Πέμπτη 1 Απριλίου 2010















"Γειά σου Γιαννάκι μου κολπαδόρε" (1936)
, κόντρα στο
 "Χωρίς εσένα" του Φίλιππου Πλιάτσικα+Ευσταθίας (2005)
--------------------------------------------------------------------------------------

Όλα τα πράγματα μπορεί να τα δει κανείς από τουλάχιστο δυό διαφορετικές γωνίες. Αλίμονο σ΄αυτούς/ές που βλέπουν σ΄όλη τη ζωή τους από μιά. Έτσι, μπορείς να πλήξεις ή να αηδιάσεις από την ανοησία των ανθρώπων και να τους κατακρίνεις. Απ΄την άλλη μεριά όμως, αν δε βλέπεις τη ζωή με μάτια κλειστά, μπορείς να σκεφτείς σε τι υποβάλλονται οι άνθρωποι καθημερινά, την πλύση εγκεφάλου, τους τόνους ανόητης και άχρηστης πληροφόρησης και τότε, τους λυπάσαι και τους συμπονάς.

Να λυπηθούμε λοιπόν ή τί, κάποια Ευσταθία που λέει αυτό το τραγούδι;



Μάλλον θα νομίζετε πως λόγοι νοσταλγίας για χαμένες εποχές, έλλειψη κατανόησης και ικανότητας προσαρμογής στο σήμερα, να είναι που με κάνουν να είμαι έτσι κριτικός απέναντι σ΄ένα σημερινό τραγούδι. Αν έτσι νομίσατε, κάνατε λάθος. Μιλάω για κάτι άλλο.

Η Ευσταθία μιλάει για μιά νωθρή και άδεια καθημερινότητα που μέσα της πέφτει, αν της λείπει το αντικείμενο του έρωτά της.

Είπε μια γυναίκα χτες, "χρειάζομαι έναν ήσυχο άνθρωπο που να μπορώ να επικοινωνώ μαζί του, μιά ήσυχη ζωή και παιδιά". Πέρα από οποιεσδήποτε ευκαιριακές "εκτινάξεις", έκφρασε αυτό που όλα τα θηλυκά όντα του πλανήτη επιζητούν. Την ήσυχη και αρμονική συνέχεια της αναπαραγωγής της ζωής.

Ας τραβήξουμε μιά γραμμή προς τα πίσω, να μας πάει ως το 1936 και ν΄ακούσουμε το τραγούδι του Κώστα Σκαρβέλη ”Ο Γιαννάκης”.


Κάντε κλικ στο αποκάτω link, πατείστε download στη σελίδα που θ΄ανοίξει και περιμέντε λίγο για να παίξει το τραγούδι





















Επειδή έχουμε μιά τάση να υποβιβάζουμε το παρελθόν και να πιστεύουμε ότι οι άνθρωποι τότε ήταν ανελεύθεροι ενώ εμείς πιό μοντέρνοι, ας θυμηθούμε εδώ πως η Ρόζα Εσκενάζι που τραγουδάει δεν ήταν κανένα καταπιεσμένο κοριτσάκι του Παρθεναγωγείου. Ήταν μιά γυναίκα που γεύτηκε τη ζωή με τα ούλα της και έκανε ότι γούσταρε. Τελείωσε τις μέρες της παραδομένη στην παραζάλη του Alzheimer, αλλά είχε προλάβει να πει δυό λόγια, πως ήταν ευχαριστημένη από τη ζωή της. Άραγε, η οποιαδήποτε Ευσταθία, αν φτάσει στη μακροημέρευση της Εσκενάζι, θα είναι ευχαριστημένη;



















Ο Γιαννάκης (το γλυκό φιλί) 


Στίχοι: Κώστας Σκαρβέλης, Παστουρμάς
Μουσική: Κώστας Σκαρβέλης, Παστουρμάς
Πρώτη εκτέλεση: Ρόζα Εσκενάζη


Μ’ αρέσουνε τα γούστα σου και τα καμώματά σου,
μπερδεύτηκα, Γιαννάκη μου, στην έξυπνη ματιά σου.


Οταν περνάς σε λαχταρώ. το ’χω κρυφό καμάρι.
φοβούμαι μεσ’ στη γειτονιά, καμιά να μη σε πάρει.


Τα βράδια θέλω να περνάς, βρε όμορφο Γιαννάκι,
στα μυστικά να μου το λες, πως μ’ αγαπάς λιγάκι.


