Κυριακή 1 Μαΐου 2011







το παλτό



Το παιδάκι της φωτογραφίας είναι αυτός που γράφει αυτό το σχόλιο. Το παιδάκι αποτυπώθηκε σε μιά, ας πούμε, κρίσιμη περίοδο της παιδικής ζωής. Τότε που άρχισε να καταλαβαίνει για τα καλά ότι τα λεφτά του σπιτιού ήταν μετρημένα, τις ταξικές διαφορές, τη γεύση της ζωής που ανοιγόταν μπροστά του. Άρχισε να συγκρίνει πράγματα και καταστάσεις και τού΄κατσε μιά χακί μελαγχολία στα μάτια.

Το αστείο είναι πως το βάλαν το παιδάκι να ποζάρει μπροστά σε μιά απ΄τις ατέλειωτες κιτς φάτνες που υπήρχαν παντού. Λες και από κει θ΄αντλούσε παρηγοριά. Λες και είχε τίποτα θρησκευόμενους γονείς. Παπα...ρούνες. Και τί τα λέω τώρα όλ΄αυτά; Σάμπως μ΄έπιασε και κάνω τουρισμό στους κήπους των αναμνήσεων; Άντε καλέ, όπως λέει κι ένας φίλος (παρεπιπτόντως, το "καλέ" που το φόρεσαν οι ομοφυλόφιλοι και αυτοί που θέλουν να τους κοροϊδέψουν, ήταν καθημερινή λέξη των Μικρασιατών).  

Επιπροσθέτως, φοράει ένα παλτουδάκι, μιά παλτουδιά, που τη θυμάται πολύ καλά. Πως καθόταν πάνω στο σώμα του, πως σήκωνε το γιακά της και πως το κούμπωνε όταν κρύωνε. Ήταν εκείνα τα παλτουδάκια που φόραγαν τα παιδιά της εποχής εκείνης και ήταν κοντό, ώς πάνω απ΄το γόνατο.

Το παλτό ήταν ένα πολύ σημαντικό εξάρτημα της ένδυσης στις πόλεις, όπου ήταν λιγάκι αραιοχτισμένες και οι κρύοι αέρηδες κυκλοφορούσαν σχεδόν ανενόχλητοι, τρυπώνοντας μές τα στενά και ξυρίζοντας τους ανοιχτούς χώρους.
Σημειωτέον, τα κοντά αυτά παλτουδάκια ξαναγύρισαν στη μόδα, με τα ίδια σχεδόν σχέδια στο ύφασμα, και τα φορούν οι, υποτίθεται, κομψοί νεαροί επιχειρηματίες των media και των IT...

Το να καταστρεφόταν ή να έχανες το παλτό σου ήταν ένα τραγικό γεγονός και δεν ήταν καθόλου αυτονόητο ότι μπορούσες να το αντικαταστήσεις μ΄ένα καινούριο. Γι αυτό και δυό τρία Ρεμπέτικα (;) επικεντρώνουν σ΄αυτό.
Δε τρέφω καμιά νοσταλγία, ούτε και κολλάω στο ασήμαντο θέμα του τότε παλτού μου. Κολλάω όμως στην απόλυτα γεωμετρημένη φωνή του λατρευτού και σοβαρού βαρύμαγκα Πρόδρομου Τσαουσάκη (Μουτάφογλου)



 στην υπέροχη νεανική Σωτηρία Μπέλλου



και στους πάντα σταθερούς Στράτο Παγιουμτζή και Γιώργο Κάβουρα



Τα παλτά όμως, όπως είπαμε πιό πριν, είναι πάλι της μόδας και οι πάσης φύσεως ...
δεν έχασαν την ευκαιρία.

Χαρείτε!









Ο Υπνοβάτης που τον λέμε Ρεμπέτικο...




by Kostas Ladopoulos on Saturday, 30 April 2011 at 15:29
Οι άνθρωποι βαριούνται εύκολα, το ξέρετε. Και η βιομηχανία του θέματος και της μουσικής το ξέρει, εκατό φορές καλύτερα από μας. Αυτή τη στιγμή, χάρη και στο Internet, έχουμε πρόσβαση σε ωκεανούς εικόνων και και μουσικής. Αυτό, απ΄τη μιά μεριά.

