Πέμπτη, 28 Ιουλίου 2011

..



Οι μαύροι θρηνητικοί ήλιοι
 ή 
"και τ' αυτιά έχουν τοίχους".




"Εγώ δεν ήρθα εδώ απόψε να γλεντήσω.
ήρθα μονάχα να παρηγορηθώ"
(στίχος του Β.Τσιτσάνη από το τραγούδι "Τσιγγάνε, σπάσε το βιολί" (1949) Ρένα Στάμου, Β.Τσιτσάνης


Τα παρακάτω είναι μερικές σκέψεις γιά το μαύρο χρώμα και ότι αυτό συμβολίζει, σε σχέση με το ρεμπέτικο και τη σημερινή ζωή.

Σκοπός αυτού του blog είναι, ένας διαφορετικός τρόπος πλησιάσματος του ρεμπέτικου. Όμως, η ενασχόληση μ΄αυτή τη μουσική, με τον τρόπο τουλάχιστο που πλησιάζεται, καταντάει αποστειρωμένη,
μουσειακή,
ασφυκτική,
μανιακή,
βαρετή...


Ζούμε σε μιά χώρα που λούζεται απ' τον ήλιο. Ο ήλιος τα κάνει όλα διάφανα, χαρωπά, ελαφρά. Αυτό είναι και το επίσημο πρόσωπο της Ελλάδας, μ' αυτό αποτεινόμαστε στον έξω κόσμο. Ένα, κάπως επιφανειακό, "ελάτε να γλεντήσετε, να φάτε, να κάνετε μπάνια στις γαλάζιες μας θάλασσες".

Μπορούμε να πούμε ότι αυτή η συνεχώς φωτισμένη χώρα έβγαλε και "μαύρα" τραγούδια; Ναι, και δεν είναι παράξενο. Ο ελληνικός λαός έχει περάσει ουκ όλίγα, είχε ατέλειωτες μετωπικές συγκρούσεις κλπ., κλπ. και, "έσφιξε το πετσί του". Ακόμα, είχαμε πολύ πάρε-δώσε, από αμνημονεύτων χρόνων, με την Ανατολή. Από κει πήραμε, μεταξύ άλλων, την εγκαρτέρηση, το παράπονο, μιά βαθύτερη φιλοσοφική θεώρηση των εγκοσμίων, κάτι που εκφράστηκε έντονα στους μανέδες. Το μαύρο χρώμα, χρώμα μυστηριακό, χρώμα του πένθους, ήταν για αιώνες βαθιά ριζωμένο μέσα στην ελληνική πραγματικότητα και πέρασε, ήδη απ' την εποχή του Όμηρου, μέσα στη γλώσσα. "Μαύρος Άδης", "μαύρη μέρα", "μαύρη κατάρα".

Στα τρέχοντα ελληνικά "μαύρο τραγούδι" είναι το σπαραξικάρδιο, το μελαγχολικό, το απαισιόδοξο.



Είναι αυτό που σιχαίνονται οι "αστοί", αντιπαθούν οι μικροαστοί και απωθούσε την παραδοσιακή αριστερά. Παλιότερα, τους ενοχλούσε κι αυτό που έβγαζε κέφι και χαρά. Το βλέπαν σαν έλλειψη συνειδητοποίησης, σαν αφέλεια...
Αυτά που δοξάστηκαν, κι ακόμα τα προσκυνάν οι διάφορες ρεμπέτικες ιστοσελίδες, είναι αυτά τα τραγούδια που στέλναν κρυφά κοινωνικά μηνύματα, μεταμφιεσμένα εξαιτίας της λογοκρισίας. Και βέβαια, η γνωστή και στις γάτες, "Συννεφιασμένη Κυριακή". Το τραγούδι αυτό δεν αγαπιέται μόνο γιά τους λόγους που έχουν, χιλιάδες φορές, εξηγηθεί και αναλυθεί. Η μελαγχολία της Κυριακής εν όψει της Δευτέρας, είναι παγκόσμιο φαινόμενο γιατί, απλούστατα, σχεδόν κανένας δε θέλει να πάει την επομένη στη δουλειά...

O Umberto Eco
λέει, σχετικά με το τελευταίο βιβλίο του "Περί της ασχήμιας", κάτι που έχει επισημανθεί πολλές φορές: "...οι καλλιτεχνικές αναφορές στην ομορφιά είναι πάντα λιγάκι μελαγχολικές. Εννοώ τις κλασσικές διαπιστώσεις του τύπου, το τριαντάφυλλο πρόκειται να μαραθεί κλπ. Η ομορφιά δεν έχει και τόσο ενδιαφέρον γιά ν' ασχοληθείς μαζί της καλλιτεχνικά. Δε μπορεί να γραφτεί ένα ιδιαίτερα μακρύ μυθιστόρημα γιά τους κήπους της Εδέμ. Αντί γι αυτό, η λογοτεχνία είναι γεμάτη λύπες, μιζέρια, απιστίες, χαμένες αγάπες, πολέμους και θανάτους. Η υγεία είναι σιωπηλή. Ίσως, μιλάμε πραγματικά μόνο όταν είμαστε δυστυχείς".

