Δευτέρα 7 Μαρτίου 2011






Παναγάκη,
στο χρωστούσα...

Είμαι ο τελευταίος των τελευταίων που θα μπορούσα να γράψω κάτι για τον Παναγάκη της παραλίας της Αίγινας και το κρασοπουλιό του. Το κάνω, καταθέτοντας το λίγο που έζησα και αυτά που μου μετέφεραν.

   Στην παραλία της Αίγινας υπάρχουν ζαχαροπλαστεία και καφετέριες που, υποτίθεται πως είναι πολυτελή. Είναι σχεδόν πάντα γεμάτα από αργόσχολους Αθηναίους και Αιγινήτες που τα θεωρούν "καθώς πρέπει" και ιδανικά για να κάνουν κόζι. Οι γνωστές ενδυμασίες σπορ, τα αθλητικά παπούτσια με τις γνωστές μάρκες, η γνωστή βιτρίνα του εσωτερικού κενού.

Εκεί, ανάμεσα στα ζαχαροπλαστεία υπήρχε, ως και μερικά χρόνια πριν, κάτι που είχε καταλάθος παραμείνει στη θέση του. Ένα κρασοπουλιό απ΄τους παλιούς καιρούς. Δε τό΄βλεπες απέξω, αν δε τό΄ξερες, παρόλο που η είσοδός του φαινόταν. Είχα περάσει ένα σωρό φορές από κει, δε τό΄χε πιάσει το μάτι μου. Κάποια στιγμή το πρόσεξα. Πλησίασα, μπήκα μέσα. Ήμουνα μ΄ένα φίλο.

Γύρω γύρω κρεμασμένα αιγινήτικα κανατάκια που έφτιαχνε ο πατέρας του Παναγάκη και φωτογραφίες από παρέες που είχαν γλεντήσει εκεί. Ανάμεσα στους άλλους, ο Anthony Quinn, η Sofia Loren κλπ. Βαρέλια κρασιού, ένας υποτυπώδης νεροχύτης, μιά συσκευή γκαζιού και μιά πινακίδα που έγραφε

μιά ζωή τηγάνι

- Τί έχεις να φάμε; 
- Τίποτα. Κρασί μονάχα. Πάτε να φωνίστε, φέρτε τα και θα τα φτιάξω...

Μάλιστα. Πήγαμε παραδίπλα και πήραμε σαλατικά και ψάρια απ΄τη Ψαραγορά, λίγο πιό πέρα. Σαρδέλες και τέσσερα ....................... Τα φέραμε, του τα δώσαμε, ψιλοπίναμε. Σε λίγο έρχεται με τα πιάτα στα χέρια.

- Μα, είχαμε φέρει κι άλλες σαρδέλες και τέσσερα .... Πού πήγαν;
- Πήγαν μέχρι τη γωνία να δουν αν έρχομαι. Όχι, πλάκα κάνω. Τά΄δωσα στο τραπέζι 
   εκεί...
- Μα...
- Όχι μα, έτσι κάνω ΄γω, είπε φιλικά και σκασμένος στα γέλια. Θα σας φέρω απ΄τα δικά
   τους ψάρια. Να, δείτε, στο τηγάνι είναι.  
- Α, έτσι.

Ο Παναγάκης, μισομεθυσμένος, με χαλασμένα δόντια κι άλλα τόσα που του έλειπαν, άρχισε να διηγείται ένα μέτριο ανέκδοτο.

Αυτή ήταν η πρώτη φορά.
Την επόμενη, είμασταν τέσσερεις και είχαμε μιά κιθάρα κι ένα μπουζούκι

- Μπορούμε να παίξουμε;
- Άκου λέει, αν μπορείτε, μετά χαράς!

Παίξαμε μερικά, γούσταρε. Στάθηκε στη μέση του μαγαζιού με το τηγάνι στο χέρι και είπε στους λίγους πελάτες. Η ώρα ήταν μία το μεσημέρι.

- Όσοι θέλουν να μείνουν, μένουν. Το μαγαζί κλείνει γιατί θέλω ν΄ακούσω τα όργανα.
Έκλεισε, μαντάλωσε. Είχε μιά γλυκιά δροσιά εκεί μέσα και φως έμπαινε όσο ακριβώς χρειάζονταν από το φεγγίτη πάνω απ΄τη πόρτα.
Παίξαμε ως τις πέντε. Κάθονταν δίπλα μας και ψιλοτραγουδούσε, ότι ήξερε. Την άλλη μέρα που ξαναπέρασα μού΄πε τον πόνο του.
- Έχω ένα παιδί. Μου ζητάει το μαγαζί να το κάνει σα τα άλλα. Τί να κάνω; Δε μπορώ να του το αρνηθώ. Εγώ όμως; Έχω σαράντα χρόνια εδώ μέσα. Μιά ζωή τηγάνι. Τί να γίνει; Θα του το δώσω.

Μετά, πέρασα καιρός που έλειπα. Ξανακάνω κατά κει μιά μέρα, το βρίσκω κλειστό.
- Ρε παιδιά, πού είν΄ο Παναγάκης;
- Δε τά΄μαθες; Πάει. Αυτοκτόνησε.
Έμεινα σέκος.

Ο Παναγάκης έκνε τα ίδια κάθε μέρα. Άνοιγε νωρίς, έκλεινε το μεσημέρι, πήγαινε ψώνιζε και τραβούσε για το σπίτι. Στη γυναίκα του. Έπαιρνε ένα υπνάκο και όταν έγερνε ο καυτός ήλιος του μεσημεριού ξαναγύριζε στην αγορά, όπως το συνήθιζαν οι αγορίτες.
Έτσι έκανε και κείνη τη μέρα που ήταν η τελευταία του. Γύρισε στο σπίτι, κοιμήθηκε και ξανάφυγε. Αντί να πάει στην αγορά πήρε το λεωφορείο, βγήκε έξω απ΄την πόλη, πήγε σε κάτι βράχια, είχε μαζί του σκοινί, έδεσε τη μιά άκρη σε μιά πέτρα, την άλλη την έκανε βρόγχο, στο λαιμό, φούνταρε, τέλος.

Αν πάτε σήμερα εκεί, δίπλα στο Αιάκειο, το cool ζαχαροπλαστείο της παραλίας, φιγουράρει το "πολυτελές" μαγαζί του γιού του.
Τίποτα που να θυμίζει.

Και εις άλλα με υγεία...  





το κρασοπουλειό του Παναγάκη.
Μιά τρύπα στο σκοτάδι. 
Μέσα όμως, ένας μικρός Παράδεισος.
Το σκοτώσανε βέβαια...



το μαγαζί του Παναγάκη
έργο Σπύρου Βασιλείου


Κυριακή 6 Μαρτίου 2011

group Rebetisses    

και

elkibra-rebetisses.blogspot.com (με τον τρόπο του Κ.Λ.)

Δυό, έως ουτοπικές προσπάθειες που απευθύνονται (πρώτιστα) στις γυναίκες και θέλουν να δώσουν το έναυσμα για να χτίσετε, εσείς οι ίδιες, μιά ανεξάρτητη και καινούρια θηλυκή γλώσσα που να βγάλει μπροστά μιά νέα άποψη και να ανατρέπει τις εγκαθιδρυμένες μυθολογίες μας, εφ΄όλης της ύλης...
Αμήν...