Στην άλλη, έχουμε το φτωχό και σεμνό (κάποτε...) Ρεμπέτικο. Ναι, το ενδιαφέρον γι αυτό ανεβαίνει, είναι φανερό. Γιατί; Γιατί τροφοδοτείται συνεχώς απ΄τις νεαρές ηλικίες που μπαίνουν μέσα του και τ΄ανακαλύπτουν απ΄την αρχή. Οι νεαρές όμως ηλικίες και οι νέοι άνθρωποι, όπως είναι γνωστό, ξαναρχίζουν τα πράγματα από την αρχή. Δε συνεχίζουν απ΄εκεί που σταματήσαμε εμείς. Έχουν την ανάγκη να περάσουν απ΄το Μάρκο, το Δελιά κλπ., απ΄τις απλούστερες μορφές και μετά να μπουν παραμέσα ή να γυρίσουν πιό πίσω, στα πιό απαιτητικά Μικρασιάτικα (Σμυρνέικα). Απλώς η όλη διαδικασία κινείται πιό γρήγορα γιατί το υλικό είναι περισσότερο προσβάσιμο πιά. Όμως, αν το δει κανείς ψυχρά, επαναλαμβάνονται, λιγότερο ή περισσότερο, πανομοιότυποι και ομόκεντροι κύκλοι.

Δεν είναι κρίμα;

Το ρεμπέτικο δε πρόκειται να ξαναγεννηθεί. Μεμονωμένες και ρομαντικές προσπάθειες να γραφτούν νέα τραγούδια με απλούς, μαγκίτικους στίχους, μπορεί να δημιουργούν ένα μικρό πυροτέχνημα που όμως σβήνει, αν καν προσεχτεί.

Προσπάθειες να μπολιαστεί το Ρεμπέτικο με rock είναι κωμικοτραγικές. Στο επόμενο στάδιο μπορεί ν΄ακούσουμε rap Ρεμπέτικο...
Τελοσπάντων, οι νέοι μπορούν να κάνουν ότι θέλουν. Είναι όμως κρίμα που όλοι αυτοί που έχουν μπει βαθιά μέσα στο Ρεμπέτικο μασάν τα ίδια και τα ίδια λόγια μην έχοντας να προσθέσουν τίποτα καινούριο, πέρα απ΄το ότι άνοιξαν τις ντουλάπες και τα σεντούκια και βγάλαν έξω τις πλάκες. Ένδεια...

Οι άνθρωποι εξελίσσονται μέσα από ανταλλαγές σκέψεων, προβληματισμούς, απομυθοποιήσεις ειδώλων. Απομυθοποίηση δε σημαίνει γκρέμισμα ή καταδίκη. Σημαίνει, αφαίρεση του πέπλου της πάχνης για να δούμε καθαρότερα το αντικείμενο.

Απορώ κι εγώ ο ίδιος με τον εαυτό μου και γιατί με πιάνουν τα διαόλια μου, όταν ακούω το Μίκη Θεοδωράκη να λέει κάποιο φουκαρά μουσικό ορχήστρας που εκνευρίστηκε όταν άκουσε ότι ο Μ. Χιώτης με το μπουζούκι του θα είναι σολίστ, εν έτει 1961.

