Τετάρτη, 29 Απριλίου 2009

H γιορτή των 5 Φεγγαριών...


Γιορτή έχει απόψε και το σπίτι το δίπατο, ανασηκωμένο στον αέρα είναι. Πέρα-δώθε λικνίζεται, κορδέλες κόκκινες κρέμονται και ανεμίζουν. Σούρουπο είναι, έτοιμος ο ήλιος να βουτήξει στα νερά, ο κόσμος βολτατζάρει στην παραλία, κανείς δε το βλέπει. Μόνο εσείς (;), εγώ κι αυτοί που θά΄ρθουν.
Μακριές σειρές από πολύχρωμα λαμπιόνια ανάβουν, κρέμονται απ΄τους τοίχους και μέσα συνεχίζουν, πίσω στην αυλή, πάνω από ένα μακρύ τραπέζι, στρωμένο από τους δυό μερακλήδες που κατοικούν στο σπίτι. Κάθονται, τα λένε, γελάνε, η ώρα έχει πάει οχτώ και να, που αρχίζουν νά΄ρχονται. Με άμαξες έρχονται στολισμένες, τ΄αλόγατα χρεμετίζουν κι από ψηλά κατεβαίνουν σε πομπή.
Φορτωμένοι με καλούδια είναι, στ΄άσπρα ντυμένες οι γυναίκες, με πούλιες που αστράφτουν κι οι άντρες με σιδερωμένα πουκάμισα και τα παιχνίδια τους, τα όργανα. Και μπαίνουν ένας-ένας στην αυλή με χαράς και λαχτάρας φωνές που τόσα χρόνια δεν ειδώθηκαν. Αγκαλιάζονται, φιλιούνται, "εχ, μπρε μάτια μου, ΄πο πότε έχω να σε ιδώ;", "πούν΄το βιολάκι σου;", "Μαρίκα, τι μαγουλάκι είν΄αυτό, σουλτάνα μου, καθρέφτης!", "ελάτε, ελάτε, από δω οι δυό αδερφές, ως κι ο πατέρας σας θά΄ρθει εδώ απόψε".
Ο ένας απ΄τους δύο μερακλήδες ανοίγει τα μακριά τα μπράτσα του και χάνεται μες την αγκαλιά του ο κοντόσωμος με τα σκαλωτά μαλλιά και ένα "ώωωωωωωπα, ο Μήτσος μου ο Ατρ..., έδώ, κοντά μου σε θέλω απόψε!"
Ο άλλος ο μερακλής παίρνει το βιολί του και μπαίνει μες το σπίτι. Τις σκάλες ανεβαίνει, φτάνει στην κορφή, το πορτάκι της στέγης ανοίγει, βγαίνει πάνω της και φωνάζει κάτω στην αυλή: "Απόψε, πατριώτισσες και πατριωτάκια, είν΄η βραδυά των πέντε φεγγαριών μας. Γιά ν΄ανταμώσουν οι ψυχές μας και να τραγουδήσουμε ως τα χαράματα. Όσο και να φωνάξουμε, κανείς δε μας ακούει. Το φωτισμένο σαράι μας θα το πάρει το βραδινό αεράκι και θα το σεργιανίσει πάνω απ΄όλους τους αγαπημένους τόπους μας. Θα το πάει και πάνω από βουνά και κάμπους, εκεί που κάποτε συρθήκαμε, εκεί που πλανιούνται οι ψυχές εκεινώνε που χάθηκαν. Αλλ΄όλ΄αυτά είναι περασμένα κι απόψε θα το κάψουμε το πελεκούδι... Τώρα, Καριπάκι, μ΄ακούς, εκεί κάτω; Εγώ θα σου παίζω από δω πάνω κι εσύ θα το πεις, από κει κάτω. Πάμε, Καρίπη, το Μπάλλο Μαστίχα...
- Πάει, λωλάθηκε τ΄Ογδοντάκι, ξεκαρδίστηκαν όλες κι όλοι.
Ο βιολιτζής απ΄τη στέγη κατεβαίνει, το φαγοπότι και τα παιχνίδια αρχινάνε.
Αλλά εσύ, σιωπηλό και λευκό φεγγάρι μου, δες αυτά τα χωρίς βάρος, αλλά όχι άνυδρα, σώματα, δες αυτό το φωτισμένο σαράι που γλυστράει στον αέρα, μ΄ένα σωρό ανθρώπους - άνθη των βυθών της μουσικής, τις κορδέλες π΄ανεμίζουν κι αυτή τη μοναχική, ξυπόλητη σκιά που δε γλεντάει με τους άλλους, αλλά σπρώχνει το σπίτι μουρμουρίζοντας λόγια μυαλού σαλεμένου...

Γιά πολύ μερακλούδες...

http://www.fileden.com/files/2008/6/6/1947074/PANOU%20TOURNA%20MAHMOURIKO%20PERISTERI%20KANAROPOULOU.mp3

Τρίτη, 28 Απριλίου 2009

Γιά πολύ μερακλήδες...

http://www.fileden.com/files/2008/6/6/1947074/PANOU%20OUSAK%20MANES%20STON%20KOSMO%20EGENNITHIKES%20GIA%20TON%20AFANISMO%20MOU%20NOUROS.mp3

Κατάδυση στα "γιατί;" και παροτρύνσεις στις/στους συγγενείς των παλιών...

Από μιά απόσμενη εύνοια της τύχης, μπαίνουν καμιά φορά στα blogs μου συγγενείς ανθρώπων του μικρασιάτικου τραγουδιού. Τότε, "παίρνει η ψυχή αέρα κι ανοίγει τα πανιά της". Όχι γιατί νιώθω ότι θα μπορούσα να εκμαιεύσω πληροφορίες αλλά γιατί - πώς να το πω; - είναι μεγάλη ικανοποίηση και χαρά να σ΄ανακαλύψει ένας νέος άνθρωπος που η αδερφή της γιαγιάς της ήταν το τάδε μικρασιάτικο αηδόνι, ή η προγιαγιά ήταν μιά άλλη μεγάλη τραγουδίστρια.

Ξέρω πολύ καλά πως οι συγγενείς γυναικών κυρίως που είχαν να κάνουν μ΄αυτή την ιστορία είναι ιδιαίτερα φειδωλοί, διστακτικοί και, κατά κανόνα, αρνητικοί στο να μιλήσουν ανοιχτά γιά τον δικό τους άνθρωπο. Καταλαβαίνω απόλυτα τους λόγους και τους σέβομαι. Θα ήθελα, παρόλ΄αυτά, να πω δυό λόγια.

