Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ζεϊμπέκικο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ζεϊμπέκικο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 11 Δεκεμβρίου 2011





Ζεϊμπέκικο με μαχαίρια - 
Ο εφησυχασμός είναι μαχαιριά στη πλάτη...






Αυτό είναι ένα κακό προσχέδιο μιάς σπουδής που έφτιαξα κάποια στιγμή, προσπαθώντας να ξεφύγω και να μη καταθλιβώ, σ΄ένα μάθημα εικαστικών σ΄ένα σχολείο με κακοαναθραμένα, υπερ-"σίγουρα" για τον εαυτό τους, μπερδεμένα και κακομαθημένα Συριανά "μαγκάκια" (Συριακής καταγωγής, μεγαλωμένα στην Τουρκία, χριστιανάκια ορθόδοξα που το τονίζουν και τό΄χουν καμάρι)...

Να πάρω μιά ανάσα, ήταν μεγάλη η πρόταση...

Έφτιαξα λοιπόν αυτό το προσχέδιο, έναν που χορεύει ζεϊμπέκικο, κρατώντας μιά μαχαίρα. Γιατί το βάζω αυτό το μαχαίρι, σκεφτόμουνα... Μ΄αρέζουν τα ζεϊμπέκικα μ΄ένα ή δυό μαχαίρια. Γιατί όμως; Θεωρώ πως ο ζεϊμπέκικος με μαχαίρι/ια είναι αντρισμός; Νταηλίκι;

Είναι χίλιες φορές προτιμότερος ένας λαϊκός άνθρωπος που χορεύει κραδαίνοντας μαχαίρια, από έναν "δήθεν" πασταφλόρο που ήρθε με το αμάkshi του ν΄ακούσει ρεμπέτικα και ρίχνει και μιά ζεϊμπεκιά. Τον προτιμώ ακόμα από τον εφησυχασμένο και "πολιτισμένο" μέσο πολίτη που πάει τις Κυριακές στην εκκλησία, ή σα κάποιους εξανδραποδισμένους που βλέπω εδώ που ζω, που κουρεύουν το γκαζόν και γυαλίζουν το αμάkshi τους.

Είχα κάπου διαβάσει γιά μιά συνήθεια των Αρμεναίων (;) στη Μικρασία που, όταν ήθελαν κάποια γιά γυναίκα τους, πήγαιναν και κάρφωναν το μαχαίρι τους στην εξώπορτά της. Μ΄αρέσει αυτό, μου λέει.


Δε πιστεύω στις εφησυχασμένες κοινωνίες, με εμετιούν. Αυτές όπου οι άνθρωποι έχουν γίνει ολότελα τρύπιοι, φιλοτομαριστές, αναίσθητοι και νομιμόφρονες.

Στο ζεϊμπέκικο με μαχαίρια η συμβολική είναι εμφανής. Βγάζω το ψυχόδραμά μου σε κοινή θέα, δείχνω πως δεν έχω ολοκληρωτικά ξεκόψει από το ανυπότακτο είναι μου. Είναι μεν καθησυχασμένη η βιτρίνα μου αλλά, θυμάμαι, δεν ανέχομαι να μου διαγράψουν τη μνήμη.
Όλ΄αυτά ήταν ένας πρόλογος γιά να προσπαθήσω να τοποθετηθώ σ΄ένα ερώτημα που, πιθανώς, προκύπτει σ΄αυτές/ούς που δεν έχουν, ή έχουν επιδερμική σχέση με το "ρεμπέτικο. Ένα ερώτημα που θα μπορούσε να είναι έτσι:

γιατί τόση λατρεία σ΄αυτά τα τραγούδια που είναι ανδροκρατικά,
macho, νταηλίδικα, μιλάν (κάποια απ΄αυτά) γιά φόνους, φυλακές,
χόρτο κλπ.;

Είναι ένα λογικό ερώτημα που δε τίθεται. Δε πιστεύω πως έχω αρκετά κότσια γιά να το κουμαντάρω (κουλαντρίσω, όπως έλεγε το σινάφι), θα το προσπαθήσω όμως σε επόμενη ανάρτηση.






Δευτέρα 24 Οκτωβρίου 2011





Η έννοια της "παρηγοριάς" στο ρεμπέτικο (1)




αυτός χορεύει ζεϊμπέκικο γιά να παρηγορηθεί...



κι άλλος ένας που κάνει το ίδιο...


Το σύμβολο του Smiley είναι πιά μπαγιάτικο, αλλά παρέμεινε σα κατάσταση προς μίμηση και είναι ο "σημαιοφόρος" όλων των δήθεν ευχαριστημένων κοινωνιών της ευνομίας...