Ο κόσμος του ρεμπέτικου ήξερε ότι οι λύπες κι οι δυστυχίες μαλακώνουν όταν τις τραγουδάς. Είχαν την ίδια λειτουργία με τις άγριες ή λυπητερές ιστορίες που διηγόνταν οι άνθρωποι στις αγροτικές κοινωνίες, στις συνάξεις των μικρών και μεγάλων τα βράδυα. Επεξεργάζονταν το φόβο, τη θλίψη, την εδραιωμένη δυστυχία και κακοπέραση.


Ο Τάκης Μπίνης και πολλοί άλλοι ανάφεραν πως οι ταλαιπωρημένοι πρόσφυγες κάναν συνεχώς γλέντια με σαντουρόβιολα. Οι σημερινοί άνθρωποι, αυτοί τουλάχιστο που δεν έχουν υποφέρει πρόσφατα από πολέμους και δυστυχίες, αδυνατούν να καταλάβουν. Ένας φίλος, παντρεμένος με ξένη γυναίκα, προσπαθεί απεγνωσμένα να τις εξηγήσει πως, το ότι αρχίζει να σφυρίζει μετά από ένα καυγά τους, δεν οφείλεται σε αδιαφορία, όπως εκείνη νομίζει...

Το μαύρο που φαίνεται να αποπνέουν οι μικρασιάτικοι μανέδες, δεν ήταν αυτό το μαύρο που εννοούν "οι άλλοι". H παραδοχή, η υπενθύμιση του θανάτου δεν είναι μαυρίλα. Είναι μιά βαθύτερη ωριμότητα και σοφία, είναι η θέαση του θαύματος της ζωής με ορθάνοιχτα μάτια. Παραπέρα, μπορεί να πει κανείς, είναι και τα παρεπόμενα της φτώχειας, των πολέμων, των κακουχιών. Εδώ όμως ανοίγεται ένα άλλο κεφάλαιο. Η φτώχεια, λέξη που τρομάζει, ή εγείρει φιλανθρωπικά συναισθήματα στις ευημερούσες κοινωνίες, είναι ένας σχετικός όρος. Άλλο πράμα η μετρημένη ζωή, με λίγα χρήματα, σ΄ένα χωριό, κι άλλο η μιζέρια της φτώχειας στις πόλεις όταν δεν έχεις, γιά παράδειγμα, να πληρώσεις τους λογαριασμούς και σου κόβουν το φως γιά να σε τιμωρήσουν...

Η φτώχεια και ο πόλεμος είναι κακές ,αλλά χρήσιμες εμπειρίες. Ο πόλεμος ταρακουνάει τοπυς ανθρώπους και τους ξυπνάει απ' το λήθαργο του εγωισμού. Τους κάνει να θυμηθούν ότι όλα είναι σχετικά, ότι πρέπει να σκέφτονται τον πλησίον τους, ότι τον έχουν ανάγκη. Οι κονωνίες που βρίσκονται σε μακρινές χρονικές αποστάσεις από τα δεινά του πολέμου, γίνονται ανυπόφορα σκληρές, ανοήτες και κακομαθημένες. Τα παραπάνω δεν είναι βέβαια κήρυγμα υπέρ των πολέμων, απλώς υπενθυμίσεις της ανθρώπινης βλακείας...

Μαύρα λοιπόν δεν ήτανε τα μικρασιάτικα, αντίθετα, έσφυζαν από μιά δαιμονική ανάγκη γιά ζωή, ακόμα κι αυτά αυτά που ήταν μελαγχολικά.
Μαύρο δεν ήταν ούτε το πειραιώτικο ρεμπέτικο. Ακόμα κι ο Ανέστης Δελιάς που ήταν αρπαγμένος απ' τα νύχια της ηρωϊνης, έβγαζε απ' το στήθος του ρυθμούς χαρούμενους.
Μαύρα ήταν τα μετεμφυλιακά τραγούδια, γιά λόγους κατανοήσιμους.
Ο Τσιτσάνης, με τη χαρακτηριστική του άνεση, και κανα δυό άλλοι, κράτησαν εκείνο τον τρόπο να λέμε στίχους γιά δυσάρεστα πράγματα, με γοργούς και χαρούμενους ρυθμούς.

Ακόμα όμως κι αν υιοθετήσουμε την τρέχουσα άποψη

Όταν σβήνουν τα των προβολέων, ή τα φώτα των σπιτιών, οι Ερινύες ορμάν, και το μαύρο που βγάζουν απ' τα στόματά τους δεν έχει καμιά σχέση με τη μαγική παρηγοριά του πραγματικού μαύρου...