Σάββατο 5 Μαρτίου 2011





Ο Έκτωρ,
ο Μάρκος Βαμβακάρης
και ο
Πρόδρομος Μουτάφογλου (Τσαουσάκης)






Μετά την απελευθέρωση, στους δρόμους της Θεσσαλονίκης. Ο Πρ. Τσαουσάκης, τέταρτος από αριστερά προς δεξιά.



Ένας απ’ τους πολλούς λόγους που ο Μάρκος Βαμβακάρης λατρεύεται (και του αξίζει!) είναι η αρρενωπότητά του. Σε μιά εποχή όπου το αντρικό ιδανικό μοντέλο διαφοροποιείται και εξ΄αυτού κλυδωνίζεται, η "πέτρινη" φιγούρα του Μάρκου αναδύεται ως μορφή Διός. Οι νεαρές ηλικίες έλκονται από τα "σκληρά" τραγούδια του (που δεν είναι καθόλου σκληρά αλλά παραπονιάρικα, τρυφερά και τραγούδια δήλωσης "αδυναμίας" απέναντι στο γυναικείο φύλο, άχετα αν το σάρωσε), από την τόλμη του στο μουσικό πεδίο, την ειλικρίνειά του, την έξυπνη απλότητα των τραγουδιών και των στίχων του, ακόμα και απ΄τη νεανική αυτοκαταστροφικότητά του που τους θυμίζει τη σημερινή δική τους. Oι "νοικοκυραίοι", οι "τρύπιοι άνθρωποι", οι γονείς, το κατεστημένο, τα κόματα, απορούν γιά μιά ακόμα φορά. Τς...τς...τς..., και ψάχνουν να βρούν απαντήσεις μέσα στα κολοκυθάκια... Δε καταλαβαίνουν, δε θέλουν να δουν ούτε να εμβαθύνουν. Όσο πιό βαθιά κατεβαίνει κανείς, τόσο και πιό πολύ ζέει... 


Η περιώνυμη μπαγιάτικη θεωρία ότι το κατεστημένο κάνει τα στραβά μάτια γιατί συμφέρει ο αποπροσανατολισμός των νέων γιά να κυβερνάνε ανενόχλητοι, είναι πιά ξεπερασμένη. Εκτός κι αν μιά Ελλάδα που δολοφονεί και μαχαιρώνει καθημερινά τον εαυτό της κι οι ίδιοι να ζουν μέσα στην οσμή και των δικών τους πτωμάτων, τους ικανοποιεί. Όταν, δηλαδή, ανεβάζουν το αυτόματο αδιαφανές τζάμι της κούρσας που τους οδηγεί στις πολυτελείς φωλιές τους και η δροσιά του airconditioning τους ναρκώνει, καθώς βρίσκονται σε κατάσταση διάλυσης και το ολόγραμμά τους μιλάει απανωτά στο κινητό...

Ας γυρίσουμε πάλι στην αρρενωπότητα. Η λέξη αυτή έχει αποδοθεί και στο νέο ύφος που εισήγαγε ο Μάρκος. Αυτό και μόνο αφήνει να εννοηθεί ότι η προηγούμενη σχολή, η Μικρασιάτικη, δεν ήταν αρκούντως αρρενωπή...

Μη νομίσεις, αναγνώστη/τρια, ότι μιλάω γιά το παρελθόν. Μιλάω γιά το παρόν και το μέλλον. Οι μονόλογοί μου είναι σύγχρονοι, ακόμα και μετα-σύγχρονοι...

Μιλάω γιά το πως έχουμε βιώσει, φορώντας παραμορφωτικούς φακούς, τις διαφορές ανάμεσα στα δύο ακραία διαφορετικά ανδρικά μοντέλα, του Έκτορα και του Αχιλλέα, του μεγαλοφυούς ποιητή που λεγόταν Όμηρος. Δε θα μπω σε λεπτομέρειες. Θα θυμίσω μόνο ότι στην Ιλιάδα βιώσαμε, παιδιόθεν, τον Αχιλλέα σα το διαχρονικό ελληνικό μοντέλο του ανδρισμού. Και ο Έκτωρ; Ο Έκτωρ ήταν από την "από κει μεριά", στους εχθρούς. Συμπαθέστατος μεν, εχθρός δε. Ξένος. 


Είναι άραγε τυχαίο που ο Όμηρος τοποθετεί τα συναισθήματα στους "από κει" και όχι στους "από δω"; Ο Έκτωρ μέσα στη σκληρή μοίρα που του έχει προδιαγραφεί (όπως άλλωστε και στον Αχιλλέα) βγάζει μαλακά συναισθήματα και φυσιολογικά, ανθρώπινα (βλ. ανδρικά) διλήμματα, χωρίς να παύει να είναι αρρενωπός. 
Η Ομηρική περιγραφή του Έκτορα μας έδωσε ένα παντοτινά σύγχρονο μοντέλο του σωστού και ειλικρινούς άντρα.

Στη "σκληρή" ανδρική παράταξη, στην αποστροφή των νέων αρσενικών γιά μαλακά συναισθήματα, τέτοια δε τους αγγίζουν. Η απόλυτη ανάγκη και προτεραιότητα είναι να πεισθούν οι ίδιοι και να πείσουν τον περίγυρό τους ότι είναι σιδερένιοι, "πραγματικοί" άντρες. Αν δούμε τα πράγματα μέσα απ΄ένα τέτοιο πρίσμα, ο τρόπος έκφρασης του έρωτα μέσα στα τραγούδια των Μικρασιατών περιέχει αφθονία μαλακών συναισθημάτων που η "αρρενωπή" στάση της Πειραιώτικης σχολής απώθησε. Έτζι ήταν. Όταν, λίγο αργότερα, άρχισε να κάνει αισθητή την παρουσία του ο Βασίλης Τσιτσάνης, ο Γ. Μητσάκης, ο Χιώτης και άλλοι, επειδή ήταν άνθρωποι με άλλη καταγωγή και άλλη ματιά, η στάση έγινε πιό ελαστική. Ο Τσιτσάνης, πανέξυπνος, εργατικός, αφοσιωμένος στο έργο του και επαγγελματίας, ανοίχτηκε σ΄όλα τα μήκη και πλάτη. Οι άλλοι δυό, επίσης. Ο Μάρκος παρέμεινε εκεί που ήταν, συνεπής. Δε μπόρεσε να πάει αλλού.

Οπωσδήποτε, ελπίζω ότι είναι κατανοητό και παραδεκτό ότι στις μέρες μας οι ανδρικοί ρόλοι δείχνουν να διαφοροποιούνται, λόγω εξωτερικών πιέσεων. Μη βρίσκοντας ακόμα ποιό θα είναι το επόμενο βήμα, δεν είναι παράξενη η "οχύρωση" πίσω από "σκληρά" πρότυπα. Οι άντρες του ΄30, του ΄40, ακόμα και του ΄50, δεν είχαν τέτοια προβλήματα.

