Τρίτη, 26 Οκτωβρίου 2010







Η διατήρηση 
της ελληνικής γλώσσας,
ο ανδρανδρισμός, 
η σωματική επαφή
και άλλα τινα...

Κάποια στιγμή στη διάρκεια της επταετίας, είχα βρεθεί σ΄ένα νησί ταυτόχρονα με τον Κο Στυλιανό Παττακό που θα εκφωνούσε ένα λόγο. Βρέθηκα ανάμεσα στο πλήθος και τον άκουσα να λέει, "πρέπει να οχυρώσουμε καλά τα σύνορά μας για να μην ειτρέψουμε στον πληθωρισμόν να εισχωρήσει" (...)
Κάτι αντίστοιχο, τηρουμένων των αναλογιών, μου θυμίζει αυτό το video



Συμφωνείτε με τα παρακάτω;



Δε παράγουμε τίποτα γοητευτικό για τους νέους ανθρώπους
εκτός από άφθονη μουσική, για εγχώρια παραγωγή, που δε
καταφέρνει (προσπαθούμε;) να βγει έξω απ΄τα σύνορα της
λιλιπούτειας αγοράς μας,

Εξακολουθούμε να θεωρούμε αυτονόητο ότι, ο νους και η γλώσσα
 των νέων πρέπει να λειτουργούν στα ελληνικά.


Πιστεύω ότι ο συνδυασμός των παραπάνω είναι

παρανοϊκός,
ουτοπικός (το 3)
κωμικός και τραγικός ταυτόχρονα

Το να λέει κανεις στα νέα παιδιά να μη γράφουν greeklish είναι λογικό και σωστό. Το να λέει όμως να γράφουν τ΄ονοματεπώνυμό τους στο Facebook με ελληνικά γράμματα, είναι κάτι άλλο. Είναι το ίδιο κωμικό με το ότι το Διεθνές Αεροδρόμιο της Αθήνας λέγεται Ελευθέριος Βενιζέλος. Ευελπιστούμε ότι οι ξένοι επισκέπτες της Ελλάδας θα απομνημονεύσουν ή θα δοκιμάσουν να πουν αυτό το λεκτικό σιδηρόδρομο;

Όχι, δε το πιστεύω. Η ονομασία αυτή δόθηκε για πασοκικο-πολιτικούς λόγους που τους κατανοώ. Ήταν όμως μιά δυσκοίλια απόφαση σ΄ότι αφορά τον τουρισμό, τα έγγραφα που στέλνονται στο εξωτερικό κλπ., κλπ. 
Μέσα στη λήψη αυτής της απόφασης αντανακλάται ο στρεβλός τρόπος που βλέπουμε τον εαυτό μας και τη χώρα μας, σε σχέση με τη διεθνή κοινότητα.

Το Facebook λοιπόν είναι ένα όργανο επικοινωνίας με όλο τον κόσμο, με 500 εκ. ανθρώπους. Ας αφήσουμε στη μπάντα τις ύποπτες πλευρές του. Όταν ζητάμε επικοινωνία προς τα έξω και όχι μόνο με τη Σούλα, τη Ρούλα, το Γιώργο και το Νίκο, είναι ευνόητο ότι θα γράψουμε, τουλάχιστο, το όνομά μας στ΄αγγλικά. Έτσι δεν είναι; Το επόμενο βήμα είναι να γράφουμε μέσα εκεί μόνο στα αγγλικά ή, να μεσολαβήσει το κράτος για ένα μηχανισμό που θα μεταφράζει αυτόματα τα ελληνικά γραφόμενά μας στα αγγλικά ή θα υπάρχουν και τα δυό (σιγά να μη μας κάνουν αυτή τη χάρη...)

Ένα απ΄τα πιό αστεία επιχειρήματα των γλωσσαμυντόρων είναι ότι, δ


δε χρειαζεται να προφέρουμε τις αγγλικές λέξεις με τη σωστη προφορά αφού είμαστε Έλληνες (...) 

Μέσα σε μιά ομήγυρη διαφόρων εθνικοτήτων μπορείς αρκετά εύκολα να καταλάβεις ποιός είναι Έλληνας απ΄τον τρόπο που προφέρει τα αγγλικά.

Έχουμε ένα βαρύ, τετράγωνο και πολύ συγκεκριμένο Ρ. Η συντριπτική πλειοψηφία των αγγλομαθών προφέρει τη λέξη radio σα ρadio, με ελληνικό Ρ.

