Παρασκευή, 31 Δεκεμβρίου 2010

Χρόνια πολλά
και
υποφερτό Νέο Χρόνο

Σοφίτσα Αμπατζή - Καρίβαλη







Όλες εμείς οι γυναίκες
του μικρασιάτικου και του Ρεμπέτικου,
γαληνεμένες στην άλλη ζωή,
σας ευχόμαστε
καθαρή σκέψη
τον επόμενο χρόνο
που τα πράγματα θα σφίξουν περισσότερο









Καλή χρονιά
σε όλες και όλους σας
και ευχαριστώ για τις επισκέψεις σας

Προετοιμαστείτε για πιο δύσκολες μέρες
αλλά κρατείστε τη σκέψη σας καθαρή!!!




Πέμπτη, 30 Δεκεμβρίου 2010



Η άλλη (κ)όψη των μαχαιριών...




"Αν μ΄αρνηθείς καμιά φορά και κάνεις άλλο ταίρι, θα σου τον κόψω το λαιμό με τούτο το μαχαίρι..."

 (χαραγμένο πάνω σε λάμα μαχαιριού) 

Είμαι ο τρίτος στη σειρά που θ΄ασχοληθώ με τα μαχαίρια. Πρώτος ήταν ο Ηλίας Πετρόπουλος και, μετά από πολλά χρόνια, ο Πάνος Σαββόπουλος (
http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=225165). Κρίνω πως κι οι δυό έμειναν στην επιφάνεια των στοιχείων. Εγώ θέλω να πάω βαθύτερα, αλλά, ξέρω ότι θα καταφέρω ν΄ ακουμπήσω μόνο στον εξωτερικό φλοιό του θέματος.

Το μαχαίρι, αυτή η μακρύτερη ή κοντύτερη ακονισμένη λάμα που μπορεί εύκολα να λύσει τη συνέχεια του δέρματος, έχει λατρευτεί απ΄τους αρχαιότατους χρόνους. Αμέτρητα μαχαίρια έχουν στείλει στον Άλλο Κόσμο αμέτρητες ζωές. Κανένα άλλο όπλο δεν είναι βεβαρυμένο με τόσες πολλές αμαρτίες.Εμείς όμως θα μιλήσουμε γιά την άλλη (κ)όψη των μαχαιριών, αυτή που ξεσκίζει ανθρώπινες καρδιές...΄



Όλοι οι άνθρωποι κουβαλάν τέτοια μαχαίρια κι όλοι είναι έτοιμοι να τα χρησιμοποιήσουν. Είναι, βλέπεις, αόρατα και κανείς δε τιμωρείται γιά τη χρήση τους. Εξακοντίζονται ανά πάσα στιγμή με μιά κοφτερή κουβέντα, μιά κοφτερή προσβολή, μιά υποτίμηση, μιά ερωτική άρνηση, ένα κοφτερό βλέμμα.


Ούτε όμως γι αυτά τα μαχαίρια γράφονται αυτές οι γραμμές. Είναι γιά τα άλλα, τα μαχαίρια του έρωτα. Τα μαχαίρια που εκτοξεύονται απ΄το βλέμμα των γυναικών."




τα μάτια σου που λάμπουνε σα τ΄ουρανού τ΄αστέρια,
όποιος τα δει τον σφάζουνε σα κοφτερά μαχαίρια

"Με τον πόθο που λύνει τα μέλη (λυσιμελής), σε κοιτάζει (η γυναίκα) μ΄ένα βλέμμα πιό διαλυτικό (τακερός: λιγωμένος, υγρός, διαλυτικός) από τον Ύπνο και τον Θάνατο", έγραφε ο Αλκμάνας στην αρχαιότητα.

Κινητοποιημένες, ουσιαστικά, απ΄τους μηχανισμούς της Φύσης, ψάχνουν να βρουν το κατάλληλο ταίρι τους. Αυτό όμως τ΄αφήνουμε γιατί οι άνθρωποι δε σκέφτονται τέτοια. Κι έτζι, πέφτουμε στις "παραλλαγές". Στο βλέμμα των γυναικών που ψάχνουν να "τακτοποιηθούν" (οικονομικά και κοινωνικά γιά νά΄χουν μιά άνετη ζωή, ή ότι άλλο θέλετε), που παίζουν με το βλέμμα τους γιά να κάψουν (να μαχαιρώσουν) αντρικές καρδιές.