"την επόμενη στιγμή ενός καυγά ή κάποιου κακού νέου, ένας μηχανισμός μέσα στο κεφάλι μου αρχίζει να τραγουδάει ή να σφυρίζει ένα ρεμπέτικο. Γιατί; Είμαι αδιάφορος; Δε μου καίγεται καρφί; Όχι, κάθε άλλο. Απλώς, ασφυκτιώ και ζητάω να αποδράσω. Ο νους μου δουλεύει από μόνος του και επεξεργάζεται το πρόβλημα..."
εξομολόγηση ενός φίλου που προσπαθεί να πείσει το περιβάλλον του ότι δεν είναι κυνικός...


Αν χρησιμοποιείστε τη λέξη "παρηγοριά" σε μιά συζήτηση οι άλλοι/ες θα σκεφτούν, αυτόματα, ότι κάτι σού΄χει συμβεί, ότι έχεις κάποιο πρόβλημα, ότι κουβαλάς κάποια λύπη.
Η ανάρτηση αυτή θέλει να απομυθοποιήσει τη λέξη και να δείξει ότι είναι στενά δεμένη με την καθημερινή ζωή, ακόμα κι όταν αισθανόμαστε καλά.

Εκτός από τις φτωχές σε φαντασία εξηγήσεις των λεξικών, η λέξη "παρηγοριά" μπορεί να εξηγηθεί και σα
χαρά, χαλάρωση, βαθύτερη ψυχική ευχαρίστηση, ΄προτροπή γιά να αισθανθούμε καλύτερα, να γίνουμε πιό αισιόδοξοι/ες, να πάρουμε κουράγιο.

Έτσι λοιπόν, με τον ίδιο τρόπο που μιά γάτα που τη χαϊδεύουμε έξυπνα αρχίζει να ρονρονίζει (δηλαδή παρηγοριέται), με τον ίδιο τρόπο που μας χαϊδεύει το χέρι μιά γυναίκα και παρηγοριόμαστε, με τον ίδιο τρόπο που εμείς χαϊδεύουμε τα μαλλιά μιάς γυναίκας και τη χαλαρώνουμε (δηλαδή την παρηγορούμε), έτσι και τα μικρασιάτικα και ρεμπέτικα είναι μιά παρηγοριά της ψυχής.


 Όταν ο Λάμπρος ο Σαββαϊδης έπαιζε τη λύρα μ΄εκείνο τον παραπονιάρικο τρόπο, παρηγορούσε. Όταν ο Νούρος, ο Ατραϊδης, ο Βαγγελάκης ο Σωφρονίου, ο Νταλγκάς τραγούδαγαν, παρηγορούσαν. Δεν παρηγορούσαν μόνο επειδή ο κοσμάκης είχε μεράκια, δηλαδή πόνους και βάσανα και ανέχεια και...και...και... Παρηγορούσαν το βάθος της ψυχής που πάντα έχει αυτή την ανάγκη, ακόμα κι όταν όλα γύρω μας παν ρολόι. Αυτή είναι η παρηγοριά που πετυχαινόταν παλιότερα και, όχι πως δε προσφέρεται σήμερα, αλλά είναι κάτι άλλο. Αυτό, βέβαια, δεν εξηγείται. Ακόμα κι αν ένα νέο παιδί το δεχτεί και πει, "εγώ, κύριε, παρηγοριέμαι, αφύ θες έτσι να το πεις, όταν ακούω το Σωκράτη Μάλαμα, την Αρβανιτάκη. Ναι, σωστά. Καλοί κι άξιοι κι οι δυό. Η αληθινή ζωή είναι αυτή που βίωσε και βιώνει κανείς. Τα άλλα, τα παλιότερα, είναι αναμνήσεις αλλονών και δεν αφορούν. Κι εγώ που τα λέω όλ’ αυτά δε τα έχω ζήσει, δε τα έχω ακούσει εκ του φυσικού (live). Όμως, πως εξηγεί κανείς το κόλλημα νέων ανθρώπων στα ρεμπέτικα αφού αφορούν ένα κόσμο που δε τον έζησαν, που βούλιαξε; Και πως εξηγείται ότι ικανότατοι σημερινοί μουσικοί δε μπορούν να παίξουν μερακλίδικα ταξίμια; Μήπως και το ταξίμι θέλει νά΄χεις βιώσει εκ του σύνεγγυς κάποια πράγματα που δεν υπάρχουν πιά; Μήπως αυτά τα πράγματα που συνέβαιναν έξω απ΄το σώμα μπαίναν μέσα του, γίνονταν χυμοί, βάφαν την καρδιά και το νου και κατέβαιναν ως τις άκρες των δαχτύλων; Και, μπορούν να ξαναβρεθούν παραπλήσια πράγματα; Ναι, ίσως.΄Οπωσδήποτε, όχι μέσα σε κοινωνίες αφθονίας...


Οι μοντέρνες σύγχρονες κοινωνίες όχι, βέβαια, η ελληνική, αν και...) τηρούν συγκεκριμένες στρατηγικές. Δίνουν μιά ψευδή εικόνα της πραγματικότητας, με σημαιοφόρους τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Είναι σα μιά μηχανή που δουλεύει σε ψηλές στροφές και προσπαθεί, νύχτα-μέρα, να πείσει ότι πρέπει να χαμογελάμε και να είμαστε ευτυχισμένοι.



