Τετάρτη 28 Μαΐου 2008

Μάλλον μιλάμε γιά διαφορετικά πράγματα...(6)

(συνέχεια του θέματος των "ελεύθερων" γυναικών του ’30)

Υπάρχει ένας επικρεμάμενος κίνδυνος όταν ξεδιπλώνει κανείς συλλογισμούς σε άλλους ανθρώπους ή όταν γίνεται μιά κουβέντα. Τι σόι πράμα είναι ο/η συνομιλητής/τρια. Πόσο πλατιά γνωρίζει το θέμα, πόσο έχει επεξεργαστεί αυτά που ξέρει. Ο κίνδυνος αυτός είναι σαφής και εμφανής όταν γίνεται κουβέντα γιά το ρεμπέτικο. Αν ο/η συνομιλητής/τρια έχει επικεντρώσει/εστιάσει σε τραγούδια-σύμβολα (του τύπου "Σφυρίζει η φάμπρικα", "Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι", "Συννεφιασμένη Κυριακή", μόνο στα τραγούδια του Μάρκου, κυρίως στα χασικλίδικα τραγούδια κλπ.) η κουβέντα πάει γιά βρούβες. Μπορεί κανείς μέχρι να υποστηρίξει ότι γίνεται κουβέντα γιά διαφορετικά πράγματα. Όταν εγώ, γιά παράδειγμα, προτάσσω το συλλογισμό ότι η συντριπτική πλειοψηφία των παλιότερων γυναικών τραγουδιστριών εξαφανίστηκε από τη δισκογραφία, εννοώ μιά μεγάλη σειρά σα τις παρακάτω: Χρύσα Βαβδύλα, Στέλλα Γαέκου, Αννίτσα Νικολάου, Αυγή Τομπούλη, Μαρία Πανδρά, Τασία Βρυώνη (που συνέχισε σα Σούλα Πασσαλάρη), Κατ. Τσακίρη, Μαρίκα Σμυρνιά, Στέλλα Βογιατζή, Μαρία Βασιλειάδου, Δήμητρα Μπουρνοβαλιά, Νότα Καλέλη, Λέλα Οικονομίδου, Μαρίκα Καναροπούλου, Κατίνα Χωματιανού κλπ. Αν ο συνομιλητής/τρια μου αντιπαρατεθεί φέρνοντας σα μοναδικά δυόμιση παραδείγματα τη Ρόζα, τη Γεωργακοπούλου και τη Μπέλλου, η "κουβέντα" τινάζεται στο αέρα και τα επιχειρήματα παίρνουν το βάρος των ανθών των τσουκνίδων...

Τα σύκα-σύκα και η σκάφη-σκάφη...(7)