Στα γαλλικά το προφέρεται σα γουργουριστό Γ στο βάθος του ουρανίσκου.

Θυμάμαι απ΄το σχολείο πως όταν κάποιος πρόφερε μιά γαλλική λέξη με σωστή προφορά, οι άλλοι γύριζαν και τον κοίταζαν κοροϊδευτικά, χασκογελώντας. Τον θεωρούσαν βλάκα και θηλυπρεπή... Υπερβάλλω μήπως;

Όπως είναι γνωστό, η Ελλάδα είναι μιά τυπική "ανδρανδρική" χώρα που αποστρέφεται μετά βδελυγμίας την ανδρική (πρώτιστα) ομοφυλοφιλία. Ουσιαστικά στρουθοκαμηλίζουμε, αλλά ας μη το πιάσουμε αυτό.

Εγώ πιστεύω ότι όταν ένας άντρας είναι σίγουρος για το φύλο του, δε χρειάζεται να συμπεριφέρεται σα κινούμενο βουνό. Ο κόσμος όμως γύρω, άντρες και γυναίκες, είναι έτοιμος να λοξοκοιτάξει, χλευάσει, υποπτευθεί, κάνει πλάκα. Επιβάλλεται έτσι ένας σιδερένιος τρόπος του φέρεσθαι που είναι, έως γελοίος.

Οι άντρες, ως γνωστόν, έχουν οξύ πρόβλημα με τη σωματική επαφή με τους ομοφύλους τους. 

Χειραψία, εντάξει περνάει.
Χτύπημα στον ώμο, εντάξει περνάει.
Από κει και πέρα είναι απαγορευμένη ζώνη.

Όταν θέλω να δείξω συμπάθεια σε κάποιον τον ακουμπάω στον ώμο και μετακινώ πέρα δώθε τη παλάμη μου, φιλικά και τρυφερά.
Ο γιός μου, στα είκοσί του, μου κάνει σφοδρή κριτική. Σε παρεξηγούν, δε χρειάζεται, μου λέει.

Όταν συναντάω ένα συγγενή μας που μεγάλωσε στην ύπαιθρο, ανοίγω την αγκαλιά μου και τον σφίγγω. Εκείνος, σε έντονη αμηχανία, φέρνει τις δυό παλάμες του στο στήθος του και με σπρώχνει απαλά προς τα πίσω γιατί τον πιάνει πανικός.

Με τον καλύτερο φίλο μου είμαι αρκετά διαχυτικός. Του χαϊδεύω το μάγουλο, δε διστάζω να του πιάσω το χέρι. Μπερδεύεται λίγο αλλά δε λέει τίποτα.
"Εσείς οι δυό είστε μεταξύ σας σαν ομοφυλόφιλοι", έχει σχολιάσει η καλύτερη κοινή μας φίλη, μιά γυναίκα λεβέντισσα, ρεμπέτισσα μέχρι τα μπούνια και σούπερ προοδευτική.

"Φακ u!",

απαντώ, κρυφά ή φανερά και το γράφω εδώ με μεικτό τρόπο. Ελληνικά και με το u που χρησιμοποιούν τα νέα παιδιά στη γλώσσα των υπολογιστών, επειδή βιάζονται.

Για να τελειώσω, η επιχειρηματολογία για τη διατήρηση της ελληνικής γλώσσας θα έπρεπε να μετονομαστεί σε εδραίωση της ελληνικής γλώσσας, απαλλαγμένης από στενόμυαλους, μουχλιασμένους και αρτηριοσκληρωμένους εθνικισμούς.

Αυτή η εδραίωση όμως μπορεί να επιτευχθεί μόνο με ολοκληρωτική αλλαγή πλεύσης και νοοτροπίας, ξεκαθάρισμα του πλαστού διλήμματος "εμείς κι αυτοί".


Ας απαντήσουμε επιτέλους με γενναιότητα στο ερώτημα,

Για ποιά ακριβώς πράγματα είμαστε περήφανοι
εμείς οι Έλληνες;
Για το παρελθόν μόνο;

Το παρόν;
Το μέλλον;


Ας ξεκινήσουμε κάποτε να διδάσκουμε τα ελληνικά στα σχολεία με σύγχρονους, ευέλικτους και ευφάνταστους τρόπους,

ας περιωρίσουμε την κούφια περηφάνεια των νεαρών κοκόρων μας που περιφέρονται σαν "αδειανά πουκάμισα" με κρεμασμένο στο λαιμό το "σταυρουδάκι του Ήλιου", σα να είναι κι εγώ δε ξέρω τι...