Υπάρχει μιά μακριά σειρά γυναικών που, είτε συμμετείχαν μόνο δισκογραφικά, είτε τραγούδησαν και σε μαγαζιά. Οι εποχές ήταν άλλες, οι ανάγκες άλλες, τα όνειρα κι οι προσμονές διαφορετικές. Είναι ακράδαντη η πίστη μου ότι αυτές οι γυναίκες πέρασαν και όμορφα και δύσκολα. Η μεγάλη πλειοψηφία αποσύρθηκε, παντρεύτηκαν, πολλές αποσύρθηκαν από το σύζυγο, γιά λόγους κατανοήσιμους.

Η ελληνική κοινωνία του χτες (αλλά και του σήμερα) είναι βαρυμένη με έντονα συναισθήματα ντροπής, ενοχών, προσπάθεια λήθης και εξορκισμού κάποιων πραγμάτων που κρίθηκαν "αναξιοπρεπή". Το αποτέλεσμα ήταν η σημερινή ελληνική κοινωνία, όπου το μισό της κομμάτι παρακολουθεί με αηδία αυτά που συμβαίνουν, και το άλλο μισό δε πιστεύει σε τίποτα και πιθηκίζει, σαρώνοντας τα εναπομείναντα.

Θά΄θελα να πω σ΄αυτές/ούς που έχουν συγγενική σχέση με τις/τους παλιές/ούς, πως πρέπει να είναι περήφανες/οι. Οι άνθρωποι αυτοί ήταν πολύ ιδιαίτεροι και άφησαν πίσω τους μιά ανεξίτηλη στάμπα. Μη σκοτεινιάζεστε απ΄το ότι οι σημερινές σας αρχές κοντράρονται με, ας πούμε, στίχους που τραγούδησε το συγγενικό σας πρόσωπο. Μη πέφτετε στις παγίδες κρίσης άλλων εποχών με σημερινά κριτήρια. ΄Αλλωστε, ποιά είναι τα σημερινά κριτήρια; Η δήθεν "αξιοπρέπεια" μιάς χώρας που καθημερινά βουλιάζει και λείπουν ολότελα αυτές οι δυνάμεις που θα μπορούσαν να βελτιώσουν τα προβλήματά της;

Με βασανίζει ένα ερώτημα που το βάζω στον εαυτό μου και δε μπορώ να δώσω μιά πειστική απάντηση. Γιατί δεν αρκούμαι στη φωνές που μεταφέρονται από τους δίσκους; Γιατί δεν είμαι σα τους πολλούς, να ασχολούμαι με το πειραιώτικο ρεμπέτικο και εντεύθεν, όπου υπάρχουν αρκετές πληροφορίες; Έχω μυθοποιήσει τους Μικρασιάτες; Μήπως νιώθω κάποια λύπηση γι αυτούς;

Τίποτ΄απ΄όλ΄αυτά. Είναι μιά αίσθηση δικαιοσύνης που φωνάζει μέσα μου, γιατί αυτοί οι άνθρωποι δε πήραν τη θέση που τους άξιζε μέσα στη μνήμη και έξω, στην κοινωνία.

Υπάρχουν πέντε άνθρωποι παλιοί που θά΄θελα πολύ να ξέρω λίγο γιά τη ζωή τους. Αν ζούσαν θα πήγαινα να τους εύρισκα και θα μου μιλούσαν, το ξέρω. Οι άνθρωποι αυτοί είναι, η Ρίτα Αμπατζή, η αδερφή της Σοφία Αμπατζή, η Μαρίκα Καναροπούλου, η Μαρίκα Φραντζεσκοπούλου, ο Γρηγοράκης Ασίκης κι ο Κώστας Μασσέλος (Νούρος). Και οι πέντε έχουν ξεχαστεί. Δε πήραν, ούτε μέσα στη μνήμη μας τη θέση που άξιζαν, ούτε (βέβαια) έξω στην κοινωνία κι εκεί, δε το αρνιέμαι, νιώθω μιά λύπηση.

Δε λυπάμαι το Μάρκο Βαμβακάρη, που ακόμα τρέχουν ποταμοί δακρύων επειδή, λέει, τυραννίστηκε πολύ στη ζωή του και τον ξέχασαν. Ο Μάρκος "μεσουράνησε", γιά τα ελληνικά δεδομένα και του δόθηκαν οι ευκαιρίες να δώσει ότι είχε να δώσει. Κάποια μέρα άρχισε η κάμψη και ξεπεράστηκε. Μπορεί να μη τα κατάφερε να πάει στην Αμερική και στο Hollywood (...), ικανοποιήθηκε όμως. Ακόμα και στο Hilton (σιγά τα ωά...) είχε την "ευκαιρία" να παίξει, κι εκεί ήταν η πρώτη και η τελευταία φορά που τον είδα (τι ειρωνεία...).

Η παραπάνω πεντάδα όμως; Η Ρίτα Αμπατζή (βλ. elkibra-Ritaabadzi.blogspot.com) πρέπει να τυραννίστηκε με τον καρκίνο (που της έδινε πρώιμα σημάδια αλλά, ίσως, να μη τα πρόσεξε, να μη τα ερμήνευσε σωστά). Αυτή η γυναίκα με τη βραχνά καμπανιστή φωνή που ξεθώριασε, ... ακούστε το "Πιπίνι" που πρέπει να είναι από δίσκο 45άρι, κάπου στις αρχές της δεκαετίας του ΄50. Το Ριτάκι χαιρετάει, ακόμα μιά φορά (η τελευταία;) τον εαυτό της μ΄ένα "Γειά σου Ρίτα, ποτέ να μην πεθάνεις!". Τους ανθρώπους δε πρέπει να τους εκτιμούμε μόνο στη λάμψη τους, αλλά κι όταν θαμπώνουν

http://www.fileden.com/files/2008/6/6/1947074/To%20pipini.mp3

Η Φωφώ (Σοφία Καρίβαλη) Αμπατζή τραγούδησε λίγο, αποσύρθηκε, σιώπησε (δείτε την στο http://elkibra-sofiaabdzi.blogspot.com/

Ο Νούρος ήταν μιά πολύ ιδιότυπη περίπτωση και δε μου βγαίνει απ΄το μυαλό ότι ήταν πολύ μοναχικός άνθρωπος (elkibra-Nouros.blogspot.com)

Ο Γρηγοράκης ο Ασίκης, που έχει περάσει η επιπόλαιη άποψη ότι έγραφε μελαγχολικά τραγούδια (έκανε ΚΑΙ αυτό), ενώ ήταν γεμάτος χυμούς, ερωτικός και ειρωνικός, έπεσε κι αυτός στ΄αζήτητα, ενώ είχε πολλά ακόμα να προσφέρει. Ποιός είναι ο Γρηγοράκης ο Ασίκης; (βλ. http://elkibra-rebetiko.blogspot.com/2008/01/little-richard.html)

H Μαρίκα Φραντζεσκοπούλου (http://elkibra-rebetisses.blogspot.com/search?q=%CE%9C%CE%B1%CF%81%CE%AF%CE%BA%CE%B1+%CE%A6%CF%81%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B6%CE%B5%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%80%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%BF%CF%85), μονάχα από ένστικτο και αυτό που εκπέμπουν οι φωτογραφίες της, μου δίνει την εντύπωση μιάς δυνατής και στέρεας γυναίκας, αγνοώ όμως τα υπόλοιπα.