αν δε το αντέχετε, πηγαίντε στο 4:27

Όταν αφήσει αυτό τον κόσμο ο Μίκης θα βομβαρδιστούμε από αφιερώματα και η μουσική του θα έρθει ξανά επάνω για ένα διάστημα. Η Αριστερά θα τρίβει τα χέρια της, μη καταλαβαίνοντας για πολλοστή φορά ότι τέτοια σκιρτήματα είναι περαστικά και δε διαρκούν γιατί οι άνθρωποι δεν είναι κινούμενα λάβαρα. Μπορούν να γίνουν όταν σφίξει πολύ η θηλειά στο λαιμό. Μετά, ξαναγυρίζουν στην ηρεμία, τη καθημερινή ζωή, τον έρωτα, τα γλέντια. Ένα νέο κύμα νοσταλγίας λοιπόν μπορεί να πλημμυρίσει ξανά τη χώρα που περνάει κρίση και γυρίζει προς τα μέσα, ακόμα περισσότερο απ΄αυτό που έκανε πάντα. Η νοσταλγία αυτή θα αναφέρεται σε μιά εποχή προδομένη και τίποτα δε θα απομυθοποιηθεί, γιατί δε συμφέρει.

Το Ρεμπέτικο δεν είναι μιά νοσταλγική υπόθεση κι αυτό, ίσως, το ξέρουν αυτοί που έχουν ανοιχτά μάτια. Κανείς δε θα ήθελε να γυρίσει στις εποχές που γράφτηκε, εκτός απ΄αυτούς που δε ξέρουν τι εστί βερύκοκο. Απλά, είναι μαγικά τα τραγούδια και μας αρέσει να τ΄ακούμε. Το Ρεμπέτικο είναι ένα άλλο κεφάλαιο. Το τι θα το κάνουμε είναι μιά μεγάλη αλλά αναγκαία συζήτηση. Πρέπει μοναχά να θυμόμαστε πως, ακόμα κι ο πιό ηλίθιος στρατηγός ξέρει πως οφείλει να παρακολουθεί τις κινήσεις του εχθρού του.

Ακόμα κι αυτά όμως που κλείνονται μες το Ρεμπέτικο, όπως η αγάπη κι ο έρωτας, ακόμα κι αυτά μπορούν κάποτε να γίνουν φορτικά. Σε όσες κι όσους δε το καταλαβαίνουν και δε το βλέπουν στη καθημερινή πραγματικότητα, μαγεμένοι απ΄τα ατέλειωτα ερωτικά ξυπνητήρια που χτπάνε στη χώρα, τις και τους παραπέμπω σε κάποια τραγούδια που έγραψαν γνωστά είδωλα του Ρεμπέτικου, όταν παράφαγαν και βάρυνε το στομάχι τους...

Δυό, έτζι για παράδειγμα.

Καλόγηρος (Βαρέθηκα τις γκόμενες), 1946, Μάρκος Βαμβακάρης,
http://youtu.be/NxhO-2BmOos
Βαρέθηκα τους έρωτες, 1938, Γ. Παπαϊωάννου





Τρίτη 26 Απριλίου 2011

Απέναντι στο δάσος, στη μέση του πουθενά...




Στο εξαιρετικό remake της αμερικάνικης ταινίας "The postman always rings twice" με σκηνοθεσία του Bob Rafelson, με την Jessica Lange και τον Jack Nickolson, υπάρχει μιά πολύ όμορφη σκηνή με μιά σύνδεση με το "ρεμπέτικο".
Εκείνη είναι παντρεμένη μ΄έναν φουκαρά Ελληνο(αμερικανό) που τα τσούζει και έχουν μαζύ ένα εστιατοριάκι, στη μέση του πουθενά. Το ζεύγος μένει στον πάνω όροφο. Τους προκύπτει ένας τύπος μάγκα (Jack Nickolson) που γυρνάει από δω κι απο κει. Κόβει γρήγορα την κατάσταση, του γουστάρει η Jessica Lange και τους ζητάει δουλειά. Αυτή, βαριεστημένη απ΄τη μοίρα του γάμου της πέφτει στα δίχτυα του. Ο σύζυγος δε παίρνει πρέφα και εμπιστεύεται το μάγκα, μέχρι που τελικά οι δυό τους τον σκοτώνουν.
Στη σκηνή που έλεγα, ο Έλληνας σύζυγος έχει πάει στον πάνω όροφο να ξυριστεί ενώ οι άλλοι δυό ερωτοτροπούν κάτω. Από πάνω ακούγεται χαμηλά απ΄το γραμμόφονο η φωνή της ... Μαρίκας Παπαγκίκα. Υποδειγματικό.
Σε μιά, τηρουμένων των αναλογιών, αντίστοιχη κατάσταση, σε μιά χώρα νερόβραστη, χωρίς, δυστυχώς, τη Jessica Lange δίπλα μου, απέναντι απόνα ήσυχο δάσος, με τη βραδινή δροσιά ενός ευεργετικού καλοκαιριού, ακούω αυτό:
Παίζει μαντολίνο ο Παναγιώτης Τούντας και τραγουδάει η Μεγάλη Ρόζα Εσκενάζι





