ ΤΑ
ΥΠΟΛΕΙΜΜΑΤΑ ΣΤΙΣ ΚΑΤΑΒΟΘΡΕΣ
ΤΗΣ ΛΗΘΗΣ...

Αν βλέπαμε τον άνθρωπο της πρώτης φωτογραφίας στο δρόμο, δε θα του δίναμε την παραμικρή σημασία. Αν σκεφτόμασταν κάτι, θα ήταν του τύπου, "ένα φουκαριάρικο, εγκαταλειμένο γεροντάκι. Συνταξιούχος δημόσιος υπάλληλος, λογιστής, κάτι τέτοιο...". Αυτός λοιπόν ο άνθρωπος ήταν ο Γρηγόρης Ασίκης! Κωνσταντινοπολίτης, γεννημένος το 1890, από την Πολίτισσα Μαριάνθη και τον Μυτιληνιό Βίκτωρα. Ένας Ικανότατος (με κεφαλαίο Ιώτα), αρκετά παραγνωρισμένος μουσικός, συνθέτης, στιχουργός που "στραγγαλίστηκε" το 1936, μαζί με πολλούς άλλους, ξεχάστηκε, περνώντας στα αζήτητα και αναχώρησε απ' αυτό τον κόσμο στις 7 Οκτώβρη του 1966.

Ας τον αφήσουμε γιά λίγο στην άκρη και θα τον ξαναπιάσουμε ...

Στη δεύτερη φωτογραφία, ο Aμερικανός μαύρος τραγουδιστής του rock n' roll Little Richard...
Στην τρίτη, ο παμπάλαιος Γιώργος Κατσαρός - Θεολογίτης.

Ας πω απ' την αρχή ότι η χρησιμοποίηση του "κράχτη" Little Richard, ανάμεσα στους δυό Έλληνες, μοιάζει σα φτηνιάρικο δημοσιογραφικό, κλούβιο πυροτέχνημα. Το ξέρω. Το κείμενο επίσης που ξεδιπλώνεται παρακάτω μπορεί να μοιάζει παραληρηματικό αλλά, "αφού ο κόσμος παίρνει ένα παραληρηματικό δρόμο, εμείς πρέπει να υιοθετήσουμε μιά παραληρηματική οπτική" (JEAN BAUDRILLARD - Η διαφάνεια του κακού)

Όταν ήμουνα στην πρώιμη εφηβεία, υπήρχε ένας θερινός κιν/φος στην Πλ. Κυψέλης της Αθήνας, το "Αττικόν". Πηγαίναμε εκεί όλη η τσακαλοπαρέα, αναφανδόν, άσχετα με το τι έργο έπαιζε, και δεχόμασταν ευχαρίστως την πλύση εγκεφάλου που μας έκανε το νέο μοντέλο που είχε αγκαλιάσει την πληγωμένη χώρα, ο αμερικάνικος κινηματογράφος. Είχαμε και κάτι ζεστό μαζί μας γιατί έκανε ψυχρούλα τα βράδυα, άσχετα αν ήταν καλοκαίρι. Όχι η σημερινή κόλαση. Ωραία ήτανε... Ένα βράδυ, σε κάποιο ασπρόμαυρο έργο της εποχής, βλέπω ένα μαύρο τραγουδιστή που χοροπηδούσε και έλεγε, με μιά φωνή που την έκανε ότι ήθελε, ένα τραγούδι που με ξεσήκωσε, το "Lucille". Λεγόταν Little Richard (Richard Wayne Penniman -http://en.wikipedia.org/wiki/Little_Richard ). 