Και το λαμπερό διαμάντι, η Μαρίκα Καναροπούλου...(http://elkibra-rebetisses.blogspot.com/2008/03/blog-post_7179.html). Αυτή η γυναίκα, πάλι δίχως να ξέρω λεπτομέρειες, έφυγε από τη δύσκολη χώρα μας και έζησε γιά χρόνια στις ΗΠΑ που, όπως και να το κάνουμε, φυσάνε πάντα φρέσκοι αέρηδες...

Εσείς λοιπόν που είστε συγγενείς των παλιών, μπείτε στην περιπέτεια να μάθετε γιά τον δικό σας άνθρωπο, πρώτα γιά το δικό σας το χατίρι. Ρωτείστε τους μεγαλύτερους στην ηλικία συγγενείς σας, να σας πουν τι θυμούνται. Είναι κρίμα να σβήνονται τα ίχνη από ζωές. Μαζέψτε το υλικό σας γιά τα παιδιά σας και, αν κρίνετε ότι το θέλετε, επεξεργαστείτε το και φτιάξτε ένα blog αφιερωμένο στο πρόσωπο αυτό. Βάλτε φωτογραφίες, ότι άλλο θέλετε και, ΒΓΑΛΤΕ ΤΟ ΣΤΟ ΦΩΣ!

Η "απολύμανση" του ρεμπέτικου και ο σεβασμός - (διάφορα που φαίνονται παραληρηματικά (;)...)



Τα παρακάτω μπορεί να βιωθούν σα συντηρητικές κουβέντες. Αν η σοβαρότητα και ο σεβασμός είναι συντηρητικές έννοιες τότε ναί, είναι.

Μιά και στην προηγούμενη (αμέσως από κάτω) ανάρτηση αναφέρθηκε ο όρος επικοινωνιακός, ας πούμε δυό λόγια παραπέρα.
Ο όρος είναι όμορφος, το κάθε τι είναι όμορφο, όπως και το θαύμα της ζωής αλλά, εξαρτάται πως το χρησιμοποιούμε και ποιός το κάνει.

Τους ανθρώπους πρέπει να τους σέβεται κανείς, ιδιαίτερα όταν είναι "ξεστρατισμένοι". Εξηγούμαι, γιατί το επίθετο χρειάζεται απολύμανση.

Ξεστρατισμένος, γιά μένα, είναι κάποιος που οι αντικειμενικές και οι προσωπικές συνθήκες τον υποχρέωσαν/έσπρωξαν να βγει έξω απ΄τον κύριο κορμό της ζωής, να υιοθετήσει άλλες συμπεριφορές και πρακτικές, να είναι αυτοκαταστροφικός, να δημιουργεί κόντρες και επεισόδια που δεν οδηγούν πουθενά. Όλ΄αυτά και πολλά άλλα, όταν βρεθεί ανάμεσα σε όμοιούς του, καθαγιάζονται και γίνονται modus vivendi (τρόπος ζωής). Κάπως έτσι θα μπορούσαμε, πρόχειρα, να ορίσουμε τους "ρεμπέτες", μάγκες κλπ., κλπ. εκείνης της εποχής. Οι άνθρωποι αυτοί όμως, όπως κι όλοι οι άνθρωποι, γίνονταν αρνάκια, όταν τους μεταχειριζόσουνα με σεβασμό.

Σήμερα, στο 2009, το να πιάνει κανείς μπροστά σε κοινό θέματα που έχουν να κάνουν με το "ρεμπέτικο" και να χρησιμοποιεί φρασεολογία δήθεν μαγκίτικη, θεωρώ πως είναι, το λιγότερο, γελοίο. Ο λόγος που μιλάμε γι αυτά τα θέματα μπροστά σε κοινό είναι, κύρια, γιά να εξηγήσουμε πόσο η ιστορία αυτή είναι διαστρεβλωμένη. Είναι γιά να "απολυμάνουμε", ν΄απομυθοποιήσουμε, να διαλύσουμε τα πέπλα υποκρισίας,. Είναι γιά να σύρουμε ΄παράλληλες ανάμεσα στο τότε και το σήμερα, γιά να θυμίσουμε ότι ο πανικός και η εθελοτυφλία μπροστά σε θέματα σαν, γιά παράδειγμα, αυτό του χασισιού, δεν είναι παρά ένα προπέτασμα καπνού, όταν δε παρουσιάζονται ποτέ αξιόπιστες στατιστικές γιά το πόσο μεγάλο κομμάτι του πληθυσμού στέκεται στα πόδια του με αντι-καταθλιπτικά σκευάσματα, το σκοτεινό ρόλο του κυκλώματος των γιατρών κλπ., κλπ.

Όταν παραβλέπουμε τέτοια και προσπαθούμε να παίξουμε τους "μάγκες του γλυκού νερού", ενώ σκοπός μας είναι να κάνουμε τις/τους άλλες/ους ν΄αγαπήσουν το "ρεμπέτικο", πετυχαίνουμε ακριβώς το αντίθετο αποτέλεσμα. Μπορεί να τους κάνουμε να γελάσουν/χαμογελάσουν μ΄αυτά τα περίεργα που λέμε, μας βρίσκουν όμως γραφικούς.

Δεν έχει σημασία ποιό και πως είναι το κοινό, δε μπαίνουμε σε τέτοιους λαβύρινθους. Το οποιοδήποτε κοινό είναι σεβαστό γι αυτό που είναι και οι πελάτες έχουν πάντα δίκηο. Προφανέστατα, δεν είναι καθόλου έτσι, αλλά το να το πεις ή να το δείξεις προβοκάροντας, είναι ανώφελη και λανθασμένη τακτική.