Κυριακή 24 Απριλίου 2011





Το Πολύγωνο
και 
η αλάνα του


Η φωτογραφία εικονίζει προσφυγικό μαχαλά στο Δουργούτι (Νέο Κόσμο, επί το ευπρεπέστερον"), μοιάζει όμως πολύ με τον αντίστοιχο στο Πολύγωνο.




Οτιδήποτε θυμίζει καταστάσεις που δε τις εγκρίνει το σύστημα, θεωρείται εχθρός της "ανάπτυξης".


Tο κάθε σύστημα πρεσβεύει την "ανάπτυξή" του, θέλει εκείνο ν΄αποφασίζει τι και πως θα θυμόμαστε. Επιλέγει. Μαγειρεύει την ιστορία κατά το δοκούν.Η επανάσταση του ΄21 είναι μαγειρεμένη αρκούντως. Έχουν αλλάξει ημερομηνίες έναρξής της γιά να συμπίπτει με αμετακίνητες θρησκευτικές μνήμες. Ο "σπερματοδότης" κρίνος, η Μαρία, η έναρξη του ξεσηκωμού υπό τη σκέπη του Παλαιών Πατρών Γερμανού (σκέφτομαι καμιά φορά πόσος χώρος έχει καταληφθεί μέσα στον εγκέφαλό μου από το όνομά του και το όνομα του, ας πούμε, Κωνσταντίνου Μητσοτάκη) που, όπως είναι γνωστό, ήταν ενάντιος, γιά δικούς του λόγους, στο ξεσήκωμα ενάντια στους Tούρκους. Aυτό ανήκει σ΄αυτά που "πρέπει" να θυμόμαστε, με τον τρόπο που μαγειρεύτηκαν.



Το Πολυτεχνείο δεν έχουν κάτι εναντίον να το θυμόμαστε, αλλά όλες οι πλευρές το διαβρώνουν, ηθελημένα ή αθέλητα. Θα αρκούσε μιά σεμνή τελετή και μιά ακινησία κάποιων λεπτών σ΄όλη τη χώρα. Έτσι, ακόμα και τα μικρά παιδιά θα ρωτούσαν να μάθουν γιατί.



Η ημερομηνία της ήττας στη Μικρασία, το κάψιμο της Σμύρνης κι ότι επακολούθησε, είναι "σκόπιμο" να το απωθούν. Δε βολεύει να το θυμόμαστε, αναδαυλίζει παλιά πάθη κλπ. Αρκεί η τιμή στον Ελέυθέριο Βενιζέλο που δόθηκε το όνομά του στο άχαρο και αχανές αεροδρόμιο. 


Είναι πολύ αστείο που η μαγνητοφωνημένη γυναικεία φωνή στο μετρό, λέει το όνομα του αεροδρόμιου με μιά προσμονή των υπευθύνων ότι οι ξένοι επισκέπτες/τριες θα θυμούνται όλο αυτό το "Ελευθέριος Βενιζέλος"...


Γενικά, η μνήμη πρέπει να είναι ελεγχόμενη. Να είναι σα κάτι κλεισμένο σ΄ένα συρτάρι, σα μιά σημαία, που την ανοίγουμε όταν είναι η μέρα της, τη βάζουμε στη θέση της το βράδυ και συνεχίζουμε τη ζωή μας. Αλλιώς, μεταβάλλεται σε φρένο που δεν αφήνει τους ανθρώπους να συγκεντρωθούν στα καθημερινά τους..


