Τετάρτη 18 Μαΐου 2011

Jules Dassin - συμφέρει να ξεχνάμε ή να αγνοούμε...








Tις προάλλες μου συνέβη κάτι που δε τό΄χα ξαναπεράσει. Έβαλα να δω τo film-noir "Night and the City" του Irwin Winkler (1992) με τον εξαιρετικό, ήδη στα νιάτα του, Robert De Niro, τη Jessica Lange και διάφορους από το επιτελείο των σκληρών Aμερικανών ηθοποιών που έχουν παίξει σε γκανγκστερικές ταινίες εποχής όπως, τους Alan King, Jack Warden, Eli Wallach κ.ά. Η ταινία είναι remake της ομώνυμης από το 1950 που την είχε σκηνοθετήσει ο Jules Dassin.

Προς το τέλος της, οι εξελίξεις της προσωπικής καταστροφής του ήρωα κορυφώθηκαν τόσο που δεν άντεχα τον πόνο και διέκοψα την ταινία. Ήταν αργά και προσπάθησα να κοιμηθώ απορώντας, γιατί δεν είχα ποτέ ξανακάνει κάτι παρόμοιο. Μ΄έτρωγε όμως να δω τη συνέχεια. Τελικά, την ξανάβαλα και την είδα ως το τέλος. Εκεί, με τα γράμματα των συντελεστών, διάβασα ότι η ταινία αφιερωνόταν στον Jules Dassin. Την άλλη μέρα διάβασα ότι το 1950 την είχε πρωτοσκηνοθετήσει ο ίδιος.
Τότε, ξανασκέφtηκα, γιά μυριοστή φορά, το πόσο αδιάφορος και αχάριστος λαός είμαστε. Τί ξέρει άραγε ένας σημερινός νέος άνθρωπος στην Ελλάδα γιά τον Dassin;


Δε θ΄αναφερθώ στα λίγα δοξαστικά που έχουν γραφτεί γι αυτόν όπου, πράγμα ασυνήθιστο γιά τα ελληνικά δεδομένα, παρουσιάζεται στη σκιά της γυναίκας του Μελίνας Μερκούρη. Ίσως (;) λόγω του ότι θεωρείται ότι εκείνος ανήκε στην κατηγορία φτερού, ενώ εκείνη είχε (όντως) μεγάλο εκτόπισμα...
Ούτε θ΄αναφερθώ στην πλούσια και σημαντική καλλιτεχνική του πορεία, κύρια στο εξωτερικό. Θα πως μόνο μερικά λόγια γιά το προσωπικό του πλησίασμα στον κόσμο του Πειραιά και την αποσπόντα "επαφή" του με το "ρεμπέτικο". Συγκεκριμένα, γιά την ταινία "Ποτέ την Κυριακή".
Ας δούμε πρώτα μιά τυπική αντιμετώπιση από άνθρωπο του ρεμπέτικου.
Θά΄ταν ξυνό εκ μέρους μου να μην αναγνωρίσω τη δουλιά (με ιώτα) που έχει κάνει ως σήμερα ο Ηλίας Βολιότης - Καπετανάκης (βλ. μεταξύ άλλων, ΑΔΕΣΠΟΤΕΣ ΜΕΛΩΔΙΕΣ, εκδ. Α.Α. Λιβάνη). Το πλούσιο υλικό του με βοήθησε να καταλάβω και να βάλω σε τάξη κάποια πράγματα. Οι όποιες αντιρρήσεις μου ανάγονται στον ιδεολογικό τρόπο θέασης, αν και συναισθηματικά βρίσκομαι στον ίδιο γενικότερο χώρο. Δείτε όμως με ποιό περιφρονητικό τρόπο εκφράζεται.