Είναι απείρως προτιμότερο, όταν θα φύγουν να αναρωτιούνται, "πως αυτός ο σοβαρός άνθρωπος ασχολείται με κάτι τόσο "παρακατιανό", παρά να σε θεωρήσουν κωμική και γραφική φιγούρα, ακόμα κι αυτό σήμερα "πουλάει" και θα τους κάνει να ξανάρθουν...

Το να αυτοϊκανοποιείται κανείς με την άποψη "το ρεμπέτικο είναι αυτό που είναι και όσες/οι δε καταλαβαίνουν είναι θύματα", είναι μιά τυφλά εγωιστική άποψη και δεν έχει αντίκρυσμα. Απλά, αυξάνει την προκατάληψη γι αυτή την ιστορία.

Ίσως αναρωτηθήκατε, με αφορμή τι, γράφτηκαν όλα τα παραπάνω; Ας αφήσουμε τη απορία να πλανάται...

Δευτέρα, 27 Απριλίου 2009

Σταύρος Παντελίδης - "Στης Σμύρνης τα περίχωρα"

Σταύρος Παντελίδης - Βόλος 1926

Ένα πολύ σημαντικό βιβλίο (εκδ. "Τρόπος Ζωής") του Βασίλη Πετρόχειλου, καθηγητή μουσικής και εγγονού του συνθέτη. Μέσα εκεί, μέσα από μιά συστηματική εργασία, θα πάρετε μιά εικόνα του πως λεηλατούνται οι μαλακοί άνθρωποι από τους αδίστακτους...





Το τραγούδι που ακούτε έχει τίτλο "Σμύρνη με τα περίχωρα" (1930), είναι του πολύ σημαντικού, ξεχασμένου και κατακλεμένου Μικρασιάτη συνθέτη Σταύρου Παντελίδη (1891-1956) και τραγουδάει η υπέροχη Γεωργία Μηττάκη

Σάββατο, 25 Απριλίου 2009

Μεγάλες "κυρίες" και άλλες αηδίες...



Από πολλά χρόνια, μέσα στην πλήρη έλλειψη φαντασίας των μετριοτήτων που κυριαρχούν, χρησιμοποιείται ο όρος "μεγάλη/πρώτη κυρία του ελληνικού τραγουδιού". Ήδη το 1977, στο "εγκυρότατο" περιοδικό λαϊκής κατανάλωσης ΝΤΟΜΙΝΟ, έγραφε κάποιος εξυπνάκιας : "Πολλές λαϊκές τραγουδίστριες διεκδικούν τον τίτλο της αρχοντορεμπέτισσας, αλλά η Ιωάννα Γεωργακοπούλου είναι η πρώτη που ανέβηκε σε λαϊκό πάλκο (σημ. elkibra.: τι μου λέτε, αλήθεια; Ώστε αυτή ήταν η πρώτη;) και οπωσδήποτε μιά γνήσια λαϊκή ερμηνεύτρια..."

Τα τελευταία χρόνια ο όρος επεκτάθηκε στο ρεμπέτικο. Η Νίνου θεωρείται η Μεγάλη κυρία του ρεμπέτικου και τώρα οι "κυρίες" γίνονται όλο και περισσότερες...

Εκτός από ραγιάδικο, συμπλεγματικό και δουλοπρεπές, είναι κι ένα παιχνίδι που παίζεται με τις γυναίκες. Αυτές, κατά κανόνα, δε παίρνουν είδηση και επιπλέον, κολακεύονται κιόλας, τις αρέσει να τις λένε έτσι.

Είναι χαρακτηριστικό ότι κανείς δε θα τολμούσε να χαρακτηρίσει κάποια αρσενική φίρμα σα τον "Μεγάλο κύριο του ελληνικού τραγουδιού". Δε πάει, φαλτσάρει. Που ξέρετε όμως, τίποτα δεν αποκλείεται.

"Μάρκος Βαμβακάρης, ο Μεγάλος Κύριος του πειραιώτικου ρεμπέτικου".
Πώς σας ακούγεται;

"Αηδία γιά την απουσία αηδίας" ή η πορνογραφία του μπουζουκιού...



Δείτε αυτό:
http://es.youtube.com/watch?v=dLyAGFC5Huw&feature=related

"Η ίδια η εξουσία θεμελιώνεται ευρέως στην αηδία. Όλη η διαφήμιση και ο πολιτικός λόγος είναι μιά δημόσια ύβρις προς τη νοημοσύνη και το λογικό, μιά ύβρις όμως στην οποία συμμετέχετε και εσείς, ένα ευτελές εγχείρημα σιωπηλής αλληλεπίδρασης. Πάνε οι τακτικές της απόκρυψης, σήμερα μας κυβερνούν με όρους ανοιχτού εκβιασμού. Το πρότυπο αυτού του πράγματος ήταν ο περίφημος τραπεζίτης που έλεγε στο βρικόλακα που είχε απέναντί του: "Τα χρήματά σας μας ενδιαφέρουν". Εδώ και δέκα χρόνια το άσεμνο έμπαινε στα ήθη ως στρατηγική διακυβέρνησης. Είπαν πολλοί: να μιά πολύ κακή διαφήμιση,με την επιθετική αδιακρισία της. Απεναντίας όμως, ήταν μιά διαφήμιση προφητική, που προεξοφλεί όλο το μέλλον των κοινωνικών σχέσεων, επειδή κινείται ακριβώς προς την αηδία, προς τη λαγνεία και το βιασμό. Το ίδιο ισχύει και γιά τη διαφήμιση της πορνογραφίας και της διαστροφής: κινείται προς την αναισχυντία και την ακολασία, σύμφωνα με μιά στρατηγική του βιασμού και της δυσφορίας. Σήμερα μπορείς να σαγηνέψεις μιά γυναίκα λέγοντάς της: "Το σεξ σου με ενδιαφέρει". Αυτή η αναίσχυντη μορφή θριαμβεύει και στην τέχνη: η σωρεία των τετριμένων κατασκευασμάτων που συναντούμε σ΄αυτήν ισοδυναμεί με μιά απόφανση του τύπου: "Η πνευματική σας ανεπάρκεια, το κακό σας γούστο μας ενδιαφέρουν". Και υποχωρούμε σ΄αυτόν τον συλλογικό εκβιασμό, σ΄αυτή την επιτήδεια ένεση κακής συνείδησης.

