Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σταύρος Καλούμενος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σταύρος Καλούμενος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 30 Δεκεμβρίου 2010



Η άλλη (κ)όψη των μαχαιριών...




"Αν μ΄αρνηθείς καμιά φορά και κάνεις άλλο ταίρι, θα σου τον κόψω το λαιμό με τούτο το μαχαίρι..."

 (χαραγμένο πάνω σε λάμα μαχαιριού) 

Είμαι ο τρίτος στη σειρά που θ΄ασχοληθώ με τα μαχαίρια. Πρώτος ήταν ο Ηλίας Πετρόπουλος και, μετά από πολλά χρόνια, ο Πάνος Σαββόπουλος (
http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=225165). Κρίνω πως κι οι δυό έμειναν στην επιφάνεια των στοιχείων. Εγώ θέλω να πάω βαθύτερα, αλλά, ξέρω ότι θα καταφέρω ν΄ ακουμπήσω μόνο στον εξωτερικό φλοιό του θέματος.

Το μαχαίρι, αυτή η μακρύτερη ή κοντύτερη ακονισμένη λάμα που μπορεί εύκολα να λύσει τη συνέχεια του δέρματος, έχει λατρευτεί απ΄τους αρχαιότατους χρόνους. Αμέτρητα μαχαίρια έχουν στείλει στον Άλλο Κόσμο αμέτρητες ζωές. Κανένα άλλο όπλο δεν είναι βεβαρυμένο με τόσες πολλές αμαρτίες.Εμείς όμως θα μιλήσουμε γιά την άλλη (κ)όψη των μαχαιριών, αυτή που ξεσκίζει ανθρώπινες καρδιές...΄



Όλοι οι άνθρωποι κουβαλάν τέτοια μαχαίρια κι όλοι είναι έτοιμοι να τα χρησιμοποιήσουν. Είναι, βλέπεις, αόρατα και κανείς δε τιμωρείται γιά τη χρήση τους. Εξακοντίζονται ανά πάσα στιγμή με μιά κοφτερή κουβέντα, μιά κοφτερή προσβολή, μιά υποτίμηση, μιά ερωτική άρνηση, ένα κοφτερό βλέμμα.


Ούτε όμως γι αυτά τα μαχαίρια γράφονται αυτές οι γραμμές. Είναι γιά τα άλλα, τα μαχαίρια του έρωτα. Τα μαχαίρια που εκτοξεύονται απ΄το βλέμμα των γυναικών."




τα μάτια σου που λάμπουνε σα τ΄ουρανού τ΄αστέρια,
όποιος τα δει τον σφάζουνε σα κοφτερά μαχαίρια

"Με τον πόθο που λύνει τα μέλη (λυσιμελής), σε κοιτάζει (η γυναίκα) μ΄ένα βλέμμα πιό διαλυτικό (τακερός: λιγωμένος, υγρός, διαλυτικός) από τον Ύπνο και τον Θάνατο", έγραφε ο Αλκμάνας στην αρχαιότητα.

Κινητοποιημένες, ουσιαστικά, απ΄τους μηχανισμούς της Φύσης, ψάχνουν να βρουν το κατάλληλο ταίρι τους. Αυτό όμως τ΄αφήνουμε γιατί οι άνθρωποι δε σκέφτονται τέτοια. Κι έτζι, πέφτουμε στις "παραλλαγές". Στο βλέμμα των γυναικών που ψάχνουν να "τακτοποιηθούν" (οικονομικά και κοινωνικά γιά νά΄χουν μιά άνετη ζωή, ή ότι άλλο θέλετε), που παίζουν με το βλέμμα τους γιά να κάψουν (να μαχαιρώσουν) αντρικές καρδιές.


Μπορεί να μην είναι αρεστό αυτό που λέω, έτσι βιώνεται όμως απ΄τους άντρες. Έτσι το βίωναν στην εποχή του ρεμπέτικου, έτσι το βιώνουν και σήμερα.
Υπάρχει κι η ιδεαλιστική περίοδος στην εφηβεία (και στην παρατεινόμενη εφηβεία) όπου τα πλάσματα πιστεύουν στο "θα σ΄αγαπώ γιά πάντα", αλλ΄αυτό είναι, δυστυχώς, περαστικό. Η ζωή, όπως την κάναμε και όπως να το κάνουμε, διαβρώνει το πιό καθαρό και το πιό αγνό κρύσταλλο...


