Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγγελίτσα Παπάζογλου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγγελίτσα Παπάζογλου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 24 Οκτωβρίου 2011





Γιατί το σινάφι αγάπαγε περισσότερο τη Ρόζα...




Οι Έλληνες είναι ένας κεφάτος λαός, παρόλ' αυτά που πέρασε. Ένα μόνο μέρος των περιπετειών θά΄φτανε γιά να πετάξει στο καναβάτσο και μιά αρκούδα, αλλά τ' αυτιά των Ελλήνων δεν ιδρώνουν. Έξω καρδιά...

Οι χαιρετισμοί των μουσικών, συνθετών, τραγουδιστών/τριών και παρισταμένων στις φωνοληψίες των ρεμπέτικων, δίνουν κάποια σήματα γιά να εικάσει κανείς καταστάσεις. Οι χαιρετισμοί αμολιόνταν κυρίως γιά να φτιάξουν ατμόσφαιρα στους ακροατές/τριες των δίσκων, ν' ανεβάσουν τις πωλήσεις. Ήταν όμως κι ένας καλοδεχούμενος τρόπος γιά να δείξουν την εκτίμηση που τρέφαν αναμεταξύ τους. Ακόμα πιό γλυκά ήταν όταν αμολιόνταν απ' τον τραγουδιστή/τρια στον εαυτό του/της.

Αυτές οι δυό μεγάλες τραγουδίστριες, η Ρόζα Εσκενάζι και η Ρίτα Αμπατζή φαίνονται να ήταν τελείως διαφορετικές σαν άνθρωποι.
Η Ρόζα είχε μιά φωνή στέρεα που την έκανε ότι ήθελε. Ήταν μιά τραγουδίστρια "με τα ούλα της", όπως λέγαν. Η φωνή της "έσπαζε"(ράγιζε) σπάνια και ανέβαινε σε πολύ ψηλούς τόνους Ακούγοντας προσεκτικά τα τραγούδια της μπορεί κανείς να προσέξει κι άλλες λεπτομέρειες. Η Ρόζα ήταν σκερτσόζα, τσαχπίνα, πολύ Ανατολίτισσα, ήξερε καλά τη δουλιά (με ιώτα) της, άρεζε στο σινάφι Δίναν, σχεδόν πάντα σ' αυτήν τα τραγούδια που είχαν πιό "πιπεράτο", πιό ερωτικό(με την έννοια του αισθησιασμού) στιχουργικό περιεχόμενο. Φαίνεται ότι οι συνθέτες κι οι μουσικοί "την έβρισκαν", όπως λέμε σήμερα, μαζί της. Οι χαιρετισμοί που της πετάνε είναι παθιάρικοι, παιχνιδιάρικοι.

Λέει η Ελένη Σέμση, κόρη του Δ.Σέμση(Σαλονικιού), στο βιβλίο του Ηλία Βολιότη Καπετανάκη "Μάγκες αλήστου εποχής" (εκδ. Μετρονόμος, Αθήνα 2005, σελ. 164):

"... Από τις γυναίκες (σ.σ.τραγουδίστριες) μάλλον έλεγε ότι προτιμούσε την Ρόζα Εσκενάζυ, η μάνα μου την ζήλευε κιόλας μέχρι τα γεράματα. Πολύ τσαχπίνα, αν και ήταν μεγαλούτσικη τότε. Δουλέψανε και με την Ρίτα Αμπατζή, αλλά θαρρώ πως την θεωρούσε δεύτερη, μετά την Ρόζα".

Αν Δήμητρα Κανούλα, σύζυγος του Δημ. Σέμση και πολύ μικρότερή του στην ηλικία, ζήλευε τη Ρόζα, προφανώς υποννοείται ότι αισθανόταν απειλή από τη συνεργασία τους.