Είναι αλήθεια επίσης ότι τίποτα πιά δε μας αηδιάζει αληθινά. Στην εκλεκτική μας κουλτούρα, που αντιστοιχεί στην αποσύνθεση και τον συμφυρμό όλων των άλλων,τίποτα δεν είναι απαράδεκτο και γι αυτό η αηδία μεγαλώνει, η λαχτάρα να ξεράσεις αυτόν τον συμφυρμό, αυτή την αδιαφορία του χειρότερου, τον κολλώδη χαρακτήρα των αντιθέτων. Αυτό που μεγαλώνει στον ίδιο βαθμό είναι η αηδία γιά την απουσία αηδίας. Ο αλλεργικός πειρασμός να τα απορρίψεις όλα μαζί, η μέθη ήπια, ο υπερσιτισμός ήπια, η ανοχή, ο εκβιασμός γιά συνεργία και συναίνεση.
Δεν είναι τυχαίο που είναι τόσο ζήτημα ανοσίας, αντισωμάτων, μοσχεύματος και απόρριψης. Σε μιά φάση ένδειας σε απασχολεί να απορροφάς και να αφομοιώνεις. Σε μιά φάση αφθονίας το πρόβλημα είναι να απορρίπτεις και να αποπέμπεις. Η γενικευμένη επικοινωνία, η υπερπληροφόρηση απειλούν όλες τις ανθρώπινες άμυνες.Ο συμβολικός χώρος, ο νοητικός χώρος της κρίσης δεν προστατεύεται πιά από τίποτε. Όχι μόνο δεν μπορώ να αποφασίσω τι είναι ωραίο και άσχημο, τι είναι πρωτότυπο και τι όχι, αλλά ακόμη και ο βιολογικός οργανισμός δεν μπορεί πιά να αποφασίσει τι είναι καλό και τι κακό γι αυτόν. Στην κατάσταση αυτή, το κάθε τι γίνεται κακό αντικείμενο, και η μόνη άμυνα είναι αυτή της ψυχοκάθαρσης και της απόρριψης.
Το ίδιο το γέλιο είναι τις περισσότερες φορές μιά ζωτική ψυχοκάθαρση απέναντι στην αηδία που μας προκαλεί μιά κατάσταση ανάμιξης ή τερατώδους συμφυρμού. Ξερνούμε την αδιαφορία, την ίδια στιγμή όμως μας γοητεύει. Μας αρέσει να τα ανακατεύουμε όλα, την ίδια στιγμή όμως αυτό μας απωθεί. Ζωτική αντίδραση με την οποία ο οργανισμός διατηρεί τη συμβολική του ακεραιότητα, ακόμα και με τίμημα την ίδια τη ζωή του (απόρριψη του μοσχεύματος της καρδιάς). Γιατί να αρνούνται τα σώματα την αδιάφορη ανταλλαγή οργάνων και κυττάρων; Και γιατί αυτά τα δεύτερα αρνούνται, στην περίπτωση του καρκίνου, τη λειτουργία που τους αποδίδουν;"...


JEAN BAUDRILLARD - H διαφάνεια του κακού - Δοκίμιο πάνω στα ακραία φαινόμενα

Παρασκευή, 24 Απριλίου 2009

Νεαρό φως...

"Ζεϊμπέκικος" 8 - Κώστας Λαδόπουλος, 2008

"...η επιμονή σου να μας θυμίζεις κάθε τόσο ότι δεν αναφέρεσαι στο παρελθόν αλλά στο παρόν και το μέλλον μου θύμισε ένα πάρα πολύ ωραίο βιβλιαράκι που διάβασα πρόσφατα, λέγεται all that is solid melts into air - the experience of modernity του marshall berman...".
κακοφωνίξ
Δε ξέρω κατά πόσο απαντάω στον Κακοφωνίξ. "Μάλλον, απαντάς στον εαυτό σου", μπορεί να μού΄λεγε ένας ψυχαναλυτής. Αν είναι έτσι, το κάνω γιατί η σχέση παρελθόντος, παρόντος και μέλλοντος αφορά την/τον καθεμιά/ένα, όπως και ο τρόπος ενασχόλησης με το παρελθόν, και όπως το κατρακύλισμα με την όπισθεν και ο τουρισμός στις αναμνήσεις.
Ναι, Κακοφωνίξ, έτσι κάνω. Μιά και μπήκα σ΄αυτή την ιστορία με τα blogs νιώθω πως θέλω να φροντίζω αυτές/ούς που μου κάνουν την τιμή να διαβάζουν τα κειμενάκια μου. Πρώτα τους νέους ανθρώπους κι αμέσως μετά τους μεγαλύτερους.
Προφανώς όμως μεταφέρω κάποιο φόβο μη μου βάλουν την ετικέτα ότι παρελθοντολογώ. Σκεφτόμουνα χτες ότι είναι, ίσως λάθος ("επικοινωνιακά") να ξεκινάω το γραφτό "Το ρεμπέτικο και τα χρώματα" αναφέροντας το νόμο περί λογοκρισίας του Μεταξά. Ποιός ασχολείται μ΄αυτό και σε τι αφορά έναν νέο άνθρωπο; Γιά να πάμε σε κάτι άλλο, σε τι αφορά την/τον οποιαδήποτε/ονδήποτε ότι ο... (δε θυμάμαι τ΄όνομά του και βαριέμαι να ψάχνω), πήρε απόφαση, επί Βυζαντίου, ότι η ορθόδοξη εκκλησιαστική λειτουργία δεν επιδέχεται χορωδιακή μουσική; Υπάρχει σωρεία τέτοιων περιπτώσεων που αποφασίστηκαν κάποτε, ζούμε μ΄αυτές, μας επηρρεάζουν, άμεσα ή έμμεσα, και κανείς δε σκέφτεται ή δε τολμά να τις βάλει υπό ερωτηματικό και, πολύ περισσότερο, να τις καταργήσει.
Θυμάμαι πάντοτε τη μεγαλοφυή (στη συμβολική της σημασία) κίνηση του Μεγαλέξαντρου να κόψει με μιά σπαθιά το Γόρδειο Δεσμό και, τη δρομέα Πατουλίδου που είπε, σε κοινή θέα, "γιά την Ελλάδα, ρε γαμότο" και "φραπ", το γαμότο απομυθοποιήθηκε και άρχισε να χρησιμοποιείται στον επίσημο γραπτό λόγο.
Κάτι είπα στην κόρη μου, εδώ στη Σουηδία, κάτι γιά την ανάγκη των ανθρώπων να επικοινωνούν πρόσωπο με πρόσωπο και όχι μόνο μέσω του τηλεφώνου ή του computer και μου είπε, "ναι, αλλά τώρα είναι άλλοι καιροί". Δίκηο είχε απ΄τη μιά, ολοκληρωτικά άδικο απ΄την άλλη. Οι ανάγκες της ανθρώπινης μηχανής είναι σταθερές και δεν αλλάζουν αλλά, αν δε γνωρίζουμε καλά κάτι, δε μας λείπει... Ωστόσο, η επόμενη κίνησή της ήταν να κόψει το πάρε-δώσε με το Facebook (ενώ εγώ συνεχίζω...)
Ξέρω λοιπόν πως είμαι ο μοναδικός που αντιμετωπίζω, όπως κάνω, αυτό που λέμε "ρεμπέτικο" ("τραγούδια του θώρακα", όπως τα λέω ΄γω). Διάλεξα να μην είμαι "αποθηκάριος", "αρχειοφύλακας", φανατικός γενήτσαρος και, δεν είμαι ερευνητής με "λευκά γάντια". Ψάχνω να κλίνω (μ΄αρέσει πολύ αυτή η μικρασιάτικη έκφραση, "κλίνε με τα μένα") με ανθρώπους που έχουν παρόμοια διάθεση, να πούμε καινούρια, νεαρά πράγματα και, αν είναι δυνατό, να δημιουργήσουμε μαζί. Καινούρια πράγματα που να έχουν σα αρχή το ότι,
οι παλιοί κάναν ότι κάναν. Εμείς ακούσαμε τις δημιουργίες τους, τις λατρέψαμε και τώρα, με την απόσταση του χρόνου, την ωριμότητα, τη μελέτη, τις συγκριτικές μεθόδους και, πριν απ΄όλα, ελεύθερο πνεύμα και φαντασία, είμαστε σε θέση να εκφέρουμε γνώμες και να δώσουμε ορισμούς σε πράγματα που αυτοί/ές δεν είχαν λόγο να το κάνουν, ούτε και μπορούσαν.
Κύρια, προσπαθώ να μη πέφτω μέσα στις λίμνες της αηδίας. Δείτε αυτό:
Αυτός που τό΄φτιαξε, πήρε ένα τραγούδι φτιαγμένο "κατόπιν εορτής" του πονηρού Γενήτσαρη και το έντυσε μ΄ένα "φιλμάκι" που δείχνει ένα τραγικό "κουτσαβάκι" (ο Μουστάκας είναι;). Όχι πως δεν υπήρχαν και τέτοια. Η αγορά είχε όλων των ειδών τα φρούτα. Ο εστιασμός όμως, μ΄αυτό τον τρόπο, είναι η προέκταση της αφελούς σαχλαμάρας του τρόπου που είδε το θέμα ο ελληνικός κινηματογράφος. Οι "καπελωμένοι" (και με τις δυό σημασίες του επιθέτου) μουσικοί που παρουσιάζονται στα κανάλια, θα περίμενε κανείς να περπατούν έτσι, όταν σηκώνονται απ΄την καρέκλα τους...
Η επιμονή μου λοιπόν, έχει σα βάση όλα τα προηγούμενα. Είναι μιά προσπάθεια να πείσω ότι το θέμα δεν είναι μουσειακό, να ρίξω μες τις φλέβες του καθαρό οξυγόνο και να τραβήξω απρόσμενες παράλληλες, ανάμεσα σε πράγματα που, φαινομενικά, δε φαίνονται να έχουν καμιά σχέση μεταξύ τους. Με αναρχική και παραληρηματική οπτική. Γιατί η ανάμειξη του φάντη με το ρετσινόλαδο, μπορεί να δώσει ένα νέο, εκρηκτικό μείγμα...