γιά το μαύρο τραγούδι, τα μαύρα τραγούδια μένουν. Τα χαρούμενα εξατμίζονται.
"Ότι έχει μαύρους ήχους έχει ντουέντε",
έλεγε ο Ισπανός Μανουέλ Τόρρες.

Οι ξένοι επισκέπτες, αυτοί οι ελάχιστοι που παίρνουν ή τους δίνεται η ευκαιρία να πλησιάσουν κάποιες πιό γνήσιες καταστάσεις απ' αυτές τις χλιαρές που σερβίρει ο ελληνικός τουρισμός, απορούν πως γίνεται οι Έλληνες να τραγουδούν "θανατερά" τραγούδια και να φαίνονται να διασκεδάζουν, να περνάν καλά. Είναι γιατί οι ίδιοι έχουν χάσει αυτή την ικανότητα. Υπήρχε και στις χώρες τους αλλά τη διέγραψε η "ανάπτυξη". Ζούν γεμάτοι φόβους μέσα σε "λογικές", οργανωμένες κοινωνίες της "σιγουριάς" και υποφέρουν. Γιατί τίποτα δεν υπάρχει να τους παρηγορήσει. Κάνουν το βασικό λάθος ν' αφήνονται να πιστεύουν ότι ένα φωτισμένο, χαζοχαρούμενο πρόγραμμα στην TV θα τους κάνει να ξεχάσουν. Τα προγράμμτα όμως δίνουν τη "λησμονιά" γιά όση ώρα διαρκούν. Μετά, μένουμε πάλι στο κενό, όσο κι αν η TV δε σταματάει να εκπέμπει, ξεγελώντας. Οι παιδαριώδεις προσπάθειες των σημερινών κοινωνιών να προσφέρουν χαρά, είναι σα τα αντικαταθλιπτικά χάπια. Δεν αγγίζουν τις αιτίες, τις επικαλύπτουν, γιά όσο διαρκούν, μ' ένα πέπλο "ύπνωσης".
Κι εμείς όμως, δε πάμε πίσω. Το σημερινό "έξω καρδιά", δεν έχει καμιά σχέση με την παλιότερη εκτόνωση των γλεντιών. Η σημερινή "χαρούμενη πλάκα και η δήθεν αισιοδοξία" δε πείθουν, ούτε παρηγορούν κανέναν αφού, 
"αφ'ότου σ' έχασα και πιά δε σε ξανάβρα, είν' όλα μαύρα, είν' όλα μαύρα"






Δευτέρα, 25 Ιουλίου 2011




Σεβασμός στο Μιχάλη Κακογιάννη που έφυγε

Τα "φριχτά μπουζούκια", η πλήξη των "δήθεν" αστών...





και τα θλιβερά γλυφιντζούρια-παπαγαλάκια του Τύπου, εν έτει 1962
Εφημερίδα "Εμπρός" 28 Ιουλίου 1962:

ΤΡΕ ΣΙΚ
Αχ αυτοί οι λαϊκοί τραγουδισταί με τα λαϊκά τραγούδια τους.και τους λαϊκούς συνθέτες τους΄, είναι τρε σικ, πλέον.Μαρινέλλα, Καζαντζίδης, Μπιθι΄-ήγουν Μπιθικώτσης, στο"Παρκ"- όλη η Λεωφόρος Αλεξάνδρας, μιά πλατειά, λαϊκή συμφωνία.Φαίνεται, όμως, ότι αυτή η...λαϊκούρα είναι πολύ αποδοτική και γιά την ίδια και γιά τους επιχειρηματίες που σπεύδουν, όχι βραδέως, βέβαια, να "εξασφαλίσουν" την συνεργασία τους.  

                         

Κυριακή, 24 Ιουλίου 2011







Άρπα - κόλα...





Κρατώ στα χέρια μου ένα βιβλιαράκι που κυκλοφόρησε το 1982 και είναι δυσεύρετο. Τη έκδοση του "ΚΑΚΤΟΥ" με τον τίτλο "Αυτά που θυμάμαι" - Ρόζα Εσκενάζι. Λογικά, αυτό το βιβλιαράκι θά΄πρεπε να λέγεται "Αυτά που δε θυμάμαι και άλλωστε, τί με ρώτησαν;"...


Δε θέλω να κρίνω ένα κάτι που βγήκε πριν 26 χρόνια, αν δε μου θύμιζε χίλα δυό άλλα παρόμοια πράγματα. Ούτε σκοπός μου είναι να κρίνω τον Κώστα Χατζηδουλή που, έτσι ή αλλιώς, έχει προσφέρει ο άνθρωπος με τον τρόπο που μπορούσε. Αυτό που μετράει είναι, η στάση απέναντι στα πράγματα, στάση που συνεχίζει ΚΑΙ σήμερα.