Παρένθεση
Όταν είμαστε νέοι/ες, πλήρεις ελπίδων και ακούμε κάποιον μεγάλο να εκφέρει τέτοιες γνώμες, οι αντιδράσεις και οι σκέψεις μας είναι, συνήθως, "προ-κατ". Είτε κλείνουμε τ΄αυτιά μας και δεν ακούμε γιατί θεωρούμε πως τέτοιες κρίσεις είναι μπαγιάτικες, είτε πιστεύουμε πως το άτομο που τις λέει έχει περάσει στο στάδιο της απογοήτευσης, δεν αγαπήθηκε στη ζωή του και από την πίκρα του/της βγάζει ξινές σκέψεις και μαύρες. Η αλήθεια είναι ότι συχνά περί αυτού πρόκειται.Υπάρχουν όμως κι άλλα άτομα που έζησαν γιά τα καλά, αγάπησαν τις γυναίκες κι αγαπήθηκαν απ΄αυτές, επιβεβαιώθηκαν, διάβασαν και κάποτε, σουμάρουν όλ΄αυτά που έζησαν/είδαν/άκουσαν και εκφέρουν γνώμες που προέρχονται από πείρα και παρατήρηση. Ακούγονται βέβαια σα να γενικεύουν, και τις γενικεύσεις δε τις γουστάρουν πολλοί/ές. Όμως, πώς να το κάνουμε, η ζωή διδάσκει.

Εδώ πρέπει να προσθέσω ότι παίζει καθοριστικό ρόλο τι καταβολές έχει το άτομο, πόσο και αν συντηρητικοποιήθηκε και πως επεξεργάστηκε τις εμπειρίες του.Το πρόβλημα που αντιμετωπίζουν οι "διδαγμένοι" είναι: 


να πουν ή να μη πουν τι είδαν/’ακουσαν/κατάλαβαν/σούμαραν; 


Αναπάντητο δίλημμα. Αν πουν, κινδυνεύουν να αποπεφθούν, να τους βαρεθούν. Οι άνθρωποι έχουν ανάγκη να δοκιμάζουν οι ίδιοι, με το δικό τους ρυθμό. Το ερώτημα όμως παραμένει. Είναι χρήσιμο να προειδοποιεί κανείς ή όχι;
Οι απαντήσεις δικές σας.

Όλοι "μαχαιρωμένοι" και όλοι μπερδεμένοι ήταν οι άντρες του ρεμπέτικου. Έφταιγε, μέχρι ένα σημείο, ο υπερπληθυσμός των γυναικών. Αυτήν; Την άλλη; Ή μιά απ΄αυτές τις πολλές, ανοιχτές και διαθέσιμες; Στρατός οι προξενήτρες. 
                                                           Χήρες, 
ζωντοχήρες,
 δούλες (...),
μικρές,
 μικρούλες, 
μικρουλάκια.
Κορίτσια που ήρθαν απ΄την επαρχία κι απαλλάχτηκαν απ΄τα δόκανα των γονιών, κορίτσια που βγαίναν απ΄το σπίτι γιά να δουλέψουν (άρα, συναντήσιμες), μοδιστρούλες, καπελούδες, καπνουλούδες, λιναρούδες, κλωστηρούδες, "μπα, μπα, μπα"... Και όλες αυτές πετούσαν ματιές - μαχαίρια, κι όλοι οι αρσενικοί τρέχαν ως φλεγόμενοι βάτοι.

Ένας πυρπολημένος και αναβράζων αντρικός κόσμος ήταν το Μικρασιάτικο και το ρεμπέτικο.Σα να τους βάλαν, ανίδεους, μέσα σ΄ένα αδαμαντοπωλείο και τους είπαν, διάλεξε το καλύτερο πετράδι. Μπερδεμένοι μέχρι τα μπούνια. Αυτό ακριβώς που έκφρασαν ο Τούντας, ο Ασίκης κι ο Παπαϊωάννου σε τραγούδια τους.


Ο συνθέτης Σωτήρης Γαβαλάς (μάρκα μεγάλη), φωτογραφημένος κρατώντας μαχαίρα 
(η φωτο είναι από το CD "Μόρτικα").



Υπάρχει κι ένας κατακαμένος ("καταμαχαιρωμένος") που δε τού΄φταναν αυτά που πέρασε στο βίο του, αλλά δηλώνει πως δε θέλει να πάει στον Παράδεισο, αλλά στις φωτιές στσι Κόλασης γιατί ξέρει πως εκεί θα βρει την "αμαρτωλή" του. Είναι το εξαιρετικής απλότητας τραγούδι του Σταύρου Καλούμενου η "Αμαρτωλή". 