Ας εστιάσουμε σε τέτοια βασικά πράγματα κι ας αφήσουμε τα παιδιά να γράφουν όποως τους γουστάρει στους υπολογιστές. Ας τ΄αφήσουμε στην ησυχία τους να χτίσουν γέφυρες με αντίστοιχους νέους και νέες απ΄τη Κίνα, το Ιράν, τις Ινδίες, με τις εσχατιές του πλανήτη.

Ας πάψουμε να τους πρήζουμε τ΄αυτιά
κι ας ασχοληθούμε περισσότερο με το πως νιώθουν!!!

Σάββατο, 23 Οκτωβρίου 2010





Ξεκλειδώνοντας τραγούδια...

και χτίζοντας γέφυρες ανάμεσα στο τότε και το σήμερα

Σταύρος Καλούμενος

Οι προκαταλήψεις κάθονται
στο κεφάλι,
στ΄αυτιά
για στη...μύτη;


Πάντα πίστευα πως τα Ρεμπέτικα είναι, με διάφορους τρόπους,
ειλικρινείς εξομολογήσεις, όχι μόνο βαθιάς αγάπης  αλλά, κύρια,
εξομολογήσεις αντρικής αδυναμίας να φέρουν βόλτα αυτό το ιδιότυπο
πλάσμα που λέγεται γυναίκα και που, πράγμα παράξενο(...), δε μας 
μοιάζει...


Θα σας πω για έναν ξεχασμένο γλυκό τραγουδιστή, τον Σταύρο Καλούμενο και για ένα τραγούδι του, που κανείς δεν έχει ασχοληθεί μ΄αυτό, την "Αμαρτωλή"

Το τραγούδι υπάρχει και στο παρακάτω CD  




Όταν ακούμε, πολύ σπάνια ακούμε ενεργητικά. Ιδιαίτερα στις μέρες μας που δε ζούμε αλλά παραληρούμε ζαλισμένοι απ΄τους συνεχείς βομβαρδισμούς ήχων, εικόνων και λόγου, είναι αμφίβολο και κατά πόσο αντέχουμε ν΄ακούμε.
Αν προσθέσουμε και τις προκαταλήψεις που κουβαλάμε, ακόμα χειρότερα. 
Αν βάλουμε και τις προκαταλήψεις που κουβαλάει το ένα φύλο για το άλλο, ...βράσε όρυζα.

Υπήρξε λοιπόν κάποτε ο Σταύρος Καλούμενος που δε ξέρουμε τίποτα γι αυτόν, πέρα απ΄το ότι είχε μεταναστεύσει στις ΗΠΑ και μάλλον πέρασε εκεί τον υπόλοιπο βίο του. Προς το παρόν έχουν εντοπιστεί 8 τραγούδια με τη φωνή του και, ίσως προκύψουν στο μέλλον κι άλλα. Απ΄αυτά τα 8 μόνο η "Αμαρτωλή" φαίνεται νά΄ναι δική του σύνθεση.

Πρόκειται για ένα αργό καλαματιανό, (μακάμι ουζάλ, ήχος πλάγιο του δευτέρου με μέτρο 7 χρόνων - γράφουν στη σελίδα του sealabs). Μη με ρωτήσετε, που δε θα το κάνετε, γι αυτούς τους μουσικολογικούς όρους γιατί δε κατάφερα ποτέ να τους μάθω.

Είναι λοιπόν ένα τραγούδι αργό, μονότονο, μελαγχολικό και υπέροχο.
Ένα τραγούδι βαθιού ερωτικού πάθους. Με τις σημερινές αντιλήψεις, το περιεχόμενο των στίχων του θα χαρακτηρίζονταν σαν ερωτικός μαζωχισμός.

Να οι στίχοι:

Δε θέλω στον Παράδεισο να πάω σαν πεθάνω.
Το ξεύρω ότι δε θα σε βρω και τότε, τί θα κάνω; 

Θέλω να πάω στην Κόλαση, τη χάρη αυτή γυρεύω
γιατί εκεί θε να σε βρω, αμαρτωλή, το ξεύρω

γιάλα!

Γιατί ποτέ στη ζήση σου, ποτέ δε με λυπήθης,
να κάνεις ένα ψυχικό λίγο να μ΄αγαπήσεις.

γιάλααα, όπα!

Αμαρτωλή μες τις φωτιές θα ψήνεσαι, θα λειώνεις,
δεν ωφελεί, κακούργα μου, αν τώρα μετανιώνεις.