Υπάρχουν πολλές μαρτυρίες απορίας, από τη μεριά των Ελλαδιτών, σχετικά με το ότι οι Μικρασιάτες πρόσφυγες, μόλις βρήκαν μιά κουτσοστέγη γιά να βάλουν από κάτω το κεφάλι τους, κάναν πολύ συχνά γλέντια. Γλέντια τα λέμε σήμερα, έτσι τα λέγαν και τότε, μόνο που το πράγμα είχε κάποιες διαφορές. Στην ουσία μαζευόντουσαν σε κάποιο σπίτι, βάζαν ότι είχαν από φαγητό, φέρναν παιχνιδιατόρους (υπήρχαν σε αφθονία) και με το τίποτα κάναν, τί; Διασκέδαζαν; Ναι, ας το πούμε έτσι. Θαρρώ προσπαθούσαν να "δραπετεύσουν", να ξεχάσουν τα βάσανά τους, τη χαμένη τους πατρίδα και το βιός τους. Τα κοινά και γνωστά τραγούδια τους διατηρούσαν το χρειαζούμενο κλίμα συντροφικότητας, το αίσθημα της κοινής τους καταγωγής, της κοινής τους μοίρας.


 Εμείς και οι "άλλοι"...Θυμάμαι πάντα κάτι που μου διηγόταν ένας πρώην φίλος με μάνα Μικρασιάτισσα. Όταν εκείνος ήταν μικρός μέναν στο Καραγάτσι, μιά συνοικία της Σαλονίκης κοντά στην Ανάληψη. Οι γείτονες κι οι γειτόνισσες, φτωχές οικογένειες που με δυσκολία τά’φερναν βόλτα, συνήθιζαν να κατεβαίνουν στην ακρογιαλιά της Σαλαμίνας, έχοντας μαζί τους διάφορα φαγητά, κρασί, ούζο. Τά΄βαζαν όλα κάτω, καθόντουσαν γύρω, τρώγαν και πιάναν και τραγούδια, μέσα στο σκοτάδι.
Τα ρεμπέτικα είχαν ακριβώς την ίδια λειτουργία...



(συνεχίζεται)



Δευτέρα 30 Αυγούστου 2010







Ο "ανοιχτός" και ο "κλειστός" ζεϊμπέκικος



H καλύτερη ίσως φωτογραφία από ζεϊμπέκικο χορό. Στο πάλκο με το μπουζούκι ο Λαύκας και δεξιά, ο άγνωστος νάνος που έχει αποθανατιστεί σε αρκετές φωτογραφίες και ήταν τακτικός θαμώνας των μπουζουκιών





Θα προσπαθήσω να πληκτρολογήσω μερικά λόγια γιά το ζεϊμπέκικο χορό. Μερικές διαφορετικές κουβέντες. Καθόλου γιά την καταγωγή του, καθόλου ιστορικά, καθόλου τέτοια.
Δε μ΄ενδιαφέρει, την παρούσα στιγμή - αν και το βρίσκω γοητευτικό - ότι αυτή η απεικόνιση της Μέδουσας πάνω σε πλάκα πηλού που βρέθηκε στη Συρακούσα (τέλος του 600 π.Χ.), θυμίζει φιγούρα του ζεϊμπέκικου,



ούτε αν ο ζωγράφος του ανθρώπινου φλεγόμενου πόνου Francis Bacon, είχε δει χορευτές ζεϊμπέκικου κι από κει του πρόκυψαν αυτές οι στάσεις,



ούτε οι ναύτες του Γιάννη Τσαρούχη που χορεύουν κρατώντας τα γεννητικά τους όργανα.


Ούτε μου καίγεται καρφί γιά το ότι ο ζεϊμπέκικος κακοποιείται κάθε βράδυ σ΄όλη την ελληνική επικράτεια και τα θλιβερά μαγαζιά των Ελλήνων του εξωτερικού. Το βρίσκω απόλυτα λογικό, μέσα στο καθολικό ξεχαρβάλωμα και μπέρδεμα μιάς χώρας που βυθίζεται αργά (;) και σταθερά. Όχι, τίποτ΄απ΄όλ΄αυτά δε θα θιγεί εδώ.

Θα κατέβω μονάχα τα σκαλιά μιάς υπόγειας ταβέρνας που δεν υπάρχει πιά. Τόσο βαθιά μες το έδαφος βρισκόταν, στα έγκατα ενός παλιού, ψηλού σπιτιού, που σ΄έπιανε κλειστοφοβία στην αρχή. Σκεφτόσουν πως, έτσι και γινόταν κανένας σεισμός, είν΄αμφίβολο αν θα βρίσκαν αυτούς που ήταν εκεί μέσα. Κατεβαίνω ακόμα μιά φορά τα απότομα σκαλιά γιά να περιγράψω, όσο πιό λακωνικά μπορώ, δυό ζεϊμπέκικους που είδα.