"... Διαθλασμένη και χλομή ανατέλλει (στα μέσα της δεκαετίας του ΄50), η διεθνής καριέρα της λαϊκής μας μουσικής. Αδυνατούν να διεισδύσουν στην ουσία του νεότερου ελληνικού πολιτισμού οι ξένοι, ιδιαίτερα οι γείτονες και κατοπινοί συνέταιροι Ευρωπαίοι. Κατ΄αναλογία των προγόνων τους περιηγητών αρχαιοκάπηλων ή ρομαντικών αναπολητών της λαμπρής αρχαιότητας, εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν τον Νεοέλληνα ως απολειφάδι του Χρυσού Αιώνα και την χώρα ως βάναυσα κακοποιημένο, από την αμάθεια και την χοντροκοπιά των ιθαγενών, μουσείο. Η φολκλορική τυποποίησή τους παρέχεται και την αποδέχονται ασμένως, γιά να γεμίζουν λίγα από τα ατέλειωτα ψυχρά τους βράδια.
Να θυμηθούμε, ίσως, το παραστατικότερο δείγμα αυτής της αντίληψης: Τον Αμερικανό καθηγητή που έρχεται και... διδάσκει στους αμαθείς χωρικούς, χαροκόπους, προαγωγούς και πόρνες της πειραιώτικης Τρούμπας, το μεγαλείο των προπατόρων τους ("Ποτέ την Κυριακή", 1960). Εκθειάζοντας οι ξένοι την δυναμική γυναίκα μα μετριότατη ηθοποιό Μελίνα Μερκούρη, νομίζουν ότι βλέπουν κάτι μεταξύ αρχαίας εταίρας και σύγχρονης Ρωμιάς γκόμενας".


Δυό είναι οι παλιότερες ελληνικές ταινίες που αγγίζουν τις παρυφές του "ρεμπέτικου". Το "Ποτέ την Κυριακή" και η άψογη "Στέλλα" του Μιχ. Κακογιάννη. Και οι δυό στο πνεύμα του ιταλικού νεορεαλισμού. Θεωρώ πως οι δυό αυτές ταινίες ήταν οι μοναδικές του παλιότερου ελληνικού κινηματογράφου που έδωσαν κάποια ολοκληρωμένα λαϊκά πορτρέτα.


Η ταινία "Ποτέ την Κυριακή" ήταν μιά έξυπνη κωμωδία (;) προορισμένη να "πιάσει" και στην Ελλάδα και έξω (κύρια το δεύτερο). Άρα, έπρεπε να τηρήσει κάποιες συμβάσεις. Τώρα, όσοι/ες πιστεύουν ότι παρουσίαζε εμάς τους Έλληνες σα κάτι κατώτερο απ΄αυτό που είμασταν/ε και μας "γελοιοποιούσε" στα μάτια των "ξένων", ας απευθυνθούν σ΄ένα ψυχαναλυτή που να χαρακτηρίζεται όμως κι από εθνική αυτογνωσία.


Μπορεί ο Dassin να ελάφρυνε σε κάποιες σκηνές τα κιλά των Φούντα και Τίτου Βανδή αλλά, σιγά τα ωά... Η ταινία είχε χρώμα, χαρά, ατμόσφαιρα, κέφι, νεύρο, σπιρτάδα. Ούτε βαρύθυμα αργά πλάνα, ούτε ματιές "αινιγματικές" με πολλά (δήθεν) νοήματα, απ΄αυτά που κυκλοφορούν μόνο στα κεφάλια των κατοπινότερων Ελλήνων σκηνοθετών, αλλά σπάνια ακουμπούν το θεατή, ούτε πρόσωπα βαριά, ανέκφραστα, που κουβαλούν γιγάντια (...), πολυσήμαντα (...) και σοβαροφανή δράματα που ποτέ δεν αποκαλύπτονται. Όλ΄αυτά, τελοσπάντων, που δημιουργούν μιά αφόρητη πλήξη.


Τελειώνοντας, εννοώ πως ο Dassin, πέρα από πανέξυπνος, ήταν και παρατηρητής. Έβλεπε με καθαρή ματιά, δε κουβαλούσε εθνικά συμπλέγματα, έβρισκε τους μάγκες γραφικούς (και ήταν, οι περισσότεροι) και επέλεξε γιά τον εαυτό του το ρόλο ενός ρομαντικού/μισή μερίδα Αμερικανού που άλλα περίμενε, αλλά γοητεύεται απ΄αυτό που συναντάει. Τελικά, ο άνθρωπος ερωτεύτηκε την Ελλάδα κι έμεινε κοντά μας ως το θάνατό του.



Πέμπτη 5 Μαΐου 2011



Οι άγγελοι των πεζοδρομίων και των "σπιτιών"...