Στη ζούλα πάντα έξυπνα περνάς, κρυφομιλούμε,
στα σκοτεινά Γιαννάκη μου θα γλυκοφιληθούμε.


Στην αγκαλιά σου θα ριχτώ, να με γλυκοχαϊδεύεις
και να μου λες παντοτινά εμέ πως θα λατρεύεις.


Και τότε, βρε Γιαννάκη μου, θα ξεύρεις θα ησυχάσω
τα όμορφα τα κόλπα σου ποτέ δε θα ξεχάσω.


Οι στίχοι μιλάνε για ένα κόσμο που το αίμα έβραζε μέσα στις φλέβες. Όλα βράζαν, ακόμα και το χώμα της γης. Τα τοτινά μπρόκολα περιείχαν 68% περισσότερες θρεπτικές ουσίες, σε σύγκριση με τα σημερινά "ενισχυμένα". Οι κοινωνικοί περιορισμοί, οι μανάδες που καραδοκούσαν μη και τους παραστρατίσει η χαμογελάιδα τους, η μυστικοπάθεια και το συνωμοτικό κλίμα της ερωτικής συνάντησης, ανέβαζαν τις θερμοκρασίες.
Σήμερα, όλα αυτά είναι μυθολογίες. Ακόμα και η ερωτική ατμόσφαιρα της δεκαετίας του ΄70 είναι ξεχασμένη μυθολογία. Σήμερα όλα είναι "απελευθερωμένα", γι αυτό και η μαραζωμένη θλίψη που εξαπλώνεται.

Μετά το όργιο...
Για να μη νομίζετε όμως ότι είναι δικές μου νοσταλγικο-παπουδίστικες απόψεις, σας μεταφέρω αποσπάσματα από τη περίπλοκη (;) σκέψη του Jean Baudrillard

















”Αν έπρεπε να χαρακτηρίσω την παρούσα κατάσταση πραγμάτων, θα την ονόμαζα: μετά το όργιο. Όργιο είναι όλη η εκρηκτική στιγμή της νεωτερικότητας, η στιγμή της απελευθέρωσης σε όλους τους τομείς. Πολιτική απελευθέρωση, σεξουαλική απελευθέρωση, απελευθέρωση των παραγωγικών δυνάμεων, απελευθέρωση της γυναίκας, του παιδιού, των ασυνείδητων ενορμήσεων, απελευθέρωση της τέχνης. Επώμιση όλων των μοντέλων παράστασης και όλων των μοντέλων αντι-παράστασης.

Ήταν ένα όργιο ολικό, στο οποίο έλαβαν μέρος το πραγματικό, το ορθολογικό, το σεξουαλικό, το κριτικό και το αντι-κριτικό, η αύξηση και η κρίση της αύξησης. ααντικειμένων, σημείων, μηνυμάτων, ιδεολογιών, ηδονών.

Σήμερα πλέον όλα έχουν απελευθερωθεί, ο κύβος ερρίφθη και ξαναβρισκόμαστε συλλογικά μπροστά στο καίριο ερώτημα: ΤΙ ΚΑΝΟΥΜΕ ΜΕΤΑ ΤΟ ΟΡΓΙΟ;
Δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε άλλο από το να παρουσιάζουμε σαν πραγματικά το όργιο και την απελευθέρωση, να προσποιούμαστε ότι τραβάμε προς την ίδια κατεύθυνση επιταχύνοντας, στην πραγματικότητα όμως επιταχύνουμε μέσα στο κενό, αφού όλες οι τελικότητες της απελευθέρωσης βρίσκονται ήδη πίσω μας, κι αφού αυτ από το οποίο κατατρεχόμαστε, ψυχαναγκαζόμαστε, είναι ακριβώς αυτή η προεξόφληση όλων των αποτελεσμάτων, η διαθεσιμότητα όλων των σημείων, όλων των μορφών, όλων των πόθων.
Τί κάνουμε λοιπόν;

Αυτό θα πει κατάσταση προσομοίωσης: είμαστε υποχρεωμένοι να ξαναπαίξουμε όλα τα σενάρια επειδή όλα έχουν ήδη υλοποιηθεί- πραγματικά ή δυνητικά.
Πρόκειται για την κατάσταση της πραγματοποιημένης ουτοπίας, όλων των πραγματοποιημένων ουτοπιών, όπου είσαι, παραδόξως, αναγκασμένος ναεξακολουθήσεις να ζεις σαν να μην ήταν αυτές πραγματοποιημένες. Καθώς όμως είναι πραγματοποιημένες και καθώς δε μπορούμε πιά να διατηρούμε την ελπίδα ότι θα τις πραγματοποιήσουμε, άλλο δε μας μένει από το να τις υπερ-πραγματοποιήσουμε μέσα σε μιά απροσδιόριστη προσομοίωση.