Ας κάνω μιά ερώτηση κι ας την πετάξω στον αέρα.

Υπάρχει ένα τραγούδι του Β. Τσιτσάνη με τον τίτλο "Είμαι μιά δυστυχισμένη" (HMV 5000) που φονογραφήθηκε το 1952 με τον Πρόδρομο Τσαουσάκη. Το ίδιο τραγούδι είχε κυκλοφορήσει και με τη Μαρίκα Νίνου (δε ξέρω αν τό΄κανε πριν ή μετά τον Πρόδρομο). Οι στίχοι είναι οι παρακάτω:

Είμαι μιά δυστυχισμένη

Έφυγες και κάθε μέρα κλαίω και σ΄αναζητώ,
με τρων τα έρημα σοκάκια νομίζοντας πως θα σε βρω

Είμαι μιά δυστυχισμένη, μ΄έχει πνίξει η μοναξιά
το αισθανόμουν πως θα σε χάσω απ΄τη δική μου αγκαλιά

Έφυγες γλυκιά μ΄αγάπη, που να βρω παρηγοριά;
που να σταθώ, να ξαποστάσω την κουρασμένη μου καρδιά;



Το τραγούδι το διάλεξα γιατί είναι η μοναδική(;) περίπτωση όπου άντρας τραγουδιστής αποδίδει τραγούδι που είναι γραμένο γιά μιά γυναίκα και λέει το μοναδικό επίθετο που υπάρχει στους στίχους (δυστυχισμένη) όπως είναι. Αν το "είμαι μιά δυστυχισμένη" είχε αλλάξει σε "είμ΄ένας δυστυχισμένος", η ισορροπία του τραγουδιού δε θ΄άλλαζε στο ελάχιστο και οι υπόλοιποι στίχοι θα λειτουργούσαν σα να μιλάει ένας αρσενικός. Ωστόσο, ο βαρύμαγκας Πρόδρομος Τσαουσάκης ή Μουταφίδης δεν είχε κανένα πρόβλημα. Ήταν επαγγελματίας ο άνθρωπος και δε τον νοιάζαν τέτοιες σάχλες. Ήξερε τι ήταν και δε χρειαζόταν ούτε να προσθέσει, ούτε να κρύψει.

Η ερώτηση είναι: ποιός σημερινός νεο-ρεμπέτης θα τολμούσε να κάνει το ίδιο;
Άσε που το πολύ όμορφο αυτό τραγούδι είναι περασμένο στα αζήτητα, γιατί είναι τραγούδι που εκφράζει αδυναμία όταν τραγουδιέται από αρσενικό... Και το "Σκύλα μ΄έκανες και λειώνω" εκφράζει βαθύ έρωτα και αδυναμία, αλλά το "σκύλα" σκάζει σα βαρελότο και ο ήχος επικαλύπτει το "μ΄έκανες και λειώνω"...



Παρασκευή 4 Μαρτίου 2011

Ο Έλληνας και η μαμά του (1)


το σκίτσο είναι ενός Σουηδού σκιτσογράφου (που δυστυχώς δεν έχω κρατήσει το όνομά του) και δημοσιευμένο πριν κάποια χρόνια στην πρωινή σουηδική εφημερίδα Dagens Nyheter. Αποτελούσε εικονογράφηση ενός άρθρου γιά την Ελλάδα


(από το δισεύρετο βιβλίο "ΟΙ ΚΑΚΟΜΟΙΡΟΙ ΟΙ ΑΝΔΡΕΣ...", Κ. Λαδόπουλος, εκδ. ΕΞΑΝΤΑΣ, Αθήνα 2001)

"Μητέρα, εσύ 'σαι απ' όλες τις αγάπες πιό μεγάλη...",
(μεταπολεμικό τραγουδάκι)

Το κράτημα του ανήσυχου λαού μας επί 400 χρόνια απ' την Οθωμανική Αυτοκρατορία μας δημιούργησε διάφορα συμπλέγματα απέναντι στους "Φράγκους" που ακόμα τα πληρώνουμε. Αυτός είναι ένας απ' τους πολλούς λόγους που γινόμαστε έξω φρενών κάθε που θα πέσει στην αντίληψή μας να λέγεται κάτι αρνητικό γιά την Ελλάδα, προερχόμενο εξ Εσπερίας. Γιά τον μέσο Ευρωπαίο, που δεν έχει ιδέα γιά τις πολιτικές συνωμοσίες που εξυφαίνονται εναντίον πχ. της Ελλάδας, είναι ολωσδιόλου ακατανόητη αυτή η υπερευαισθησία μας και ούτε καταλαβαίνουν ντιπ από προβλήματα όπως αυτά των Σκοπίων. Ξέρω πως αυτό ακούγεται υπεραπλουστευμένο. Όπως και νάναι απεμπολήσαμε επί δεκαετίες γραπτά και γνώμες ξένων που έσκυψαν, αγάπησαν αλλά και εκμεταλλεύτηκαν τον τόπο. Τους βαφτίζαμε Φιλέλληνες όταν μας δοξολογούσαν και Ανθέλληνες μόλις τολμούσαν να εκφέρουν κριτικό σχόλιο. Πιστεύω πως χάσαμε απ' αυτό. Ο Έλληνας άλλωστε, αν και έχει αυτό το μοναδικό χαρακτηριστικό να γκρινιάζει με τον τόπο του και να κρίνει τους συμπολίτες του, δε φημίζεται γιά τις επιδόσεις του στην αυτογνωσία. Όταν κριτικάρει, δίνει την εντύπωση ότι μιλάει γιά όλους τους άλλους εκτός απ' τον εαυτό του, ή αναφέρεται σε σειρές ελαττωμάτων σα να είναι αρρώστειες που κανένα φάρμακο δε μπορεί να τις γιατρέψει. Ίσως και νά'χει δίκιο. Τα τελευταία όμως χρόνια που έχουμε καταλάβει ότι τα περιθώρια στένεψαν απελπιστικά, παρόλο που εξακολουθούμε τον αιώνιο ομφαλοσκοπισμό μας, είμαστε κάπως πιό ανοιχτοί σε κρίσεις που έρχονται έξω απ' τα σύνορα της Ελλάδας. Υπάρχουν όμως κάποια θέματα-ταμπού που δε τα αγγίζουμε. Ένα απ' αυτά είναι το φλογερό θέμα της μάνας.
Μεταφέρω εδώ ένα απόσπασμα από το βιβλίο Το ελληνικό καλοκαίρι του Ζακ Λακαριέρ, (Αθήνα 1980, εκδ. Χατζηνικολής)που τον έχουμε επανειλημμένα τιμήσει γιά τον φιλελληνισμό του.
Γιά να τοποθετήσουμε πριν απ' όλα χρονικά την περιγραφή, αναφέρω ότι το βιβλίο πρωτοεκδόθηκε στα γαλλικά το 1975 και ο συγγραφέας αρχίζει λέγοντας: "Έκανα το πρώτο μου ταξίδι στην Ελλάδα στα 1947, και το τελευταίο το φθινόπωρο του 1966"

"... Από την άλλη μεριά ένα τεράστιο παιδί δεκάξι ή δεκαεπτά χρονών, γιός παραθεριστών απ' την Πάτρα, σπάει με μανία τα νύχια του καθαρίζοντας φιστίκια. Πρόσωπο από τώρα πρησμένο, χειρονομίες πιασμένες, χαμένος μέσα στο λίπος του μάγουλου, ηλίθιος, ιδιότροπος, θρεμένος κατά τα φαινόμενα με χυλοπίτες, μουσακά, παστίτσιο και τις άλλες χριστιανομωαμεθανικές λιχουδιές που τώρα και αιώνες κατασκευάζουν το λίπος των σπιτόγατων Ελλήνων.