Το 1972 ο γνωστός Λευτέρης Παπαδόπουλος και ο τότε συνεργάτης του Γιώργος Ψώνης συνάντησαν τη Ρόζα που τότε θα ήταν κάπου στα 82 της


Η συνέντευξη είναι έως αστεία με τον ερασιτεχνισμό και την άγνοια που τη διακρίνουν. Πλήρης ανικανότητα να αντιμετωπίσουν οι ερωτώντες το σύμβολο μιάς εποχής, μιά γυναίκα ηλικιωμένη, με πολύ περιωρισμένες γραμματικές γνώσεις. Μιά γυναίκα που είχε αρχίσει να "χάνει αυγά και πασχάλια", που δε θυμάται ή δε θέλει να θυμάται,΄που έχει, με άλλα λόγια, κλείσει τους διαύλους που οδηγούν στο παρελθόν. Όμως, κρατάει τη σπιρτάδα του λόγου, έχει μιά κοκεταρία κα μιά πονηριά και αποφεύγει, με ασπίδα τα λάθη, οτιδήποτε μπορεί να βοηθήσει στον εντοπισμό της ηλικίας της...


Όπως οι πιό πολλοί λαϊκοί άνθρωποι δε θυμάται ημερομηνίες, αλλά οι ερωτώντες δε το καταλαβαίνουν κι επιμένουν. Κάποια στιγμή Ρόζα τους ρίχνει το, "που να θυμάμαι τώρα καλέ, εγώ δε θυμάμαι τι έφαγα χτες το βράδυ". Αυτό είναι κάτι που συνηθίζουν να το λένε οι γηραιοί άνθρωποι. Όντως, δε θυμούνται τι έφαγαν χτες το βράδυ, θυμούνται όμως με λεπτομέρειες τι κάναν πριν 40 χρόνια. Γιά παράδειγμα, η Ρόζα θυμάται μιά φασουλάδα που σερβίρισε στον Τσιτσάνη πριν μιά 40ετία!


Αυτό που ενδιαφέρει και ήθελα να τονίσω είναι ότι όπως πάντα, οι ερωτήσεις είχαν ουσιαστικά σα σκοπό κάποια ψιλοβιογραφικά αλλά κυρίως, την περίοδο των μπουζουκιών και ρωτάν τη Ρόζα να ντους πει...


Γίνομαι κουραστικός και επαναλαμβάνομαι αλλά, οι Μικρασιάτες συνθέτες αντιμετωπίστηκαν σα κάτι συγκροτηματάκια που βγαίνουν σε σημερινά ροκ κοντσέρτα, πριν εμφανιστεί το μεγάλο όνομα, όπως γίνεται και στα μαγαζιά με μπουζούκια. Τους Μικρασιάτες τους είδανε σαν εμπροσθοφυλακή που πήγαινε γιά σφάξιμο, όπως και σφάχτηκε, γιά να προκύψει εκ του αίματός τους ο "θεός" Μάρκος και ο "σούπερ-θεός" Τσιτσάνης. Δε τά΄χω βέβαια με τις δυό αυτές κορφές. Τά΄χω με το καταβρόχθισμα, στο όνομα μιάς ομιχλώδους ελληνικότητας (Greekness) των πάντων. Ουσιαστικά, ούτε με την Ελλάδα τά΄χω. Απλά, είμαι εναντίον κάθε κράτους που προσπαθεί (και δυστυχώς το ψιλοπετυχαίνει) να καταβροχθίσει και να αλλοτριώσει τις μειονότητές του, στο όνομα μιάς εθνικής συνοχής. Η μόνη χώρα που, περιέργως, δε με εκνευρίζει σ΄αυτό το σημείο είναι οι ΗΠΑ... Εκεί μπαίνουν όλα/οι/ες κάτω απ΄τη σκέπη του θεού-δολάριου αλλά, διατηρούν - με τον τρόπο που διατηρούν - τη δική τους κουλτούρα. Χωρίς καθόλου να ενοχλούνται οι ΗΠΑ γιατί εκεί έχουν φροντίσει να χτίσουν μηχανισμούς που "εξουδετερώνουν" οτιδήποτε απειλεί το American dream...





Πέμπτη, 14 Ιουλίου 2011





Εγώ καθόλου δεν εγκατέλειψα,
ακόμα κι αν έτζι φαίνεται.
Μιλείστε, κινηθείτε,
εκτός απ΄τη παθητική ανάγνωση
για να πάνε τα πράγματα παρακάτω.
Αλλιώς, μιλάμε για ένα μονόδρομο...