Ζούμε μέσα στην απροσδιόριστη αναπαραγωγή ιδανικών, φαντασμάτων, εικόνων,
 ονείρων που βρισκονται εφεξής πίσω μας και που πρέπει εντούτοις να τα αναπαράγουμε μ΄ένα είδος μοιραίας αδιαφορίας...”

ως εδώ με τον Baudrillard

Αυτή η "μοιραίας αδιαφορία" που αναφέρει, απεικονίζεται πάνω στο, ουσιαστικά, απελπισμένο πρόσωπο της Ευσταθίας, ένα πρόσωπο που μοιάζει το ίδιο ανέκφραστο, όπως και τα πρόσωπα των σύγχρονων πλαστικών γυναικείων και ανδρικών κουκλών που βλέπουμε στις βιτρίνες...


Ας αφήσουμε τα φώτα ν΄ανάψουν μέσα μας κι ας πολτοποιήσουμε 
                           αυτό  τον κούφιο και ανέραστο κόσμο που σας προσφέρουν, σαν
                           εισαγωγή στο επόμενο βήμα της πλήρους καλλωδίωσης...




Μπάτε σκύλοι, αλέστε...


Το να μιλήσουμε για στοιχειώδεις αρχές πνευματικές ιδιοκτησίας στη χώρα μας (και όχι μόνο), είναι αστείο. Με τέτοια δευτερεύοντα θ΄ασχολούμαστε τώρα;

Πριν πολλά χρόνια, έδωσα μιά μεγαλούτσικη ζωγραφιά στο μαγαζί "Μαγιοπούλα" στην Καισαριανή και την κρέμασαν σε ένα από τους τοίχους. Δε γνωρίζω αν βρίσκεται ακόμα εκεί. Είχε τον τίτλο "Το γλέντι με νεκρό φίλο" και εδώ βλέπετε ένα μέρος της



Στην αριστερή μεριά της συνεχίζεται με μιά ακόμα φιγούρα που παίζει μπουζούκι. Η σκέψη πίσω απ΄τη ζωγραφιά ήταν πως, ένα βράδυ τέσσερεις παλιοί φίλοι που είχαν χάσει τον πέμπτο της παρέας γιατί τους πέθανε, τον καλούν να ξαναγυρίσει για λίγο απ΄τον Άλλο Κόσμο και να κάναουν ένα γλεντάκι μέσα σε μιά βάρκα. Ο πεθαμένος φίλος είναι αυτός που έχει σκουρόχρωμο, λίγο πράσινο δέρμα και παίζει το μπαγλαμά. Κάτι θυμίζει απ΄τον Βασίλη Τσιτσάνη.

Από πάνω πετούσαν δυό μικροί άγγελοι που κερνούσαν τη παρέα με ποτηράκια ρετσίνα.
Υπήρχαν και τρεις γραμμές κείμενο που έλεγαν:

"απ΄τις ελάχιστες φορές που οι άντρες μίλησαν καθαρά,
ξυπόλητα, για τον εαυτό τους, για τους μαγνήτες που τους
τραβάν στους γκρεμούς, για το φόβο τους απέναντι στις 
γυναίκες, ήταν μέσα στα ρεμπέτικα τραγούδια.
Τους ξέφυγε;
Πάντως, μάλλον ήταν η τελευταία φορά! Αν υπάρξει κι άλλη,
μάλλον η αίθουσα δε θα έχει ακροατήριο, ή θα είναι τίποτα 
βαρύκοοι/ες, καραβοτσακισμένοι...
Γι αυτό, μέσα στα μπαγκάζια σας για το Νέο Κόσμο, χώστε και ρεμπέτικα. 
Ιδίως οι γυναίκες!"

Αργότερα, έκανα το λάθος(;) να στείλω την εικόνα της ζωγραφιάς στην ιστοσελίδα


όπου βρίσκεται ακόμα. Κάποιοι, απ΄τους διάφορους αεριτζήδες που πετάν στην αγορά 
CD´s με ρεμπέτικα και ψάχνουν να βρουν ιδέες για τα εξώφυλλα, αλλά δεν είναι βέβαια διατεθειμένοι να πληρώσουν (βλ. ελληνικό δαιμόνιο...), είδαν τη ζωγραφιά στη σελίδα, την πήραν και τη βάλαν εξώφυλλο. Νάτο!