Ακούστε το:

Μέσα στο ερωτικό μπέρδεμα τρυπώνει και η λογική. "Ναι, αλλά τι γίνεται με την προίκα;" Μην ακούτε κάποιους στίχους διαφόρων ή του Μάρκου Βαμβακάρη σαν, "εγώ προίκα δε γυρεύω"... Ο Μάρκος νόμιζε πως η "γιορτή" δε θα τελειώσει ποτέ κι ότι "θα φτάσει και στο Χόλιγουντ"...

Η προίκα ήταν και είναι μιά κοινωνική στρατηγική κι όσοι δε πήραν το μετάνιωσαν, αλλά ήταν αργά. Κι άλλοι που πήραν μαζί με την προίκα κάποια που δε την αγαπούσαν κι άφησαν την καλή της καρδιάς τους, πάλι το μετάνιωσαν. Τί να κάνουμε;...


Και αι γυναίκαι; Τί λεν γιά όλ΄αυτά αι γυναίκαι; Σιγή ιχθύος...



Αυτά τα ολίγα λοιπόν γιά τα μαχαίρια. ΤΟ όπλο! 










Σάββατο 23 Οκτωβρίου 2010





Ξεκλειδώνοντας τραγούδια...

και χτίζοντας γέφυρες ανάμεσα στο τότε και το σήμερα

Σταύρος Καλούμενος

Οι προκαταλήψεις κάθονται
στο κεφάλι,
στ΄αυτιά
για στη...μύτη;


Πάντα πίστευα πως τα Ρεμπέτικα είναι, με διάφορους τρόπους,
ειλικρινείς εξομολογήσεις, όχι μόνο βαθιάς αγάπης  αλλά, κύρια,
εξομολογήσεις αντρικής αδυναμίας να φέρουν βόλτα αυτό το ιδιότυπο
πλάσμα που λέγεται γυναίκα και που, πράγμα παράξενο(...), δε μας 
μοιάζει...


Θα σας πω για έναν ξεχασμένο γλυκό τραγουδιστή, τον Σταύρο Καλούμενο και για ένα τραγούδι του, που κανείς δεν έχει ασχοληθεί μ΄αυτό, την "Αμαρτωλή"

Το τραγούδι υπάρχει και στο παρακάτω CD  




Όταν ακούμε, πολύ σπάνια ακούμε ενεργητικά. Ιδιαίτερα στις μέρες μας που δε ζούμε αλλά παραληρούμε ζαλισμένοι απ΄τους συνεχείς βομβαρδισμούς ήχων, εικόνων και λόγου, είναι αμφίβολο και κατά πόσο αντέχουμε ν΄ακούμε.
Αν προσθέσουμε και τις προκαταλήψεις που κουβαλάμε, ακόμα χειρότερα. 
Αν βάλουμε και τις προκαταλήψεις που κουβαλάει το ένα φύλο για το άλλο, ...βράσε όρυζα.

Υπήρξε λοιπόν κάποτε ο Σταύρος Καλούμενος που δε ξέρουμε τίποτα γι αυτόν, πέρα απ΄το ότι είχε μεταναστεύσει στις ΗΠΑ και μάλλον πέρασε εκεί τον υπόλοιπο βίο του. Προς το παρόν έχουν εντοπιστεί 8 τραγούδια με τη φωνή του και, ίσως προκύψουν στο μέλλον κι άλλα. Απ΄αυτά τα 8 μόνο η "Αμαρτωλή" φαίνεται νά΄ναι δική του σύνθεση.

Πρόκειται για ένα αργό καλαματιανό, (μακάμι ουζάλ, ήχος πλάγιο του δευτέρου με μέτρο 7 χρόνων - γράφουν στη σελίδα του sealabs). Μη με ρωτήσετε, που δε θα το κάνετε, γι αυτούς τους μουσικολογικούς όρους γιατί δε κατάφερα ποτέ να τους μάθω.

Είναι λοιπόν ένα τραγούδι αργό, μονότονο, μελαγχολικό και υπέροχο.
Ένα τραγούδι βαθιού ερωτικού πάθους. Με τις σημερινές αντιλήψεις, το περιεχόμενο των στίχων του θα χαρακτηρίζονταν σαν ερωτικός μαζωχισμός.