Σάββατο, 2 Ιουλίου 2011





Χασάπης και Φούλα





Αυτό είναι μιά μικρή ιστορία μαγικού ρεαλισμού για μιά Φούλα και το χασάπη αδερφό που διατηρούσε σχέσεις μαζί της. Ένα πείραμα αλλιώτικης χρήσης της εμπειρίας του ρεμπέτικου.


Ο Νότης ζούσε μαζί με την αδερφή του. Ο πατέρας τους ο Φώτης ο Σπάλας, πρόσφυγας απ΄το Κορδελιό, είχε πεθάνει δέκα χρόνια τώρα κι η μάνα τους η αγαπημένη, έφυγε ένα χρόνο αργότερα από φθίση και τον καημό της. Η Φούλα, η αδερφή, δυό χρόνια μικρότερη και ανύπαντρη. Ένα στρουμπουλούτσικο, μισόκλειστο πλάσμα που δε τό΄χαν βοηθήσει ποτέ του γιά ν΄ανθίσει. Κληρονόμησαν ένα χασάπικο που ήταν προίκα της μάνας και μ΄αυτό πορεύονταν. Από νωρίς κάθε πρωί ήταν κι οι δυό τους εκεί και το φρόντιζαν νά΄ναι πεντακάθαρο. Αμίλητοι, σα να μη γνωριζόντουσαν, έκανε ο καθένας τις δικές του δουλειές.

Ο κόσμος λέει. Χωρίς να ξέρει στα σίγουρα, οσμίζεται και λέει. Δε κοιτάζουν τα δικά τους γιατί τα δικά τους καίνε. Κοιτάζουν των άλλων. Λέγαν γι αυτούς τους δυό πως μεταξύ τους βολευόντουσαν. Κι αυτοί το ξέραν πως ψιθύριζαν γι αυτούς και φρόντιζαν να μη δίνουν λαβές.
Όταν τέλειωνε η δουλειά το βράδυ, έριχνε τη φασίνα με το λάστιχο εκείνος, έδιωχνε τα νερά, σφούγγιζε εκείνη και παίρναν το δρόμο γιά το σπίτι, δυό μοναχικές φιγούρες που προχωρούσαν πλάι-πλάι.
Κόσμο δε καλούσαν, γιορτές δε κάναν στον οίκο τους. Εκείνη δεν έβγαινε σχεδόν ποτέ, πέρα από καμιά επίσκεψη σε φιλενάδες. Είχε πατήσει τα τριάντα, μεγάλη γιά τα δεδομένα της εποχής. Γάμο δε σκεφτόταν. Ούτε έψαχνε, ούτε την ψάχναν. Είχε μιά θολωμένη νοστιμάδα που την κάλυπτε απ’΄την κορφή ως τα νύχια, ένα μελαγχολικό πέπλο. Όχι γεροντοκόρη, καθόλου. Ένα πλάσμα σε μιά ουτοπική και παθητική αναμονή και, δώστε βάση, καλοί μου άνθρωποι, μη νομίσετε πως σας λέω μιά ιστορία που ανήκει στο παρελθόν, κάτι σαν, τί να πούμε, σα την ταινία ”Δεσποινίς ετών…39” με τη Νίτσα Τσαγανέα και το Βασίλη Λογοθετίδη”, όχι. Σας λέω γιά πράγματα που συμβαίνουν και σήμερα, σε χώρες που βρίσκονται ως και 200 χρόνια πιό πέρα απ΄την Ελλαδίτσα…

Νάτη, τώρα που ετοιμάζεται να πλαγιάσει. Έχει ξεντυθεί, φοράει τη μαβιά νυχτικιά της, κάθεται μπροστά στη μικρή τουαλετίτσα και κοιτάζεται στον καθρέφτη. Πασαλείβεται με ροδόνερο και τα δάχτυλά της βρίσκονται κάτω απ΄τα μάτια της. Χαϊδεύει απαλά το δέρμα που είναι λιγάκι μελανό, περνάει στα χείλια και τσιμπάει το πάνω. Κοιτιέται ακίνητη και πάνω στα ξέπλεκα μαλλιά της εμφανίζεται εκείνο το παλιό πουλί που στέκεται κι αυτό και την κοιτάει ακίνητο. Αυτό το πουλί την επισκέπτεται από τότε που ήταν μικρουλάκι. Ένα μικρό φάντασμα πουλιού, σα καθρέφτισμα του μέσα της. Κάθε που την πλάκωνε στενοχώρια το πουλί μισάνοιγε το ράμφος του, σα να αγωνιούσε κι αυτό.

Απέξω, απ΄το μπαλκονάκι που βλέπει στον κήπο με τα λαχανικά της, έρχονται μέσα γλυκιοί ήχοι απ΄το σαντούρι που παίζει τ΄αδερφάκι της. Κάθεται συχνά εκεί ο Νότης τα βράδια και παίζει το σαντούρι του πατέρα τους. Τραγούδια μελαγχολικά παίζει και τραγουδάει χαμηλά με μιά ζεστή φωνή, ίδια με του Φώτη του Σπάλα που όλοι τον αγάπαγαν πολύ.