Ήταν αδύνατος, κομψός και είχε ένα κοκοράκι στο μαλλί που ήταν πολύ μακρύ και πήγαινε πέρα δώθε. Ήταν τότε, τί νά'ταν; Θαρρώ, αρχές δεκαετίας του ΄60. Ε, άκουσα τα τραγούδια του γιά κάποιο καιρό, τον ξέχασα.
Μ' ένα τίναγμα της μνήμης, φτάνουμε στον Ιούλιο του 1990. Βρίσκομαι σ' ένα νησί της Σουηδίας, την Öland. Η γυναίκα μου είναι έγκυος στον 7ο μήνα του πρώτου μας παιδιού. Λέει ο αδερφός της, "πάμε απόψε ν' ακούσουμε τον Little Richard που έχει έρθει και τραγουδάει το βράδυ; Κόντεψα να πέσω κάτω! Ο Little Richard; Καλά, υπάρχει ακόμα ο Little Richard; Άρχισα να κάνω αμήχανες προσθαφαιρέσεις για να βρω πόσο χρονώ μπορεί να ήταν όταν τον πρωτοείδα στον κιν/φο, τότε. Βρήκα πως ήταν 28 χρονώ τότε. Απίστευτο! Και να, που βρισκόμαστε λίγα μόνο μέτρα από τη σκηνή και βγαίνει ένας ακμαίος, κουστουμαρισμένος με λαμέ, που χορεύει και τραγουδάει, μεταξύ άλλων, τη "Lucille". Ομοφυλόφιλος, με τεντωμένο πετσί στο πρόσωπο (lifting γαρ), με το κοκοράκι του, τραγούδησε μιά ολόκληρη ώρα,. Ο γιός, μέσα από την κοιλιά, διαμαρτυρόταν (;) γιά το δυνατό ήχο της drums, ρίχνοντας κάτι ξεγυρισμένες κλωτσιές.

Θα αναρωτιέστε, πού το πάω και τι σχέση έχει ο Little Richard (
Richard Wayne Penniman (born December 5, 1932) ) με τον Γρηγοράκη Ασίκη. Παραπλήσια σχέση με αυτή που μπορεί νά'χει ένας ιπποπόταμος με μία πεταλούδα. Έχουν κάποια σχέση; Ναι, έχουν!


Ακούστε τον, όταν τον πρωτοείδα στον κινηματογράφο εγώ, στη μεγαλύτερη επιτυχία του.



Δε διάλεξα τον Little Richard γιά λόγους προσωπικής νοσταλγίας. Θα μπορούσα κάλλιστα να πάρω ένα σύγχρονο όνομα, τον 50cent ή τον Kenye West. Τον διάλεξα γιατί είναι ένα "ιερό τέρας" του παρελθόντος, γεννήθηκε το 1932 (εποχή που ενδιαφέρει το παρόν blog) και είναι ένα καλό παράδειγμα της "διατήρησης" και "κατάψυξης" προσώπων της αμερικάνικης υπερβιομηχανίας θεάματος. Και βέβαια, ο Little Richard ζει ακόμα και βασιλεύει...

Ας ξαναγυρίσουμε στον Κωνσταντινοπολίτη Ασίκη.



Πρώτα, ας δώσω ένα στίγμα γιά το λόγο που γράφω αυτά τα πράγματα. Ξέρω πως το να μιλάει κανείς γιά ξεχασμένους και μακαρίτες Μικρασιάτες μουσικούς, σα την περίπτωση Γρ. Ασίκη είναι - πώς να το πω; - εκτός τόπου και χρόνου. Ξέρω ακόμα πως ένα blog που αναφέρεται στα ρεμπέτικα, διαβάζεται(;) - ούτε κάτι τέτοιο συμβαίνει, αλλά δεν έχει μεγάλη σημασία - απ' αυτούς/ές (στη συντριπτική πλειοψηφία "αυτούς") που ενδιαφέρονται γι αυτά. Το ακόμα δυσκολότερο, με την περίπτωσή μου, είναι πως, ουσιαστικά, δεν αποτείνομαι εκεί. Δε πιστεύω πως ενδιαφέρονται γιά τέτοιου είδους προσεγγίσεις... Αποτείνομαι σε όλους/ες τους άλλους/ες που έχουν μιά, από κακή έως αδιάφορη σχέση με το θέμα. Αυτοί όμως οι άνθρωποι δε θα κατανάλισκαν ούτε δευτερόλεπτο σ' ένα τέτοιο blog. Έτσι, ο δρόμος που ακολουθώ δεν οδηγεί πουθενά, είναι ένα blind alley. Κι όμως, συνεχίζω...
Προσπαθώ λοιπόν, έχοντας μπροστά μου σα θέα ένα σκοτεινό και αμίλητο δάσος, σ' ένα προάστειο που κατοικείται από "τρύπιους ανθρώπους" ενός άλλου πλανήτη και εν έτει 2008, να πω κάποια πράγματα γιά έναν άνθρωπο που δεν ενδιαφερόμαστε γι αυτόν και δεν αντέχουμε, στην ουσία, ν' ακούσουμε τα πραγματικά υπέροχα και ιδιότυπα τραγούδια του.
Αυτός λοιπόν ο γλυκός, προοδευτικός και ερωτικός Μικρασιάτης, γεννήθηκε, μάλλον, το 1890, πέντε δηλαδή χρόνια νωρίτερα από τον Γιώργο Κατσαρό, που θα πούμε δυό λογάκια γι αυτόν στο τέλος αυτού του παραληρηματικού σημειώματος.