Μπορεί να μην είναι αρεστό αυτό που λέω, έτσι βιώνεται όμως απ΄τους άντρες. Έτσι το βίωναν στην εποχή του ρεμπέτικου, έτσι το βιώνουν και σήμερα.
Υπάρχει κι η ιδεαλιστική περίοδος στην εφηβεία (και στην παρατεινόμενη εφηβεία) όπου τα πλάσματα πιστεύουν στο "θα σ΄αγαπώ γιά πάντα", αλλ΄αυτό είναι, δυστυχώς, περαστικό. Η ζωή, όπως την κάναμε και όπως να το κάνουμε, διαβρώνει το πιό καθαρό και το πιό αγνό κρύσταλλο...


Παρένθεση
Όταν είμαστε νέοι/ες, πλήρεις ελπίδων και ακούμε κάποιον μεγάλο να εκφέρει τέτοιες γνώμες, οι αντιδράσεις και οι σκέψεις μας είναι, συνήθως, "προ-κατ". Είτε κλείνουμε τ΄αυτιά μας και δεν ακούμε γιατί θεωρούμε πως τέτοιες κρίσεις είναι μπαγιάτικες, είτε πιστεύουμε πως το άτομο που τις λέει έχει περάσει στο στάδιο της απογοήτευσης, δεν αγαπήθηκε στη ζωή του και από την πίκρα του/της βγάζει ξινές σκέψεις και μαύρες. Η αλήθεια είναι ότι συχνά περί αυτού πρόκειται.Υπάρχουν όμως κι άλλα άτομα που έζησαν γιά τα καλά, αγάπησαν τις γυναίκες κι αγαπήθηκαν απ΄αυτές, επιβεβαιώθηκαν, διάβασαν και κάποτε, σουμάρουν όλ΄αυτά που έζησαν/είδαν/άκουσαν και εκφέρουν γνώμες που προέρχονται από πείρα και παρατήρηση. Ακούγονται βέβαια σα να γενικεύουν, και τις γενικεύσεις δε τις γουστάρουν πολλοί/ές. Όμως, πώς να το κάνουμε, η ζωή διδάσκει.

Εδώ πρέπει να προσθέσω ότι παίζει καθοριστικό ρόλο τι καταβολές έχει το άτομο, πόσο και αν συντηρητικοποιήθηκε και πως επεξεργάστηκε τις εμπειρίες του.Το πρόβλημα που αντιμετωπίζουν οι "διδαγμένοι" είναι: 


να πουν ή να μη πουν τι είδαν/’ακουσαν/κατάλαβαν/σούμαραν; 


Αναπάντητο δίλημμα. Αν πουν, κινδυνεύουν να αποπεφθούν, να τους βαρεθούν. Οι άνθρωποι έχουν ανάγκη να δοκιμάζουν οι ίδιοι, με το δικό τους ρυθμό. Το ερώτημα όμως παραμένει. Είναι χρήσιμο να προειδοποιεί κανείς ή όχι;
Οι απαντήσεις δικές σας.

Όλοι "μαχαιρωμένοι" και όλοι μπερδεμένοι ήταν οι άντρες του ρεμπέτικου. Έφταιγε, μέχρι ένα σημείο, ο υπερπληθυσμός των γυναικών. Αυτήν; Την άλλη; Ή μιά απ΄αυτές τις πολλές, ανοιχτές και διαθέσιμες; Στρατός οι προξενήτρες. 
                                                           Χήρες, 
ζωντοχήρες,
 δούλες (...),
μικρές,
 μικρούλες, 
μικρουλάκια.
Κορίτσια που ήρθαν απ΄την επαρχία κι απαλλάχτηκαν απ΄τα δόκανα των γονιών, κορίτσια που βγαίναν απ΄το σπίτι γιά να δουλέψουν (άρα, συναντήσιμες), μοδιστρούλες, καπελούδες, καπνουλούδες, λιναρούδες, κλωστηρούδες, "μπα, μπα, μπα"... Και όλες αυτές πετούσαν ματιές - μαχαίρια, κι όλοι οι αρσενικοί τρέχαν ως φλεγόμενοι βάτοι.