Οtto Griebel, The naked whore, 1923


αφιερωμένο σ΄όλες αυτές τις γυναίκες που δέχονται πάνω στα σώματά τους τις στρατιές του αρσενικού γένους...


Έρχονται τα κύματα, το ένα μετά το άλλο και χρυσά είναι, με αφρούς αγκαλιασμένα. Κι είναι παλιά κύματα από θάλασσες πόλεων που βούλιαξαν και κανείς πιά δε μιλάει γι αυτές.

Κουφάρια πόλεων γεμάτα σώματα γυναικών νεκρά που κάποτε λαμπύριζαν. Σειρές έρχονται τα κύματα σιωπηλά γιατί κι ο ήχος πνίγηκε μαζί με τις πολιτείες... Και τα σώματα γνέφουν με διάστικτα σινιάλα να προειδοποιήσουν, αλλά καμιά δε τ΄ακούει. Κι αν τ΄άκουαν τι;

Και επαναλαμβάνουν και ξαναπαίρνουν τους ίδιους δρόμους απ΄την αρχή, γιατί έτσι είναι οι άνθρωποι. Κάνουν και ξανακάνουν τα ίδια λάθη, νομίζοντας πως γιά λίγο θα κρατήσει, πως κάτι ευκαιριακό είναι και παραπέρα, θα βρουν τη γαλήνη. Όμως η γαλήνη δεν έρχεται. Φεύγουν απ΄τον έναν και παν στον άλλον και ίδιοι όλοι είναι με διαφορές ασήμαντες.

Και ελπίζουν, όλο ελπίζουν γιατί η ελπίδα πεθαίνει τελευταία. Και πεθαίνειη ελπίδα, συνήθως πριν απ΄αυτές, αφήνοντάς τες να κοιτιούνται στον καθρέφτη, ν΄ακουμπάν τις ρυτίδες τους και να διαπιστώνουν πως η ζωή γλίστρησε μες απ΄τα χέρια τους, σα το σαπούνι...


OTTO DIX, Girl at the mirror, 1921





Οι "αμαρτωλές",
τα χανουμάκια,
οι πρόστυχες,
οι πόρνες,
οι πουτάνες,
οι γυναίκες "ελευθερίων ηθών",
οι γυναίκες του δρόμου/του πεζοδρόμιου/της νύχτας,
οι broadies...

Δε φτάνουν τα κότσια μου γιά να μπω βαθιά σ΄ένα τόσο ευαίσθητο και περίπλοκο θέμα. Ούτε θα κουράσω με ιστορικές πληροφορίες και στατιστικές (που, άλλωστε, δεν υπάρχουν). Θα προσπαθήσω μόνο ν΄ακουμπήσω κάποιες παραμέτρους, σε σχέση με το "ρεμπέτικο" και όχι μόνο...

Αν, με τα παρακάτω, κινδυνέψω να χαρακτηριστώ σαν υπερασπιστής της πορνείας, ρομαντικός ή αδιάφορος παρατηρητής της, γράψτε λάθος! Απλά, δε μπορώ τα κροκοδείλια δάκρυα γιά κάτι που ποτέ δε πρόκειται να εκλείψει. Εννοώ, την έτσι ή αλλιώς πορνεία...

Μέσα στο μυαλό των ανθρώπων, ιδιαίτερα στων ανδρών, συνωστίζονται πλήθη από μουχλιασμένες, ανεπεξέργαστες προκαταλήψεις, χριστιανικές υποκρισίες, μισογυνισμός αντιλήψεις περί μονογαμίας (γυναικείας, όχι ανδρικής...), προσωπικά τραύματα κλπ. κλπ. ’Ολ’ αυτά και πολλά άλλα, ανακατεμένα με φυσιολογικές ορμές, κληρονομημένες απ τους μηχανισμούς της ζωής.

Υπάρχει ένα άρρωστο νήμα που ενώνει τους βιασμούς άμαχου πληθυσμού (και αυτό δε γίνεται μόνο σε χώρες της Αφρικής, τό΄κανε και ο υπέροχος και νικηφόρος σοβιετικός στρατός όταν μπήκε στο Βερολίνο, βιάζοντας πάνω από 80.000 γυναίκες), την παιδοφιλία, τους καθημερινούς βιασμούς γυναικών, την "εξαγορά" θέσεων γιά καριέρα, το καινούριο φρούτο με τις εκτρώσεις θηλυκών εμβρύων τα τελευταία χρόνια κλπ. κλπ., όλα τα αμέτρητα...