Θά΄ταν καμιά 30ριά άνθρωποι εκείνο το βράδυ. Άντρες, μεγάλοι στην ηλικία, κάποιοι νεότεροι, 4-5 γυναίκες. Κάποιοι φαίνονταν να γνωρίζονται μεταξύ τους. Σήκωναν τα ποτήρια και χαιρετιόνταν, πέφταν κεράσματα. Μοιάζαν όλοι/ες σα νά΄χαν μεθύσει στον ίδιο βαθμό. Μιλούσαν χαμηλόφωνα κι απ΄ένα μικρό τετράγωνο μεγαφωνάκι ακούγονταν ρεμπέτικα από κασέτες που ένας καλός φίλος που άφησε τον κόσμο από ένα μεθυσμένο γλύστρημα στα 33 του, είχε φτιάξει γιά τον ταβερνιάρη που ήταν πολύ μερακλής και θεριακλής.

Στο χρώμα της μαλακιάς, ασβεστωμένης ώχρας ήταν οι φουσκωμένοι τοίχοι και τα απλά τραπέζια στρωμένα με λαδόκολλες. Το κρέας που έψηνε, κι αυτό σε λαδόκολλα στο έφερνε, χύμα. Μιά λάμπα μ΄ένα σκέπαστρο τενεκεδένιο κι άλλο ένα χλωμό φωτιστικό στον πάγκο με τα σύνεργα του φαγητού. Ένα διάφανο σύννεφο καπνού κουνιόταν νωχελικά, τρίβοντας την πλάτη του στο χαμηλό ταβάνι.

Δυό ζεϊμπέκικους φίνους είδα εκείνο το βράδυ. Έναν "ανοιχτό" κι έναν "κλειστό" και εσωτερικό. Οι χαρακτηρισμοί είναι δικοί μου. Με "ανοιχτό", εννοώ αυτόν που ο χορευτής σχεδόν "χαρίζει" τις βόλτες του στους άλλους. Το πως το κάνει όμως έχει σημασία. Δεν αποζητά το θαυμασμό και τα παλαμάκια τους. Απλά, ανοίγει την καρδιά του και τη σκορπάει στους γύρω του. Έτσι έκανε ο πρώτος.

Είχε ένα μόνιμο, φιλικό χαμόγελο, τα μάτια του γυάλιζαν απ΄το κρασί που είχε κατεβάσει. Με το ένα χέρι πίσω στη μέση του, χόρεψε χωρίς καθόλου να διπλωθεί. Κοίταζε και δε κοίταζε ταυτόχρονα. Το ζαλισμένο βλέμμα του περνούσε σα χάδι πάνω απ΄όλων τα κεφάλια. Πήγαινε πέρα-δώθε, έχανε την ισορροπία του και την ξανάβρισκε, σήκωνε κάθε τόσο το ένα του πόδι και βαρούσε το τσιμεντένιο δάπεδο με το παπούτσι του. Έκανε μπροστινές και πισινές στράκες, έγερνε τη μέση του προς τα πίσω, αμολούσε χαμηλά σφυρίγματα και φώναζε "όοοοπαααα!". Τέλειωσε μ΄ένα στριφογύρισμα στον αέρα που τον έριξε κάτω, σκασμένο σ΄ένα μαλακό, μεθυσμένο κι ικανοποιημένο γέλιο.
Ένας τού΄φερε μιά κούπα με κρασί που τη σήκωσε στην υγειά όλων, την ήπιε μονορούφι και πήγε τρικλίζοντας στο τραπέζι του.


Ο έτερος, που κάθονταν μόνος του, σηκώθηκε λίγο αργότερα, σ΄ένα οργανικό του Περιστέρη. Ήταν κάπου γύρω στα 60 και χόρεψε κρατώντας δυό ποτηράκια του κρασιού, περασμένα στα δάχτυλά του. Ξεκίνησε από ένα μεγαλύτερο κύκλο που τον έκλεινε προοδευτικά, κρατώντας τους ώμους του κυρτούς. Το ένα του χέρι δούλευε σαν από μόνο του, πότε τεντωμένο στο πλάι, ντιντινίζοντας τα ποτηράκια ρυθμικά, πότε τό΄φερνε στο μέτωπο, σα νά΄θελε να το στηρίξει ή να το δροσίσει με το γυαλί και πότε το σήκωνε ψηλά, σα νά΄θελε να προστατευτεί απ΄το ταβάνι που μπορεί να έπεφτε. Είχε μισόκλειστα τα μάτια και γύριζε το κεφάλι του αριστερά-δεξιά, σα νά΄ψαχνε κάτι, ή να έκοβε αν κάποια απειλητική σκιά τον παρακολουθούσε.
Δούλευε το χορό του πολύ κοντά στο τσιμεντένιο δάπεδο, το χτύπησε δυό φορές με ανοιχτή παλάμη, το χάϊδεψε την τρίτη και έφερε το χέρι στην καρδιά του.