Απέναντί του, η μάνα του, ματρώνα χωρίς σχήμα, μπουκωμένη κι αυτή από κανταϊφια, μπακλαβάδες, γαλακτομπούρεκα και αμυγδαλωτά, απ' όλ' αυτά τα σερμπέτια που συνεργάζονται στην κατασκευή των εύσωμων καλλονών που εξακολουθούν να είναι της μόδας σε τούτη τη χώρα. Απ' αυτά τα αδηφάγα και κοιλιόδουλα τέρατα, εικόνα μάλλον κλασσική της μικροαστικής Ελλάδας - που όλα τα χρωματοσώματά τους θα πρέπει να περικλείουν παχύσαρκα γονίδια έτσι όπως μπουκώνονται σαν ανθρώπινες χήνες - βγαίνουν φωνίτσες λεπτές, που δεν τις περιμένεις.

Λέω μέσα μου πως αν πάρεις και κολλήσεις μαζί μάνα και γιό θα αναπαράσταιναν τέλεια αυτές τις ανδρόγυνες φούσκες με τα τέσσερα χέρια και τα τέσσερα πόδια που φανταζότανε ο Πλάτωνας στην αρχή του κόσμου. Καταλαβαίνεις πως δημιουργείται, πως σχηματίζεται αυτό το αχώριστο ζεύγος που αποτελούν στην Ελλάδα μία μητέρα με το γιό της, που καμία χειρουργική επέμβαση - σαν αυτή που εκθειάζει ο Σωκράτης στο Συμπόσιο - δε θα μπορούσε ποτέ να χωρίσει.

Γιά να πούμε την αλήθεια, δεν πιστεύω να ήταν έτσι στους αρχαίους χρόνους, γιατί η οικογένεια δεν έπαιζε τότε το ρόλο που παίζει σήμερα. Η σύζυγος και μητέρα δεν ήταν πάντοτε μόνη στο σπίτι, ο πατέρας είχε συχνά σπιτωμένη μιά παλλακίδα "γιά τις καθημερινές φροντίδες", όπως έλεγε ο Δημοσθένης. Και επίσης το παιδί ξεκολλούσε γρήγορα από την πυγμή της οικογένειας και έμπαινε πολύ γρήγορα κάτω από την επιρροή της πολιτείας, της συλλογικής εκπαίδευσης. Είναι ο Χριστιανισμός που, και σ' αυτήν εδώ την περίπτωση, κάνοντας τον γάμο ένα άλυτο μυστήριο, δημιούργησε το κοινωνικό τέρας της οικογένειας τερατωδία που ο Έλληνας άντρας μεγάλωσε κι άλλο, δίνοντας στη γυναίκα τα καθήκοντα του σπιτιού και περνώντας ο ίδιος τον περισσότερο καιρό έξω απ΄αυτό. Σ' αυτό έγκειται τελικά η πραγματική φρίκη της κάθε αιμομιξίας: σ' αυτή την παράδοση που από τη μία μεριά υποχρέωσε μάνα και γιό να ζούνε μαζί σ' ένα σπιτικό απ' όπου λείπει πάντα ο πατέρας, και σ' αυτό το αναπόφευκτο που από την άλλη μεριά ορίζει να μην μπορείς ποτέ να διαλέξεις τη μητέρα σου. Ποιά ομορφιά μπορεί να πάρει η αιμομιξία όταν η μάνα είναι σαν αυτό το φρικιαστικό και αηδιαστικό Πράγμα που, απέναντί μου, σ' αυτόν τον καφενέ της Περιστέρας, κλωσσάει με τα μάτια το γιό της ενθαρρύνοντάς τον στις μανίες του;

Ας φανταστούμε την ιστορία του Οιδίποδα μεταφυτευμένη στην σύγχρονη Ελλάδα: μιά παχύσαρκη και τερατώδη Ιοκάστη, μπουκωμένη από μπακλαβάδες, να φροντίζει έναν αποβλακωμένο Οιδίποδα που τρώει τα νύχια του.
Τέτοια ήταν εκείνο εκεί το βράδυ, μετά τα μαγικά τραγούδια της Αγγελικής, η οιδιπόδεια εικόνα που μου προσέφερε εκείνος ο χωριάτικος καφενές: μιά απαράδεκτη και απογοητευμένη μάνα, έναν πατέρα ανύπαρκτο και αναμφίβολα ανίκανο, και ανάμεσά τους, ένα παιδί με κλασσικά απωθημένα, να προπονείται γιά βλάκας, με δυό λόγια, το τυπικό τρίο της μικροαστικής ελληνικής οικογένειας..."

Όσο κι αν τα Ινστιτούτα αδυνατίσματος δίνουν και παίρνουν, όσο κι αν πολλοί σημερινοί κανακάρηδες γυμνάζονται, μη μου πείτε ότι το παρακάτω απόσπασμα δε θυμίζει τίποτα...


(συνεχίζεται)

Ο Έλληνας και η μαμά του...
(2)

Το πρώτο μέρος του "Ο Έλληνας και η μαμά του"
έμοιαζε σα να πήγαινε γυρεύοντας για να ερεθίσει.
Ήταν σκληρό και, όπως και να το κάνουμε, ήταν
η ματιά ενός ξένου.
Το δεύτερο μέρος μπαίνει σε εσωτερικές λεπτομέρειες.


...Για να τοποθετήσουμε πριν απ΄όλα χρονικά την περιγραφή, αναφέρω ότι το βιβλίο πρωτοεκδόθηκε στα γαλλικά το 1975 και ο συγγραφέας αρχίζει λέγοντας: "Έκανα το πρώτο μου ταξίδι στην Ελλάδα στα 1947, και το τελευταίο φθινόπωρο του 1966". Επειδή λοιπόν το παράδειγμα είναι δύο εικοσαετίες πίσω, θα μεταφέρω ένα σύγχρονο από το 1999.

Βρίσκομαι στο Νοσοκομείο των Παίδων όπου μένω δυό μέρες με το γιό μου που αντιμετώπιζε ένα μικροπρόβλημα. Όλα τα άλλα παιδιά συνοδεύονταν απ΄τις μαμάδες τους. Οι πατεράδες έρχονταν για επίσκεψη. Παρατηρούσα τις αντιδράσεις και τις εκφράσεις των πατεράδων που κυμαίνονταν ανάμεσα στο "ο γιός μου είναι ο Πρώτος", έως μιά γκρινιάρικη παθητικότητα, συνοδευμένη με σχόλια δίπλα στη μάνα που έκανε τα πάντα. Υπήρχαν και πατεράδες που, χωρίς κανένα ειδικό βάρος, παρακολουθούσαν και δε πλησίαζαν κοντύτερα από ένα μέτρο.