οίκοι ανοχής στο Βαρδάρη, 1917 - ΕΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, 1900-1960, Χρίστος Ζ αφείρης, φωτ. Συλλογή Άρη Παπατζήκα, εκδ. ΕΞΑΝΤΑ

Ειδικά το θέμα της πορνείας είναι περιτυλιγμένο με άφθονη υποκρισία, φόβο και δέος. Ακόμα και οι φεμινιστικοί κύκλοι διστάζουν να τ΄αντικρύσουν καταπρόσωπα κι ένας απ΄τους λόγους είναι πως δεν έχουν να προτείνουν απολύτως τίποτα, όπως και κανείς άλλος.
Ας μη χαθούμε όμως σε κυκεώνες τρύπιων απόψεων, ιδιαίτερα όταν οι κοινωνίες που τις ονομάζουμε "πολιτισμένες" έχουν σαν έναν απ΄τους κύριους μοχλούς προώθησης την κρυφή ή φανερή πορνογραφία (πορνογραφία, όχι ερωτισμό) που διαχέεται σ΄όλα τους τα επίπεδα.
Ο ορισμός πορνεία = παραχώρηση του ανθρώπινου σώματος γιά σεξουαλικές πράξεις έναντι αμοιβής, είναι κι αυτός υποκριτικός. Καλύτερα, η επαγγελματική πορνεία παίζει με ανοιχτά χαρτιά. Πληρώνεις. Στα άλλα επίπεδα, σε άλλους κύκλους, εκεί που, δήθεν, δε πληρώνονται, το παιχνίδι παίζεται με περιτύλιγμα σελοφάν και γαρνιτούρες, σα τα τραγικά μπουκέτα που φτιάχνουν οι ανθοπώλες/ισσες.



οίκος ανοχής του Βαρδάρη. Δεξιά, γυναίκες στην είσοδο των "σπιτιών" - όπως και παραπάνω.

Το "ρεμπέτικο" ανάφερε τη λέξη νταβατζής από πολύ νωρίς, ήδη απ΄τα μικρασιάτικα του ’10 και του ’20, πριν έρθουν εδώ οι πρόσφυγες.
"Αμαρτωλές" και χανουμάκια λέγαν αυτές τις γυναίκες. Κάπου εκεί κατέτασσαν και τις αλανιάρες (η λέξη επιζεί στα κότόπουλα, χάριν αστεϊσμού...). Βλ. και λέξη αλάνης στο http://www.klika.gr/cms/index.php?option=com_content&task=view&id=277&Itemid=171

Βρίθουν προειδοποιήσεων τα "ρεμπέτικα". Κύρια προς τις γυναίκες. Γιατί οι γυναίκες δεν έχουν μυαλό (...), ενώ οι άνδρες έχουν (...). Οι προειδοποιήσεις προς αυτές είναι αντιφατικές. Απ΄τη μιά, πρέπει να βιαστούν να "δεσμευτούν" (να περάσουν δηλαδή από την εξουσία της οικογένειας στην εξουσία του άντρα), γιατί η νεότητά τους είναι "σύντομη"και γρήγορα θα μαραθεί. Απ΄την άλλη, τις καλούν στη ρεμπέτικη, ανέμελλη ζωή. Με μέτρο όμως και να μη "παρεκτραπούν" γιατί τότε θα πέσουν χαμηλά, και κανείς δε θα τους δίνει σημασία γιατί, έτσι κι αλλιώς, αυτές φταίνε, μιά γιά πάντα κλπ. κλπ. Ε, και τότε, γιατί τόση αγάπη γι αυτά τα τραγούδια, καλέ μου κύριε; Μα, γιατί αυτά τα τραγούδια περιγράφουν τη ζωή και τις αντιφάσεις της. Όχι τις τοτινές, αλλά τις αείποτε. Τα ίδια ακριβώς συμβαίνουν και σήμερα, πίσω από τη βιτρίνα...