.

Στις μεγάλες πόλεις, και ιδιαίτερα στις πρωτεύουσες, πρέπει να υπάρχει ευταξία. Αποτελούν τη βιτρίνα της χώρας. Το έδαφος, οι ακάλυπτοι χώροι έχουν μεγάλη αξία, τα συμφέροντα είναι μεγάλα. Κανείς δε φαντάζεται ότι ένας χώρος, ιδιαίτερα όταν ανήκει, μπορεί να μείνει "ανεκμετάλλευτος" γιά να γίνει μνημείο θύμησης. Μιά πλάκα, με κάποιες χαραγμένες γραμμές, αρκεί γιά να ξεμπερδεύουμε με το παρελθόν. Έτσι ξεμπερδέψαμε με το μακρουλό οικόπεδο όπου κάποτε έμενε ο πυρπολητής Κανάρης, στην Κυψέλη. Ο χώρος έγινε πολυκατοικία, μπήκε μιά πλακίτσα στην είσοδό της και, πάμε παρακάτω.


..

Η ονομασία "Πολύγωνο" δε ξέρω αν σας λέει τίποτα. Είναι ο χώρος γύρω από τα Δικαστήρια. Ένας χώρος πνιγμένος στο τσιμέντο, στα αυτοκίνητα, μηχανάκια και μοτοσυκλέττες. Όταν πλησιάσει κανείς σα πεζός, αισθάνεται ότι ο χώρος τον ξερνάει...
Γιά να σωθεί κανείς, τρέχει μέσα στο πάρκο του Πεδίου του΄Άρεως, όπου ο χρόνος είναι ακόμα σταματημένος...

("Γιατί το λένε ΠολύγωνοTο 19ο αιώνα, στη δυτική άκρη του Πεδίου του Άρεως, εκεί περίπου που είναι σήμερα το “Green Park”, υπήρχε μια υπερυψωμένη πολυγωνική εξέδρα, όπου παιάνιζε τα απογεύματα κάποια στρατωτική μπάντα, προς ψυχαγωγία των Aθηναίων. Έτσι η περιοχή ονομάστηκε Πολύγωνο. Mετά τη μικρασιατική καταστροφή, πρόσφυγες εγκαταστάθηκαν κατά μήκος όλης της βόρειας πλευράς του Πεδίου, από τη Mαυρομματαίων μέχρι τα Tουρκοβούνια. Mαζί με τον προσφυγικό συνοικισμό «ταξίδεψε» και το τοπωνύμιο. Σήμερα το Πολύγωνο είναι μια γειτονιά σφηνωμένη ανάμεσα σε Γκύζη, Άνω και Nέα Kυψέλη")*. * Η παραπάνω παράγραφος, η κλεισμένη στις κόκκινες παρενθέσεις, είναι αναδημοσίευση από τη σελίδα http://www.athensvoice.gr/city-lover/av,15535,CITY_LOVER.html


Εκεί λοιπόν εγώ κάποτε, ένας μπερδεμένος 9χρονος, έπαιζα. Είχαμε μόλις γυρίσει από τη Βραζιλία όπου θασ μέναμε γιά πάντα, αλλά επιστρέψαμε μετά από 1,5 χρόνο γιατί οι δουλιές (με ιώτα) του Μικρασιάτη πατέρα μου δε πήγαν όπως τις περίμενε. Θα κατασκεύαζε σωβρακάκια γιά ψύλλους, έτσι μου έλεγε πάντα και γελούσε. Κάτι έκρυβε ή δεν ήθελε να μπει σε λεπτομέρειες. 


Τ΄απογέματα, όταν μαλάκωνε η μεγάλη κάψα, έφευγα απ΄το σπίτι και πήγαινα να παίξω στην Αλάνα του Πολύγωνου. Ήταν ένας τεράστιος, με τα τότε μάτια μου, ακάλυπτος χώρος όπου μαζεύονταν αμέτρητα παιδιά, όλων των ηλικιών. Μεγάλη υπόθεση...