Προσέχω τ΄αγόρια και συλλέγω αντιδράσεις. ένα απ΄αυτά απευθύνεται μιά φορά στις είκοσι στον πατέρα του και όταν εκείνος προσπαθεί, με φωνή μισοσβησμένη, να του πει να μη φωνάζει και κλαίει, τον αποπέμπει με το αμίμητο "άφησέ με, ψωριάρη" (ηλικία παιδιού 4,5 χρονών). Ένα άλλο έχει περιλούσει τη μάνα του, από την οποία φαίνεται να έχει πλήρη εξάρτηση, με κοσμητικά όπως "πουτάνα", "κουράδα", "κωλόπαιδο". Εκείνη δε του λέει τίποτα. Ένα τρίτο, το πιό αναπτυγμένο απ΄όλα, ένας μικρός γίγας, τρέμει σύγκορμα κάθε που το πλησιάζει η νοσοκόμα, κρατάει σα τανάλια το χέρι της μάνας του και φωνάζει "μαμάκα μου", "μαμακουλίτσα μου", "μη μ΄ακουμπάς, μαλακισμένη!"(στη νοσοκόμα).

Ο πατέρας στέκεται στο βάθος και δε λέει τίποτα. Ένα τέταρτο είναι τελείως παθητικό. Δεν αντιδράει σε τίποτα, η μητέρα του το καλύπτει μ΄ένα προστατευτικό σύννεφο και ο πατέρας κοιτάζει μ΄ένα βλέμμα "να τον κλαίνε κι οι κόττες".

Είναι ίσως περιττό να προσθέσω πως όλες οι μανάδες με κοιτούσαν σα περίεργο φαινόμενο. "Πού είναι η μητέρα του παιδιού;" και μιά πήγε ακόμα παραπέρα και μου είπε, σα να με λυπόταν," τί μάνα ειν΄αυτή που αφήνει μόνο το παιδί της..."

Όταν ένα κεφάλαιο που πάει να πραγματευτεί ένα θέμα ταμπού, ένα σύμβολο που πετάει φλόγες και κεραυνούς, σαν αυτό της μητέρας περιέχει τα [παραπάνω αποσπάσματα, οι αναγνώστες αρχίζουν να καταλαβαίνουν ότι η διάθεσή μου είναι κριτική. Δεν είναι τόσο απλό όμως γι αυτό, ας πάμε παρακάτω.

Όταν διαβάσει κανείς το βιβλίο της Μαριέλλας Χρηστέα-Δουσμάνη Η Ελληνίδα μητέρα άλλοτε και σήμερα, εκδ. Κέδρος 1989, θυμάται κάποια πράγματα, θυμάται το παρελθόν και αναδιπλώνεται. Έτζι, ξεκινάω μ΄ένα χαιρετισμό στην Ελληνίδα μητέρα, που σημαίνει και έμμεσο χαιρετισμό στην Ελληνίδα Γυναίκα. Αν δεν υπήρχαν αυτές, όταν κατέφθασαν οι Βαυαροί και οι σύμβουλοί τους, όταν απελευθερώθηκε το ελληνικό κράτος, αν δεν υπήρχαν οι γυναίκες που ήταν, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, προσκολλημένες στις παραδόσεις, θα μας είχανε συμβεί πολύ φοβερότερα πράγματα απ΄αυτά που μας συνέβησαν.

Εμείς οι άνδρες, όσο κι αν οι νέες συνθήκες υπαγορεύουν ένα, στοιχειώδες τουλάχιστο, μοίρασμα των οικιακών εργασιών, έχουμε αδυναμία να καταλάβουμε τι θα πει να είσαι γυναίκα, με τη παραδοσιακή έννοια και ιδιαίτερα, τι θα πει να είσαι μάνα. Ίσως να υπεραπλουστεύω αλλά, αν δεν έχει κανείς σιδερώσει τα ρούχα του σπιτιού κι αν δεν έχει φανταστεί τι σημαίνει να σιδερώνεις μιά ζωή, πρώτα για τον άντρα σου, μετά για τα παιδιά σου, στη συνέχεια για τα παιδιά των παιδιών σου και τον άντρα σουκοντολογίς να ξοδέψεις ένα σημαντικό κομμάτι της ζωής σου σιδερώνοντας ξανά και ξανά τα ίδια ρούχα, είναι τελείως αδύνατο να έχεις τον παραμικρό βαθμό κατανόησης. Παθαίνει κανείς έναν αλαφιασμένο πανικό με το σιδέρωμα. Κάπως έτζι θα πρέπει να αισθάνεται ένα άγριο ζώο που έχει πιαστεί σε παγίδα. 

Μιλάμε για τις παλιότερες μανάδες, αυτές που δεν είχαν πιάσει στα χέρια τους βιβλία περί παιδαγωγικής, σύμφωνα με τα δυτικά πρότυπα. Αυτά τα βιβλία που μπέρδεψαν τόσο πολύ τις νεότερες, ώστε να χάσουν το φυσικό ρυθμό της αναπνοής τους

Όχι,
μιλάμε για κείνες τις μαμάδες που πατούσαν και υποχωρούσε το έδαφος. Που μας φώναζαν όταν έπεφτε το σκοτάδι για να γυρίσουμε στα σπίτια μας και αμολούσαν τέτοιες τσιρίδες
που τα οικήματα έκαναν ρωγμές.
Γι αυτές που έτρεχαν από πίσω μας μ΄ένα πιάτο φαϊ ή μιά φέτα λάδι ή βρεμένη ζάχαρη, αυτές τις μανάδες που όλοι τις τρέμαν - "...το περισσότερο που φοβόμαστε, τη μάνα", λέει ο Μάρκος Βαμβακάρης στ΄Απομνημονεύματά του. "Βέβαια, φοβόμαστε και τον πατέρα. Δε μας έδερνε ποτέ ο πατέρας. Αλλά η μάνα έδινε ξύλο τσουχτερό... Η μάνα μας μάλωνε, πάντως υπήρχε ένας φόβος και του πατέρα. Να μη φτάσει εκεί το πράγμα. Μας έκρυβε η μάνα..." 

Αυτή λοιπόν η σιωπηλή κι ανομολόγητη συμμαχία ανάμεσα στη μάνα και το γιό είναι κάτι που το θυμόμαστε καλά. Μπορεί να φώναζε και να βαρούσε αλλά μετά, ξέραμε, θα΄ρχόταν το χάδι και η ματιά θαυμασμού επάνω μας όταν κάναμε τα κατορθώματα των δρόμων. Εκείνη η ματιά που μας φύτρωνε φτερά στους ώμους και νιώθαμε πως ακόμα και βουνά μπορούμε να κουνήσουμε.