τρία τραγούδια γιά το θέμα

1. http://www.esnips.com/doc/dfe0c582-086f-4571-b956-320e607b4d5f/06-Esimane-Mesanuxta

2. http://www.esnips.com/doc/b48b62c4-f4fb-465c-98bc-7d49c97ca2fa/04-H-Kataigida

3. http://www.esnips.com/doc/3543f6b0-ff86-4e4b-a22c-aac5a9a460ff/Opoios-gnwrise-ti-ftwheia,-1951-(perist.)



"They are all human beings, even the broads", λέει ο καλός, αγαθός και κακομοίρης Φραντς Μπίμπερκοπφ στο αριστουργηματικό βιβλίο του Alfred Döblin (http://www.kirjasto.sci.fi/adoblin.htm), BERLIN ALEXANDERPLATZ , ένα βιβλίο που συντελεί σε μιά καλύτερη κατανόηση του "ρεμπέτικου". (εκδ. ΟΔΥΣΣΕΑΣ, 1982)
broad, broady, (σε αμερικάνικη διάλεκτο του 1910 - και παραπέρα - σημαίνει,
1. πόρνη
2. γυναίκα
3. άνδρας ομοφυλόφιλος που πουλιέται (διάλεκτος των Μαύρων του 1930)___________________________________________

Στο μυαλό του Μάρκου Βαμβακάρη (και όχι μόνο βέβαια...) ο κόσμος χωρίζεται σε ανθρώπους και σε γυναίκες (βλ. ΜΑΡΚΟΣ ΒΑΜΒΑΚΑΡΗΣ - ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ, Αθήνα 1973, σελ. 165)
Μιά γυναίκα που γίνεται πόρνη εκτοξεύεται ακόμα πιό πέρα απ΄το ανθρώπινο είδος στο οποίο δεν ανήκει, έτσι κι αλλιώς, σύμφωνα με το σμπαραλιασμένο ανδρικό συλλογικό υποσυνείδητο.
Η λέξη πουτάνα είναι χωμένη στο βούρκο ως το λαιμό αλλά ταυτόχρονα, στη λαϊκή ή λαϊκίζουσα, πέρα γιά πέρα, Ελλάδα, είναι πιά μιά λέξη που αλλάζει φύλο και περνάει με άνεση στο αρσενικό. Ανάλογα με το χρωματισμό της φωνής σημαίνει, έξυπνος, καπάτσος, πονηρός, αξιοθαύμαστος...
___________________________________________
Μιά γυναικεία φωνή μιλάει γι "αυτές"
(από το περιοδικό "Λαϊκό τραγούδι", τεύχος 10, Δεκέμβριος 2004, σελ. - συνέντευξη της Πόλυς Πάνου από τον Θωμά Κοροβίνη)
"... Είχε γράψει (ο Κώστας Βίρβος σε μουσική του Δερβενιώτη) την "Αμαρτωλή" ειδικά γιά τις γυναίκες της νύχτας, του πεζοδρομίου. Αφού μιλάει ανοιχτά γιά κόκκινα φανάρια. Τα κόκκινα φανάρια υπήρχαν τότε. Κι άκου τι λέει τώρα αυτό το τραγούδι. (αρχίζει και το σιγοτραγουδάει)
Είμαι μιά γυναίκα αμαρτωλή,/ένα από τα ανθρώπινα συντρίμμια,/για να ζω πουλάω το φιλί/στης ζωής τα μαύρα καλντερίμια./Μα προτού κοινωνία με φτύσεις/την ευθύνη αλλού να ζητήσεις.
Δε θέλω ν΄ακούω αυτό το τραγούδι. Δε θέλω και δε μπορώ ούτε να το ακούω ούτε να το τραγουδώ. Έχω εμπειρίες μ΄αυτό το τραγούδι απίστευτες. Μόλις κλείναν τα σπίτια, οι κοπέλες που εργαζόντουσαν τότε σ΄εκείνους τους χώρους - εγώ δε τις θεωρώ πόρνες, γιά χίλιους λόγους βρέθηκαν εκεί, είναι οι τελευταίες που φταίνε - κατέφευγαν σ΄εμένα"..."...Ερχόντουσαν με την παρέα τους στο μαγαζί, γιατί ήταν μόνιμη συντροφιά δίπλα τους, ήθελαν κάποιον άνθρωπο να έχουν κι αυτές. Και μόλις μπαίνανε, από την πόρτα ακόμα, στου "ΤΖΙΜΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΥ" φώναζαν "Πολάρα" - όπως έλεγαν το Στέλιο (Καζαντζίδη) "Στελάρα", έτσι κι εμε΄να δε με λέγανε ποτέ "Πόλυ" και τραβούσαν τα μαλλιά τους. "Το τραγούδι μας" ούρλιαζαν, τρελαινόντουσαν. Αυτές κάνανε χοντρούς λογαριασμούς. Και καθόντουσαν μπροστά στα πρώτα τραπέζια και μόλις ξεκινούσα το τραγούδι κάναν έτσι μιά στα χέρια τους με κείνα τα χοντρά ποτήρια και κόβανε φλέβες, φλέβες βαθιά, μιλάμε να σφάζονται, να φαίνονται κομένοι οι τένοντες, να ξεσκίζονται οι σάρκες τους και να τις παίρνουν τα αίματα. Γέμιζε ο τόπος αίματα και πριονίδια, γιατί τις έβαζαν οι άνθρωποι του μαγαζιού πριονίδια γιά να κλείσουν οι ανοιχτές πληγές που αιμορραγούσαν, να σταματήσει το αίμα. Αυτές δε δεχόντουσαν, "αφείστε μας" φώναζαν, ήθελαν να φαίνεται το αίμα"..."Αίμα, αίμα πασαλειμένες με αίμα, το δέρμα και τα ρούχα τους. κυνηγημένες, καταραμένες γυναίκες, όλη η μοναξιά τους και η απόγνωσή τους έβγαινε εκείνη τη στιγμή"..."Ήταν κάτι που το ζούσαν αυτές, κάτι πολύ αυθεντικό, δε μπορούσες να τους αντισταθείς. όλο το πάθος της ζωής τους έβγαινε εκεί, σ΄αυτό το τραγούδι και στο αίμα τους που χυνόταν ασταμάτητα".