Ξάφνου, σταμάτησε. Τέντωσε το σώμα του, έβγαλε το σακάκι που το πέταξε σε μιά άδεια καρέκλα κι έβγαλε ένα μαχαίρι απ΄το μπατζάκι του. Με τη μύτη του κόφτη άγγιξε τη λάμπα και της έδωσε μιά κίνηση. Μετά κατέβηκε και διπλώθηκε τόσο που το γόνατο ακουμπούσε το σαγόνι του. Εκεί, ακριβώς από κάτω της, άρχισε να κινείται αργά, ανάμεσα στο θαμπό φως που μιά τον έλουζε και μιά τού΄ριχνε σκιές, τεμαχίζοντας τον αέρα με απότομες κινήσεις του μαχαιριού. Ύστερα το "σκούπισε" απάνω στο μανίκι του πουκάμισου, το τσάκωσε ανάμεσα στα δόντια και τέλειωσε με κάτι σαν επίκληση, στραμένος προς το φως της λάμπας, κάνοντας μιά δυνατή στράκα.
Έβαλε το μαχαίρι στο μπατζάκι του, μάζεψε το σακάκι, τό΄ριξε στους ώμους κι έφυγε, με χαμηλωμένο το κεφάλι, ανεβαίνοντας σταθερά τα καμιά 15ριά απότομα σκαλοπάτια.

"Καλό ξημέρωμα, ρε Βασιλάκι", του φώναξε κάποιος. 

Δεν απάντησε...



Παρασκευή 6 Μαρτίου 2009

Το "μαύρο κατσίκι", ο ζεϊμπέκικος και το σφίξιμο...




Ένα απ΄τα χειρότερα πράγματα που μπορούν να συμβούν σ΄έναν άνθρωπο είναι να διασχίσει τη ζωή σφιγμένος, κάτι που αποτελεί ένα καθαρά ανδρικό χαρακτηριστικό. Θέλω να πω, να μη μπορεί να χαλαρώσει. Ξεκινάει από νωρίς αυτό, όταν όλα χτίζονται πάνω σε λάθος βάσεις. Στο σπίτι υπάρχει, συνήθως, ένας κολοκύθας πατέρας, νερόβραστος ή macho που το παίζει δερβέναγας. Δεν έχει να πει τίποτα, είναι κι αυτός σφιγμένος, γιά παραπλήσιους λόγους, και "μεγαλώνει" ένα γιό που δεν εμπιστεύεται κανέναν (πρώτιστα τις γυναίκες) και που δε γνωρίζει ποτέ τον εαυτό του.


Οπλίζεται το νέο άτομο μ΄αυτή την ηλίθια (δήθεν) υπερ-σιγουριά και ισχυρογνωμοσύνη γιά να κρύβει τη μεγάλη τρύπα που κουβαλάει μέσα του και νάτο, έτοιμο το σφιγμένο και δυστυχισμένο πλάσμα που φαίνεται ότι λατρεύει τον εαυτό του, ενώ είναι σφιγμένο και δυστυχισμένο και θα περάσει μιά ζωή μέσα στην καχυποψία, σε μιά απέραντη εσωτερική μοναξιά και σφίξιμο που, αργά ή γρήγορα, θα το ρίξει στο καναβάτσο μ΄ένα εγκεφαλικό (δηλαδή, ταμπλά), ένα έμφραγμα ή ένα καρκίνο, που είναι συνήθως το αποτέλεσμα της ταυτόχρονης έκρηξης αδιέξοδων δρόμων. Πολύ πιθανό να ζήσει μέχρι βαθιάς ηλικίας, τυραννώντας το περιβάλλον του.

Να σας δείξω έναν τέτοιον; Δε τον ξέρω τον άνθρωπο, μπορεί να κάνω και λάθος, λέω μόνο τι σφίξιμο βγάζει η εικόνα του και ο χορός που βλέπω.


Ψάχνοντας καλύτερα το video που έχει τον τίτλο στο youtube "The best zeibekiko ever" είδα πως κάποιος σημειώνει το εξής: "Λοιπόν, μετά από αρκετή μελέτη ανακάλυψα οτι ο Κύριος που χορεύει λέγεται Γιώργος Προβιάς (μπετατζής στο επάγγελμα) και είναι αυτός που δημιούργησε το γνωστό μας συρτάκι του Ζορμπά (τη χορογραφία)!"