Η Ρόζα ήταν μιά στέρεα τραγουδίστρια, όπως είπαμε. Η Ρίτα Αμπατζή δίνει μιά άλλη εικόνα. 'Ηταν, κυρίως, ερμηνεύτρια και, μέσα στα πλαίσια, "απρόβλεπτη". Eίχε μιάν άλλη εξυπνάδα, αισθανόταν, ίσως με το δικό της τρόπο, απειλημένη από τη μεγάλη ανταγωνίστριά της. Οι χαιρετισμοί της ήταν πιό συγκρατημένοι, αλλά πιό φιλικοί, πιό ζεστοί, πιό τρυφεροί, αν συγκριθούν με της Ρόζας. Έχω όμως την εντύπωση ότι δεν έβγαζε αυτό τον ερωτισμό που γούσταρε το σινάφι. Δε φαίνεται να ήταν ο τύπος της διασκεδάστριας, όπως ήταν η Ρόζα. Η πιθανή θητεία της στα καφέ -αμάν και σε άλλα μαγαζιά μας είναι άγνωστη. Η Αγγελίτσα Παπάζογλου λέει πως η Ρίτα δεν τραγουδούσε πριν έρθει στην Ελλάδα το '22. Στα μετέπειτα μαγαζιά εμφανίστηκε ελάχιστα ή ευκαιριακά. Δεν ήθελε; Δε την αφήναν; Η ίδια μόνο τό'ξερε. 'Ηταν βέβαια στα πάλκα των πανηγυριών της επαρχίας, καθισμένη, αλλά αυτό είναι κάτι άλλο.


Η Ρίτα είχε εύθραυστη φωνή (βλ. Δυό επιστολές στη Ρίτα Αμπατζή (1η), 8-3/08). Τραγούδησε όλων των ειδών τα τραγούδια, αλλά δεν έβγαζε το σκέρτσο της Ρίτας και δεν είπε ούτε ένα με αισθησιακά υπονοούμενα. Οι χαιρετισμοί που της έδιναν ήταν συγκρατημένοι, χαιρετισμοί θαυμασμού αλλά, ως εκεί... Φαίνεται πως υπέβαλλε ένα σεβασμό.

Υπάρχει μιά περιρρέουσα άποψη ότι ήταν "μάγκισσα". Έχω πολλούς ενδοιασμούς γι αυτό. Νομίζω πως ήταν μιά γυναίκα έξυπνη, μιά μεγάλη ερμηνεύτρια που πέρασε από τις παρυφές του ρεμπέτικου, κρατώντας κάποια στεγανά. Αποσύρθηκε ήσυχα, όταν κατάλαβε πως η φωνή της την πρόδωσε...




Γιατί το σινάφι αγάπαγε περισσότερο τη Ρόζα...




Οι Έλληνες είναι ένας κεφάτος λαός, παρόλ' αυτά που πέρασε. Ένα μόνο μέρος των περιπετειών θά΄φτανε γιά να πετάξει στο καναβάτσο και μιά αρκούδα, αλλά τ' αυτιά των Ελλήνων δεν ιδρώνουν. Έξω καρδιά...

Οι χαιρετισμοί των μουσικών, συνθετών, τραγουδιστών/τριών και παρισταμένων στις φωνοληψίες των ρεμπέτικων, δίνουν κάποια σήματα γιά να εικάσει κανείς καταστάσεις. Οι χαιρετισμοί αμολιόνταν κυρίως γιά να φτιάξουν ατμόσφαιρα στους ακροατές/τριες των δίσκων, ν' ανεβάσουν τις πωλήσεις. Ήταν όμως κι ένας καλοδεχούμενος τρόπος γιά να δείξουν την εκτίμηση που τρέφαν αναμεταξύ τους. Ακόμα πιό γλυκά ήταν όταν αμολιόνταν απ' τον τραγουδιστή/τρια στον εαυτό του/της.

Αυτές οι δυό μεγάλες τραγουδίστριες, η Ρόζα Εσκενάζι και η Ρίτα Αμπατζή φαίνονται να ήταν τελείως διαφορετικές σαν άνθρωποι.
Η Ρόζα είχε μιά φωνή στέρεα που την έκανε ότι ήθελε. Ήταν μιά τραγουδίστρια "με τα ούλα της", όπως λέγαν. Η φωνή της "έσπαζε"(ράγιζε) σπάνια και ανέβαινε σε πολύ ψηλούς τόνους Ακούγοντας προσεκτικά τα τραγούδια της μπορεί κανείς να προσέξει κι άλλες λεπτομέρειες. Η Ρόζα ήταν σκερτσόζα, τσαχπίνα, πολύ Ανατολίτισσα, ήξερε καλά τη δουλιά (με ιώτα) της, άρεζε στο σινάφι Δίναν, σχεδόν πάντα σ' αυτήν τα τραγούδια που είχαν πιό "πιπεράτο", πιό ερωτικό(με την έννοια του αισθησιασμού) στιχουργικό περιεχόμενο. Φαίνεται ότι οι συνθέτες κι οι μουσικοί "την έβρισκαν", όπως λέμε σήμερα, μαζί της. Οι χαιρετισμοί που της πετάνε είναι παθιάρικοι, παιχνιδιάρικοι.