Ένας πυρπολημένος και αναβράζων αντρικός κόσμος ήταν το Μικρασιάτικο και το ρεμπέτικο.Σα να τους βάλαν, ανίδεους, μέσα σ΄ένα αδαμαντοπωλείο και τους είπαν, διάλεξε το καλύτερο πετράδι. Μπερδεμένοι μέχρι τα μπούνια. Αυτό ακριβώς που έκφρασαν ο Τούντας, ο Ασίκης κι ο Παπαϊωάννου σε τραγούδια τους.


Ο συνθέτης Σωτήρης Γαβαλάς (μάρκα μεγάλη), φωτογραφημένος κρατώντας μαχαίρα 
(η φωτο είναι από το CD "Μόρτικα").



Υπάρχει κι ένας κατακαμένος ("καταμαχαιρωμένος") που δε τού΄φταναν αυτά που πέρασε στο βίο του, αλλά δηλώνει πως δε θέλει να πάει στον Παράδεισο, αλλά στις φωτιές στσι Κόλασης γιατί ξέρει πως εκεί θα βρει την "αμαρτωλή" του. Είναι το εξαιρετικής απλότητας τραγούδι του Σταύρου Καλούμενου η "Αμαρτωλή". 


Ακούστε το:

Μέσα στο ερωτικό μπέρδεμα τρυπώνει και η λογική. "Ναι, αλλά τι γίνεται με την προίκα;" Μην ακούτε κάποιους στίχους διαφόρων ή του Μάρκου Βαμβακάρη σαν, "εγώ προίκα δε γυρεύω"... Ο Μάρκος νόμιζε πως η "γιορτή" δε θα τελειώσει ποτέ κι ότι "θα φτάσει και στο Χόλιγουντ"...

Η προίκα ήταν και είναι μιά κοινωνική στρατηγική κι όσοι δε πήραν το μετάνιωσαν, αλλά ήταν αργά. Κι άλλοι που πήραν μαζί με την προίκα κάποια που δε την αγαπούσαν κι άφησαν την καλή της καρδιάς τους, πάλι το μετάνιωσαν. Τί να κάνουμε;...


Και αι γυναίκαι; Τί λεν γιά όλ΄αυτά αι γυναίκαι; Σιγή ιχθύος...



Αυτά τα ολίγα λοιπόν γιά τα μαχαίρια. ΤΟ όπλο! 














Μαγικό διάλειμμα








Τρεις απ΄τις Μεγάλες 
στη
"Νέα Μερακλού"















Δευτέρα, 27 Δεκεμβρίου 2010





Το μπαγλαμαδάκι σπάσε!

υποδειγματική επανεκτέλεση 
από δυό άξιες κιθάρες και 
τον φίνο φίλο
Γιώργο Ζορμπά


και το πρωτότυπο










από τον μερακλή
afthentikos

από τον μερακλή

Σάββατο, 25 Δεκεμβρίου 2010



O σερέτης


(Έχοντας δει πολλλές επισκέψεις στο σημείωμα αυτό, υπόσχομαι πως πολύ σύντομα θα γραφτεί το συμπληρωματικό του, "Ο νταής". Μόλις είναι έτοιμο, θα προσθέσω το link)


Υπάρχει μιά διαρκής και ανακυκλούμενη συζήτηση στα Forum γιά το "ρεμπέτικο" γύρω από διάφορες λέξεις-κλειδιά ίσως και υπερβολική, από ένα σημείο και πέρα. Πλάστηκαν κάποτε κάποιες λέξεις και χρησιμοποιήθηκαν ελεύθερα. Οι λαϊκοί άνθρωποι δεν έχουν σχέσεις με τους ορισμούς. Συλλαμβάνουν γρήγορα κάποια "ρινίσματα" του χαρακτήρα των άλλων και τους κολλάνε ένα παρατσούκλι ή μιά λέξη που κλείνει πολλά και διφορούμενα μέσα της. Ο Μάρκος Βαμβακάρης μπερδευόταν, και με το δίκηο του ο άνθρωπος, όταν του ζητούσαν να ορίσει τι είν΄αυτό και τι το άλλο. Ήταν σα να τον έβαζαν να σκέφτεται την αναπνοή του...