Κυριακή 1 Μαΐου 2011







το παλτό



Το παιδάκι της φωτογραφίας είναι αυτός που γράφει αυτό το σχόλιο. Το παιδάκι αποτυπώθηκε σε μιά, ας πούμε, κρίσιμη περίοδο της παιδικής ζωής. Τότε που άρχισε να καταλαβαίνει για τα καλά ότι τα λεφτά του σπιτιού ήταν μετρημένα, τις ταξικές διαφορές, τη γεύση της ζωής που ανοιγόταν μπροστά του. Άρχισε να συγκρίνει πράγματα και καταστάσεις και τού΄κατσε μιά χακί μελαγχολία στα μάτια.

Το αστείο είναι πως το βάλαν το παιδάκι να ποζάρει μπροστά σε μιά απ΄τις ατέλειωτες κιτς φάτνες που υπήρχαν παντού. Λες και από κει θ΄αντλούσε παρηγοριά. Λες και είχε τίποτα θρησκευόμενους γονείς. Παπα...ρούνες. Και τί τα λέω τώρα όλ΄αυτά; Σάμπως μ΄έπιασε και κάνω τουρισμό στους κήπους των αναμνήσεων; Άντε καλέ, όπως λέει κι ένας φίλος (παρεπιπτόντως, το "καλέ" που το φόρεσαν οι ομοφυλόφιλοι και αυτοί που θέλουν να τους κοροϊδέψουν, ήταν καθημερινή λέξη των Μικρασιατών).  

Επιπροσθέτως, φοράει ένα παλτουδάκι, μιά παλτουδιά, που τη θυμάται πολύ καλά. Πως καθόταν πάνω στο σώμα του, πως σήκωνε το γιακά της και πως το κούμπωνε όταν κρύωνε. Ήταν εκείνα τα παλτουδάκια που φόραγαν τα παιδιά της εποχής εκείνης και ήταν κοντό, ώς πάνω απ΄το γόνατο.