(συνέχεια γιά τις "ελεύθερες" γυναίκες του ΄30)
Επειδή αυτές οι γυναίκες όχι μόνο εξαφανίστηκαν αλλά σιώπησαν κιόλα, επειδή δε θέλησαν ή δε τους δόθηκε η ευκαιρία να μιλήσουν, αναγκαζόμαστε να ψάχνουμε με το φακό γιά να βρούμε θραύσματα. Ανασύρω εδώ αποσπάσματα από το χρήσιμο βιβλίο του Κώστα Βλησίδη "Σπάνια κείμενα γιά το ΡΕΜΠΕΤΙΚΟ, (1929-1959), εκδ. του ΕΙΚΟΣΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ:
1. Σώτος Πετράς - τα υπαίθρια καφωδεία στην παραλία Τζιτζιφιών
"... Δουλεύουν και τα δύο (μαγαζιά) θαυμάσια. Πιέννες άγριες και χωρίς έξοδα. Ένα παληοσανιδένιο πάλκο, ένα σαντούρι Σμυρνέικο και ένα βιολί - ο Θεός να βάλει το χέρι του. Αυτή είναι η ορχήστρα του. Δυό φώτα όχι και τόσο δυνατά γιά να μη φωτίζονται και πολύ τα πρόσωπα των νεαροτάτων δεσποινίδων Καθηγητριών του Καφ-ωδείου και φαίνονται τα μπαλώματα από τα κοκκινάδια και τις πούντρες, που μοιάζουν με άτεχνα ασβεστωμένους τοίχους παλιών σπιτιών (...)... Τρία κορίτσια μικρά-μικρά τα καϋμένα που βγήκαν στο κλαρί γιατί είχαν μεγάλον έρωτα στην τέχνη, στη μουσική και στο τραγούδι, τρεις αστέρες. Η δίς Σερανούς, διεθνής υψίφωνος της Αυτοκρατορικής όπερας της Ρώμης επί Νέρωνος. Ξανθή από οξυζενέ και κόκκινη σαν παπαρούνα από το κοκκινάδι. Το δεξί της και το αριστερό μπράτσο της στολίζουν δύο μεγάλαι (...) σφραγίδες πτυχεία προφανώς τα οποία πήρε στο χέρι από τα Καφ-ωδεία που έχει σπουδάσει. Δίπλα στην κ. Σερανούς φιγουράρει η νεαρά δεσποινίς Ζαμπέρα παιδική φίλη του Ζάρο Αγά, τελειόφοιτος και αυτή. Είνε ανεψιά (...) της κ. Σερανούς αν και οι θαυμασταί της λέν ότι είνε θεία! Είναι όλο ευγένεια το πουλάκι μου. Αν και δε ξέρη καλά ακόμα την Ελληνικήν γλώσσαν εν τούτοις, συνεννοείται μιά χαρά με όλη την πλατείαν, κλείνει το μάτι σ΄όλους κι αν κανένας την πειράξη, περιορίζεται εις το να του απαντήση με το "στερεότυπον" "Σκάσε, ρε, συ". Το κορίτσι όπως βλέπετε τόσο φιλόμουσο είνε, ώστε και στο θυμό της επάνω μεταχειρίζεται φθόγγους της μουσικής κλίμακος... "Ρε"..."Σύ"! Δίπλα στην Ζαμπέρα να και η τρίτη δεσποινίς η "πριμαγκιόσσα" κατά τους θεατάς της γαλαρίας - τους όρθιους δηλαδή τζαμπατζήδες - η Δις Ελένη ντιζέζ "τενοροβαρυτονόμπαση" κατά το βάφτισμα που της έχει δώσει κάποιος νωματάρχης της θαλάσσης- έτσι τον λένε τα γκαρσόνια του μαγαζιού - συγκεντρώνει τις περισσότερες συμπάθειες ιδίως δε αρέσει την ώρα που παίζει το ντέφι και αυτή χορεύει το χορό της κοιλιάς...
(Η Βραδυνή, 25 Ιουλίου 1930)
(Παρένθεση/σχόλιο)
Αν θέλει κανεις να τον παίρνουν στα σοβαρά πρέπει να αυτοκυριαρχείται (αν και αυτό είναι πολύ σχετικό και, συνηθέστατα, το αντίθετο ισχύει εξίσου). Προσπαθούσα πάντα να το κάνω, όχι με μεγάλη επιτυχία, ομολογώ. Φτάνει όμως κάποια στιγμή στη ζωή που σκάζει κανείς απ’ την ανάγκη να πει τα σύκα-σύκα και τη σκάφη-σκάφη. Αυτό θα κάνω τώρα...
Αυτή τη γελοία φυλλάδα τη "Βραδυνή" τη θυμάμαι από τότε που ήμουνα μικρός και δεν ήξερα που παν τα τέσσερα. Θυμάμαι πως από τότε την απεχθανόμουνα. Αυτοί όλοι οι φτηνοδημοσιογράφοι, οι συμπλεγματικοί απέναντι στη Δύση και κουβαλώντας μέσα τους κολοβομένο το "αρχαίον κλέος", με τη σαχλεπίσαχλη δήθεν καθαρεύουσα (αι σοβαραί ανεψιές...) και τον άκρατο μισογυνισμό τους... Όλος αυτός ο εσμός που κατηφόριζε γιά να παρατηρήσει ανθρώπους ξεριζωμένους (λόγω Ελλαδικών τρύπιων ονείρων) και φτωχούς, να κρίνει αφ΄υψηλού (οι ηλίθιοι νε(κ)ροκέφαλοι) την παράδοσή τους που μ΄αυτή μεγαλώσαν, να ειρωνευτεί τα κοριτσάκια που δεν είχαν στον ήλιο μοίρα και ονειρεύονταν κάποια κάποια πιθανά "μεγαλεία" βάζοντας πούντρες και κοκκινάδια. Ναι, αυτή ήταν η λαϊκή ψυχή! Κι αυτές οι γυναίκες, οι λαϊκές γυναίκες που πλημμύριζαν από ζωικούς χυμούς, που ξέραν ν΄αγαπάνε, που ξέραν να δίνονται, αυτές ήταν(και είναι, γιά όσες ακόμα τολμούν) αι πραγματικαί γυναίκες (γιά να μιμηθώ την πιθηκοκαθαρεύουσα του δημιουργού του "Τζογέ" της Βραδυνής. Λυπάμαι πραγματικά όσους δεν είχαν την ευτυχία να αγαπηθούν από αυτές τις γυναίκες και να τις γευτούν. Το ήδη σημερινό και ταχέως επερχόμενο γυναικείο μοντέλο μπορείτε να το δείτε στην ανάρτηση "Τα πλάσματα της αύριον" στο http://www.elkibra-machine.blogspot.com/
(τέλος της παρένθεσης)
Κι ακόμα ένα, πάλι από το΄ίδιο βιβλίο, δημοσιευμένο πάλι στη Βραδυνή, 9 Αυγούστου 1946. Είναι γραμένο από το γνωστό λογοτέχνη Μ. Καραγάτση.
"... Όπου και να κοιτάξης, μόνο μάτια βασιλεμένα σε τοξινωμένους ορίζοντες αντικρύζεις. Έξαφνα, μιά στριγκιά γυναικεία φωνή μας μαχαιρώνει.
- Αφού μου κάνει κόνξες ο τοιούτος, κι εγώ θα τα μασήσω με όποιονα μου γουστέρνει! Βάρα τον, Μάρκο, το μπαγλαμά!
Ταύτα εφθέγξατο το έξαλλο θηλυκό με τα οξυζεναρισμένο, τα χαυνωμένα μάτια, το ξοανικό φτιασιδωμένο πρόσωπο. Χυμάει στην πίστα κι αρχινάει να χορεύη το χορό της ερωτικής απελπισίας. Ηλεκτρική εκκένωσις συνταράζει την πελατεία. Τ΄άπιαστα θολά μάτια έχουν τώρα στόχο το νευροσπαστούμενο κορμί της. Χόπαλα! Χόπαλα!..."
(συνεχίζεται)