Ένα γαργάλημα νιώθει στην κοιλιά της, χαμηλά, και σηκώνεται. Τα δυό λευκά της πόδια την οδηγούν στο μπαλκονάκι. Στέκεται στο κατόφλι…
Εμείς όλοι οι ψαράδες είμαστε και χουβαρντάδες,
κάθε βράδυ ξενυχτούμε μες τις μπύρες και γλεντούμε.

Στα βιολιά και στα σαντούρια τα λεφτά μας τα πετούμε
και γλυκό σαμπαχαδάκι μας αρέσει να ακούμε.

Κι όταν θά΄ρθουμε σε κέφι, όλοι μας με μιά χαρά,
τραγουδούμε και γλεντούμε μες τον ψεύτικο ντουνιά.

Τότε λέμε, δε βαράτε, βρε σαντούρια και βιολιά
ξέρετε, πως οι ψαράδες είναι όλοι λεβεντιά.

- Τί με κοιτάς; Επειδή τραγουδάω γιά ψαράδες; Τ΄αγαπάω πολύ αυτό το τραγούδι.
- Όχι, δε σκεφτόμουν αυτό…
- Πας να πέσεις;
- Ε, είπα. Πήγ΄αργά…

Την κοίταξε από πάνω ως κάτω. Ακούμπησε το σαντούρι προσεκτικά στο πλάι και κάτι άστραψε στο μάτι του.

- Γιά κάνε δυό βήματα πιό μέσα…
- Γιατί;
- Θα σου πω. Πιό μέσα, να μη φαίνεσαι.
Τό΄κανε.
- Βγάλ΄τη νυχτικιά σου.
- Τί;
- Βγάλ΄τη νυχτικιά.
- Δε θά΄σαι με τα καλά σου…
- Φούλα, το ξέρω πως ντρέπεσαι, δε σού΄χω ξαναζητήσει κάτι τέτοιο. Αν μ΄αγαπάς, κάντο!
- Ξέχνα το, δε γίνεται!
- Φούλα, κάνε στον αδερφό σου αυτή τη χάρη…
- Καλέ, τί λες τώρα; Πάμε μέσα, αν θες…
- Πρώτα εδώ. Βγάλτη!

Μπερδεύτηκε η Φούλα. Πώς τού΄ρθε τώρα αυτό; Ποτέ δε τον είχε αφήσει να τη δει τσίτσιδη. Όλα ήρθαν τα πάνω-κάτω μέσα της. Ναι, αλλά…έτσι, ξαφνικά;…όχι, δε γίνεται… το στήθος μου…που θα πάει αυτό… αν μ΄έβλεπε η μάνα μου… μα, εγώ… τρομάζω, δε κάνει…αλλά… αλλά, κατέβασε τη μιά μπριτέλα, κατέβασε και την άλλη, σωριάστηκε η μαβιά νυχτικιά στο πάτωμα…

Σαν εκείνα τα μπουρίνια που βγαίνουν ξαφνικά μες από τη θάλασσα ήρθε εκείνος. Σαν εκείνους τους στρόβιλους που παν στη ξηρά και τσακίζουν τους αγρούς με τα στάχυα. Σκληρά ήταν τα μουστάκια του πάνω στη πλάτη της και τα μπράτσα του τη σφίγγαν να σκάσει. Μόρφαζε, ανάσαινε βαριά, το ροδόνερό της τον τρέλαινε. Το ταβάνι κοίταζε και το μυαλό του γύριζε σα δερβίσης. Τα πόδια του σφίγγονταν και ξεσφίγγονταν και η καρδιά του χτυπούσε σα τρελό τύμπανο. Η θύελλά του ξεχύθηκε μέσα στο σπίτι και όλα άρχισαν να κουνιούνται. Τα φλυτζανοπότηρα ντιντίνιζαν, οι καρέκλες τρίζανε, το μεγάλο τραπέζι ήρθε καταδώθε, ο σουμιές του κρεβατιού τσίριζε. το μαξιλάρι έγινε μιά μπάλλα και υγραίνονταν. Μιά βαριά πάχνη ιδρώτα σηκώθηκε και θάμπωσε το γλόμπο του ταβανιού που έκανε ένα ”τσσσ…” και έσβησε.
Το μπουρίνι άρχισε να μαζεύεται. Τυλίχτηκε γύρω απ΄τον εαυτό του, έγινε διάφανο, τα στάχυα ξαναγύρισαν στην όρθια στάση τους κι αυτό, ταξίδεψε πίσω στη θάλασσα και ρουφήχτηκε απ΄τα σκοτεινά νερά.