Χωρίς να νιώθω να μου κόβεται η αναπνοή, πιάνω μιά απ΄τις
επίμαχες λέξεις, το σερέτης .


1. Λεξικόν ΕΛΛΗΝΟ-ΤΟΥΡΚΙΚΟΝ υπό Θεμ. Κτενά, δικηγόρου - ΕΝ ΣΜΥΡΝΗ ΕΚ ΤΟΥ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΥ "ΑΜΑΛΘΕΙΑΣ", 1896


σερέτης, δύστροπος (τσιτίν, χουιλού, γιανάζ, τερς)
δυστροπώ, σερασέτ ιτ
_________________________

2. ΣΕΡΓΙΑΝΙ ΣΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΣΜΥΡΝΗ, Σωκράτη Α. Προκοπίου, Αθήνα 1949


Γλωσσάριον
σερετιά η, στρεψοδικία (= σκόπιμη διαστροφή της αλήθειας)
_____________________


3. ΤΟ ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΠΙΑΤΣΑΣ, Βρασίδα Καπετανάκη, Αθήνα 1962


σερέτης, ο = ο δύστροπος, ο φίλερις, ο ζόρικος
σερετιλίκι = η ψύχωσις του σερέτη να ξύνει τα νύχια του γιά καυγά
_______________________

4. ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΚΟΙΝΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ, Ν.Π. Ανδριώτη


σερέτης, επιθ., δύστροπος/ τουρκ. siret
___________________________

5. ΝΕΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ, Εμμ. Κριαρά

σερέτης ο, θηλ. -ισσα, ουσ. άνθρωπος ζόρικος, ευέξαπτος, "βαρύς" (συνων. δύστροπος). τουρκ.
siret
________________________


Πρώτα, λίγο ανορθόδοξα... Την τριλογία του "Νονού" του F.F.Coppola την ξέρετε. Ο Μάρλον Μπράντο, στο ρόλο του "Νονού" ήταν ένας απόλυτα πειστικός σερέτης-



Η ήρεμη δύναμη. μιλούσε ελάχιστα, ήταν δίκαιος, δεν ήθελε άσκοπη βία, έβλεπε μακριά. Είχαν δει πολλά τα μάτια του, ήταν κουρασμένος και ώριμος. Ο γιός του που ανέλαβε τα ηνία (Αλ Πατσίνο) είχε τα χαρακτηριστικά της νεότερης γενιάς. Τριπλά σκληρός, αποφασιστικός και βίαιος.

Οι συγκρίσεις είναι μιά επικίνδυνη μέθοδος, χρήσιμη όμως σε κάποιες περιπτώσεις, τηρουμένων πάντα των αναλογιών.

Ο Ηλ. Πετρόπουλος στο βιβλίο του "Το άγιο χασισάκι", αφιερώνει ένα κεφάλαιο στο σερετιλίκι. Ομολογεί πως δε μπορεί να εξηγήσει επακριβώς τη λέξη και δίνει τρία παραδείγματα μικρών ιστοριών γιά να βγάλουμε κάποια συμπεράσματα.
Η μία, μ΄ένα γερο-σερέτη που κατασφάζει ένα νέο παλληκάρι, άνευ λόγου και αιτίας (...).


Η δεύτερη, γιά ένα τσιρίμπαση που δε τσιμπάει στη βία αλλά την προσπερνάει και η τρίτη, μ΄έναν άλλο σερέτη που παρεμβαίνει γιά να απειλήσει και να προστατεύσει τον συγγραφέα.



Χτίζω τα λίγα που έχω να πω στη δεύτερη περίπτωσ γιατί θεωρώ πως η αποφυγή βίας είναι χαρακτηριστικό των έξυπνων ανθρώπων. Ακόμα, γιατί πάντα σεβόμουνα τους ήσυχους, τους μετρημένους, τους κατασταλαγμένους. Θεωρώ όμως σαν αυτονόητο (και γιά τον ίδιο μου τον εαυτό), ότι ένας άνθρωπος που δίνει μιά τέτοια εικόνα, έχει όλα τα δικαιολογητικά να μεταβληθεί σε θεριό ανήμερο, σε φρενιασμένη θεριστική μηχανή, αν προκληθεί. Τα τρέχοντα λεξικά βέβαια αδυνατούν ολοσχερώς να εξηγήσουν λέξεις-έννοιες της φάρας που έχουν σύνθετο περιεχόμενο. Δε μπαίνουν σε λεπτομέρειες, λειτουργούν με τη λογική μεταφραστικής μηχανής και αρκούνται με την εξήγηση ζόρικος .