Ο άνθρωπος αυτός ξέρει ότι τον παίρνει μιά κάμερα οπότε, κάνει ότι καλύτερο μπορεί γιά να καταχωρηθεί στα αρχεία της αιωνιότητας της βλακείας. Ενώ είναι κάποια ηλικίας (πρόωρα γερασμένος ο φουκαράς) προσπαθεί να νεάσει΄, κάνοντας ανόητες και δύσκολες φιγούρες που απαιτούν ένα νέο σώμα. Είναι σφιγμένος κάργα και γι αυτό, αυτό που βγάζει σαν αποτέλεσμα δεν είναι, κατά τη γνώμη μου ζεϊμπέκικο, αν και έτσι χορεύεται πιά. Γιά μένα είναι τινάγματα μιάς ανθρώπινης μηχανής, κάμψεις μεταλλικών σωληνώσεων και τριβές πάνω σε σκουριασμένα παξιμάδια και βίδες.


O ζεϊμπέκικος χορός περιέχει μιά αντίφαση. Δεν είναι χορός χαράς, είναι η έκφραση του εσωτερικού πόνου, τα ντέρτια του ανθρώπου. Όλ΄αυτά "δημοσιοποιούνται" μπροστά σε κοινό. Λογικά, τον ζεϊμπέκικο θά΄πρεπε να τον χορεύουμε μόνοι μας, μέσα σ΄ένα δωμάτιο. Ποιός ο λόγος της έκθεσης μπροστά σε άλλους; Μήπως είναι μιά πράξη "εξομολόγησης"; Να, ένας καλός τρόπος να τον εξηγήσουμε. "Εξομολόγηση". Η εξομολόγηση όμως είναι μιά πράξη ταπεινοφροσύνης, με την καλή και δυναμική έννοια. Ωστόσο, ακόμα κι αν πρόκειται γιά έκθεση, αυτή δε θά΄πρεπε να είναι αυτάρεσκη. ΄Ετσι δεν είναι;
Ας πεταχτούμε μιά στιγμή σε κάτι άλλο. Ο Ανέστης Δελιάς (http://soundsugar.net/anestisdelias) έπαιζε περίφημο και γλυκό μπουζουκάκι αλλά ήταν μετριόφρων (δηλαδή, μαζεμένος και σεμνός). Σήμερα που οι έννοιες αυτές ισοδυναμούν με ”βλακεία”, ”ηττοπάθεια”, ”low profile”, «περάστε να με πατήσετε», το ζητούμενο είναι η αποφυγή τους.

Ο κόσμος προχωράει βέβαια, συνέχεια ζητάει κάτι καινούριο. Στον αθλητισμό το βλέπουμε πεντακάθαρα. Στο άλμα επί κοντώ φτιάχνουν στίβο γιά να πάρεις φόρα, με ειδικά μείγματα, παπούτσια που εκτινάσσουν ψηλότερα, κοντάρια που σε σηκώνουν ψηλότερα +doping κτρ. Το ρεκόρ πρέπει να σπάζει συνέχεια γιά να κρατιέται το πλήθος σε συνεχή εγρήγορση. Τεχνητά ρεκόρ; Ναι, αλλά τι σημασία έχει; Πόσοι ξέρουν τις λεπτομέρειες; Το σημαντικό είναι η καθήλωση του κοινού, οι διαφημίσεις, να ρολάρει το χρήμα. Έτσι και στη μουσική. Οι γλυκιές πενιές του Δελιά είναι παρελθόν, ο
«θεός» υιός Τατασόπουλος είναι το παρόν (δίχως μέλλον) και ο Παπαδόπουλος, μιά γενιά που σβήνει, ξαναπαίζοντας ότι έχει χιλιοπαιχτεί. Ο Δελιάς θα παραμείνει σα μνήμη, ο Τατασόπουλος θα ξεχαστεί, γιατί δεν υπάρχει πεδίο γιά να δημιουργήσει, αν εξακολουθεί να βασίζεται στο μπουζούκι του. Η ταχύτητα στο παίξιμο, από ένα σημείο και πέρα, δε συλλαμβάνεται από το ανθρώπινο αυτί.

Ο ζεϊμπέκικος χορός είναι, γιά μένα, δυό ειδών:
α.» «εξωτερικός» και
β. «εσωτερικός "

Να δυό παραδείγματα. Ένα από την ταινία «Στέλλα», όπου ένας χορεύει ένα εσωτερικό, με κάποιο τρόπο, ζεϊμπέκικο και, ο Τίτος Βανδής που χορεύει έναν εξωτερικό ζεϊμπέκικο, χωρίς να γίνεται γελοίος, στην ταινία «Ποτέ την Κυριακή»





Ο ζεϊμπέκικος, όπως και τα ταξίμια, ζητάνε να έχεις ζήσει, να έχεις πονέσει, να ξέρεις ότι είσαι ασήμαντος (άσχετα αν έχεις προσωπική ανάγκη να πιστεύεις ότι είσαι ο Πύργος του Άϊφελ) και να μη φοβάσαι να βγάλεις έξω την ασημαντότητά σου. ΝΑ ΜΗΝ ΕΙΣΑΙ ΣΦΙΓΜΕΝΟΣ, ΠΡΙΝ ΑΠ΄ΟΛΑ.
Τα υπόλοιπα, τα ποδοσφαιρικά ψαλίδια στον αέρα και οι συμπαραπαλαμάκηδες, είναι κακό θέατρο γιά να περνά η ώρα...