Μιά βασική λεπτομέρεια, ασήμαντη για τους άσχετους, είναι πως, δε χρησιμοποιούμε μιά εικόνα χωρίς ν΄αφήσουμε "αέρα" γύρω γύρω, ιδιαίτερα όταν η μιά φιγούρα, η αριστερή, ακουμπάει τη μύτη της στην άκρη του εξώφυλλου. Αλλά αυτά είναι ασημαντότητες για την Ελλάδα της αρπακόλας και του γρήγορου κέρδους.


Έλεγε ένας φίλος τις προάλλες ότι, το πρόβλημα της κρίσης στην Ελλάδα του 2010 δεν είναι οικονομικό, είναι πολιτικό. Εννοούσε χίλια δυό που και οι γάτες μπορούν να καταλάβουν. Έχει διαμορφωθεί από χρόνια η πάγια τακτική του ψέμματος και του παντοειδούς κλεψίματος...

Στο συγκεκριμένο, η σκέψη είναι: αυτή τη ζωγραφιά κάποιος την έφτιαξε. Σιγά να μη το πάρει είδηση αν τη πάρουμε στο τζάμπα. Του κάνουμε και τη τιμή κιόλας που τη διαλέξαμε. Αν το μυριστεί, βλέπουμε τι κάνουμε".

Έτσι να συνεχίσουμε και να δείτε που θα μας βγάλει αυτός ο δρόμος...

Κάποια στιγμή θα τραβήξω μιά μήνυση. Κι αν το κάνω, τί θα γίνει τάχα; Θα τα πάρουν οι δικηγόροι. Άλλη κλίκα αυτοί. Χάος...

"Η Ελλάδα ποτέ δε πεθαίνει. 
Αν προσπαθήσουμε όμως ακόμα λίγο, 
μπορούμε να την πεθάνουμε..."
Νίκος Δήμου(;)   

Κυριακή 28 Μαρτίου 2010


Γειά σου, ρε Γρηγοράκι Ασίκη!


(Το Γρηγοράκι με ιώτα δεν είναι λανθασμένη ορθογραφία. Όταν γράφεται με ιώτα γίνεται ούδέτερου γένους και χρησιμοποιούνταν σαν ακόμα πιό χαϊδευτικό)


Πολλοί γνωστοί και φίλοι (αρσενικοί κυρίως και για ευνόητους λόγους...) μου έχουν πει συχνά πως είμαι απολογητικός, χωρίς λόγο. Και είναι αλήθεια. Δε ξέρω ακριβώς το γιατί, κάποιο σύνδρομο... Να, τώρα ας πούμε, θέλω να σας στείλω ν΄ακούσετε έναν πολύ όμορφο μανέ του Γρηγοράκη Ασίκη και, διστάζω. Λέω μέσα μου, αποκλείεται ν΄αρέσει. Είναι πολύ ανατολίτικος, πολύ βαρύς, πολύ έξω απ΄τους καιρούς μας. Να πω την αλήθεια, έχω κι εγώ δυσκολία. Όμως, τώρα κατάλαβα πόση φωνή και τι τσαλίμια ήξερε αυτός ο άνθρωπος. Ήξερε κι ας μη τό΄δειχνε. Κι αυτό είναι κάτι που υπήρχε παλιά και τό΄χουμε ξεχάσει στις μέρες μας. 


Θέλετε να δοκιμάσετε τον εαυτό σας;


Σάββατο 27 Μαρτίου 2010




Αυτή ήταν η Ελλάδα
_______________
γειά σου, Γιώργη Ποντικέ!!!

http://www.esnips.com/doc/590bd384-0118-465d-a96e-eea92c980e43/Kariwtiko-parad-org-Pontikos-G-50-HELLENIC-GP-2


Ένα χρόνο μετά τον Εμφύλιο, ένα χρόνο μετά την κόλαση, μετά το Διχασμό, τα εγκλήματα, τις πληγές ως το μεδούλι, το Αθηναϊκό Σύνολο του Γιώργη Ποντικού χτυπάει τον Καριώτικο Συρτό. Ένα παρηγορητικό, της ζεστής καρδιάς Συρτό που έδειχνε (τότε τουλάχιστο), τι αποθέματα ψυχής κουβαλούσε αυτός ο λαός που τον κατάντησαν μίζερο, γκρινιάρη, απότομο και δυστυχή.