Ο μπούσουλας...(8)

Πρώτα, θά΄θελα να πω ότι αυτό που έκανε ο Πάνος Σαββόπουλος με το CD "Οι ρεμπέτισσες του ΄30" είναι μοναδικό στην ιστορία της αρθρογραφίας του ρεμπέτικου. Κανεις άλλος δεν εστίασε επάνω τους πρωτύτερα, μ΄αυτό τον τρόπο. Τo ενδιαφέρον CD's "Women in rebetico" και το ελληνικό του αντίστοιχο με τον άτυχο τίτλο "Οι μεγάλες κυρίες του ρεμπέτικου" είναι κάτι άλλο. Ο Σαββόπουλος μπήκε από μιά άλλη πόρτα στο θέμα και, προφανώς, γι αυτό ενδιαφέρθηκε η Κα Άννα Διαμαντοπούλου.


Τι υλικό έχει στα χέρια του κάποιος που θέλει να κάνει μιά τέτοια δουλιά(με ιώτα);

α. τους δίσκους (τραγούδια, στίχοι)
β. συνεντεύξεις, τα όσα έχουν υπαγορεύσει ή γράψει οι ίδιοι οι ρεμπέτες και η διασταύρωση
των στοιχείων
γ. κείμενα με θέμα τα ρεμπέτικα που γράφτηκαν εκείνη την εποχή και αποσπάσματα από τον
τύπο.
δ. συμπληρωματικές πληροφορίες που δόθηκαν απ΄όσους/ες πρόλαβαν να μιλήσουν και έτυχε
να ερωτηθούν.
Το κύριο όμως υλικό που χρησιμοποιείται είναι οι ίδιοι οι δίσκοι.

Υπάρχει ένας τρόπος, ένας μπούσουλας που ακολουθείται ευρέως. Είναι η μέθοδος της επιλεκτικής ανάσυρσης τραγουδιών και στη συγκεκριμένη περίπτωση θα μπορούσε να είχε εφαρμοστεί έτσι: Σε κάποια τραγούδια μου κάνει εντύπωση το περιεχόμενο των στίχων. Βρίσκω πως υπάρχουν πολλά που οι στίχοι έχουν το ίδιο ή παραπλήσιο θέμα και τηρούν την ίδια στάση. Βρίσκω τα τραγούδια αυτά και συγκροτώ μιά ενότητα. Το θέμα είναι, οι
ρεμπέτισσες
του ΄30. Οι στίχοι είναι όλοι γραμένοι από άντρες. Το αναφέρω, το παρακάμπτω.

Τα τραγούδια έχουν τραγουδιστεί από γυναίκες. Οι πληροφορίες γιά τη συντριπτική πλειοψηφία αυτών των γυναικών είναι από έλάχιστες έως μηδαμινές. Δε με προβληματίζει, το παρακάμπτω. Βγάζω συμπέρασμα: αφού αυτό λένε οι στίχοι έτσι και θα συνέβαινε. Ότι δηλαδή οι συνθέτες/στιχουργοί "εικονογραφούσαν" αυτό που έβλεπαν γύρω τους. Εκείνο που δε λαμβάνεται υπόψη είναι τα "παιχνίδια" των στιχουργών, οι υπερμεγενθύνσεις γεγονότων γιά να "βγάλουν λαβράκι", να πουλήσουν. Αυτός ήταν και ο σκοπός, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι εικόνες των στίχων είναι, από χέρι, πλαστές. Όταν ο Μάρκος Βαμβακάρης φτιάχνει το τραγούδι "Τραγιάσκες" (1933), έχοντας το στίχο "και οι γκόμενες φορέσανε τραγιάσκες", εννοεί τη γενικότερη υιοθέτηση ανδρικών, μαγκίτικων τρόπων ένδυσης και συμπεριφοράς από κάποιες γυναίκες της πιάτσας. Αυτό δε σημαίνει ότι οι "ελεύθερες" γυναίκες του ΄30 τριγυρνούσαν με μιά τραγιάσκα στο κεφάλι. Το καλύτερο όμως παράδειγμα θα το δείτε στην επόμενη ανάρτηση με τον τίτλο "Γίνομαι άντρας"...

(συνεχίζεται)


Οι λέξεις κάτω από το μεγεθυντικό φακό...




Τέλος, ας πάμε στα προσεκτικά, ζυγισμένα και λακωνικά γραπτά που υπάρχουν στο ένθετο του CD που επιμελήθηκε ο φίλος Πάνος Σαββόπουλος. Παίρνω το μεγεθυντικό φακό και εστιάζω πάνω σε λέξεις/έννοιες...

ακραία εδώ υπάρχει ένα "παιχνίδι" με το επίθετο. Εγώ δε θεωρώ ακραίο το να είναι μιά γυναίκα λεσβία, αν ήταν η περί ου ο λόγος. Ούτε ο Πάνος το εννοεί. Εκείνο που, έμμεσα,
επισημαίνει είναι, η τόλμη που χαρακτήριζε τα ρεμπέτικα. Αν ο λεσβιακός έρωτας είναι ακραίος, τότε θα πρέπει να πάψουμε να μιλάμε με θαυμασμό γιά τη Σαπφώ. Ούτε θεωρώ ακραίο το μοίρασμα ενός άντρα από δυό γυναίκες. Οι στάσεις αυτές είναι καθαρά αντροκρατικές και υποννοούν, "εμείς φτιάξαμε τον κόσμο, εμείς κάνουμε ότι γουστάρουμε. Όταν κάνουν και οι γυναίκες το ίδιο, τότε το θεωρούμε ακραίο".