Κάποια στοιχειώδη βιογραφικά του στοιχεία μπορείτε να βρείτε στο Διαδίκτυο, πληκτρολογώντας τ' όνομά του. Λένε πως τραγούδησε και σύνθεσε περίπου 100 τραγούδια. Ήταν ερωτικός όσο λίγοι άλλοι στους στίχους του. Με τον απλό, λαϊκό τρόπο του ανακατέματος των τρυφερών λέξεων μαζί με "σκληρότερες" και την, πραγματικά, ιδιότυπη φωνή του, τους ασυνήθιστους ρυθμούς και τις μπερμπάντικες παρεμβολές, διαφοροποιείται από τους άλλους συνθέτες.



Σήμερα που διάγουμε την εποχή της δήθεν μετα-σεξουαλικής "απελευθέρωσης", μας θυμίζει πως ηχεί η καρδιά του λαϊκού άντρα όταν ποθεί μιά γυναίκα. Δυνατά, ξεκάθαρα, σα γιγάντιο ξυπνητήρι. Αν σκύψετε πάνω στα τραγούδια του, μη βιαστείτε να βγάλετε συμπεράσματα. Λένε πως έγραψε τραγούδια μελαγχολικά, γιά τη φτώχεια, την ορφάνεια, τη δυστυχία. Και βέβαια τό'κανε. Έγραψε ΚΑΙ γι αυτό που έβλεπε γύρω του. Όμως είχε μέσα του ένα χιούμορ, αισιοδοξία και χαρά. Αυτά τα υπέροχα χαρίσματα που κουβαλούσαν οι πρώην λαϊκές τάξεις, ενώ όλα γύρω τους ήταν μαύρα και καμιά έξοδος δε φαινόταν από το σκοτεινό τούνελ. Η διαφορά, σ' αυτό το σημείο, με το σήμερα είναι ότι, σαν αντίδοτο στην αηδία και την
αδιαφορία δίνεται η χαζοχαρούμενη "αισιοδοξία" των μέσων μαζικής ενημέρωσης και η δήθεν "καψούρα" (αυτή η φρικτή λέξη...)


Γιά δικό μου λογαριασμό προτιμώ τη φτώχεια ενός αγρότη σε μιά απομακρυσμένη περιοχή στην Ινδία, μακριά από το "οικονομικό θαύμα" που πάει να χτιστεί εκεί, από την ψυχική κατάθλιψη ενός καλοστεκούμενου Αμερικανού που ζει στο Manhattan, ή κάποιου Έλληνα "αστού" που πηγαινοέρχεται με το αυτοκίνητό του σ' ένα από τα νεκρά προάστεια στα βόρεια της Αθήνας. Ο Ινδός είναι πολύ πιό ευχαριστημένος και ισορροπημένος.

Ξαναγυρίζοντας στο προηγούμενο περί μελαγχολίας, μελαγχολικά τραγούδια έγραψε ο Τζουανάκος και στη συνέχεια πολλοί άλλοι, μετά τον εμφύλιο. Για να μην πούμε γιά τη "γκρίνια" του Μάρκου και τα "παθήματά" του, που δεν ήταν δα και τίποτα ιδιαίτερα... Οι Μικρασιάτες, μ' όλα τα σκαμπίλια που φάγαν απ' όλες τις μεριές, στάθηκαν πάντα λεβέντικα όρθιοι, περήφανοι, κεφάτοι, μεστοί, ερωτικοί, πλημμυρισμένοι από τους δαιμονικούς χυμούς της Ανατολής. Η γκρίνια είναι ελλαδικό φαινόμενο...