Ένα θερμό ευχαριστώ σ΄αυτόν που έφερε το δίσκο στο φως κι άλλο ένα ευχαριστώ στη πολύτιμη ιστοσελίδα sealabs.

Παρασκευή 26 Μαρτίου 2010





Οι "καφκικοί" καταναγκασμοί
του ρεμπέτικου...

Στο τηλεοπτικό πρόγραμμα "Στην υγειά μας" που επαναλαμβάνει εαυτόν και βέβαια αντιγράφεται κι από άλλα κανάλια, βλέπει κανείς διάφορες ηλικίες. Το concept είναι να παρευρίσκονται σχετικοί και άσχετοι. Οι σχετικοί, όταν το θέμα άπτεται του ρεμπέτικου, είναι αυτοί που έχουν κάποια ηλικία και είχαν, στην καλύτερη περίπτωση, τη "θεϊκή " τύχη να προλάβουν να γνωρίσουν κάποιους απ΄τους παλιούς (δηλ. το Μάρκο, τον Παπαϊωάννου, τον Τσιτσάνη, κι εκεί τελειώνει...).
Μετά, υπάρχουν οι άσχετοι/ες, άτομα νεαρής ηλικίας. Ας πάμε στις γυναίκες.


Υπάρχει πάντα μιά ομάδα νέων γυναικών "όμορφων", που ο ρόλος τους είναι να επιδεικνύουν τα "κάλλη" τους, να χτυπάν παλαμάκια, να χαμογελάνε, να χορέψουν κάποιο τσιφτετέλι και, στη χειρότερη περίπτωση, ζεϊμπέκικο. Α, με συγχωρείτε, ερωτούνται κιόλας. Όταν τις ρωτάνε λένε, κατά κανόνα, "εμείς δε ξέρουμε τίποτα, αλλά είμαστε πολύ χαρούμενες που είμαστε ανάμεσά σας και μαθαίνουμε ένα σωρό πράγματα".
Φερέφωνα δηλαδή.
Αυτές βέβαια οι γυναίκες θεωρούν ότι είναι "απελευθερωμένες" - α λα ελληνικά-, όπου αυτό σημαίνει, "το παίζουμε σε δύο ταμπλό. Διαλέγουμε ότι μας βολεύει από τους παλιούς ρόλους και ότι μας βολεύει από τους καινούριους ".

Αυτου του είδους τα νέα κορίτσια θα μπορούσαμε κάλλιστα να τα παραλληλίσουμε με τις "ελεύθερες ρεμπέτισσες του ΄30", όπως τις ονομάζει ο Πάνος Σαββόπουλος.
Αυτές, για ένα χρονικό διάστημα, είχαν βγει στο κλαρί και δεν ανέχονταν μύγα στο σπαθί τους, ώσπου χτύπησε το βιολογικό ξυπνητήρι μέσα τους και "αποκαταστάθηκαν", αποσύρθηκαν ή τις απέσυραν οι συζυγοι, συγγενείς κτρ. Κάτι παραπλήσιο γίνεται και με τις σημερινές...

Το θέμα όμως αυτού του γραφτού δεν είναι το "Στην υγειά μας"
αλλά, η "καφκική" ατμόσφαιρα στο ρεμπέτικο.


Ο Κάφκα στη "Δίκη" περίγραψε με αριστουργηματικο τρόπο τις ασαφείς κατηγορίες ενός ολοκληρωτικού καθεστώτος ενάντια σ΄ένα πολίτη. Τον κατηγορούν για κάτι που δε του το εξηγούν. Ένας σίγουρος και αποτελεσματικός τρόπος να διαλύσεις έναν άνθρωπο εις τα εξ΄ων συνετέθη.

Έχετε ακούσει εκείνο το τρομερό που λεγόταν ανάμεσα σε αντρικές παρέες, "δέρνετε τις γυναίκες σας χωρίς να τους εξηγείτε το γιατί. Αυτές ξέρουν..."

Οι υπεριπτάμενες κατηγορίες εναντίον των γυναικών έλκουν την καταγωγή τους στην αρχή των πραγμάτων. Από την Πανδώρα, στην αρχαία ελληνική Μυθολογία, από την Εύα στο Χριστιανισμό. Από τότε, ως το Γιώργο Μητσάκη που σ΄ένα στίχο του λέει,

"αφού ξέρεις πως εσύ για όλα φταίς, μιά για πάντα!" 

Ελάχιστα τα τραγούδια που αναφέρεται το γιατί, μετρημένα στα δάχτυλα του ενός χεριού αυτά που ο αρσενικός δηλώνει, ασαφώς, πως φταίει εκείνος.