Θυμόμαστε ακόμα και τος διάφορες διδαχές για τη μελλοντική μας ζωή, για το μελλοντικό έγγαμο βίο μας. Όλ΄αυτά τα: να σπουδάσουμε, να κάνουμε οπικογένεια και παιδιά, να βρούμε μιά καλή δουλειά που να μην έχουμε κανέναν πάνω απ΄το κεφάλι μας. Σίγουρα, αυτή η τελευταία διδαχή είναι μιά απ΄τις αιτίες που ο κάθε Έλληνας άνδρας θέλει ν΄ανοίξει δικό του μαγαζί, επιχείρηση, θίασο. Κι ακόμα, το θρυλικό, "κι όταν παντρευτείς, να μην αφήσεις τη γυναίκα σου να σε τραβάει απ΄τη μύτη, τ΄ακούς βρε;" που σήμαινε, "μη κάνεις το λάθος ν΄αμφισβητήσεις τη δική μου εξουσία απάνω σου!".

Ο Καρλ Γιουνγκ στο γνωστό βιβλίο του Ο άνθρωπος και τα Σύμβολά του, σημειώνει την περίπτωση ενός νέου, με αφορμή ένα απ΄τα όνειρά του:

"... Η γυναίκα τούτη δεν είναι παρά μιά άμορφη πόρνη, μισοφανερή και μισοκρυμένη, που αντιπροσωπεύει την απωθημένη στο ασυνείδητο εικόνα μιάς γυναίκας που ο Ανρί δε θα πλησίαζε ποτέ στη συνειδητή του ζωή. Γι αυτόν θα ήταν πάντα ένα αυστηρό ταμπού, μ΄όλο που ασκεί πάνω του (σαν αντίθεση σε μιά πολυσέβαστη μητέρα) μιά μυστική γοητεία, όπως σ΄όλους εκείνους που διακατέχονται από ένα μητρικό σύμπλεγμα. Για έναν τέτοιο νέο, η ιδέα να περιορίσει τις σχέσεις του με τις γυναίκες σ΄ένα καθαρά ζωικό αισθησιασμό,
αποκλείοντας κάθε αίσθημα, είναι συχνά σαγηνευτική. Σε μιά τέτοιου είδους ένωση μπορεί να διατηρήσει ξέχωρα τα αισθήματά του, πράγμα που του επιτρέπει, σε τελευταία ανάλυση, να μείνει πιστός στη μητέρα του. Μ΄όλα τούτα λοιπόν, το ταμπού που όρθωσε η μητέρα του σ΄οποιαδήποτε άλλη νεαρή γναίκα, διατηρεί στη ψυχή του γιού της την ακατανίκητη αποτελεσματικότητά του".

Πράγματα πολύ γνωστά βέβαια στην ελληνική πραγματικότητα. να κάποιες μπερδεμένες εξομολογήσεις ενός φίλου που μεγάλωσε στην επαρχία. Στα λόγια του υπάρχει μιά αμηχανία, γιατί ένιωθε κάπως περίεργα που μιλούσε σε φίλο του για τέτοια πράγματα. παραδεχόταν πως, ποτέ στη ζωή του δεν είχε αρθρώσει λόγο σχετικά με τα συναισθήματά του σε άλλο αρσενικό.

"...Τα πρώτα μας σεξουαλικά σκιρτήματα ήταν με τη μάνα μας, αλλά ταυτόχρονα δεν επιτρέπαμε στον πατέρα μας να έχει  σεξουαλικές σχέσεις με τη μάνα μας, που ήταν για μας ένα πράγμα ιερό και θέλαμε να την προφυλάξουμε απ΄αυτό που μας είχε περάσει σαν μιά χυδαιότητα. Δεν επιτρέπαμε λοιπόν στον πατέρα μας να διαπράξει χυδαιότητα στη μάνα μας. Κατ΄ επέκταση λοιπόν, όταν πλησίαζα τις γυναίκες και βλέποντας την αυριανή μάνα, τη γυναίκα-μάνα σκεφτόμουν, πώς θα  αντιδράσει στην πρότασή μου να χυδαιολογήσω ή να διαπράξω χυδαιότητα, πως δηλαδή εγώ θ΄αρνιόμουνα το σεβασμό που της έπρεπε και θα της πρότεινα κάτι που ήταν απαγορευμένο..."

Θυμόμαστε επίσης τις συζητήσεις που φτάνανε ως τ΄αυτιά μας, συζητήσεις ανάμεσα σε διάφορες μανάδες που λέγαν τα δικά τους κι εκεί τραβούσαν εξάψαλμους σε άλλες γυναίκες που δε συμπεριφέρονταν καταπώς θά΄πρεπε...
Είναι λοιπόν κωμικοτραγικό πως λειτουργούν οι άνθρωποι. Αυτές οι γυναίκες-θηρία μιλούσαν για τις "άλλες", σα να μην ανήκαν στο ίδιο φύλο μ΄αυτές. Σα νά΄ταν οι μανάδες μας υπερκόσμια όντα που μας προετοίμαζν για τις κακοτοπιές που θα προέκυπταν απ΄τις "άλλες". Χωρίς να το καταλαβαίνουν, εξόπλιζαν τους γιούς τους ώστε να καταπιέσουν κι αυτοί με τη σειρά τους τις "άλλες", όπως είχαν καταπιεστεί κι αυτές. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά έκλειναν με τα λόγια τους τις διόδους που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε μιά πραγματική επαφή με το θηλυκό ον. Μας σμίλευαν να γίνουμε σκληροί, γιατί η ζωή ήταν σκληρή κι αλλιώτικα δε θα τα καταφέρναμε. Άλλωστε, μιά και τό΄φερε η κουβέντα, πάντα μας λέγαν πως η ζωή στην Ελλάδα ήταν σκληρή και πως οι καιροί ήταν πάντα κρίσιμοι. Πάντα μιά απειλή κρεμόταν πάνω απ΄τα κεφάλια μας. Απ΄το "ή ταν ή επί τας" μέχρι τις επιβουλές των Τούρκων στο Αιγαίο. Έτσι θέλαν να μας κάνουν να πιστεύουμε.

ΜΑΝΑ ΜΟΥ, ΓΙΑΤΙ ΝΑ ΜΕ ΓΕΝΝΗΣΕΙΣ
(χασάπικο του Ροβερτάκη η του Χατζηχρήστου
σε στίχους Κ. Μάνεση, 1946)

Μάνα μου, γιατί να με γεννήσεις,
βάσανα να νιώσω και στερήσεις,
στην ψευτιά αυτού του κόσμου
νά΄μαι πάντα μοναχός μου,
μες τους πέντε δρόμους να γυρνώ;

Ήτανε ανάγκη να με βγάλεις,
σε φουρτούνες τόσες να με βάλεις, 
σε καημούς και σε μεράκια
και να πίνω όλο φαρμάκια
στη βασανισμένη μου ζωή;

Τ΄ήθελες και μ΄έφερες δω πέρα,
να μη δω ποτέ μιάν άσπρη μέρα,
να γυρίζω σαν αλήτης, 
άφραγκος κι ερημοσπίτης,
κουρελιάρης πάντα και φτωχός;

Μάνα μου, κακό που μού΄χεις κάνει,
γιατρικό κανένα δε με πιάνει,
ως κι αυτή πούχ΄αγαπήσει
μ΄έχει, μάνα, απατήσει,
μού΄κανε ρημάδι την καρδιά.