Το παλτό ήταν ένα πολύ σημαντικό εξάρτημα της ένδυσης στις πόλεις, όπου ήταν λιγάκι αραιοχτισμένες και οι κρύοι αέρηδες κυκλοφορούσαν σχεδόν ανενόχλητοι, τρυπώνοντας μές τα στενά και ξυρίζοντας τους ανοιχτούς χώρους.
Σημειωτέον, τα κοντά αυτά παλτουδάκια ξαναγύρισαν στη μόδα, με τα ίδια σχεδόν σχέδια στο ύφασμα, και τα φορούν οι, υποτίθεται, κομψοί νεαροί επιχειρηματίες των media και των IT...

Το να καταστρεφόταν ή να έχανες το παλτό σου ήταν ένα τραγικό γεγονός και δεν ήταν καθόλου αυτονόητο ότι μπορούσες να το αντικαταστήσεις μ΄ένα καινούριο. Γι αυτό και δυό τρία Ρεμπέτικα (;) επικεντρώνουν σ΄αυτό.
Δε τρέφω καμιά νοσταλγία, ούτε και κολλάω στο ασήμαντο θέμα του τότε παλτού μου. Κολλάω όμως στην απόλυτα γεωμετρημένη φωνή του λατρευτού και σοβαρού βαρύμαγκα Πρόδρομου Τσαουσάκη (Μουτάφογλου)



 στην υπέροχη νεανική Σωτηρία Μπέλλου



και στους πάντα σταθερούς Στράτο Παγιουμτζή και Γιώργο Κάβουρα



Τα παλτά όμως, όπως είπαμε πιό πριν, είναι πάλι της μόδας και οι πάσης φύσεως ...
δεν έχασαν την ευκαιρία.

Χαρείτε!









Ο Υπνοβάτης που τον λέμε Ρεμπέτικο...




by Kostas Ladopoulos on Saturday, 30 April 2011 at 15:29
Οι άνθρωποι βαριούνται εύκολα, το ξέρετε. Και η βιομηχανία του θέματος και της μουσικής το ξέρει, εκατό φορές καλύτερα από μας. Αυτή τη στιγμή, χάρη και στο Internet, έχουμε πρόσβαση σε ωκεανούς εικόνων και και μουσικής. Αυτό, απ΄τη μιά μεριά.

Στην άλλη, έχουμε το φτωχό και σεμνό (κάποτε...) Ρεμπέτικο. Ναι, το ενδιαφέρον γι αυτό ανεβαίνει, είναι φανερό. Γιατί; Γιατί τροφοδοτείται συνεχώς απ΄τις νεαρές ηλικίες που μπαίνουν μέσα του και τ΄ανακαλύπτουν απ΄την αρχή. Οι νεαρές όμως ηλικίες και οι νέοι άνθρωποι, όπως είναι γνωστό, ξαναρχίζουν τα πράγματα από την αρχή. Δε συνεχίζουν απ΄εκεί που σταματήσαμε εμείς. Έχουν την ανάγκη να περάσουν απ΄το Μάρκο, το Δελιά κλπ., απ΄τις απλούστερες μορφές και μετά να μπουν παραμέσα ή να γυρίσουν πιό πίσω, στα πιό απαιτητικά Μικρασιάτικα (Σμυρνέικα). Απλώς η όλη διαδικασία κινείται πιό γρήγορα γιατί το υλικό είναι περισσότερο προσβάσιμο πιά. Όμως, αν το δει κανείς ψυχρά, επαναλαμβάνονται, λιγότερο ή περισσότερο, πανομοιότυποι και ομόκεντροι κύκλοι.

Δεν είναι κρίμα;

Το ρεμπέτικο δε πρόκειται να ξαναγεννηθεί. Μεμονωμένες και ρομαντικές προσπάθειες να γραφτούν νέα τραγούδια με απλούς, μαγκίτικους στίχους, μπορεί να δημιουργούν ένα μικρό πυροτέχνημα που όμως σβήνει, αν καν προσεχτεί.

Προσπάθειες να μπολιαστεί το Ρεμπέτικο με rock είναι κωμικοτραγικές. Στο επόμενο στάδιο μπορεί ν΄ακούσουμε rap Ρεμπέτικο...
Τελοσπάντων, οι νέοι μπορούν να κάνουν ότι θέλουν. Είναι όμως κρίμα που όλοι αυτοί που έχουν μπει βαθιά μέσα στο Ρεμπέτικο μασάν τα ίδια και τα ίδια λόγια μην έχοντας να προσθέσουν τίποτα καινούριο, πέρα απ΄το ότι άνοιξαν τις ντουλάπες και τα σεντούκια και βγάλαν έξω τις πλάκες. Ένδεια...