στα σμυρνέικα

Μπορεί κανείς να πει πως και στα μικρασιάτικα σμυρνέικα υπήρχε ο ίδιος σπόρος κατηγοριών, αλλά σε σαφώς υποδεέστερο βαθμό. Οι Μικρασιάτες ήταν τρυφεροί και οι γυναίκες τους είχαν, λόγω αστικών συνθηκών, μιά άλλη δύναμη. Τα παράπονα ενάντια σ΄αυτές, ακόμα και απειλές στους στίχους ήταν, συνήθως, τυλιγμένες σ΄ένα αυτο-εξομολογητικό περιτύλιγμα.

Στη δεκαετία του 30΄χτυπιούνται(= τυπώνονται)  ένα σωρό τραγούδια με στίχους γραμένους από άντρες, που εκθειάζουν τις "σκληρές" και  "ελεύθερες" γυναίκες που κορόιδευαν τους μάγκες και τους μιλούσαν απ΄το ίδιο ύψος. Ο Παναγιώτης Τούντας ήταν αυτός που προεξείρχε. Το φαινόμενο αυτό πρέπει να το δούμε σε σχέση με τις κοινωνικο-πολιτικές συνθήκες της εποχής.

*   άφιξη προσφύγων, όπου ο αριθμός των γυναικών χωρίς τους άντρες τους ήταν πολύ 
     μεγάλος,

*   κατακράτηση αντρών 12-50 ετών στnν Τουρκία,

*   άφιξη επιπλέον γυναικών από τη φτωχή ύπαιθρο χώρα,

*   αύξηση των επενδύσεων και εκμετάλλευση φτηνών εργατικών χεριών, πολλές γυναίκες
     αναγκάζονται να βγουν στην αγορά εργασίας,

*  άνοδος του φεμινιστικού κινήματος στην Ευρώπη και ο απόηχός του που άγγιξε την 
    Ελλάδα,

*  λειψανδρία, λόγω των πολέμων

Αυτό είναι το μυστικό, εν ολίγοις, πίσω απ΄τις "ελεύθερες γυναίκες του ΄30".
Απ΄την άλλη μεριά, πέρα απ΄τη χαρά που νιώθαν οι αρσενικοί που τις είχαν σε αφθονία,

"μη κάνεις έτσι, φίλε μου, τώρα για μιά γυναίκα,
το μοναστήρι νάν΄καλά, και θά΄βρεις άλλες δέκα",

"δε με νοιάζει για γυναίκα,
διώχνω αυτή μαζεύω δέκα",

δε μπορούσαν να καταπιούν αυτή την εξέγερση που τους χαλούσε τη παραδοσιακή σούπα. Έτσι, άρχισε, κύρια στο πειραιώτικο ρεμπέτικο, ο ψυχολογικός πόλεμος της υπενθύμισης,

"μη θαρρείς η εμορφιά σου θά΄ναι πάντα μιάς λογής,
θε να μαραθεί, να πέσει σα τα λέκουδα της γης"

και οι ατέλειωτες δηλώσεις, ""το σφάλμα τό΄κανε η γυναίκα", "γύρισε πίσω κι εγώ σε συγχωρώ".

Το σύνηθες "σφάλμα" που, σπανιότατα, αποκαλύπτεται είναι ότι, κοίταξε κάποιον άλλον ή πήγε με κάποιον άλλον, ενώ σερβίρεται σαν αυτονόητο υπονοούμενο ότι εκείνος της ήταν πιστός...
Τα ίδια ακριβώς πράγματα γίνονται και σήμερα.

Εν κατακλείδει,

το ρεμπέτικο διαπνέεται από άμεσους ή έμμεσους ψυχολογικούς καταναγκασμούς απέναντι στις γυναίκες. Το ζητούμενο είναι να υποταχθούν, να ηρεμήσουν, να αφεθούν να δαμαστούν. Κατά άλλα, λέγεται ότι, το ρεμπέτικο ύμνησε τις γυναίκες.

Είπατε τίποτα; 

Ένα μικρό παράδειγμα, για τις διαφορές ανάμεσα στο σμυρνέικο και στο πειραιώτικο, σας βρήκα σε δυό τραγούδια. Το ένα(1934) του Δημήτρη Ατραϊδη με τίτλο, "Η γυναίκα μου γκρινιάζει", με τη Ρόζα Εσκενάζι. Δε ξέρω αν οι στίχοι είναι δικοί του. Ο Ατραϊδης ανήκε στην παλιά φρουρά των Μικρασιατών και πολλά απ΄τα τραγούδια το κουβαλούν έντονα το ανατολίτικο στοιχείο.