Μπορώ να φανταστώ πως οι στίχοι αυτού του τραγουδιού, και μάλιστα μ΄ένα τέτοιο μελοδραματικό τίτλο, αφήνουν αδιάφορο ένα νέο άνθρωπο. Ο τίτλος μπορεί να προκαλέσει γέλια. Ας πούμε πως είναι έτζι και ας κρατήσουμε μονάχα τη φράση "μοναχός μου".

Το σμίλεμα που εξασκούσαν οι μανάδες και ο υπερπροστατευτισμός τους δημιουργούσε ασύντριφτα δεσμά για τον υπόλοιπο βίο και μάθαινε στους άντρες πως η μοναξιά είναι κακός σύντροφος.

Ο Ούλε Βέντφελτ είναι ένας Δανός ψυχαναλυτής και έχει γράψει ένα βιβλίο με τίτλο Η γυναικεία πλευρά του άντρα. Σε μιά συνέντευξη που παραχώρησε, στην ερώτηση της δημοσιογράφου "γράφεις στο βιβλίο σου ότι πολλές γυναίκες μετά από ένα χωρισμό ή διαζύγιο, διαλέγουν να ζήσουν μόνες για ένα διάστημα, ενώ οι άντρες περνούν συχνά κατευθείαν σε μιά καινούρια σχέση", απάντησε:

Ναί, είναι ευκολότερο για τις γυναίκες να ζήσουν μόνες τους για κάποια περίοδο για να βρουν τη ταυτότητά τους. Βλέπουμε πολλά τέτοια παραδείγματα σήμερα. Έχω παρατηρήσει όμως μιά αλλαγή. Οι γυναίκες μετά από το λύσιμο ενός δεσμού αρχίζουν να νιώθουν ότι τους χρειάζονται οι άνδρες και προσπαθούν τότε να τους καταλάβουν. Οι άνδρες όμως φοβούνται και αναρωτιούνται "πού θα με βγάλει τώρα αυτό το  καινούριο;"

Ερώτηση: Μήπως είναι η σειρά των ανδρών να περάσουν μια περίοδο μοναξιάς;

Απάντηση  Ναι, ίσως. Είναι όμως δυσκολότερο για τους άντρες να βρεθούν μόνοι με τον εαυτό τους, αυτό είναι το πρόβλημα. Ο συναισθηματικός κόσμος τους είναι διαφορετικός από των γυναικών  και έχουν δυσκολίες να νιώσουν συναισθήματα, αν αυτό δε γίνεται
σε συνδυασμό με μιά γυναίκα. Ήδη από την περίοδο που το έμβρυο στην κοιλιά της μητέρας του διαμορφώνεται σε αρσενικό είναι πλήρως εξαρτώμενο από κείνη και την αρμονική της ισορροπία. Για να μπορέσει να επιβιώσει ψυχικά είναι αναγκασμένο να μάθει να συμμορφώνεται με τις διαθέσεις της γυναίκας. Το σημαντικότερο στρώμα της προσωπικότητας του αρσενικού παιδιού διαμορφώνεται σε μια πλήρη αρμονία μ΄εκείνην, στα τρία πρώτα του χρόνια. Όταν ο άνδρας αρχίζει να διαμορφώνει τη δική του ταυτότητα
μπαίνει το καθήκον να πάρει μιά απόσταση από τη μητέρα κι αυτό οδηγεί σε μιά επιθετικότητα. Στην ιστορία των πολιτισμών μπορεί να δει κανείς  ότι οι άνδρες, σε όλες τις εποχές, συναθροίζονταν σε ομάδες, αποκλείοντας τις γυναίκες γιατί νιώθουν ότι δε μπορούν να τις ελέγξουν. Οι άντρες πέφτουν πολύ εύκολα πίσω στο σύνδρομο της μητέρας. Επηρρεαζόμαστε τόσο δυνατά στα συναισθήματά μας από τις γυναίκες που δυσκολευόμαστε να βρούμε τη δική μας ταυτότητα. Αντί να επιμείνουμε, κόβουμε το νήμα που μας συνδέει με τα συναισθήματά μας, χάνοντας τα ίδια μας τα θεμέλια. Όταν η πατριαρχική εξέλιξη προχωρεί πολύ και γίνεται μονοδιάστατη, η γυναίκα βιώνεται είτε σα Παναγία, είτε σα μάγισσα (σημ. δική μου - είτε σα πόρνη, κατά το ελληνικότερον).

Ερώτηση Λέτε ότι οι άνδρες είχαν πάντα φόβο για τις γυναίκες. Υπάρχει ένας καινούριος φόβος σήμερα;

Απάντηση Δε νομίζω ότι οι άνδρες έχουν ξεκάθαρο μέσα τους ότι φοβούνται. Ένας
άντρας, σύμφωνα με τον κανόνα, δε φοβάται. Όποτε ο άνδρας αισθάνθηκε πιεσμένος,
καταπίεσε τη γυναίκα με διάφορους τρόπους. Δε κατάλαβε όμως ότι το έκανε εξαιτίας
του φόβου του. Πίστεψε ότι ο λόγος ήταν πως τη θεωρούσε υποδεέστερη και ενοχλητική.
Αυτό που είναι καινούριο είναι πως οι άνδρες αρχίζουν να καταλαβαίνουν ότι η
καταπίεση προκαλείται από την ανάγκη να αμυνθούν. Ότι, στο επίπεδο των συναισθημάτων, δε τα βγάζουν πέρα με τις γυναίκες".


Με τα προβλήματά μας, ιδιαίτερα αν είναι βασανιστικά, κάτι πρέπει να κάνουμε. Ή τα αντιμετωπίζουμε, πράγμα δύσκολο για πολλούς λόγους, ή μας καταπλακώνουν και παραφρονούμε, ή καταστρεφόμαστε ή τα απωθούμε και παθαίνουμε εμφράγματα, εγκεφαλικά επεισόδια, ή ρίχνουμε το φταίξιμο σε άλλους και φτιάχνουμε μια σιδηρόφρακτη μυθολογία για να ξεμπερδέψουμε. Το ανδρικό φύλο διάλεξε τη τελευταία λύση. Δεν απαλλάχτηκε όμως απ΄το πρόβλημα γιατί οι γυναίκες, αυτό το "αναγκαίο κακό", όπως  έλεγε ο Ησίοδος, ή ο "μπελάς" όπως τις χαρακτήριζε ο Μπουκόφσκι, μας καταδιώκουν παντού, απλώνοντας τα χέρια τους μέσα στα όνειρά μας, όπως έκανε η Βασίλισσα του Σαβά στον Πειρασμό του Αγίου Αντωνίου του Φλομπέρ. Κι εμείς, όπως κι εκείνος, αναστενάζουμε, πισωδρομούμε, τρίζουμε τα δόντια, κάνουμε το σταυρό μας αλλά ενδίδουμε, ενώ ο Άγιος Αντώνιος τα κατάφερε, όπως κι ο Οδυσσέας με τις Σειρήνες.
"Για το γένος των γυναικών οι Έλληνες κινητοποίησαν ωκεανούς λόγου", σημειώνει η Νικόλ Λορό στο βιβλίο της Τα τέκνα της Αθήνας.