Μαζί κι εγώ με σένανε στην Κόλαση αν λειώνω,
μες τους διαβόλους συντροφιά, σένα να βλέπω μόνο

Και πεθαμένους συντροφιά, διαβόλους θά΄χω έτσι
και στη ζωή με διάβολο, ο δόλιος, είχα μπλέξει

γιάλα, όπλα!
Γειά σου Σταύρο! 


Θα μπορούσε κανείς να αναρωτηθεί, ποιοί αγοράζαν ένα τέτοιο δίσκο; Οι άντρες, βέβαια. Ποιές γυναίκες θα έτερπε; Άντρες που στους στίχους του βρίσκαν κοινά σημεία με παρόμοια που περνούσαν οι ίδιοι. Άντρες που μπορεί καθώς τ΄άκουγαν, να μουρμούριζαν πίσω από τα δόντια τους, "α, ρε σκύλες γυναίκες..."


Φαντάζομαι, αντίθετα, πως οι γυναίκες που τ΄άκουγαν τότε θα χαμογελούσαν, στα κρυφά, συνηθισμένες από τέτοια που παίρναν και δίναν...


ΣΗΜΕΡΑ;

Σήμερα, νομίζω πως οι άντρες αν το άκουγαν θα είχαν τα ίδια ανακλαστικά, ενώ οι γυναίκες, εικάζω, ή θα το προσπερνούσαν αδιάφορες ή θα εκνευρίζονταν. Όταν το κάνουν έχουν δίκιο σ΄ένα βασικό σημείο. Το Ρεμπέτικο μιλάει μοναχά για το τι κάναν αυτές και ποτέ για το τι κάναν οι άντρες.

ΤΑ ΝΟΜΙΖΩ ΟΛ΄ΑΥΤΑ.
ΟΠΟΙΟΣ/ΟΠΟΙΑ ΔΙΑΦΩΝΕΙ, ΟΡΙΣΤΕ...

Αν είναι έτζι, θά΄θελα να επισημάνω ένα τελευταίο.
Το περιεχόμενο του τραγουδιού είναι απλούστατο, δε χρειάζεται επεξηγήσεις. Περιέχει όμως μιά φράση μοναδική. Εκείνο το

να κάνεις ένα ψυχικό, λίγο να μ΄αγαπήσεις

Και μόνο γι αυτή τη ξυπόλητη φράση, του αξίζει αυτού του τραγουδιού μιά ιδιαίτερη θέση!





Τρίτη, 19 Οκτωβρίου 2010





Τί είναι ο σερέτης; - σκέψεις γύρω από μία λέξη της φάρας


Το "ρεμπέτικο" μας κληροδότησε κάποιες λέξεις που θεωρούνται πολύσημες (και είναι!), όπου γίνονται διάφορες συζητήσεις γιά να βρεθεί το απόλυτο ειδικό τους βάρος και το ακριβές τους περιεχόμενο. Μέθοδος, κατά τη γνώμη μου, λανθασμένη και απόρροια του δυτικού τρόπου σκέψης που επιζητεί ακριβείς, άρα στεγνές, κλινικές εξηγήσεις. Η καθημερινή ανατολίτικη "φιλοσοφία" της πιάτσας δεν κατατρέχονταν από τέτοια σύνδρομα. Είχαν ένα ευέλικτο τρόπο κατανόησης των πραγμάτων και των ανθρώπινων χαρακτήρων, που θεωρείται ελλειπής και ασαφής από τους δυτικούς. Πιστεύω πως οι τελευταίοι πάσχουν από έλλειψη φαντασίας και βιωμένης κοινωνικής πείρας, αυτής που μεταδίνονταν από γενιά σε γενιά.

Αυτό ακριβώς συμβαίνει και με τη λέξη σερέτης. Όπως και να το κάνουμε, δε βρίσκεται το ακριβές της περιεχόμενο. Αυτό που κυριαρχεί στις εξηγήσεις των διαφόρων λεξικών (που η ελευθερία της σκέψης της φάρας και της πιάτσας τους είναι κάτι άγνωστο και άπιαστο), είναι ο χαρακτηρισμός βίαιος. Έχω συναντήσει, κάτσει και μιλήσει με πάρα πολλούς ανθρώπους που τους είχαν κολλήσει τη φήμη του βίαιου και τους βρήκα να είναι άκακα αρνάκια. Φτάνει να μη τους πατούσες τον κάλο, βέβαια... Η γαλήνια όμως κουβέντα κι ο σεβασμός στην προσωπικότητά τους τους έκανε να γίνονται ήσυχα και χαλαρά περιστέρια.