Ο γνήσιος σερέτης δεν είναι οργίλος, προκλητικός, βίαιος. Γίνεται όλ΄αυτά όταν δεν έχει άλλες επιλογές και χρειάζεται να τονίσει τη θέση του, την εξουσία και την προσωπική του αξιοπρέπεια. "Ο κάθε μάγκας, ο κάθε νταής δεν είναι σερέτης", έγραφε ο Ηλ.Πετρόπουλος. Ο σερέτης δεν επιδεικνύεται σε καμιά απ΄τις εκδηλώσεις του. Είναι αποτραβηγμένος. Αφήνει τους άλλους, τους υποτακτικούς του, να καθαρίζουν γιά πάρτη του. Ο ίδιος τά΄χει ξεπεράσει αυτά Έχει φτάσει στην κατάσταση να διοικεί, να σκέφτεται γιά λογαριασμό άλλων και ν΄αφήνει τα φιντάνια να βγάζουν τα φίδια απ΄τις τρύπες. Η σοβαρότητα λυγίζει και σίδερα. Όλοι την καταλαβαίνουν, όλοι τη σέβονται, εκτός απ΄αυτους που είναι ανώριμοι και μωροφιλόδοξοι βλάκες.


Προτείνω σε όσους/ες δε το ξέρουν και δε τό΄χουν διαβάσει, το "Τουμπεκί" του Πέτρου Πικρού (εκδ. ΚΑΚΤΟΣ). Μέσα εκεί περιγράφεται ο μοναδικός τσιρίμπασης που έχει καταγράψει η ελληνική λογοτεχνία. Οι ωραιότερες σελίδες του βιβλίου είναι αυτές που περιγράφουν την ατμόσφαιρα ανάμεσα στον Αράπη (τον ήρωα του βιβλίου) και τον αστυνομικό που τον επιτηρεί. Το βιβλίο του Πετρόπουλου "Το άγιο χασισάκι" είναι επίσης πολύ κατατοπιστικό.


Στο http://www.e-orfeas.gr/singing/rebetiko/1502-article.html θα βρείτε ένα ιδιότυπο διήγημά μου που περιγράφει ακριβώς ένα τέτοιο τύπο ανθρώπου.


Αυτά γιά τους σερέτηδες
Με τις υγείες σας!



Σάββατο, 18 Δεκεμβρίου 2010



Η έννοια της "παρηγοριάς" στο ρεμπέτικο (2)

"Εγώ δεν ήρθα εδώ απόψε να γλεντήσω, ήρθα μονάχα να παρηγορηθώ"

(στίχος από το τραγούδι του Β.Τσιτσάνη "Τσιγγάνε σπάσε το βιολί" (1949)
χασάπικο με τη Ρένα Στάμου και τον συνθέτη (HMV 2909)



Συνεχίζοντας γιά την έννοια της "παρηγοριάς", διαλέγω ένα τραγούδι όχι ρεμπέτικο αλλά παραδοσιακό. Είναι το "Απόψε με παντρεύουνε" (1936) HMV AO-2309 με τη Ρίτα Αμπατζή. Το τραγούδι είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού που λέμε χαρμολύπη. Οι στίχοι πιάνουν το θέμα μιάς τυπικής πράξης καταναγκασμού, ένα κορίτσι που το παντρεύουν με το ζόρι. Η ατμόσφαιρα που διαπνέει τη μελωδία είναι απ΄τις πιό κεφάτες και χαρούμενες στην ελληνική δισκογραφία της δεκαετίας του ΄30. Τα κλαρίνα λαλάνε μ΄εκείνο το δαιμονικό τρόπο που λαλούσαν εκείνη την εποχή (συγκρίνετε με τον ήχο που βγαίνει σε δημοτικά που γράφτηκαν μετά τον Εμφύλιο) και όλο το τραγούδι είναι φωτισμένο από ένα δυνατό ήλιο. Είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα παρηγορητικού τραγουδιού.