Τέλος, το «μαύρο κατσίκι» (αντί πρόβατο) το χρησιμοποιώ με την έννοια αυτού/ής που δεν ακολουθεί το κοπάδι, που πάει κόντρα, που δε δέχεται να ποδηγετηθεί. Αυτό κοστίζει εεξωτερική μοναξιά. Μέσα σου, μπορεί να αισθάνεσαι σαν ολάνθιστο περιβόλι, οι έξω όμως σε αποφεύγουν, τους χαλάς το αυγολέμονο...

Η κουδούνα που έχει κρεμάσει ο τσομπάνης στο λαιμό του κατσικιού και του αφαιρεί ένα σημαντικό κομμάτι της ελευθερίας του, συμβολίζει γιά μένα στις μέρες μας, την παρακολούθηση, τον έλεγχο.
Θέλετε να πάρετε μιά γεύση;
Κάντε κλικ στο παρακάτω και πλησιάστε, όσο θέλετε, με το ποντίκι σ΄ένα απ’ τα εκατοντάδες χιλιάδες άτομα που ήρθαν να δουν την αναγόρευση του Obama σε πρόεδρο.

http://gigapan.org/viewGigapanFullscreen.php?auth=033ef14483ee899496648c2b4b06233c
No comments…



Τρίτη 22 Απριλίου 2008

Περί του τι είναι ρεμπέτικο και τι όχι - μιά μπηχτή...

Από το βιβλίο του Γ. Παπάζογλου "Τα χαϊρια μας εδώ" (μεταφορά διηγήσεων της Αγγελικής Παπάζογλου), σελ. 49.