Είχα κι ένα φίλο που τονε λέγαν Βάσο (Βασίλη). Ένα απόγεμα που δεν είχε φανεί, πήγα να τον πάρω από το σπίτι του, στον ντενεκεδομαχαλά που βρισκόταν δυό βήματα ΒΔ. από την Αλάνα.





Λεπτομέρεια από το μαχαλά του Πολύγωνου.






Δε θυμάμαι να είχα μπει περισσότερο από 2-3 φορές μέσα σ΄αυτή την πολύβουη, προσφυγική κυψέλη. Τα χαμηλά προχειροφτιαγμένα σπιτάκια, τό΄να πάνω στ΄άλλο, αν αναστέναζες δυνατά σ΄άκουγαν οι διπλανοί και οι απέναντι. Είχαν μόλις καταβρέξει γιά να δροσιστούν. Μύριζε το χώμα, κάθονταν έξω απ΄τις χαμοκέλες τους και κουβέντιαζαν. Δε θυμάμαι πολλά πράγματα. Μόνο ένα συναίσθημα οικειότητας, αν και καθόλου δε θά΄θελα να βρισκόμουν στη θέση τους, ούτε είχα ιδέα ότι είχα κάτι κοινό μ΄όλους αυτούς τους ανθρώπους. Έτσι πίστευα τότε. Εμείς μέναμε σ΄ένα μισοσκότεινο υπόγειο πολυκατοικίας, όμως είχαμε τρεχούμενο νερό και ΜΠΙΝΤΕ! Όχι παίζουμε. 


Εγώ "τραυματιζόμουνα" καθημερινά όλο και πιό πολύ, ενώ ο Βάσος, το προσφυγόπουλο, έλαμπε από χαρά και δύναμη
.

Ένα πράγμα θυμάμαι πολύ καθαρά, ότι υπήρχε μιά ζωή που κόχλαζε ανάμεσα στα παιδιά που παίζαν στην Αλάνα. Ελλείψεις μπορεί να είχαν, αλλά τα παιδιά χρειάζονταν, τότε τουλάχιστο, πολύ απλά και συγκεκριμένα πράγματα και αυτά τά΄παιρναν με τη μορφή της πλατιάς κοινωνικότητας, του παιχνιδιού με το τίποτα, την αίσθηση του οικείου και πάλλοντος περιβάλλοντος.


Από τότε έχει περάσει μιά ολόκληρη ζωή. Πολλά "γλυκά" δοκίμασα, συνοικίες γειτονιές, πόλεις, χώρες και μπορώ άνετα να κάνω επαναπροβολές. Βλέπω καμιά φορά τις ατέλειωτες πολυκατοικίες, τους δρόμους που λυσσομανάν τα αυτοκίνητα, βλέπω τα σύγχρονα προάστεια όπου βασιλεύει μιά νεκρική ησυχία, τα καλοφτιαγμένα παρτέρια. 


Ακούω και γιά χωριά που ζητάνε την κατασκευή μαντρωμένης "παιδικής χαράς" και άλλες αηδίες... Βλέπω και τα ολότελα νεκρά προάστεια της μεταμοντέρνας κοινωνίας όπου ζω. Αυτά όπου ζουν πολλά παιδιά μειονοτήτων κι όπου υπάρχουν πολλά προβλήματα. Βανδαλισμοί, βιασμοί, εγκληματικότητα, μαχαιρώματα σε ημερήσια βάση. Από τις 5 το απόγεμα πέφτει μιά νέκρα. Ψυχή δε βλέπεις στους δρόμους, τα ελάχιστα μαγαζιά κλείνουν στις 6, ένα βαρύ σύννεφο πλήξης απλώνεται. Και τα ΄ντόπια παιδιά πλήττουν, αλλά ακόμα περισσότερο τα παιδιά των ξένων. Αυτά επισκέπτονται τις χώρες των γονιών τους τα καλοκαίρια, πόλεις και χωριά της Μέσης Ανατολής, της Τουρκίας κτρ. όπου η ζωή σφύζει. Αυτή η μελαγχολική ηρεμία τους τη δίνει κατακούτελα. Αισθάνομαι πως πίσω απ΄τις απελπισμένες τους αντιδράσεις κρύβονται κραυγές απόγνωσης. "Βγείτε έξω ρε, κινηθείτε, μιλείστε, φλερτάρετε, τραγουδείστε, φωνάξτε. Είναι ζωή αυτή η νέκρα;"