Ησυχία.
Με απορημένα μάτια τον κοίταζε.
- Τί έπαθες ξαφνικά;
- Τί να πάθω; Μού΄ρθε να σε φάω. Άκου Φούλα, κάπως κάνει το μυαλό μου απόψε. Σα να θέλει να βγει έξω απ΄το κεφάλι μου. Αντέχεις να σηκωθείς και να ντυθείς;
- Τί; Γιατί;
- Να σε πάρω και να πάμε στη μπύρα του Λάμπου.
- Μα, είσαι με τα καλά σου; (πετάρισε η καρδούλα της) Τέτοια ώρα; Να βγούμε έξω οι δυό μας; Δε σε νοιάζει που θα μας δούνε, τους δυό μας;
- Όχι, δε δίνω δυάρα. Άειντε, σήκω!

Μέσα στη μπύρα του Λάμπου γινόταν μεγάλο πατιρντί. Είχε έρθει μιά απ΄τις πιό γερές τραγουδίστριες. Μιά σταλιά ήταν, αλλά με φωνή που σε γύριζε το μέσα έξω. Χτυπούσε τα κουτάλια της και δε παράλειψε να στείλει ένα χαμόγελο στη Φούλα που μπήκε μέσα μετά το Νότη. Ένα σαντούρι έπαιζε αγγέλους, ένας παχουλός με γυαλιά έπαιζε το τσουμπούς, ένας βλοσυρός με τη κιθάρα κι ένας αδύνατος με χαμογελαστά μάτια, μ΄ένα βιολί που έβγαζε φλόγες.
Αυτό το τραγούδι έπαιζαν σα μπήκαν τα δυό αδέρφια.
- Βρε, ο Νόοοτης με τη Φούλα! Ελάτε παιδιά, εδώ μαζί μας…

Ήταν μιά παρέα από χασαπάδες με δυνατά βαμένες γυναίκες μαζί τους κι ένα νέο παιδί που τους κοίταξε έντονα.

- Πού ήσουν, ρε παιδί, τόσον καιρό; Τί κάνεις σπίτι σας, κλωσσάς αυγά;
- Ή φυλάς τα μπριζολάκια να μη σου φύγουν, α, ρε μπαγάσα… Έλα, κάτσε. Στην υγειά του Νότη και της Φούλας! Τα νιάτα μιά φορά είναι. Φεύγουν και δε ξαναγυρνάνε. Η Νένα, η Μαρία και η Νότα. Απο δω είναι το Βασιλάκι, δικό μας παιδί που έπιασε δουλειά στο μαγαζί. Η Φούλα κι ο Νότης. Αδέρφια!

Ο Βασίλης άπλωσε το χέρι του και τους τός΄σφιξε. Θά΄ταν δε θά΄ταν δεκαοχτάρης. Είχε ένα στενό, φιλικό πρόσωπο και μάτια κατάμαυρα, πίσσα. Ψηλός ήταν, αδύνατος και νευρώδης φαίνονταν μέσα απ΄το καλοσιδερωμένο λευκό πουκάμισο.

- Κάτσε ρε Νότη εδώ, δίπλα στο Βασιλάκι. Φούλα, εδω εσύ, δίπλα στα κορίτσια, να λέτε καμιά κουβέντα. Πάω να παραγγείλω ένα τραγουδάκι γιά σας.

Έβγαλε μιά λίρα από τη τσέπη του και την έβαλε στη φούχτα της τραγουδίστριας.
- Μόλις σού΄ρθει βολικό, Ριτάκι, πιάσε μας ένα καρσιλαμά να τονε χορέψουν δυό φίλοι.
- Ότι θέλει το Βαγγελάκι. Απ΄τη καρδιά μου γιά τους φίλους σου.

Τον έβλεπε και τον καμάρωνε το Νότη η Φούλα, πως λύγιζε το κορμί του και της έδινε τον πρώτο ρόλο και έπλεε σε πελάγη ευτυχίας, όταν άνοιξε η πόρτα του μαγαζιού με πάταγο. Μπήκε μέσα ένας χλωμός που παραπάταγε, με τό΄να χέρι χωμένο σ΄ένα ζουνάρι τυλιγμένο στη μέση του. Από πίσω, δυό ακόμα ογκώδη σώματα. Έβαλε τα δυό του χέρια στη μέση και το θολό του βλέμμα πέρασε πάνω απ΄τους πελάτες του μαγαζιού.