Θά΄ταν ενδιαφέρουσα μιά έρευνα που θα απευθυνόταν στις γυναίκες για να πουν πόσο ο άνδρας τους επηρρεάζεται, άμεσα ή έμμεσα, από τη μαμά του. Η προσωπική μου άποψη είναι πως το ποσοστό κυμαίνεται ανάμεσα στο 70-80%. Ξέρω πάμπολλα ζευγάρια που στο τέλος της βδομάδας τρώνε μαζί με τη μαμά του. Άλλοθι πολλά μπορούν να υπάρχουν. Τη λυπούνται, δεν αντέχουν τη γκρίνια της, ξεπληρώνουν τις ενοχές τους, και πάει λέγοντας. Η άποψή μου είναι πως στη χώρα μας, με διάφορα προσχήματα, οι γονείς εννοούν να καταβροχθίζουν τα παιδιά τους. 

Η μαμά, είτε σα Κέρβερος, είτε σα πικρό πλάσμα που συνεχώς βγάζει φυσαλλίδες γκρίνιας και παραπόνων, λειτουργεί σα υπερκομματικό ον, σα να μη προέρχεται κι εκείνη από το γυναικείο φύλο. προστατεύει διά ζωής τον κανακάρη της, επιβλέπει, κρίνει και γκρινιάζει στη νύφη, της σέρνει τα εξ αμάξης πίσω απ΄τη πλάτη της, ανακυκλώνει τη καταπίεση.

Οι υπηρεσίες βέβαια της μάνας, πέρα απ΄τη καλή τους πλευρά, δε δίνονται δωρεάν. Ξεπληρώνονται με αίμα, ιδρώτα και δάκρυα.
Η συνηθισμένη πρακτική της Ελληνίδας μάνας, αν δε καταφέρει να καταβροχθίσει τον κανακάρη της αντιμετωπίζοντάς τον σα μωρό, ακόμα κι όταν έχει παντρευτεί και κάνει παιδιά, είναι να του δημιουργεί τύψεις ενοχής. Με το ύφος της εγκαταλειμένης παρθένου και τη πίεση του σαγονιού προς τα πάνω, δημιουργεί ένα μπρούμυτο μισοφέγγαρο στο στόμα της και συνέχεια αναστενάζει. Παραπονιέται ότι κανείς δε την αγαπάει πιά, ότι νιώθει μόνη με τις αρρώστειες της, αναμοχλεύει το παρελθόν ή σιωπά θεατρικά.
 Ο σύζυγος αναχωρεί για τα θυμαράκια, κατά κανόνα νωρίτερα, πληρώνοντας τη πίεση, το άγχος καθώς και την αχρηστία που νιώθει όταν βγει στη σύνταξη.


 Εκείνη ξέρει τα πάντα, αν και άφησε τελείως συναισθηματικά αναλφάβητο το γιό της, και τον σπρώχνει συνεχώς προς τα εμπρός, αποβλέποντας να τον κάνει αφεντικό άλλων. Τα λεφτά, το αυτοκίνητο, η προς τα έξω εικόνα, αυτά μετράνε. Τι ψυχικό κόστος έχουν όλ΄αυτά, δε συζητιέται. Γενικότερα, δε συζητάμε στη χώρα μας τι κοστίζουν τα χρήματα.

Εκεί που βλέπουμε πολύ καθαρά το σπρώξιμο προς τα εμπρός με κάθε θυσία είναι στις περιπτώσεις των παιδικών ταλέντων όπου, ακόμα κι όταν μεγαλώσουν μοιάζουν σα μεγενθυμένα μωρά, καλυμένα απ΄τη σκιά της μαμάς τους.

Ο υποφαινόμενος τυχαίνει να ειναι ένας άνθρωπος που δε κρατάει παράπονα απέναντι στη μάνα του. Δε του έδωσε κάποιες ρίζες, αλλά κατάλαβε τις αιτίες που δε της επέτρεψαν κάτι τέτοιο.
Έτυχε να έχω γονείς μικροαστούς, με τη γενική έννοια που δίνουμε σ΄αυτή τη λέξη. Έπιανα πολλές φορές τον εαυτό μου να λέω μέσα μου πως θα ήθελα να είχα ένα ζευγάρι γονιών από χωριό, που να ζούσαν σ΄ένα απλό σπιτάκι, να ασχολούνται με απλά πράγματα κι εγώ να πηγαίνω να τους βλέπω και να τους φιλάω και το χέρι. Εκεί που "γινόμουνα Τούρκος" ήταν όταν η μάνα μου προσπαθούσε να μου περάσει ιδεολογία ή να μου υπενθυμίσει πως δεν έκανα αυτά που πρέπει να κάνει ένας άντρας στη ζωή του.

Επειδή κουβαλάω μιά ανησυχία ότι νομίζετε πως είναι μονόπλευρος, παραθέτω ένα απόσπασμα από το βατό βιβλίο της Χάρις Δ. Κατάκη, οι τρεις ταυτότητες της ελληνικής οικογένειας:

Γιατί όμως δημιουργούνται τόσες συγκρούσεις; Γιατί τα παιδιά της δυσανασχετούν τόσο πολύ, παρά τη βοήθεια που τους προσφέρει; Δεν το καταλαβαίνει. Το θεωρεί αχαριστία, αισθάνεται θύμα. Δε  συνηδειτοποιεί ότι ίσως μέσα της αισθάνεται ανασφαλής σ αυτό το
ρόλο. Οι άλλοι δε συμφωνούν με τις παιδαγωγικές της ιδέες, τις θεωρούν ξεπερασμένες. Τα φαγητά δε μοιάζουν με τις μοντέρνες συνταγές της νύφης. Αισθάνεται να την κρίνουν. Και συχνά να την κατακρίνουν. Όταν υποχωρεί νιώθει αδικημένη και δημιουργεί ενοχές στους άλλους. Όταν δεν υποχωρεί, δημιουργούνται συγκρούσεις. Οι άλλοι θυμώνουν. Και στις δύο περιπτώσεις οι άλλοι αισθάνονται "καταπίεση". Μα περνάει ο καιρός και οι προοπτικές διαγράφονται ζοφερές. Τα παιδιά, πνιγμένα σε υποχρεώσεις, σε δικά τους αδιέξοδα, την αισθάνονται βάρος. Γίνεται πακέτο και μετακομίζει από το ένα παιδί στο άλλο. Υπάρχουν τελικά και οι Οίκοι Ευγηρίας...

Έχω να δώσω μιά συμβουλή στους γονείς και ειδικότερα στις μανάδες. Ζητείστε δειλά απ΄τα παιδιά σας μιά γωνιά, κοντύτερα ή μακρύτερά τους και μην εμπλέκεστε στη ζωή τους. Αντίθετα, δείξτε ευγνωμοσύνη και καλωσύνη για να σας προσέξουν.