σπαρταριστές, αποκαλυπτικότατες περιπτώσεις το σπαρταριστές με παραπέμπει στην πλάκα γιά τα πάντα, χαρακτηριστικό της ελληνικής κοινωνίας. Πέρα απ΄αυτό όμως με στέλνει ξανά πίσω στο χαρακτηρισμό "ακραία". Αυτό που είναι "ακραίο" γιά μας τους άντρες, αποτροπιαστικό και ότι άλλο, είναι και "αστείο", με την έννοια ότι του λείπει η σοβαρότητα. Την έννοια της σοβαρότητας εμείς την ορίζουμε πάλι. Όπως είναι γνωστό, οτιδήποτε περιβάλλεται με γέλιο απομυθοποιείται, χάνει βάρος, "κλαδεύεται". Δεν ανήκω στην κατηγορία αυτών που πιστεύουν ότι τα ρεμπέτικα είναι αστεία/πλακατζίδικα, μ΄αυτό τον τρόπο...

αποκαλυπτικότατες περιπτώσεις Αποκαλυπτικότατες, τί; Ότι υπήρχαν λεσβίες; Πάντα υπήρχαν όπως και πάντα υπήρχαν και ομοφυλόφιλοι άντρες, παντού. Άσχετα αν κάνουμε πως δε το βλέπουμε.

αντί να τη "συγυρίσουν" γιά την προσβολή Εδώ υπάρχει ένα "παιχνίδι" ακόμα με τη συμβολική έννοια του ρ. τριγυρίζω, που σημαίνει τιμωρώ και στην περίπτωσή μας, το ρήμα και ο επιμελητής εννοούν αυτό που λέει η Αγγελίτσα Παπάζογλου, να της βάλουν χέρι (ή να
τη βιάσουν, όχι γιά να την τιμωρήσουν, αλλά γιά να της δώσουν αυτό που πίστευαν - και πιστεύουν- ότι πραγματικά, στο βάθος του εαυτού της, επιζητούσε). Ο Π. Σαββόπουλος χτίζει
το συλλογισμό ότι οι γυναίκες του ’30 ήταν ισότιμες με τους άντρες και αυτοί τις δέχονταν. Έτσι, ενώ η αυτόματη αντρική αντίδραση θα ήταν να τη "συγυρίσουν" αυτή τη γυναίκα, "την πήραν με τις αγκαλιές και τα σορόπια" και μάλιστα τη φώναζαν "αγοροκοριτσάρα". Τελικά, εγώ δε συμφωνώ καθόλου ότι αυτή η γυναίκα ήταν λεσβία, όπως και δε πιστεύω ότι αυτές που αντίκρυζε ο Μάρκος να φοράν τραγιάσκες, ήταν λεσβίες. Απλά, το "γαργάλημα" του Τούντα με το "κι έχω γκόμενα μιά δούλα" είναι που το κάνει να φαίνεται έτσι, και αυτό εννοώ όταν λέω ότι δε μπορούμε να εμπιστευόμαστε τους στίχους των τραγουδιών και να εξάγουμε συμπεράσματα. Μιλάμε γιά εμπόριο και πωλήσεις...
Ακόμα, η φωτογραφία του ζεύγους Παπάζογλου είναι παραπλανητική σε τ σχέση με τα κείμενα. Η Αγγέλα Παπάζογλου, σύμφωνα με ότι εξάγεται από τις διηγήσεις της, ήταν μιά περήφανη, δυναμική και πεπειραμένη γυναίκα. Δε ξέρω αν της ταιριάζει ο όρος "ρεμπέτισσα", με όλη τη μυθολογία που κουβαλάει η λέξη. Έμεινε κοντά στον άντρα της, τον άκουγε, φονογράφησε ελάχιστα κομάτια. Προφανώς, δε την άφηνε ο άντρας της γιά να την προστατεύσει από τη βρωμιά του κυκλώματος και, ίσως να μην ήθελε και η ίδια, ενώ ήταν πολύ ικανή. Το ζεύγος δεν είναι καθόλου αντιπροσωπευτικό της άποψης που έχει το κείμενο του CD. Κάτι παραπλήσιο ισχύει και γιά τη Μαρίκα Φραντζεσκοπούλου (Πολίτισσα) γιά την οποία δε ξέρουμε τίποτα.
πίστη, απιστία, γάμος και προίκα Η πίστη και η απιστία είναι πολύ ρέουσες έννοιες, άπιαστα πουλιά. Η προίκα όμως, αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς με τον εαυτό μας, ήταν μιά κοινωνική στρατηγική, υπαγορευμένη από πολύ συγκεκριμένες καταστάσεις. Αυτοί/ές που υποστηρίζουν ότι σήμερα, τηρουμένων των αναλογιών, η προίκα (δηλ. αυτά που κατέχει η νύφη) δεν επηρρεάζουν, ψεύδονται ασυστόλως. Άλλωστε, η προίκα ήταν και ένα έμμεσο "φρένο" στο πιθανό διαζύγιο ( η σχέση των διαζευγμένων προς τους παντρεμένους, από 1 προς 108 που ήταν το 1951, αυξήθηκε στο 1 προς 40 το 1991 - βλ. http://www.iatrikionline.gr/IB_88/eidiko.htm) που θα οφείλονταν σε οικονομική στενότητα. Τέλος, ας μη ξεχνάμε ότι τότε (μόνο τότε;) η αγάπη δεν ήταν το πρώτο και κύριο έρισμα γιά την ένωση δύο ανθρώπων.
Ένα ακόμα θέμα είναι, οι περισσότεροι του ενός αγαπητικοί (γιαβουκλήδες) που αναφέρουν πολλά τραγούδια. Εκεί, χωρίς να είναι το ίδιο το γεγονός ακραίο ή σπαρταριστό, ανοίγονται κάποια άλλα παρακλάδια. Γιά να γίνω λίγο πιό ελαφρύς, αν μιλάμε γιά μέχρι τον αριθμό των δύο, το πράγμα είναι απόλυτα κατανοητό. νΈνας είναι αυτός που προτείνεται από την οικογένεια ή την προξενήτρα, γιά το καλό όλων, που σημαίνει αυτονόητα ότι είναι τακτοποιημένος και με καλές προοπτικές. Ο δεύτερος είναι η πραγματική αγάπη, ο έρωτας. Όταν πάμε και σ΄έναν τρίτο, σύμφωνα με τις γενικότερες κοινωνικές εμπειρίες, αν δεν είναι μιά ευκαιριακή σαρκική έλξη αλλά κάτι πιό σταθερό, πάμε κάπου αλλού. Δεν εκφράζω προσωπικές απόψεις.
Με όλα τα παραπάνω, δεν αρνούμαι ότι κάτι σημαντικό συνέβαινε στη δεκαετία του 30, όταν κατακάθησε λίγο ο κουρνιαχτός της Μεγάλης Καταστροφής του ΄22. Εξηγήσεις μπορούν να δοθούν πολλές. Ακόμα κι αν ήταν ένα θέμα μόδας το να γράφονται τραγούδια γιά γυναίκες που επαναστατούσαν, η ικανότητα, ο ζήλος και η "αυτοκριτική" των αντρών στιχουργών είναι αξιοσημείωτες, μέχρι μοναδικές. Γιά τα τραγούδια που περιγράφουν "μετωπικές συγκρούσεις", σα τα πραγματικά υπέροχα που διάλεξε ο Π. Σαββόπουλος, έχω πολλές υποψίες. Ένα που με πείθει πολύ περισσότερο είναι ένα κατοπινότερο τραγούδι του Στ. Χρυσίνη με τον τίτλο "Έξυπνη γυναίκα", τραγουδισμένο από την "εξαφανισθείσα" Δέσποινα Δοάνου και τον Βασίλη Τσιτσάνη, με τους παρακάτω στίχους:
Είμαι έξυπνη γυναίκα, σε παγίδες δε τσιμπώ
οι άντρες που εγνώρισα δε φέρθηκαν εντάξει
κι ο άτακτος ο θείος μου πολλά μ΄έχει διδάξει
Σ΄ότι λες δε δίνω βάση, κι άλλοι μου τα έχουν πει,
όλοι χρυσάφια τάζουνε, παλάτια και στολίδια,
βαρέθηκα ν΄ακούω πιά τα ίδια και τα ίδια.
Ασ΄το πονηροψιθύρι και στο κόλπο δε θα μπω,
είμαι γυναίκα έξυπνη και βάλτο στο μυαλό σου,
παράτησέ με ήσυχη και, άντε στο καλό σου