Κουβαλάω κι εγώ ο ίδιος τη "φήμη" του βίαιου χαρακτήρα. Πιστεύοντας πως έχω ψάξει αρκούντως τον εαυτό μου, θα έλεγα πως είμαι απόλυτα ήρεμος, φτάνει να... Φτάνει να, τί; Μα, όταν έχεις εγκατεστημένο το όπλο της γλώσσας, όταν πιστεύεις πως, αν και αρσενικός, μπορείς να μιλήσεις και να χειριστείς συναισθήματα, όταν δείχνεις ότι ασφυκτιείς από υπερβολική πίεση, προειδοποιείς, δείχνεις σαφή σημάδια ότι αν κάτι συνεχιστεί θα ξεχειλίσουν μέσα σου τα μαύρα νερά και ο άλλος/η άλλη συνεχίζουν να πιέζουν και να σπρώχνουν, ποιός/ά κουβαλάει το κύριο μέρος της ευθύνης, όταν το τρένο εκτροχιαστεί; Δε συμφωνώ πως την κουβαλάει ο βίαιος. Πιστεύω πως η γλώσσα, ο ήρεμος και ξεκάθαρος τρόπος δοσίματος σημάτων, αρκούν γιά να γίνουν καταληπτά τα όρια της αντοχής. Αν ο άλλος/η δεν καταλαβαίνουν, εεε...

Κάτω από ένα τέτοιο πλαίσιο σκέψεων, επιχειρώ να αγγίξω τη λέξη σερέτης.

Πρώτα όμως, σας δίνω τους στίχους και το τραγούδι "Οι έξη εντολές" (Μάγκες μου, συμμορφωθείτε), καταχωρημένο στον Στελλάκη Περπινιάδη (1936) μάλλον όμως είναι σύνθεση του Β. Παπάζογλου και χαρισμένο στον πρώτο.

Μάγκες μου, συμμορφωθείτε, πάψτε τα σερέτικα
και καθείστε να σκεφθείτε, τη ζωή την ψεύτικια.
Ψεύτικος είναι ο κόσμος, πρέπει να το ξέρετε,
σα λουλούδι που ανθίζει κι ύστερα μαραίνεται.

Μη ξεχνάτε ότι η νιότη δεν ξαναγοράζεται,
πως κατρακυλούν τα χρόνια, δεν το λογαριάζετε.
Γλέντα, μάγκα, τη ζωή σου, να χαρείς τα νιάτα σου,
πρόσεχε τον κάθε ένα, σα τα δυό τα μάτια σου.

Σαν μεθάς να μη τα σπάζεις, να μη μπαίνεις σε μπελά,
νάσ' εντάξει με τον κόσμο για να την περνάς καλά.
Μην φορτώνεσαι στον άλλον, ασ' τα ζοριλίκια σου,
για να μη σε σιχαθούνε με τα μπελαλίκια σου.

Όπως βλέπετε, ο Βαγγέλης Παπάζογλου που ήταν μέσα στην πιάτσα αλλά ήταν λογικός και αξιοπρεπής, δίνει ένα καθαρό στίγμα του πως θα πρέπει να είναι ένας μάγκας που σέβεται τον εαυτό του.
Ας δούμε τι λένε διάφορα λεξικά γιά τη λέξη σερέτης :

1. Λεξικόν ΕΛΛΗΝΟ-ΤΟΥΡΚΙΚΟΝ υπό Θεμ. Κτενά, δικηγόρου - EΝ ΣΜΥΡΝΗ
ΕΚ ΤΟΥ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΥ "ΑΜΑΛΘΕΙΑΣ", 1896

δύστροπος, (τσιτίν χουϊλού, γιανάζ, τερς) -
δυστροπώ, (seraset ιt)
_________________________________________________

2. ΣΕΡΓΙΑΝΙ ΣΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΣΜΥΡΝΗ, Σωκράτη Α. Προκοπίου, Αθήνα 1949
Γλωσσάριον.