Οι άνθρωποι, όταν βρίσκονται σε γλέντι γιά να ξεσκάσουν, δεν ακούνε ούτε προσέχουν τα λόγια του τραγουδιού που παίζεται. Τα ξέρουν και δε τα προσέχουν γιατί ο ρυθμός τους παίρνει μέσα στη δίνη του και τους στροβιλίζει και, "έξω καρδιά!". Όμως ο νους έχει τις δικές του λειτουργίες. Τα λόγια και το περιεχόμενό τους μπαίνουν μέσα μας και προκαλούν διεργασίες. Είτε εκείνη τη στιγμή, μέσα στο χορό και το πανηγύρι, είτε το βράδυ αργά, μετά το γλέντ, όταν πέφτουμε στο κρεβάτι μεθυσμένοι/ες και βάζουμε το χέρι κάτω από το μαξιλάρι, πριν μας πάρει ο Ορφέας στην αγκαλιά του. Οι σκέψεις γράφονται πάνω στον καθρέφτη του νου. Και μέσα στον καθρέφτη μπορούμε να δούμε τον εαυτό μας, το αν εμείς παντρευτήκαμε αυτόν/ήν που πραγματικά θέλαμε Βλέπουμε κι άλλες φιγούρες σκιερές, γνωστών και φίλων, τις δικές τους περιπέτειες και μετά κατρακυλάμε στον ύπνο παρηγορημένοι/ες, με μιά γλυκόπικρη καραμέλα που λειώνει στο στόμα... 


Αυτή είναι η αίσθηση της παρηγοριάς που εννοούσα. Να οι απλοί και συνηθισμένοι στίχοι αυτού του τραγουδιού που ξεχειλίζει από ζωικούς χυμούς.





Απόψε με παντρεύουνε

Απόψε με παντρεύουνε κι έλα να σε φιλήσω,
δυό λόγια, φως μου, να σου πω, να σ΄αποχαιρετήσω

Έλα, να κλάψουμε μαζί, τη μοίρα την κακιά μας,
που μας χωρίζει ζωντανούς, δίχως το θέλημά μας

Να παντρευτώ δεν ήθελα και πάντα τους αρνιόμουν,
την άρρωστη τους έκανα και τους παραπονιόμουν

Η μάνα μου η άπονη, ένα πρωί στη βρύση,
γιά μένα λόγο έδωσε χωρίς να με ρωτήσει

Αχ, κακούργα μάνα!

Τα βράδια τώρα κάθομαι αντάμα με τον πόνο
εσένα συλογίζουμαι και κρυφομαραζώνω.


Κυριακή, 12 Δεκεμβρίου 2010

Παρασκευή, 3 Δεκεμβρίου 2010


Τα τραγούδια δεν είναι σαν πουλιά. 
Είναι πουλιά!


Τα τραγούδια είναι πουλιά. Μπαίνουν μέσα μας από τις διόδους των αυτιών, εγκαθίστανται και φτερουγίζουν τιτιβίζοντας, πάνω στις καλλωδιώσεις του μυαλού μας.

Το χρώμα του καιρού, η χημεία της στιγμής, το περιβάλλον και η συναισθηματική μας κατάσταση, τη στιγμή που μπήκαν μέσα, αποφασίζουν γιά το μήκος της ζωής τους.

Σε πολύ ελάχιστους ανθρώπους ζουν μεγάλα σμήνη πουλιών μέχρι βαθιάς ηλικίας. Στους περισσότερους πεθαίνουν ή αποτραβιούνται στα πίσω, στα σκοτεινά δωμάτια του μυαλού. Χάνουν τα χρώματά τους, γίνονται σχεδόν διάφανα και αφήνουν μερικά να τα αντιπροσωπεύουν. Είναι αυτά τα πουλιά-τραγούδια που έρχονται μπροστά όταν ζητήσει κανείς από έναν μεγάλο άνθρωπο να τραγουδήσει.