Οι άνθρωποι εξελίσσονται μέσα από ανταλλαγές σκέψεων, προβληματισμούς, απομυθοποιήσεις ειδώλων. Απομυθοποίηση δε σημαίνει γκρέμισμα ή καταδίκη. Σημαίνει, αφαίρεση του πέπλου της πάχνης για να δούμε καθαρότερα το αντικείμενο.

Απορώ κι εγώ ο ίδιος με τον εαυτό μου και γιατί με πιάνουν τα διαόλια μου, όταν ακούω το Μίκη Θεοδωράκη να λέει κάποιο φουκαρά μουσικό ορχήστρας που εκνευρίστηκε όταν άκουσε ότι ο Μ. Χιώτης με το μπουζούκι του θα είναι σολίστ, εν έτει 1961.

αν δε το αντέχετε, πηγαίντε στο 4:27

Όταν αφήσει αυτό τον κόσμο ο Μίκης θα βομβαρδιστούμε από αφιερώματα και η μουσική του θα έρθει ξανά επάνω για ένα διάστημα. Η Αριστερά θα τρίβει τα χέρια της, μη καταλαβαίνοντας για πολλοστή φορά ότι τέτοια σκιρτήματα είναι περαστικά και δε διαρκούν γιατί οι άνθρωποι δεν είναι κινούμενα λάβαρα. Μπορούν να γίνουν όταν σφίξει πολύ η θηλειά στο λαιμό. Μετά, ξαναγυρίζουν στην ηρεμία, τη καθημερινή ζωή, τον έρωτα, τα γλέντια. Ένα νέο κύμα νοσταλγίας λοιπόν μπορεί να πλημμυρίσει ξανά τη χώρα που περνάει κρίση και γυρίζει προς τα μέσα, ακόμα περισσότερο απ΄αυτό που έκανε πάντα. Η νοσταλγία αυτή θα αναφέρεται σε μιά εποχή προδομένη και τίποτα δε θα απομυθοποιηθεί, γιατί δε συμφέρει.

Το Ρεμπέτικο δεν είναι μιά νοσταλγική υπόθεση κι αυτό, ίσως, το ξέρουν αυτοί που έχουν ανοιχτά μάτια. Κανείς δε θα ήθελε να γυρίσει στις εποχές που γράφτηκε, εκτός απ΄αυτούς που δε ξέρουν τι εστί βερύκοκο. Απλά, είναι μαγικά τα τραγούδια και μας αρέσει να τ΄ακούμε. Το Ρεμπέτικο είναι ένα άλλο κεφάλαιο. Το τι θα το κάνουμε είναι μιά μεγάλη αλλά αναγκαία συζήτηση. Πρέπει μοναχά να θυμόμαστε πως, ακόμα κι ο πιό ηλίθιος στρατηγός ξέρει πως οφείλει να παρακολουθεί τις κινήσεις του εχθρού του.

Ακόμα κι αυτά όμως που κλείνονται μες το Ρεμπέτικο, όπως η αγάπη κι ο έρωτας, ακόμα κι αυτά μπορούν κάποτε να γίνουν φορτικά. Σε όσες κι όσους δε το καταλαβαίνουν και δε το βλέπουν στη καθημερινή πραγματικότητα, μαγεμένοι απ΄τα ατέλειωτα ερωτικά ξυπνητήρια που χτπάνε στη χώρα, τις και τους παραπέμπω σε κάποια τραγούδια που έγραψαν γνωστά είδωλα του Ρεμπέτικου, όταν παράφαγαν και βάρυνε το στομάχι τους...

Δυό, έτζι για παράδειγμα.

Καλόγηρος (Βαρέθηκα τις γκόμενες), 1946, Μάρκος Βαμβακάρης,
http://youtu.be/NxhO-2BmOos
Βαρέθηκα τους έρωτες, 1938, Γ. Παπαϊωάννου