Γιά τη Μαρίκα Καναροπούλου

Καθώς τουμπάρει ανάποδα η νύχτα σου, Μαρίκα,
φωσφορικά χταπόδια απλώνοντας στον ουρανό.
Υψώνεται η πάλλουσα φωνή σου
κι οριστικά διαιρεί το υπόλοιπο στα δυό.
Ένα η άδεια παρουσία σου
κι ένα γιά τα δυό σου κεντημένα πασουμάκια.
Τότε, παύει να ξεχωρίζει το άσπρο φως από το μαύρο,
το 1914 από το 1990.
Γέρνουν τα μαύρα μάτια σου
και η ψυχή σηκώνεται ανάλαφρη,
γυρίζοντας εκεί που ανήκει.

Πέμπτη, 23 Απριλίου 2009

Η σχιζοφρένεια με την Ανατολή...



Είναι πολύ λογικό να σκεφτεί κανείς πως ο στραγγαλισμός, από τον Μεταξά, της μουσικής των Ελλήνων Μικρασιατών (πολύ τούρκικο μύριζαν...) δεν είχε μόνο, κατανοήσιμους, πολιτικούς λόγους . Πρόσφατο τραύμα της ήττας, ψυχολογικός ελιγμός, προσανατολισμός της χώρας στη Δύση, εθνικά κόμπλεξ (τι θα πούν οι ξένοι...), συναισθηματική υπερφόρτωση από τον ερχομό τόσων προσφύγων κτρ.
Σ' ένα άλλο επίπεδο και από διάφορες πλευρές, πρέπει να ήταν και το "φύγετε εσείς, να μπούμ' εμείς", σ' ότι αφορά το τοπίο της δισκογραφίας. Το αστείο είναι πως, μετά από λίγο, ξανάρχισε μιά "θολή", "τεχνητή", στο όνομα του αφηρημένου εξωτισμού, παραγωγή τραγουδιών με μιά "νοσταλγία"-"απόδραση" στην Ανατολή, γενικά και αόριστα. ΟΧΙ ΤΟΥΡΚΙΑ, αλλά ΑΝΑΤΟΛΗ(...). Μαχαραγιάδες, καραβάνια, χαρέμια, Αραπιά με σαμπάνιες(...), μιά σειρά από σαχλεπίσαχλα ανατολικοφανή ονόματα (Μακμπουλέ, Σεράχ κ΄Σια), κορμιά λυγερά "φλογοβόλα"και, γιά επιπλέον καρυκεύματα, λίγος Βόσπορος, λίγη Προύσσα κλπ. και, άντε πάλι απ' την αρχή πλην, παιγμένα με μπουζούκια.
Ο Βασίλης Τσιτσάνης που δε του άρεσαν τα μικρασιάτικα, άρχισε σωρηδόν την παραγωγή "εξωτικών" και ακολούθησαν οι "παρατρεχάμενοι". Εκεί, δεν υπήρχε καμιά αντίρρηση, κάθε άλλο. Όταν όμως μπήκε και η Ινδία στο τοπίο ε, εκεί σηκώθηκαν οι σημαίες της "Ελληνικότητας". Ε, όχι και Ινδία...