Όταν ζητήσαν, στα γερατειά της, από την Αγγελίτσα Μαρωνίτη-Παπάζογλου να πει ένα τραγούδι, η καρδιά και το μυαλό της επέλεξαν το "To χασαπάκι" (1931) του Δ. Μπαρούση (Λορέντζου) που ήταν κάποτε πολύ αγαπητό. Διαλέγει ένα τραγούδι που δε το έχει πει η ίδια σε δίσκο, αλλά είναι, σίγουρα, επενδυμένο μ΄ένα σωρό μνήμες της. Το τραγούδι ανασύρεται από μόνο του, όχι μέσα από συνειδητές διαδικασίες. Το λέει με μικρά φάλτσα, λόγω ηλικίας, μικρές καθυστερήσεις, συμπληρώνει με το στόμα της τα ενδιάμεσα οργανικά. Εκείνη τη στιγμή μέσα στο μυαλό της προβάλλονται αλλεπάλληλες εικόνες απ΄τα νιάτα της που ποτίζουν και δροσίζουν τη γερασμένη καρδιά της. Έτζι συμβαίνει σε κάθε ηλικιωμένο άνθρωπο.

(παρένθεση)
Δε θα κουραστώ να επαναλαμβάνω πως η Αγγελίτσα έχει διηγηθεί πράγματα που κάθε Έλληνας και Ελληνίδα θά΄πρεπε να διαβάσει, έτσι γιά στοιχειώδη άσκηση αυτογνωσίας...(κλείνει η παρένθεση)

Τα τραγούδια είναι ζωοδόχες πηγές όπως τα λουλούδια, τα σύννεφα, ο ήλιος, ο καφές (...), το τσιγάρο (...). Θυμίζουν ότι το νόημα δε βρίσκεται εκεί που το ψάχνουμε (όσοι/ες το ψάχνουν και δε παρασύρονται από οτιδήποτε), αλλά κάπου αλλού.
Ένας ηβίσκος ενδιαφέρεται μοναχά ν΄ανοίξει τα λουλούδια του και ν΄αντικρύσει τον ήλιο. Έτσι και τα τραγούδια με τα οποία ασχολείται αυτό το blog. Ζητάν μόνο να παρηγορήσουν, να μαλακώσουν, να γαληνέψουν.

Οι εταιρίες βλέπουν τα τραγούδια σα καταναλωτικά αντικείμενα. Δε καταλαβαίνουν, ούτε νοιάζονται. Σιχαίνονται και αντιμάχονται τη μακρόχρονη ζωή αυτών των πουλιών. Με επιδέξιους τρόπους, συνεπικουρούμενες κι απ΄το υπόλοιπο σύστημα της αγοράς και του κράτους, προβάλλουν πουλιά ασθενικά, με ελαττωμένες άμυνες αυτοπροστασίας. Όσο πιό γρήγορα πεθαίνουν και αντικατασταθούν από άλλα, τόσο αυξάνονται οι καταθέσεις τους.

Τα τραγούδια μεταφέρουν μνήμες και η μνήμη είναι εχθρός της καταναλωτικής κοινωνίας. 

Θέλουν μονάχα να θυμόμαστε ονόματα μαγαζιών, προϊόντων, να μη ξεχνάμε να πληρώνουμε τους λογαριασμούς και τα χρέη μας. Η άλλη μνήμη φρενάρει και, στην καλύτερη περίπτωση, βοηθάει τα άτομα να καταλάβουν, να ριζώσουν. Η αγορά δε θέλει ρίζες, ούτε φρεναρίσματα, ούτε βαθύτερες κατανοήσεις;. Θέλει άτομα άβουλα, χωρίς μνήμη, αλλοτριωμένα, καθοδηγούμενα.




Δοκιμάστε
και 
ΑΚΟΥΣΤΕ!

Τετάρτη, 1 Δεκεμβρίου 2010







Mario Monicelli


Ένα δακρυσμένο ΑΝΤΙΟ στο σκηνοθέτη Mario Monicelli που στα 95 του, γενναία πήδηξε από το παράθυρο του νοσοκομείου. 
Μιά μεγάλη ευγνωμοσύνη για όλες τις υπέροχες στιγμές που μου πρόσφερε στους 400 θερινούς κινηματογράφους που είχε η Αθήνα...