Λέει η Ελένη Σέμση, κόρη του Δ.Σέμση(Σαλονικιού), στο βιβλίο του Ηλία Βολιότη Καπετανάκη "Μάγκες αλήστου εποχής" (εκδ. Μετρονόμος, Αθήνα 2005, σελ. 164):

"... Από τις γυναίκες (σ.σ.τραγουδίστριες) μάλλον έλεγε ότι προτιμούσε την Ρόζα Εσκενάζυ, η μάνα μου την ζήλευε κιόλας μέχρι τα γεράματα. Πολύ τσαχπίνα, αν και ήταν μεγαλούτσικη τότε. Δουλέψανε και με την Ρίτα Αμπατζή, αλλά θαρρώ πως την θεωρούσε δεύτερη, μετά την Ρόζα".

Αν Δήμητρα Κανούλα, σύζυγος του Δημ. Σέμση και πολύ μικρότερή του στην ηλικία, ζήλευε τη Ρόζα, προφανώς υποννοείται ότι αισθανόταν απειλή από τη συνεργασία τους.

Η Ρόζα ήταν μιά στέρεα τραγουδίστρια, όπως είπαμε. Η Ρίτα Αμπατζή δίνει μιά άλλη εικόνα. 'Ηταν, κυρίως, ερμηνεύτρια και, μέσα στα πλαίσια, "απρόβλεπτη". Eίχε μιάν άλλη εξυπνάδα, αισθανόταν, ίσως με το δικό της τρόπο, απειλημένη από τη μεγάλη ανταγωνίστριά της. Οι χαιρετισμοί της ήταν πιό συγκρατημένοι, αλλά πιό φιλικοί, πιό ζεστοί, πιό τρυφεροί, αν συγκριθούν με της Ρόζας. Έχω όμως την εντύπωση ότι δεν έβγαζε αυτό τον ερωτισμό που γούσταρε το σινάφι. Δε φαίνεται να ήταν ο τύπος της διασκεδάστριας, όπως ήταν η Ρόζα. Η πιθανή θητεία της στα καφέ -αμάν και σε άλλα μαγαζιά μας είναι άγνωστη. Η Αγγελίτσα Παπάζογλου λέει πως η Ρίτα δεν τραγουδούσε πριν έρθει στην Ελλάδα το '22. Στα μετέπειτα μαγαζιά εμφανίστηκε ελάχιστα ή ευκαιριακά. Δεν ήθελε; Δε την αφήναν; Η ίδια μόνο τό'ξερε. 'Ηταν βέβαια στα πάλκα των πανηγυριών της επαρχίας, καθισμένη, αλλά αυτό είναι κάτι άλλο.


Η Ρίτα είχε εύθραυστη φωνή (βλ. Δυό επιστολές στη Ρίτα Αμπατζή (1η), 8-3/08). Τραγούδησε όλων των ειδών τα τραγούδια, αλλά δεν έβγαζε το σκέρτσο της Ρίτας και δεν είπε ούτε ένα με αισθησιακά υπονοούμενα. Οι χαιρετισμοί που της έδιναν ήταν συγκρατημένοι, χαιρετισμοί θαυμασμού αλλά, ως εκεί... Φαίνεται πως υπέβαλλε ένα σεβασμό.

Υπάρχει μιά περιρρέουσα άποψη ότι ήταν "μάγκισσα". Έχω πολλούς ενδοιασμούς γι αυτό. Νομίζω πως ήταν μιά γυναίκα έξυπνη, μιά μεγάλη ερμηνεύτρια που πέρασε από τις παρυφές του ρεμπέτικου, κρατώντας κάποια στεγανά. Αποσύρθηκε ήσυχα, όταν κατάλαβε πως η φωνή της την πρόδωσε...

Παρασκευή 3 Δεκεμβρίου 2010


Τα τραγούδια δεν είναι σαν πουλιά. 
Είναι πουλιά!


Τα τραγούδια είναι πουλιά. Μπαίνουν μέσα μας από τις διόδους των αυτιών, εγκαθίστανται και φτερουγίζουν τιτιβίζοντας, πάνω στις καλλωδιώσεις του μυαλού μας.

Το χρώμα του καιρού, η χημεία της στιγμής, το περιβάλλον και η συναισθηματική μας κατάσταση, τη στιγμή που μπήκαν μέσα, αποφασίζουν γιά το μήκος της ζωής τους.