Ένα χρόνο αργότερα (1935) ο Μάρκος Βαμβακάρης χτύπησε το "Η γκρινιάρα" με μπουζούκι, κιθάρα και ποτηράκια. Διαβάστε τους στίχους και προσέξτε την αλλαγή του ύφους, τις νέες εκφράσεις "θα της σπάσω το κεφάλι", το σημαντικό "διώχνω αυτή μαζεύω δέκα" και το χαιρετισμό "ναι, μπράβο, έτσι, για να τις βάλουμε σε τάξη, ρε Μάρκο"...




Η ΓΚΡΙΝΙΑΡΑ

Η γυναίκα μου γκρινιάζει (βρε),
κι όλο για λεφτά φωνάζει.

Η γυναίκα μου ζηλεύει (βρε),
 με το φυσικό της ρεύει.

Δεν μ΄αρέσουν τέτοια κάλλη (βρε),
θα της σπάσω το κεφάλι.

Δεν με νοιάζει για γυναίκα (βρε),
διώχνω αυτην, μαζεύω δέκα.

Θα της δώσω το ποδάρι (βρε),
κι όποιονε γουστάρει ας πάρει.

Ναι, μπράβο, έτσι, για να τις βάλουμε σε τάξη, ρε Μάρκο!

Δευτέρα 22 Μαρτίου 2010










Ένα ανώνυμο σχόλιο αναγνώστη
και
η απάντηση που του πρέπει...


Έλαβα το παρακάτω ανώνυμο σχόλιο

Διαβασα κατα λαθος ενα αρθρο γι τον Φωτοπουλο και μου δημιουργηθηκε η εξης απορια...Σου ειπε ποτε η μανα σου ποιος ειναι ο πατερας σου ???? 

που αναφέρεται στο παρακάτω link



Oι επιλογές μου ήταν δυό:
1.  να μη το "δημοσιεύσω" και να κάνω τον ψόφιο κοριό,
2.  να το "δημοσιεύσω" και να απαντήσω ανοιχτά, όπως σκοπεύω να κάνω.

Διαλέγω το δεύτερο δρόμο, αν και υπάρχει μιά γενικά παραδεκτή στάση, να μην απαντιούνται, ούτε να δημοσιεύονται τα ανώνυμα σχόλια. Η ανώνυμη επίθεση είναι μιά δειλή πράξη και οι "αξιοπρεπείς" δεν ασχολούνται μ΄αυτά. Εγώ όμως δε χρειάζομαι τον τίτλο της "αξιοπρέπειας" γιατί αυτή η λέξη, όπως και πληθώρα άλλων, έχει κουρελιαστεί και χάσει το πραγματικό της χρώμα, μετά από επανειλημένα ξεπλύματα σε σαράντα κύματα.

Ένας ακόμα λόγος είναι πως η δυσοσμία του σχολίου αντικατοπτρίζει μιά βαρετή και συνηθισμένη νοοτροπία που φυτρώνει στους κόλπους των εραστών του ρεμπέτικου. Κύρια γι αυτό το λόγο απαντώ και εκθέτω το ίδιο το σχόλιο και την απάντησή μου. 

Η σημερινή νεολαία έχει μεγαλώσει κάτω από πολύ δύσκολες συνθήκες και με πολύ κακή εκπαίδευση. Έχει ανδρωθεί σε μιά εποχή δίχως ιδανικά, όπου ακόμα και ο ανδρισμός, ο σωστός ανδρισμός, κλυδωνίζεται, σε μιά χώρα που καθημερινά καταρρέει. Όταν νιώθει κανείς ότι βουλιάζει, κοιτάζει ν΄αρπαχτεί απ΄οτιδήποτε. Το ρεμπέτικο, για παράδειγμα, και ότι εφάπτεται μ΄αυτό, άμεσα ή έμμεσα, είναι κάτι που προσφέρει ένα μάλλον ασφαλές καταφύγιο. Μπαίνει κανείς σε μιά γοητευτική περιοχή πραγμάτων που, ναι μεν είναι πεθαμένα, παραπέμπουν όμως σε σύμβολα και κανόνες που έχουν καθαγιαστεί. Έτσι, φοράει κανείς ένα τραγιασκάκι, μαθαίνει μπουζουκάκι και φαντασιώνεται πως εισπράττει κι αυτός λίγη ευχούλα, όπως έλεγε ο Καραγκιόζης του Σπαθάρη. Δεν ειρωνεύομαι, αν και έτσι φαίνεται, τα νέα παιδιά, τα καταλαβαίνω. Καταλαβαίνω την ανάγκη καθαγιασμού προσώπων του παρελθόντος, προσώπων που στάθηκαν εντάξει σε μιά σειρά από αρχές, όταν όλα γύρω μας γκρεμίζονται και ξεπουλιούνται. Ούτε ειρωνεύομαι βέβαια τη μεγάλη παρηγοριά, τη συντροφικότητα και την έκσταση που προσφέρει το μπουζουκάκι, όταν δε χρησιμοποιείται σα σημαία εν στύσει.