Πράγματα δηλαδή που ήταν τελείως άγνωστα, γιά παράδειγμα, στο χώρο του Πολύγωνου. Λογικά, θα έπρεπε ένα μικρό, ελάχιστο κομματάκι με 2-3 χαμοκέλες, να είχε διατηρηθεί. Όπως ήταν τότε. Το ίδιο θα έπρεπε να είχε γίνει σ΄όλους τους πρώην προσφυγικούς συνοικισμούς. Όχι με τον τρόπο που διατηρούνται από διάφορους βαλσαμωμένους Πολιτιστικούς Συλλόγους της επαρχίας, σπιτάκια της προηγούμενης ζωής με τα "αρχαία". Όχι γυαλισμένα τα σκεύη και τακτοποιημένα, αλλά όπως ήταν τότε. Να πηγαίνουν τα σχολεία και να βλέπουν πως ήταν η ζωή κάποτε.


 Οι Μικρασιάτικοι Σύλλογοι έχουν κι αυτοί μερίδιο της ευθύνης. Όχι, θα έπρεπε να μπορεί κανείς να δει την ατμόσφαιρα που υπήρχε τότε. Και μ΄ένα γραμόφωνο να παίζει το "Σπάστα, ρήμαξτα" του Παναγιώτη Τούντα, με την υπέροχη φωνή του Κώστα Μασσέλου (Νούρου)...





Σπάστα, ρήμαξτα - ζεϊμπέκικο
Σύνθεση, στίχοι : Παναγιώτη Τούντα
Εκτέλεση : Κώστας Νούρος
Βιολί : Δημ. Σέμσης (Σαλονικιός), σαντούρι Κ. Τζόβενος, κιθάρα Αργυρόπουλος
Δίσκος COLUMBIA DG 134


Έλα να σε ειδώ, να γιάνω, αχ, Πολυγωνιώτισσα γλυκειά
κι άλλην από σε δεν κάνω αγαπητικιά - μανίτσα μου.



Βελουδένιο πασουμάκι θα σου πάρω, κούκλα μου χρυσή
και μοντέρνο σκαρπινάκι κι ότι θέλεις, μάνα μου εσύ.



Θά΄χεις τάλιρα και λίρες κι όσα θες μετά, βρ΄αμάν, αμάν,
θα μεθούμε μες τις μπύρες, σπάστα, ρήμαξτα,
θα γλεντούμε μόνο λίρες, σπάστα, ρήμαξτα.



Αχ, Πολυγωνιώτισσά μου, έλα να μου σβήσεις τη φωτιά
που μου άναψες, μικρή μου, μόν΄σε μιά βραδυά, κουκλίτσα μου.



Θα γλεντούμε με τραγούδια, μέρα νύχτα, κούκλα μου χρυσή
με βιολιά και με σαντούρια κι ότι θέλεις, μάνα μου εσύ.



(Σημείωση: Υπάρχει ακόμα ένα τραγούδι, πάλι τραγουδισμένο από το Νούρο, που δεν έχω καταφέρει να εντοπίσω. Ο τίτλος είναι: "Πολυγωνιώτισσα" (1930) Μαν. Χρυσαφάκη -Columbia GR DG-55 WG-87..











Σάββατο 16 Απριλίου 2011





Η αναγούλα...