Τρίτη, 21 Απριλίου 2009





Το ρεμπέτικο και τα χρώματα


Ίσως ξενίζει ότι βάζω πολλά χρώματα στα κείμενά μου. Αυτά που χρησιμοποιούνται, συνήθως, σε σελίδες γιά το ρεμπέτικο είναι θλιμένα, μπεζ νερουλά και απρόσωπα (σαν αυτά που φοράνε πολλές μουσουλμάνες γυναίκες που θέλουν να διαφεύγουν της προσοχής) και καφέ που θυμίζουν εκείνους τους τραγικούς καπλαμάδες στα έπιπλα των σαλονιών και στσι κρεβατοκάμαρες. Αυτά τα τραγικά έπιπλα που αντικατάστησαν τα παλιά, μετά τον εμφύλιο. Το πιό τραγικό είναι ότι υπάρχουν ακόμα αραδιασμένα σε μαγαζιά λαϊκών προαστείων, σ' όλη τη χώρα. Το καφέ, μου θυμίζει κακά και μίζερα γερατειά. Γιατί παρασύρθηκα κι εγώ και, τον τελευταίο καιρό, χρησιμοποιώ καφέ χρώμα γιά τους τίτλους των κειμένων του blog; Λάθος μου! Καφέ υπάρχουν βέβαια πολλών ειδών. Γλυκά, ζεστά, μέτρια, νερόβραστα, αποπνέοντα τσίκνα, δήθεν σοβαρότητα κλπ.

Το ρεμπέτικο δεν είναι παλιό γιά να το ντύνουμε στα καφέ και στα αηδιαστικά μπεζ.

Τα γνήσια ρεμπέτικα είναι τραγούδια της νεότητας. Γιά νέους ανθρώπους γράφτηκαν, κυρίως.
Ιδιαίτερα τα μικρασιάτικα, ως το 36 οπότε και φιμώνονται, φεγγοβολούν από χρώματα.
Ακόμα και οι Ελλαδίτες που τα πλησίασαν και έπαιξαν μαζί όλους εκείνους τους καταπληκτικούς μουσικούς και τραγουδιστές, μέθυσαν κι αυτοί και χρωματίστηκαν. Θεωρώ πως τα χρώματα κράτησαν μέχρι και τον Μπάτη, το Δελιά και τον Μπαγιαντέρα, στο πρώιμο πειραιώτικο ρεμπέτικο. Μετά, άλλαξε το πράμα. Όταν ξεκίνησε ο Τσιτσάνης, επέβαλλε μια άλλη χρωματική γκάμα.

Το ρεμπέτικο δεν είναι γερασμένο.
Δε πρόλαβε να γεράσει. Προσπάθησαν να το γεράσουν, οι βλακείες των πολιτικών μας, βλακείες διαφόρων ιδεολογιών, οι φανατισμοί των ηλιθίων, η έρπουσα πλαστή "αξιοπρέπεια", το "comme il faut", της δήθεν αστικής τάξης και των ακόμα πιό φουκαράδων μιμητών της, ακόμα και ο συντηρητισμός κάποιων ανθρώπων μέσα στο ρεμπέτικο που είναι "κολλημένοι", ως και σήμερα. Αυτό όμως τους την έσκασε. Προτίμησε να πεθάνει, αντί να γίνει νερόβραστη σούπα. Παρέδωσε την υπόθεση στον μακρινό μου ημι-συγγενή Γ. Νταλιανίδη που έφτιαξε μιά αυλή κωμικοτραγικών κλόουν που χόρευαν συρτάκι, χασάπικα και ζεϊμπέκικα σε περιβάλλον φωτισμένων καπλαμάδων, κάτι παραπλήσιο (με νέα όμως, "μοντέρνα" υλικά) με τα περιβάλλοντα που χτίζουν οι "καλλιτέχνες" του ΑΝΤΕΝΑ κ' ΣΙΑ...

Το 1948, όταν τα παλιά χρώματα είχαν σβήσει, μέσα στον πολυεπίπεδο χαμαιλέοντα Σπύρο Περιστέρη που είχε περάσει αλλού και δεν εξαφανίστηκε, ανάβει ένα μικρό καθρεφτάκι. Πετάει στην αγορά μιά εκπληκτική σύνθεση, σαν επιθανάτιο σπασμό των παλιών μικρασιάτικων, με την πενηντάρα πιά Ρόζα Εσκενάζι που δε λέει να το βάλει κάτω. Μιλάω γιά το τραγούδι "
Τα δικά σου σφάλματα". Eκεί, το βιολί κάνει κάτι απερίγραπτα σύγχρονο, ζωντανό, ρωμαλέο. Ακούστε το και θα με θυμηθείτε.

http://www.fileden.com/files/2008/6/6/1947074/Ta%20dika%20sou%20sfalmata%20%281946%29%20Roza.mp3

To ρεμπέτικο μπορεί να υποκρίνεται πως πέθανε, αλλά ζει κάτω απ' το δέρμα μας.

Δευτέρα, 20 Απριλίου 2009

MOΥΣΙΚΗ ΠΑΤΡΙΔΟΓΝΩΣΙΑ - Οι πρόσφυγες του τότε και οι νέοι του σήμερα...



Όταν ήμουνα στα 17 μου και άκουγα κλαρίνα, αναγούλιαζα. Όταν, αργότερα, άκουγα τους εγάτες στις οικοδομές να ξελαρυγγίζονται τραγουδώντας Καζαντζίδη, ένιωθα πως καθόλου δε μ' αφορούσε. Εγώ ήθελα rock κι ένα ζευγάρι αμερικάνικα παππούτσια του μπάσκετ, μάρκας Αll Star. Πουλιόντουσαν όμως μόνο στο PX, της,τότε αμερικάνικης βάσης στην Αθήνα, και πρόσβαση δεν είχα. Μεγάλη η δυστυχία μου...
Είχα κι ένα πατέρα Μικρασιάτη, Σμυρνιό που δούλευε στην Mobil Oil Ελλάς και, ναι μεν, τη δούλευε αλλά δε μού'πε ποτέ τίποτα για όλ' αυτά που είχαν συμβεί το '22. Ήταν πολύ μικρός βέβαια όταν έφυγε από κει, αλλά ούτε και το υπόλοιπο σόι του μου ανέφεραν κάτι, ούτε τραγουδούσαν ποτέ όλ' αυτά που εγώ, κατοπινότερα, ανακάλυψα. Μόνο ένας παππούς που πήρα τ' όνομά του, καθόταν με το μεγάλο όγκο του αμίλητος σε μιά καρέκλα, κάτω από μιά τυπική τρισάθλια πολυκατοικία. Καθόταν και κοιτούσε, μιά τους πελάτες που μπαινοβγαίναν στο διπλανό μπακάλικο, μιά τη σκοτεινή, βουλιαγμένη βυζαντινή εκκλησούλα, δίπλα στην πολυκατοικία, μιά τα φωσάκια της Πάνω Πόλης της Θεσσαλονίκης που αναβόσβηναν...