Πέρασα κι εγώ μέσα από την ίδια κωμική "σχολική και περαιτέρω εκπαίδευση" ή αφελή κρεατομηχανή. Δε μ΄έμαθαν αλλά αποφάσισα μόνος μου να μη σκύβω το κεφάλι και να μη διαπραγματεύομαι το δικαίωμα να εκφράζω ελεύθερα τη γνώμη μου. Για οποιονδήποτε και για οτιδήποτε. Επιπλέον, άσκησα τον εαυτό μου στο να επιχειρηματολογώ.

Δίνω μόνος μου δυό ακόμα links που, θεωρητικά, θα μπορούσαν να προκαλέσουν αντίστοιχα εκνευρισμένα, επώνυμα ή ανώνυμα, σχόλια:



"Τολμάω" να ειρωνευτώ τον Βασίλη Τσιτσάνη. Ποιός είμ΄εγώ που θα κρίνω τα λόγια του;  Ο Βασίλης Τστσάνης άφησε πίσω του ένα μεγάλο και άξιο μουσικό έργο. Εγώ, ένας λάτρης του, δεν εμποδίζομαι να πω τη γνώμη μου για κάποια σχόλια που έκανε αυτός ο άνθρωπος, κάποια σχόλια που ήταν υπερβολικά, φουσκωμένα και, ίσως, συμφεροντολόγα, πέρα απ΄το ότι έκφραζε τη γνώμη του. Ουδείς τέλειος.

Όποιος μπορεί να στηρίξει και να δικαιολογήσει μιά άποψή του, είναι ευπρόσδεκτος σε μιά, υποτιθέμενη, Δημοκρατία.

Αν σας κεράσω το ακριβότερο το ακριβότερο και πιό φημισμένο γαλλικό κρασί, δεν είναι καθόλου σίγουρο πως θα σας αρέσει. Μπορείτε, κάλλιστα, να μου πείτε, "προτιμάω τη ρετσινούλα στο ταβερνάκι της γειτονιάς μου". Θέμα γούστου και γευστικών αισθητήριων.

Αν εγώ δε θεωρούσα τον συμπαθέστατο Μίμη Φωτόπουλο σημαντικό ηθοποιό του κινηματογράφου (στο θέατρο δε τον έχω προλάβει), είναι δικό μου πρόβλημα. Ο τόσο μεγάλος εκνευρισμός δείχνει άλλα πράγματα που κρύβονται από πίσω. Το λιγότερο, δείχνει έλλειψη ανεκτικότητας άλλης γνώμης. 
Δε κατηγορώ τον "έτσι" που σχολίασε. Κατηγορώ την κοινωνία μας, το εκπαιδευτικό μας σύστημα και τον έρποντα αυταρχισμό. 

Τελειώνοντας, κατεβαίνω χαμηλά και απαντώ στη "δήθεν κομψή" και φασουλομαγκίτικη καβαλίνα που μου εξαπόλυσε, πλην δε βρήκε το στόχο της γιατί ρίχτηκε σε λάθος άνθρωπο.

Απ΄ότι μου έχει πει η μάνα μου, πατέρας μου ήταν αυτός που γνώρισα. Του μοιάζω άλλωστε. Αν δεν είναι έτσι τα πράγματα, δε με αφορά. Εγώ μεγάλωσα μ΄αυτόν, με πρόσεξε, μιά χαρά ήταν ο άνθρωπος, μ΄όλα τα ελαττώματά του. Τώρα, αν η μάνα μου, όπως και οποιουδήποτε άλλου η αντίστοιχη, είχε δράσει αλλιώτικα στο σκοτάδι, δικαίωμά της.

Λυπάμαι που καταναλώσατε χρόνο γι αυτό το γραφτό.

Μ΄όλο το σεβασμό
Κώστας Λαδόπουλος (elkibra)