Ο Γρηγοράκης Ασίκης έγραψε ότι μπόρεσε, ώσπου ο Μεταξάς με το νόμο του τον στραγγάλισε. Προσπάθησε να συνεχίσει και ανήκει σ' αυτούς που συνεργάστηκαν, όσο μπόρεσαν, με τους μπουζουκανθρώπους.
Οι αντιπρόσωποι του πειραιώτικου ρεμπέτικου έδειξαν τη γνωστή ελλαδίτικη αχαριστία και, πιστεύω, χάρηκαν κατά βάθος γιά την περικοπή της υπερπαραγωγής των μικρασιάτικων τραγουδιών. Δε νομίζω να τους καθόταν καλά όλος αυτός ο κατακλυσμός, άσε που αυτοί που "λύναν και δέναν" στις εταιρίες ήταν Μικρασιάτες. Λογικά, μετά τον στραγγαλισμό, άνοιξε ο δρόμος γι αυτούς. Αν ψάξει κανείς σ' αυτά που είπαν ή υπαγόρεψαν θα δει ότι, οι μπουζουκάνθρωποι, αναφέρονται παρεπιπτόντως σ' όλη την τεράστια κληρονομιά που πάνω της έχτισαν. Ελάχιστα ψήγματα αναφοράς... Ο Βαμβακάρης λέει κάποια ελάχιστα λόγια λύπησης γιά την κατάσταση των προσφύγων, δυό τρεις γραμμές θαυμασμού γιά τη μουσική τους και ξεμπερδεύει. Γιά τη Σοφίτσα Καρίβαλη, ή καλύτερα Σοφίτσα Αμπατζή, που τραγουδούσε μαζί του ένα διάστημα, την αναφέρει και δείχνει να μη θυμάται ούτε το μικρό της όνομα. Την αναφέρει σαν αδερφή της Ρίτας Αμπατζή...

Ο Τσιτσάνης ξεμπερδεύει με όλους τους Μικρασιάτες, λέγοντας πως δε τον ενδιέφερε αυτή μουσική και δεν επηρρεάστηκε απ' αυτήν. Χρησιμοποίησε όμως πολλές φορές, με τη γνωστή του ικανότητα, Μικρασιάτες μουσικούς που του "διόρθωσαν" συνθέσεις του και τις κατέγραψαν σε νότες.

Ο Γρηγοράκης λοιπόν ο Ασίκης, με έξη παιδιά που είχε να θρέψει, άφησε την προσωπική του κατάθεση σ' ένα αχάριστο κόσμο που τον ξέχασε εντελώς. Ήταν μες τα πόδια μας ως το 1966, παίζοντας εδώ κι εκεί, συνθέτοντας κάτι υπόλοιπα, μέσα στο αρνητικό κλίμα γύρω του. Ποιός τον πλησίασε, ποιός τον ρώτησε πως περνάει, ποιός τον παρουσίασε, έστω και σα γραφική φιγούρα; Oι προβολείς ήταν αλλού στραμένοι. Έχοντας πάντα, όπως οι περισσότεροι λαοί, μιά διχασμένη στάση μίσους - δέους - κρυφού θαυμασμού γιά τις ΗΠΑ, στραφήκαμε να βρούμε το Γιώργο Θεολογίτη - Κατσαρό., αφήνοντας να γλυστρήσουν μέσα απ' τα χέρια μας οι πολύτιμοι, οι έμπειροι, οι υπερταλαντούχοι συνθέτες της Μικρασίας.

Δε λέω, ο Κατσαρός ήταν ένα πολύτιμο μνημείο. Μαθουσάλας, διαυγής, έξυπνος με μπρίο, ψιλοσυνθέτης. Όλ' αυτά βέβαια που γράφονται κι εμείς ακκιζόμαστε, γιά τον Αντρέ Σεγκόβια που τον "θαύμασε" (βλ. παραξενεύτηκε και τού'κανε εντύπωση ο απλός τρόπος παιξίματος του Κατσαρού). Αν ο Αντρέ Σεγκόβια εντυπωσιάστηκε από τον δικό μας κιθαρίστα, τί θα ένιωθε τότε όταν άκουγε τον Django Reinhardt (1910-1953) http://en.wikipedia.org/wiki/Django_Reinhardt που έχοντας καεί ο μισός από ατύχημα και με αχρηστευμένα τρία απ' τα δάχτυλά του, έκανε διαβολεμένα σόλα με δυό δάχτυλα;