Να οι στίχοι:

Δε θέλω στον Παράδεισο να πάω σαν πεθάνω.
Το ξεύρω ότι δε θα σε βρω και τότε, τί θα κάνω; 

Θέλω να πάω στην Κόλαση, τη χάρη αυτή γυρεύω
γιατί εκεί θε να σε βρω, αμαρτωλή, το ξεύρω

γιάλα!

Γιατί ποτέ στη ζήση σου, ποτέ δε με λυπήθης,
να κάνεις ένα ψυχικό λίγο να μ΄αγαπήσεις.

γιάλααα, όπα!

Αμαρτωλή μες τις φωτιές θα ψήνεσαι, θα λειώνεις,
δεν ωφελεί, κακούργα μου, αν τώρα μετανιώνεις.

Μαζί κι εγώ με σένανε στην Κόλαση αν λειώνω,
μες τους διαβόλους συντροφιά, σένα να βλέπω μόνο

Και πεθαμένους συντροφιά, διαβόλους θά΄χω έτσι
και στη ζωή με διάβολο, ο δόλιος, είχα μπλέξει

γιάλα, όπλα!
Γειά σου Σταύρο! 


Θα μπορούσε κανείς να αναρωτηθεί, ποιοί αγοράζαν ένα τέτοιο δίσκο; Οι άντρες, βέβαια. Ποιές γυναίκες θα έτερπε; Άντρες που στους στίχους του βρίσκαν κοινά σημεία με παρόμοια που περνούσαν οι ίδιοι. Άντρες που μπορεί καθώς τ΄άκουγαν, να μουρμούριζαν πίσω από τα δόντια τους, "α, ρε σκύλες γυναίκες..."


Φαντάζομαι, αντίθετα, πως οι γυναίκες που τ΄άκουγαν τότε θα χαμογελούσαν, στα κρυφά, συνηθισμένες από τέτοια που παίρναν και δίναν...


ΣΗΜΕΡΑ;

Σήμερα, νομίζω πως οι άντρες αν το άκουγαν θα είχαν τα ίδια ανακλαστικά, ενώ οι γυναίκες, εικάζω, ή θα το προσπερνούσαν αδιάφορες ή θα εκνευρίζονταν. Όταν το κάνουν έχουν δίκιο σ΄ένα βασικό σημείο. Το Ρεμπέτικο μιλάει μοναχά για το τι κάναν αυτές και ποτέ για το τι κάναν οι άντρες.

ΤΑ ΝΟΜΙΖΩ ΟΛ΄ΑΥΤΑ.
ΟΠΟΙΟΣ/ΟΠΟΙΑ ΔΙΑΦΩΝΕΙ, ΟΡΙΣΤΕ...

Αν είναι έτζι, θά΄θελα να επισημάνω ένα τελευταίο.
Το περιεχόμενο του τραγουδιού είναι απλούστατο, δε χρειάζεται επεξηγήσεις. Περιέχει όμως μιά φράση μοναδική. Εκείνο το

να κάνεις ένα ψυχικό, λίγο να μ΄αγαπήσεις

Και μόνο γι αυτή τη ξυπόλητη φράση, του αξίζει αυτού του τραγουδιού μιά ιδιαίτερη θέση!





Τρίτη 13 Μαΐου 2008

"Αντίλογος" στο "γιατί αυτό;"...

... Περνώντας, εν μέρει, στην απέναντι όχθη του ποταμού και θέλοντας να μαλακώσω τις λέξεις "γκρίνια" και "κλάψα" που χρησιμοποίησα στην αμέσως προηγούμενη ανάρτηση, θά΄θελα να πω τα παρακάτω:

Τα ρεμπέτικα είναι τραγούδια που, πρωτίστως, αναφέρονται στην αντρική μοναξιά και στο άλυτο "πρόβλημα" της έλξης στο γυναικείο φύλο.

Οι άντρες είναι το μοναδικό ον του πλανήτη που, έστω και στιγμιαία, αναρωτιέται γιατί έλκεται από το θηλυκό...