Ένα απ΄αυτά που μ΄έχουν αναγουλιάσει στη ζωή μου είναι,

η ανακάλυψη μουσικών λαϊκών διαμαντιών από την "καθεστηκυία" τάξη,

το ανέβασμά τους σε σκηνές, θέατρα, χώρους συναυλιών,

το ντύσιμο των λαϊκών διαμαντιών με μακριές τουαλέτες,

η αναγόρευσή τους σε "κυρίες" και η παρακολούθησή τους
από ένα κουστουμαρισμένο κοινό που τους/τις αποθεώνει,
μέσα στην ολοκληρωτική του άγνοια, όταν προηγούμενα
τους έβριζε και τους ονόμαζε αλήτες κι αλανιάρες... 








Η γελοιότητα
 ή 
πως ο ελληνικός κινηματογράφος είδε τη μουσική των προσφύγων...

Έτρεφα πάντα μεγάλη συμπάθεια γιά το Μίμη Φωτόπουλο. Το πρόσωπό του μού΄δινε σήμα ενός πολύ καλού ανθρώπου. Με το συμπάθειο, όμως δεν ήταν καλός ηθοποιός, ή αν θέλετε, δεν έπεσε στα χέρια ενός καλού σκηνοθέτη. Σε μερικές ταινίες, όπως στην "Κάλπικη λίρα", όταν ήταν καλό το σενάριο και ο σκηνοθέτης, ήταν πολύ περισσότερο από συμπαθέστατος. Στην πλειάδα όμως των ταινιών αρπακόλας, από αυτοβαφτισμένους "σκηνοθέτες", έσερνε τα πόδια του. Μιά απ΄αυτές ήταν και η τραγική "Οι απάχηδες των Αθηνών" που άρχισα να ψάχνω απεγνωσμένα γιά να τη βρω, όταν διάβασα ότι εμφανιζόταν ο Γρηγοράκης ο Ασίκης και ο Λάμπρος ο Λεονταρίδης.


 
Eκεί είδα άλλη μιά φορά τα γνωστά. Δυό φιγούρες της πλάκας (Μίμης Φωτόπουλος και ο Φραγκίσκος Μανέλης) που, υποτίθεται, πως είναι κουτσαβόμαγκες, και τον Κωνσταντάρα κτλ. Γνωστά πράγματα, αναμενόμενες οι "εξελίξεις", γέλιο φτηνό. Το παρακάτω video όμως μου θύμισε ακόμα μιά φορά μέσα σε τι "πιλάφι" μεγάλωσα και σιχάθηκα μέχρι εμετού. Απολαύστε "ανωτερότητα ελληνικού πολιτισμού"...

Προσέξτε ότι πήραν τρεις πρόσφυγες μουσικούς κλάσης που τους χρησιμοποίησαν σα διάκοσμο. Τους βάζουν, στην αρχή, να παίζουν αλλά η ΄"ανατολικοφανής" μουσική που ακούγεται είναι αλλουνού. Όταν αρχίζουν να παίζουν οι ίδιοι, η κάμερα δε τους κοιτάζει. Αντ΄αυτού, βλέπουμε το"χαρέμι", τον "πασά" κλπ. και όλ΄αυτά γίνονται γιά να εισέλθει η ασήμαντη Καλουτά γιά να "χορέψει" με αδέξιες κινήσεις ένα "τσιφτετέλι". Η γελοιότητα!


Όλοι αυτοί οι ανόητοι (αυτό είναι κοπλιμέντο), θέλοντας απλώς να βγάλουν φράγκα με το τίποτα, γελοιοποιούσαν τους μάγκες, μπερδεύοντάς τους με τα θλιβερότερα ψευτοκουτσαβάκια. .


Αυτές οι σάχλες συνέβαιναν το 1950, τότε που γυρίστηκε η ταινία "Οι απάχηδες των Αθηνών". Μετά από 58 χρόνια, το 2008, προβάλλει το ΜEGA μιά σειρά απ΄΄ την οποία προέρχεται το παρακάτω video. Τα σχόλια περιττεύουν...