Κυριακή 25 Μαΐου 2008

Η κατάστασή μου είναι τραγική...

Το να έχει κανείς ένα blog μόνο γιά το ρεμπέτικο και να γράφει όπως γράφω εγώ, ισοδυναμεί με το να δολοφονεί το χρόνο του. Το να θέλεις να πεις κάποια πράγματα με διαφορετικό τρόπο, είναι το ίδιο απίθανο να σε "ακούσουν", όσο και το να συναντήσεις μιά καμηλοπάρδαλη μέσα στην τουαλέττα, ή να συμμετέχεις σε δρόμο ταχύτητας 100μ. φορώντας βατραχοπέδιλα. Ο κόσμος που μπαίνει μέσα στα blogs είναι, κατά κανόνα, νεανικός και εστιάζει σε άλλα πράγματα. Το να γράφεις, όπως κάνω εγώ, κυρίως γιά το Μικρασιάτικα και να μην εστιάζεις μονάχα πάνω στα υπέροχα χασικλίδικα τραγούδια, κάνει το πράγμα ακόμα πιό ουτοπικό. Τα τραγούδια αυτών των ανθρώπων είναι, στην πλειονότητα, άγνωστο τοπίο. Το να τραβάς παράλληλα νήματα ανάμεσα στη δεκαετία του 30΄και το σήμερα, κάνει το όλο εγχείρημα ακόμα πιό αφηρημένο και φευγάτο. Έτσι, αν το blog "Thorax and mind" υποβαλλόταν σε μιά ακτινογραφία, υποθέτω πως ο/η γιατρός θα έλεγε, "η κατάστασή σου είναι τραγική..."