Μέσα στο σπίτι τώρα, ακούγονται οι υπέροχες φωνές της Ρίτας Αμπατζή, της Ρόζας, του Βαγγελάκη Σωφρονίου, του Αραπάκη, του Καρίπη, του Νταλκά...

Τι μπορεί να πει κανείς στα νέα παιδιά γι αυτές τις φωνές, γι αυτούς τους ανθρώπους, γι αυτές τις μουσικές; Τίποτα. Στην παρούσα φάση, τουλάχιστο. Αρκεί που τ' ακούν από το άλλο δωμάτιο και, με κάποιο τρόπο, εγγράφονται στη μνήμη τους. Όταν εμείς δε θα υπάρχουμε κι αυτά φτάσουν σε μιά ηλικία που θ' αρχίσουν να "ξελαχανιάζουν", θ' αρχίσει και το δικό τους το μυαλό να γυρίζει προς τα πίσω. Η μνήμη θ' ανοίξει τα κλειστά της δωμάτια και αν τα "ίχνη" (CD's και κασέτες στην περίπτωσή μας) υπάρχουν και παίζουν ακόμα, ίσως τότε τ' ακούσουν, αρχίζοντας ν' ανασκαλίζουν στο παρελθόν και στο παρελθόν τους. Στην παρούσα όμως στιγμή, τί να πει κανείς; Ίσως "βοηθάει" να τους βάλουμε ν' ακούσουν ένα τραγούδι του
Βαγγελάκη Σωφρονίου κι αμέσως μετά, κάτι σαν εκείνο το τραγούδι του Νίκου Καρβέλα που λέει "μη την ψάχνεις αλλού, μιά είν' η λύση, τα λεφτά, το φαϊ και το γαμήσι"... Γιατί και μόνο να τους πεις "εμένα ο πατέρας μου..." εκτοξεύεσαι στα μάτια τους κάπου μακριά, σ' ένα μακρινό, θολό και άγνωστο παρελθόν. Αν τους πεις ότι η επιβολή λογοκρισίας του '36 από τον Μεταξά επηρρεάζει ακόμα την καθημερινή τους ζωή και τον τρόπο σκέψης, τη μαυρίλα που απλώνεται στα blogs τους, θα σε κοιτάξουν παραξενεμένα, μη καταλαβαίνοντας τι τσαμπουνάς. Ο νόμος εκείνος όμως ήταν μιά απ' τις τελευταίες και αποφασιστικές λίθους που απομόνωσαν σε μιά αεροστεγή κατασκευή κάθε τι που "ανατόλιζε". Bέβαια, η Ανατολή και οι μουσικές της δε φυλακίζονται. Είναι πάντα πεισματικά ζωντανές γιά να ξελογιάζουν τους ανθρώπους, γιά να τους φέρνουν κοντά στο βάθος του εαυτού τους. Κι έτσι, όλο και περισσότεροι νέοι άνθρωποι τις πλησιάζουν, γιά να μη μιλήσουμε γιά τους "άλλους/ες" που θεωρούν εαυτούς σύγχρονους δυτικούς πολίτες και διασκεδάζουν με τσιφτετέλια.

Παρενθετικά, αν λέγαμε πως, η επιβολή της λογοκρισίας και ο στραγγαλισμός της μουσικής που έφεραν οι πρόσφυγες έκανε πολλούς, πάρα πολλούς, να βγάλουν στεναγμούς ανακούφισης, θα ακουστεί αιχμηρό; Εννοώ, μέχρι Βαμβακάρη, Τσιτσάνη κλπ. Κάπου βέβαια μπορεί κανείς να το καταλάβει. Οι Μικρασιάτες μουσικοί, συνθέτες, τραγουδιστές/τριες νέμονταν το δισκογραφικό τοπίο, ήταν ιδιαίτερα ικανοί και σπουδαγμένοι μουσικά, σε αντίθεση με τους άλλους. Είχαν, ακόμα, ασυναγώνιστες φωνές. Τα τραγούδια τους όμως ήταν "κολλημένα" σε μιά θεώρηση ζωής που δεν ανανεωνόταν, ή καλύτερα, δε πρόλαβε να το κάνει. Η Ελλάδα χρειαζόταν, μετά τα αλλεπάλληλα χαστούκια, να ξεχάσει, να ξεδώσει με άλλο τρόπο, να απωθήσει. Βλέπουμε όμως ότι αυτό το "θάψιμο" των Μικρασιάτικων, συνεχίζει, με κάποιο τρόπο, ως και σήμερα. Ο κόσμος μιλάει, τραγουδάει τα κατοπινότερα ρεμπέτικα, οι νέοι παίζουν και μερακλώνονται με Βαμβακάρη κι εδώθε. Ποιός/ά μιλάει, τραγουδάει, παίζει ή κάνει ένα αφιέρωμα, γιά παράδειγμα, σε μιά μεγάλη τραγουδίστρια όπως η Ρίτα Αμπατζή; Η Ρίτα, η Ρόζα και μιά σειρά από άλλες τραγουδίστριες ήταν του ίδιου εκτοπίσματος με ονόματα που προσκυνιούνται όπως, Ella Fidgerald, Billie Holiday, Edith Piaf κλπ. Η Ελλάδα όμως ντρέπεται και πάντα ντρεπόταν τους "ξένους", άσχετα αν ταυτόχρονα τους γράφει και στα παλιά της τα παππούτσια...

Όσο κι αν τα παραπάνω ακούγονται μπερδεμένα, όσο κι αν φαίνεται πως μπαινοβγαίνω στο αρχικό θέμα, υπάρχει ένα εσωτερικό νήμα που τα ενώνει όλ' αυτά. Ένα νήμα που διασταυρώνεται με την τετελεσμένη από παλιά, αλλά διχασμένη, δυτικοποίηση της Ελλάδας, την αχαριστία απέναντι στο μουσικό παρελθόν, την επιλογή και κλέψιμο απ' αυτό, κατά το δοκούν, τη σημερινή έχθρα και εκνευρισμό των εταιριών γιά το ότι το ρεμπέτικο έξακολουθεί να είναι δημοφιλές και να κάνει ακόμα και παράφωνες και σκληρές καρδιές ν' αναριγάνε...