- Αυτοί μας έλειπαν τώρα, τα Πειραιωτάκια, είπε ο Βαγγέλης κακόκεφα και άφησε το ποτήρι του στο τραπέζι
- Ρε, είπε αυτός με το θολό βλέμμα, στους μουσικούς. Κόψτε αυτό τον κωλοκαρσιλαμά και πιάστε μιά ζεμπεκιά λέω εγώ, ο Γαμόσταυρης απ΄τα Υδρέικα. Με μπουζούκα! Μπουζούκια δεν έχετ΄εδώ; Τι σκατά…

Καλό μου φεγγάρι που τραβάς αδιάφορο το δρόμο σου στον ουρανό, τί θέλουν αυτοί οι άνθρωποι; Να φαν ο ένας τον άλλον; Αυτός ο χλωμός έχει κατεβάσει οχτώ ξανθιές, πέντε κονιάκ και έξη ούζο, μαστουρώθηκε πάνω απ΄όλ΄αυτά, έχει γίνει μαντάρα, έχει μπει μέσα, κι όποιον πάρει ο Χάρος.

Είναι στιγμές που ο χρόνος σταματάει. Σα να ζωντανεύει που, τι λέμε τώρα, του χρόνου δε του καίγεται καρφί κι όμως… Σα να ζωντάνεψε, σα να μη θέλει να δει τι θα συμβεί. Έτσι έγινε κι όλα ακινητοποιήθηκαν. Τα κουτάλια της Ρίτας μείναν σταυρωμένα στον αέρα, ο νταής του μαγαζιού πάνω στην κίνησή του να προλάβει, τ΄αφεντικό με υψωμένα τα χέρια, να καθησυχάσει τους πελάτες. Ο χρόνος όμως ξεκίνησε πάλι και ο χλωμός πρόλαβε, έφτασε στη Φούλα, την άρπαξε απ΄το μπράτσο, ο Νότης κατακόκκινος σα παντζάρι τον μούνταρε, άρπαξε μιά γερή κλωτσιά κι η Φούλα έπεσε καταγής. Οι δυό άλλοι μπαίνουν να προφυλάξουν τον δικό τους, οι χασαπάδες ορμάνε, το Βασιλάκι καβαλάει δυό τραπέζια και πετάει ένα κοφτερό μαχαίρι που έρχεται σφυρίζοντας και μπήγεται στη φτέρνα του χλωμού που διπλώνεται. Ο νταής έχει φτάσει, αλλά στο χέρι του ενός βοδιού αστράφτει ένα πιστόλι που ξερνάει φωτιά δυό φορές. Κάτω κι ο νταής και το Βασιλάκι. Οι δυό μαζεύουν τον πληγωμένο χλωμό και γίνονται καπνός, τέλος.

Έτσι είναι. Απ΄το τίποτα, ανοίγουν οι ουρανοί και πέφτουν τόννοι θειάφι, βλακείας, κούφιας δειλίας, μπερδεμένα μυαλά. Μετά, κλείνουν οι ουρανοί και χταπόδια πλημμυρίζουν τον αέρα. Δε θα τη βγάλουν καθαροί οι τρεις ψευτόμαγκες. Τα πλοκάμια παραμέρισαν κι από πίσω τους βγήκε μιά μορφή σκοτεινή και μαύρη, τρεις φορές το μπόι του ανθρώπου, που τους πήρε το κατόπι, φτερουγίζοντας. Ακολούθησε τα αίματα της κομένης αρτηρίας και τους πέτυχε τρία στενά πιό πέρα που είχαν αποθέσει τον πληγωμένο και πάσχιζαν να σταματήσουν την αιμοραγία του. Στάθηκε μπροστά τους η μορφή κι αυτοί γίναν γκρίζοι, πάνιασαν, δε καταλάβαιναν τι σόι πράμα είν΄αυτό. Πυροβόλησε ξανά το βόδι κι η σφαίρα πέρασε μες από τη μορφή και καρφώθηκε στον απέναντι τοίχο. Άνοιξε η σκιά μιά τρύπα που φάνηκε σα στόμα και βγήκε ένα κοφτό σαρκαστικό γέλιο που κόπηκε αμέσως, γιατί μίλησε. ”Θρηνείστε, σκουπίδια! Κόλαση ο κόσμος σας κι εσείς τ΄αποκαϊδια του. Μάγκες θέλετε να σας λένε και βάρος είστε, άχρηστο στη γη. Εδώ, σ΄αυτό το σκοτεινό στενό, θα τελειώσουν οι άδειες μέρες σας. Εσύ, είπε στο βόδι, πέτα κάτω αυτό το δειλό εργαλείο που κρατάς και καλωσόρισε το αιώνιο σκοτάδι που σε περιμένει, όπως και τους άλλους δυό…”

Ανάσα καφτή βγήκε απ΄αυτό το στόμα, ανάσα γεμάτη φλόγες που τους τύλιξαν κι αυτοί οι τρεις, σα νά΄ταν ένας, κόλλησαν στριφογυρίζοντας, ουρλιαχτά δεν ακούστηκαν, κάηκαν στο λεπτό και στάχτες έγιναν..

Κώστας Λαδόπουλος.