Το όλο εγχείρημα μου θυμίζει μιά πολύ ιδιαίτερη και προωθημένη τηλεοπτική διαφήμιση των αυτοκινήτων SAAB. Ο τηλεθεατής αντικρύζει τη σκηνή ενός θεάτρου, τη στιγμή ακριβώς που οι κόκκινες κουρτίνες κλείνουν. Ακούγεται ΕΝΑ χειροκρότημα, η κάμερα γυρίζει και μας δείχνει ΕΝΑ ΚΑΙ ΜΟΝΑΔΙΚΟ ΘΕΑΤΗ. Είναι ένας νέος άντρας ντυμένος με σμόκιν που στέκεται όρθιος και δείχνει ότι εκτίμησε ιδιαίτερα το έργο. Η εικόνα παγώνει και πέφτει το σλόγκαν "ΤΑ SAAB ΕΧΟΥΝ ΛΙΓΟΥΣ ΠΕΛΑΤΕΣ ΑΛΛΑ ΕΚΛΕΚΤΟΥΣ"

Δηλαδή, γιατί το γράφω όλο αυτό; Παραπονιέμαι που δεν υπάρχει επικοινωνία; ’Αμπα. Αφενός, πιστεύω πως μόνοι/ες γεννιόμαστε και μόνοι/ες πεθαίνουμε και, τίποτα τραγικό δεν υπάρχει σ΄αυτό. Μόνοι/ες ακόμα κι αν αποφασίσουμε ν΄αυτοκτονήσουμε ζευγαρωτά, όπως έκανε το ζεύγος
Coestler (Arthur Coestler) που αυτοκτόνησαν κρατημένοι από το χέρι, στο νοικιασμένο δωμάτιο ενός ξενοδοχείου. Αφετέρου, έχω περάσει κάπου αλλού. Το ρηθέν του J.L. Baudrillard "ποιός ο λόγος να μιλάμε όταν μπορούμε να επικοινωνούμε;", το καταλαβαίνω απόλυτα και το έχω καταπιεί με δική μου θέληση. Κατόπιν, έχω δεχτεί τη φύση γύρω μου. Ένα έντομο που πετάει πάνω από ένα άνθος, δε χολοσκάει γιά καμιά ιδιαίτερη επικοινωνία, απλά φροντίζει τον εαυτό του. Δυό ερωτευμένες ζέβρες που τρέχουν παράλληλα ανάμεσα σε χιλιάδες άλλες, κάνουν παρόμοια. Ποιός λοιπόν ο λόγος γιά ανησυχίες, στεναχώριες κτρ.; Άλλωστε, σήμερα είναι Κυριακή 25 Μαϊου του 2008, της Σαμαρείτιδος, Γ΄Ευρέσεως κεφ. Προδρόμου, με ανατ. Ηλίου 05:08, δύση Ηλίου 19:37, η Σελήνη είναι 20 ημερών και είμαι απόλυτα ικανοποιημένος που μπορώ να "οράν φάος ηελίειο" (ομηρ. = ζω)

ΥΓ. Επιπλέον, δεν είναι μόνο το θέμα του περιεχομένου του blog, είναι και το θέμα της γλώσσας. Είχαμε έναν Ηλία Πετρόπουλο που τά΄λεγε έξω απ’ τα δόντια γιά όλα, όλους/ες. Ο Πετρόπουλος είχε στιλ, ήταν ικανός. Ο καθένας που πετάει σήμερα στο Διαδίκτυο τις φασουλομαγκίτικες εξυπνάδες και τα "πλαστικά νταηλίκια", όπως είπε ένας σεμνός φίλος, είναι γιά να περνάει η ώρα. Ούτε καν σκόνη δε σηκώνεται...
Ο πάσα ένας βρίζει στην Ελλάδα, νταηλίζει, καταργεί, αργοσχολεί, ξύνεται και λιάζεται. Ή, δοξολογεί, ειδωλοποιεί, δραματουργεί με φρέσκα κρεμυδάκια, "γονυπετεί" ραγιάδικα... Έχει πιά περάσει ο καιρός, τα γεγονότα μας έχουν προ πολλού ξεπεράσει, αλλά ποτέ δεν είναι αργά. Ποτέ δεν είν΄αργά γιά μιά γλώσσα αξιοπρεπή, σοβαρή, ήρεμη, με επιχειρήματα. Όσοι έχουν να πουν κάτι, το λένε. Οι άλλοι ας ακούνε, ώσπου νά’ρθει η σειρά τους να έχουν κι αυτοί κάτι να πουν. Έτσι ήταν πάντα η ιστορία του ανθρώπου, κι αυτό το λέγαν σεβασμό. Ποτέ άλλοτε δε μιλούσαν ΟΛΟΙ. Όταν λέω επιχειρήματα δεν εννοώ γονυκλισίες απέναντι στα "αγιοποιημένα" "στοιχεία".
Ποιά στοιχεία; Στοιχεία αποτελούν μόνο οι δίσκοι, μόνο αυτό που ακούμε. Ούτε καν οι ετικέτες δεν αποτελούν ατράνταχτα στοιχεία. Όλα τ΄άλλα, ότι ειπώθηκε από τους "αγίους", ότι γράφτηκε, είναι όλα σχετικά, υπαγορευμένα από τη διάθεση των ατόμων εκείνη τη στιγμή, από ψυχολογικές διεργασίες μέσα τους, από το σε ποιόν/άν μιλούσαν, τι ήθελαν να κρύψουν. Πηγές, ουσιαστικά, δεν υπάρχουν, υπάρχουν ερμηνείες και στοχασμοί πάνω στις "πηγές". Κι όταν λέω άλλη γλώσσα κι άλλο τρόπο αντιμετώπισης εννοώ, γλώσσα και συμπεριφορά μάγκικη, ΜΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΙΝΗ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΛΕΞΗΣ. Και ποιά είν΄αυτή; Όλο αυτό το γνήσιο, αντρικό, μάγκικο και όχι κουτσαβάκικο, και ταυτόχρονα τρυφερό κι ερωτικό που ξεπετάγεται από τους στίχους του παρακάτω, γιά παράδειγα, τραγουδιού. Ενός τραγουδιού που είναι γραμένο γιά άντρα, αλλά το τραγουδάει λεβέντικα η υπέροχη Μαρίκα Μπρουσαλιά Καναροπούλου