Τα ρεμπέτικα, εκτός από κάποιες περιπτώσεις κύρια από τον Β. Τσιτσάνη που δείχνει συχνά ν΄"αδιαφορεί", θα μπορούσαν να υπαχθούνε κάτω από μιά πινακίδα που θα έγραφε:

"κάν΄ένα ψυχικό, λίγο να μ΄αγαπήσεις"

Όλο το «ρεμπέτικο», με τις παλινδρομήσεις του, με τη στάση του απέναντι στις γυναίκες, την «αθέλητη» εξάρτηση απ’ αυτές, την καχυποψία, το «μαζοχισμό» και τους ψυχολογικούς καταναγκασμούς που χρησιμοποίησε εναντίον τους, κλείνονται, κατά τη γνώμη μου, μέσα σ’ ένα τραγούδι. Είναι η « Αμαρτωλή » του Σταύρου Καλούμενου με στίχους του ίδιου (;), «χτυπημένο» το Νοέμβρη του 1931 στη Νέα Υόρκη, με την ορχήστρα Σακελλαρίου. Ένα μακάμ ουζέλ – ήχος πλάγιος του δεύτερου – σε ρυθμό καλαματιανό, μέτρο 7 χρόνων.

« Αμαρτωλή »

Δεν θέλω στον Παράδεισο να πάω σαν πεθάνω,
το ξεύρω ότι δε θα σε βρω και τότε, τί θα κάνω;

Θέλω να πάω στην Κόλαση, τη χάρη αυτή γυρεύω,
γιατί εκεί θε να σε βρω, αμαρτωλή, το ξεύρω!

γιάλα!

Γιατί ποτέ στη ζήση σου, ποτέ δε μ’ ελυπήθης,
να κάνεις ένα ψυχικό, λίγο να μ’ αγαπήσεις

γιάάάλα, όπα!

Αμαρτωλή, μες τις φωτιές θα ψήνεσαι, θα λειώνεις,
δεν οφελεί, κακούργα μου, αν τώρα μετανιώνεις

Μαζί κι εγώ με σένανε στην Κόλαση αν λειώνω,
με τους διαβόλους συντροφιά, ΄σένα να βλέπω μόνο

Και πεθαμένους συντροφιά, διαβόλους θά’χω έτσι,
και στη ζωή με διάβολο, ο δόλιος, είχα μπλέξει

γιάλααα, όπλα!
γειά σου, Σταύρο!

Φαίνεται καθαρά η μεγάλη ειλικρίνεια των στιχουργών και η αμήχανη στάση απέναντι στο φαινόμενο της αγάπης.Ας μη ξεχνάμε ότι τα συντριπτικά περισσότερα τραγούδια γράφτηκαν από νέους ανθρώπους, τουλάχιστο με τα σημερινά δεδομένα. Και μάλιστα, ανθρώπους που βρίσκονταν, καθαρά πρακτικά, σε απόλυτα "πλεονεκτική" θέση, με την έννοια της υπερπληθώρας γυναικών (βλ. ανάρτηση "Οι χήρες έρχονται στην Ελλάδα - 2 Απριλίου 2008). Κι όμως, αγάπησαν βαθιά, ικέτευσαν, πόνεσαν, συντρίφτηκαν...

Η πιό γλυκιά, η πιό ειλικρινής και τρυφερή λέξη που χρησιμοποίησαν γιά τη γυναίκα ήταν το ουσ.
"μπαμπέσσα". Είναι η λέξη που δηλώνει απορία γιά τη διαφορετική συμπεριφορά, αυτή που δε μοιάζει με τη δική τους, είναι λέξη παρακαλεστική, ικετευτική γιά ένταξη στις "γνωστές", τις "παραδεδεγμένες" συμπεριφορές. Και το πιό αντιπροσωπευτικό τραγούδι που τα δείχνει καθαρά όλ΄αυτά είναι ένα από τα αριστουργήματα του πρώιμου Μανώλη Χιώτη, το "Βουνό με βουνό δε σμίγει".

ΒΟΥΝΟ ΜΕ ΒΟΥΝΟ ΔΕ ΣΜΙΓΕΙ (1949)
Λεμονόπουλος, Μπέμπης, Χιώτης
τραγούδι : Στελλάκης Περπινιάδης

Ένα μήνα σ΄έχω χάσει, ρε μπαμπέσσα,
κι όποιο κέντρο και να βρω μπουκάρω μέσα,
θα σε βρω, πού μου πας, κι αν έχεις φύγει,
το βουνό με το βουνό μόνο δε σμίγει.

Τι σου φταίω κάθε βράδυ κι είμαι σούρα
και οι φίλοι να μου κάνουνε καζούρα,
να μου λενε, θα τη βρεις κι αν έχει φύγει,
το βουνό με το βουνό μόνο δε σμίγει