Σε πολύ ελάχιστους ανθρώπους ζουν μεγάλα σμήνη πουλιών μέχρι βαθιάς ηλικίας. Στους περισσότερους πεθαίνουν ή αποτραβιούνται στα πίσω, στα σκοτεινά δωμάτια του μυαλού. Χάνουν τα χρώματά τους, γίνονται σχεδόν διάφανα και αφήνουν μερικά να τα αντιπροσωπεύουν. Είναι αυτά τα πουλιά-τραγούδια που έρχονται μπροστά όταν ζητήσει κανείς από έναν μεγάλο άνθρωπο να τραγουδήσει.

Όταν ζητήσαν, στα γερατειά της, από την Αγγελίτσα Μαρωνίτη-Παπάζογλου να πει ένα τραγούδι, η καρδιά και το μυαλό της επέλεξαν το "To χασαπάκι" (1931) του Δ. Μπαρούση (Λορέντζου) που ήταν κάποτε πολύ αγαπητό. Διαλέγει ένα τραγούδι που δε το έχει πει η ίδια σε δίσκο, αλλά είναι, σίγουρα, επενδυμένο μ΄ένα σωρό μνήμες της. Το τραγούδι ανασύρεται από μόνο του, όχι μέσα από συνειδητές διαδικασίες. Το λέει με μικρά φάλτσα, λόγω ηλικίας, μικρές καθυστερήσεις, συμπληρώνει με το στόμα της τα ενδιάμεσα οργανικά. Εκείνη τη στιγμή μέσα στο μυαλό της προβάλλονται αλλεπάλληλες εικόνες απ΄τα νιάτα της που ποτίζουν και δροσίζουν τη γερασμένη καρδιά της. Έτζι συμβαίνει σε κάθε ηλικιωμένο άνθρωπο.

(παρένθεση)
Δε θα κουραστώ να επαναλαμβάνω πως η Αγγελίτσα έχει διηγηθεί πράγματα που κάθε Έλληνας και Ελληνίδα θά΄πρεπε να διαβάσει, έτσι γιά στοιχειώδη άσκηση αυτογνωσίας...(κλείνει η παρένθεση)

Τα τραγούδια είναι ζωοδόχες πηγές όπως τα λουλούδια, τα σύννεφα, ο ήλιος, ο καφές (...), το τσιγάρο (...). Θυμίζουν ότι το νόημα δε βρίσκεται εκεί που το ψάχνουμε (όσοι/ες το ψάχνουν και δε παρασύρονται από οτιδήποτε), αλλά κάπου αλλού.
Ένας ηβίσκος ενδιαφέρεται μοναχά ν΄ανοίξει τα λουλούδια του και ν΄αντικρύσει τον ήλιο. Έτσι και τα τραγούδια με τα οποία ασχολείται αυτό το blog. Ζητάν μόνο να παρηγορήσουν, να μαλακώσουν, να γαληνέψουν.

Οι εταιρίες βλέπουν τα τραγούδια σα καταναλωτικά αντικείμενα. Δε καταλαβαίνουν, ούτε νοιάζονται. Σιχαίνονται και αντιμάχονται τη μακρόχρονη ζωή αυτών των πουλιών. Με επιδέξιους τρόπους, συνεπικουρούμενες κι απ΄το υπόλοιπο σύστημα της αγοράς και του κράτους, προβάλλουν πουλιά ασθενικά, με ελαττωμένες άμυνες αυτοπροστασίας. Όσο πιό γρήγορα πεθαίνουν και αντικατασταθούν από άλλα, τόσο αυξάνονται οι καταθέσεις τους.

Τα τραγούδια μεταφέρουν μνήμες και η μνήμη είναι εχθρός της καταναλωτικής κοινωνίας. 

Θέλουν μονάχα να θυμόμαστε ονόματα μαγαζιών, προϊόντων, να μη ξεχνάμε να πληρώνουμε τους λογαριασμούς και τα χρέη μας. Η άλλη μνήμη φρενάρει και, στην καλύτερη περίπτωση, βοηθάει τα άτομα να καταλάβουν, να ριζώσουν. Η αγορά δε θέλει ρίζες, ούτε φρεναρίσματα, ούτε βαθύτερες κατανοήσεις;. Θέλει άτομα άβουλα, χωρίς μνήμη, αλλοτριωμένα, καθοδηγούμενα.