Τούρνα/ Μαχμούρικο (1934)
Περιστέρη/στίχοι Μάτσα-Περιστέρη

Βρε μαχμούρικο γιαβρί, η καρδιά μου σε πονεί
πες μου, όταν σ΄αντικρύζω, κούκλα μου, γιατί δακρύζω ;
Κλαίω, μικρό μου, αχ μωρό μου,
με πήρες στο λαιμό σου, κούκλα μου, στο Θεό σου,
βρε, δε με λυπάσαι, (αχ) κακιά, πανάθεμά σε!

Έχεις ένα σεβνταλή, έχεις μ΄ ένα μερακλή
και μου έκαμαν καρτέρι, κούκλα μου, στο Περιστέρι
με τα μαχαίρια, αχ, στα χέρια,
θέλουν να με ξεκάνουν, κούκλα μου, να σε πάρουν(;)
βρε, δε με λυπάσαι, αχ, παναθεμά σε,
αχ, δε με λυπάσαι, κακιά, πανάθεμά σε!

Ωωωχ, γειά σου Μαρίκα Μπρούσαλη!

Δευτέρα 19 Μαΐου 2008

Η "ερμηνεία"

Ένα από τα προβλήματα στην έρευνα του ρεμπέτικου είναι και ο κίνδυνος να κρίνουμε, ασυνείδητα, λεπτομέρειες εκείνου του καιρού με σημερινά κριτήρια. Μιλούσα με ένα φίλο γιά τη Ρίτα Αμπατζή, προέκυψαν κάποια ερωτηματικά/σκέψεις και σκέφτηκα πως μπορεί να είναι ενδιαφέροντα και γιά άλλους/ες. Πρόκειται γιά δύο θέματα:

α. αν μιά τραγουδίστρια της εποχής του ΄30 ήταν "ερμηνεύτρια" ή κάτι άλλο και,
β. αν το άκουσμα/η ακρόαση των τραγουδιών, στο επίπεδο που θέλει κανείς να διεισδύσει βαθύτερα και όχι μόνο ν΄ακούσει με την ψυχή, μπορεί να ονομαστεί ακαδημαϊσμός.

Γιά το πρώτο θέμα της ερμηνείας και αν η λέξη μπορεί να φορεθεί στο τότε, αναδημοσιεύω ένα άρθρο του ακαδημαϊκού καθηγητού Πολιτισμού και Επικοινωνίας του Πανεπιστήμιου Αθηνών, Βασίλη Καραποστόλη. Το άρθρο έχει τον τίτλο "Η ασφάλεια του τραγουδιστή"...

Η ΑΣΦΑΛΕΙΑ ΤΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΗ - Βασίλης Καραποστόλης




Από το πάλκο και την ακίνητη ορχήστρα, στο σημερινό "είδωλο" που, αεικίνητο, "ερμηνεύει".