" ...Τα τραγούδια που έγραψε ο Βαγγέλης κι ήλεγε πως να ξεφύγουμε από την κακοριζικιά, αυτά ήτανε τα ρεμπέτικα. Δεν υπάρχουνε ρεμπέτικα χασικλίδικα... Δεν υπάρχουνε ρεμπέτικα βρώμικα... Δεν υπάρχουνε ρεμπέτικα τση καταστροφής... Τα ρεμπέτικα πρέπει να λένε πως να ξεφύγουμε απ΄τον θάνατο... πως να γελάσουμε... πως να ζήσουμε... να χαρούμε... Αν δεν έχει αυτό το νόημα δεν είναι ρεμπέτικο. Είναι μοιρολόι... Το ρεμπέτικο σε παίρνει από τη δυστυχία και σε κάνει ευτυχισμένο. Σου λέει να παλέψεις με τη μοίρα σου και να ζήσεις... να μην πεθάνεις... Τα χσικλίδικα και τα ψευτομάγκικα δεν είναι ρεμπέτικα. Όλα τα τραγούδια δεν είναι ρεμπέτικα βρε αδρεφέ... Ρεμπέτικα δεν είναι τα λαϊκά τση φυλακής και τση χάψης... Γι αυτό δεν του περνούσανε τραγούδια του Βαγγέλη και είχανε λυσσάξει, γιατί ο Βαγγέλης δεν τους έκανε τα χατήρια... δεν πουλιούντανε... δεν έβαζε μυαλό, και προτιμούσε να βγάζει στα κέντρα πιατάκι και να πεινάει, παρά να πουληθεί και να τα κονομάει... Πέθανε και δεν άλλαξε κεφάλι... Καλά έκανε και δεν πρόδωσε ούτε τον εαυτό του, ούτε εμάς... Γι αυτό τον αγαπούσα και τον λάτρευα και τα τράβαγα μαζί του όλα... Ήλεγε: "Άμα τραγουδάς τον πόνο του κόσμου, τραγουδάς και τον δικό σου τον καημό... Άμα λες μόνο το δικό σου το ντέρτι, δεν είσαι ρεμπέτης... Είσαι λαϊκός...".
Αναρωτιέμαι καμιά φορά - τρόπος του λέγειν, αναρωτιέμαι - τι σκέφτονται οι "ερευνητές (του ρεμπέτικου) με τα λευκά γάντια" όταν συναντάνε γραφτά σαν αυτό, παραπάνω. Παθαίνουν, άραγε, λόξυγγα; Μιλάω γι αυτούς που "σκαρφαλώνουν πάνω στο κεφάλι τους" και σκαρώνουν "κοινωνιολογικούς" ορισμούς, περί του, τι είναι ρεμπέτικο και τι όχι. Δεν είμαι καθόλου ενάντια στις επιστήμες, ούτε στη μεθοδολογία. Θυμάμαι μονάχα μιά απ΄τις πολλές πετυχημένες γελοιογραφίες του Δημ. Μητρόπουλου. Στο δεύτερο πλάνο, στο βάθος, πάνω σ΄ένα λοφάκι, πάει ένα γαϊδουράκι. Πάνω του κάθεται η Παναγία, κρατώντας στην αγκαλιά της το βρέφος-Χριστό. Από πίσω ακολουθεί ο φουκαράς ο Ιωσήφ... Στο πρώτο πλάνο, περνάει μιά μαύρη κούρσα με οδηγό και στο πίσω κάθισμα ένας υψηλά ιστάμενος κληρικός που κοιτάζει σοκαρισμένος προς τη μεριά του Θείου ζεύγους...
Η Αγγέλα Παπάζογλου, πέρα απ΄το ότι μας άφησε κάτι ανεκτίμητο, είχε και κάτι άλλο. Είχε λόγο, και λόγο-ποταμό. Είχε άποψη. Ήταν γυναίκα με τα ούλα της, είχε την αυξημένη "όραση" και ενόραση των τυφλών ανθρώπων που βλέπουν καλύτερα από μας. Το μυαλό της ήταν ακονισμένο και πλατύ, είχε αλάθητο αισθητήριο. Πέρα απ΄όλ΄αυτά, πέρασε μέσα απ΄τα πράγματα. Δε μασούσε τα λόγια της, όπως ο Μάρκος και άλλοι, δεν είχε καβαλικεμένο καλάμι.΄Ηταν μιά περήφανη Μικρασιάτισσα γυναίκα. Ας μη ξεχνάμε, ήταν η μοναδική γυναίκα που μίλησε, ουσιαστικά, τα είπε όλα, Δε κράτησε πισινές, δε φοβήθηκε τίποτα και κανέναν, όπως κι ο άξιος άντρας της. Μα, είναι πεντακάθαρο ότι υποστηρίζει και εξυψώνει τον άντρα της, μπορεί να σκεφτεί κανείς. Και βέβαια ναι, και καλά έκανε. Αφενός ήταν γυναίκα του παλιού καιρού που ήξερε ν΄αγαπάει, να στέκεται όρθια και να στηρίζει ως το τέλος, αφετέρου ο άντρας της το άξιζε. Ο Βαγγέλης Παπάζογλου δεν ήταν απλά μοναδικός και τελείως διαφορετικός μουσικός, ήταν και ΠΕΡΗΦΑΝΟΣ! Το παρατσούκλι "αγγούρης" δίνεται σε ανθρώπους που είναι άκαμπτοι (αρνητικό στις μέρες της καθολικής συνωμοσίας και υποχώρησης στοιχειωδών ιδανικών...) δηλ., δε λυγίζουν την πλάτη, δε κάνουν διπλωματικούς ελιγμούς γιά να επιπλεύσουν. Τιμή του που τον έλεγαν έτσι!
Η κρίση της ότι τα χασικλίδικα, της φυλακής και τα ψευτομάγκικα δεν ήταν ρεμπέτικα, μπορεί να ενοχλεί, κυρίως τους νεαρούς θιασώτες που έλκονται απ΄αυτά τα τραγούδια που, ομολογουμένως, τυχαίνει να είναι υπέροχα. Όμως, η Αγγελίτσα ήταν γυναίκα και οι γυναίκες θέλουν μιά ισορροπία, μιά βόλεψη, ένα σπίτι, τον αγαπημένο τους και τα παιδιά τους. Έτσι είναι προγραμματισμένες από το μηχανισμό της ζωής και όχι όπως, γιά λόγους μόδας και ευκαιριακών φαινομένων, προσπαθούσε να πείσει ο Τούντας, γιά παράδειγμα. Αν δεν υπήρχαν γυναίκες, η συντριπτική πλειοψηφία των αρσενικών δε θα ξημεροβραδιάζονταν (όπως και κάνουν) στα "ανακυκλωτικά" καφενεία, αλλά θα σέρνονταν τύφλα στο μεθύσι και χαμένοι στο παραλήρημα των ναρκωτικών.
Τελειώνοντας, μπαίνει το ερώτημα: άσχετα αν η Αγγέλα Παπάζογλου είναι κάθετη στις απόψεις της, είναι λιγότερο αρμόδια, στο συγκεκριμένο θέμα, από τους "ειδικούς" της μελέτης των δισκογραφικών ετικετών; Απλοποιώ;

Επαναλαμβάνοντας, όταν οι γυναίκες αποφασίζουν να εγκαταλείψουν το ρόλο των χειροκροτητριών και των "παθιασμένων" ζεϊμπέκικων, ενώ τις συνοδεύουν αρσενικοί χειροκροτητές, όταν οι γυναίκες, λοιπόν, αποφασίζουν ν΄ανοίξουν το στόμα τους και να πουν δυό πράγματα γι αυτή την ιστορία, καλό θα είναι να τις ακούμε. Γι αυτό και δίνω την παρακάτω ηλεκτρ/κή διεύθυνση http://hli8iaromantikh.blogspot.com/2006/08/blog-post.html