Άλλοτε οι λαϊκοί τραγουδιστές νοιάζονταν μόνο γιά τη φωνή τους. Η έγνοια του ήταν ν΄ακουστούν καλά και δεν ανησυχούσαν διόλου γιά το πως θα γίνει δεκτή η όλη τους παρουσία. Ζήτημα αποδοχής δεν υπήρχε· με τους ακροατές και θεατές ήταν γνώριμοι, συνένοικοι ενός κόσμου που τραγουδούσε μέσα στη φωνή πριν ακόμη ακουστούν οι πρώτοι φθόγγοι.
Μέχρι την ώρα εκείνη, στην αίθουσα με τους καπνούς, οι ψυχικές διαθέσεις έπαιρναν την κατεύθυνσή τους, προετοιμάζοντας δίχως την ένταση της αναμονής που καλλιεργείται σήμερα στο ακροατήριο ώσπου να εμφανιστεί ο μουσικός. Ο παλιός τραγουδιστής δεν κατέφθανε από κάπου κι ούτε ήταν απαραίτητο να τον λούσουν τα φώτα γιά ν΄αρχίσει να γίνεται μαγικός. Σαν να βρισκόταν πάντα στη θέση του, ριζωμένος, απόφυση εξαιρετική του κόσμου που αυτός τον άρθρωνε και οι θαμώνες του πρόσφεραν τα νεύρα γιά να αντηχήσει. Η έκφραση είχε έτσι εξασφαλισμένη την ευστοχία. Αποτεινόταν σε κάτι που ήταν κιόλας διάχυτο, περιμένοντας μιά μεσολάβηση, ένα λαρύγγι, τις χορδές, τ΄αυτιά διάπλατα στο οικείο, γιά να γίνει μελωδία και ρυθμός.
Όλα σχεδόν φαίνονταν εγγυημένα. Ίσως γι αυτό δεν χρειάζονταν πολλές κινήσεις μετάδοσης, υποβολής. Οι τραγουδιστές ήταν καθισμένοι, το ίδιο και οι οργανοπαίκτες. Καθιστή ορχήστρα, βιδωμένη θά΄λεγες, που ωστόσο κρατούσε το ακροατήριό της χωρίς να ζητά να μικρύνει τη φυσική απόσταση απ΄αυτό ή να γεμίσει τον ενδιάμεσο χώρο με τη χορογραφική παραλλαγή της. Η φωνή καθώς έβγαινε από το στόμα δεν καταπονούσε το πρόσωπο. Τα χαρακτηριστικά, οι γραμμώσεις, οι αναλογίες αλλοιώνονταν μόνο όσο χρειαζόταν γιά να παραχθεί η φωνή, κι ήταν τότε, μέσα σ΄αυτό το άκουσμα, που αναδυόταν η βαθύτερη σιγουριά που τη στήριζε. Από την πλευρά του, ο ακροατής, μπροτά στην απουσία αυτή αποτυπώσεων της συγκίνησης, ξαναγύριζε σε ότι ένιωθε και στο νόημα που αυτός θα του έδινε. Αδύνατο έτσι να "ερμηνεύσει" ο καλλιτέχνης το κοινό του, με την κούφια έννοια που δίνουν στις μέρες μας στη λέξη ερμηνεία. Ο τραγουδιστής φανέρωνε μιά προϋπάρχουσα κοινότητα, δεν ερμήνευε εκείνους που τον άκουγαν. Από μόνοι τους αυτοί αναλάμβαναν τις συγκινήσεις που τους προκαλούσε η μουσική. Η μουσική, η φωνή είχαν διεγείρει συναισθηματικά, αλλά χωρίς να φιλοδοξούν να προκαθορίσουν τις ειδικότερες σημασίες που θα είχαν γιά τους δέκτες της. Εκεί, στο πάλκο, στεκόταν ένα πλάσμα με διαφορετικό προορισμό. Θα μεταστοιχείωνε το παρελθόν, το διάσπαρτο σε κείμενα, σε ομιλίες και όνειρα, σε κάτι ακαριαία υλικό, παγιδευμένο μέσα στη στιγμή της εκφοράς. Επρόκειτο γιά έναν προορισμό που επέτρεπε στον καλλιτέχνη να ασκεί την τέχνη του περίπου σαν ένα ζωντανό σύμβολο, με την ασφάλεια δηλαδή που χαρίζει η αναφορά σε κοινές στάσεις, κι ακόμα με την αίσθηση, που τόσο λείπει από το σημερινό "είδωλο", πως ότι έκανε του είχε κατά κάποιο τρόπο ανατεθεί. Είχε έτσι γλυτώσει από την ανησυχία, λίγο τον απασχολούσε αν θα πείσει, αν θα παρασύρει. Μολονότι ακίνητο το σώμα μπορούσε να απευθύνεται, μάλιστα αυτή η καθήλωση το καθιστούσε πιό συμπαγές, πιό ικανό να θρέψει μιά εύγλωττη ομιλία.
Καθώς το σώμα διοχετευόταν στη φωνή, η ενέργειά του, η υφή του γινόταν πιά δικά της. Αυτό ήταν χαρακτηριστικό στις παλιότερες φωνές. Σε σύγκριση με εκείνες, οι σημερινές ακούγονται πολύ πτητικές.
Σηκώνονται πολύ ελαφρά και σκορπίζουν, σαν να έχουν αδειάσει από οτιδήποτε στερεό. Οι ήχοι φεύγουν μακριά από το σώμα που τρέχει πίσω τους γιά να εξασφαλίσει τη δηλωτική τους αξία. Για τούτο μοιάζει τόσο παράξενο σήμερα που ο παλιός τραγουδιστής δεν έσπευδε να τονίσει τη συντριβή ή τον πόθο των στίχων που πρόσφερε. Το λαϊκό όμως αίσθημα ήταν τότε δεδομένο, σήμερα όχι. Είναι ανάγκη επομένως να το βρουν. Αυτό ψάχνει η σπασμωδικότητα της σύγχρονης έκφρασης που αποκόπηκε από το εκφραζόμενό της και έμεινε μετέωρη. Χέρια, πόδια, χαίτες που τινάζονται, μάτια που παριστάνουν πως δακρύζουν, μιά πληθωρική προσπάθεια να δειχτεί πως ο τραγουδιστής ανήκει σ΄αυτές τις νότες και σ΄αυτές τις λέξεις. Θα πουν ίσως πως με το show έσπασε η παλιά ακαμψία, έλειψε ο πουριτανισμός της καρέκλας. Ο τραγουδιστής λύθηκε, είναι ελεύθερος να παίξει, να μιμηθεί.
Αλλά ακριβώς το ζήτημα είναι ότι δεν μπορεί παρά να μιμείται, να αναζητά φανταστικά άτομα που θά΄λεγαν τα λόγια του και θα δοκίμαζαν αντίστοιχα συναισθήματα. Μιά προσπάθεια να "υποκριθεί" το κοινό του, συλλαμβάνοντάς το με τα μέσα μιάς σκηνικής τακτικής, μιάς θεατρικής ψυχολογίας. Ανάλογες λοιπόν είναι και οι κινήσεις του: επιχειρούν, αντί να αναδίδουν.