σερετιά η, στρεψοδικία ( = σκόπιμη διαστροφή της αλήθειας)
__________________________________________________
3. Το ΛΕΞΙΚΟ ΤΗς ΠΙΑΤΣΑΣ, Βρασίδα Καπετανάκη, Αθήνα 1962

σερέτης, ο = O δύστροπος, ο φίλερις, ο ζόρικος
σερετιλίκι, το = H ψύχωσις του σερέτη, να ξύνει τα νύχια του για καυγά
__________________________________________________
4. ETYMΟΛΟΓΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΚΟΙΝΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ, Ν.Π. Ανδριώτη

σερέτης επιθ., δύστροπος / τουρκ. siret.
__________________________________________________
5. NEO ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ, Εμμ. Κριαρά

σερέτης ο, θηλ. – ισσα, ους. άνθρωπος ζόρικος, ευέξαπτος, ”βαρύς” (συνων. δύστροπος) τουρκ. Sirret.


ΣΧΟΛΙΟ : Πρώτα, λίγα ανορθόδοξα... Δυό γνωστά παραδείγματα από τον αμερικάνικο κιν/φο. Oι αμερικανοί όταν κάνουν ταινίες ”εποχής”, αφενός έχουν οργανωμένα αρχεία, αφετέρου τραβούν δουλιά σκυλίσια (…) και υπεύθυνη. Αλλιώς, τους πήρε το μαύρο ποτάμι. Την τριλογία του ”Νονού” την ξέρετε. Ο Μάρλον Μπράντο, στο ρόλο του ”Νονού” ήταν ένας απόλυτα πειστικός σερέτης. Η ήρεμη δύναμη. Μιλούσε ελάχιστα,ήταν δίκαιος, δεν ήθελε άσκοπη βία, έβλεπε μακριά. Είχαν δεί πολλά τα μάτια του, ήταν κουρασμένος και ώριμος. Ο γιός του που ανέλαβε τα ηνία (Aλ Πατσίνο) είχε τα χαρακτηριστικά της νεότερης γενιάς. Τριπλά σκληρός, (ίσως και βιαστικά) αποφασιστικός, βίαιος.

Οι συγκρίσεις είναι μιά επικίνδυνη μέθοδος, χρήσιμη όμως σε κάποιες περιπτώσεις, τηρουμένων πάντα των αναλογιών.

Ο Ηλ. Πετρόπουλος στο βιβλίο του ” Το άγιο Χασισάκι” , αφιερώνει ένα κεφάλαιο στο
σερετιλίκι. Ομολογεί πως δε μπορεί να εξηγήσει επακριβώς τη λέξη και δίνει τρία παραδείγματα μικρών ιστοριών για να βγάλουμε κάποια συμπεράσματα.
Η μιά, μ’ ένα γέρο σερέτη που κατασφάζει ένα νέο παλληκάρι, άνευ λόγου και αιτίας.
η δεύτερη, γιά ένα τσιρίμπαση που δε τσιμπάει στη βία αλλά την προσπερνάει και η τρίτη, με έναν άλλο σερέτη που παρεμβαίνει για να απειλήσει και να προστατεύσει τον συγγραφέα.

Χτίζω τα λίγα που έχω να πω, πάνω στη δεύτερη περίπτωση, γιατί θεωρώ πως η αποφυγή της βίας είναι σημάδι των έξυπνων ανθρώπων. Ακόμα, γιατί πάντα σεβόμουνα τους ήσυχους, τους μετρημένους, τους κατασταλαγμένους.


Ο πραγματικός σερέτης δεν είναι οργίλος, προκλητικός, βίαιος. Μπορεί να γίνει το τελευταίο, όταν δεν έχει άλλες επιλογές και χρειάζεται να τονίσει τη θέση του, την εξουσία και την προσωπική του αξιοπρέπεια.





”Ο κάθε μάγκας, ο κάθε νταής δεν είναι σερέτης”. Έτζι έγραφε ο Ηλίας Πετρόπουλος. Ο Η.Π. όμως είχε πάντα κατά νου τον κόσμο του πειραιώτικου ρεμπέτικου (Βαμβακάρη κι εδώθε). Την περιοχή των Μικρασιατών δε την κάτεχε καθόλου καλά κι ούτε τον απασχόλησε ιδιαίτερα. Ο τρόπος που εκφραζόταν ήταν γοητευτικός μεν, μονοκόματος δε. Τά΄βαζε όλα σ΄ένα σακκί, τη στιγμή που οι Μικρασιάτες κι οι Ελλαδίτες ήταν δυό κόσμοι παράλληλοι μεν, διαφορετικοί δε.





O σερέτης δεν επιδεικνύεται σε καμιά απ’ τις εκδηλώσεις του. Είναι αποτραβηγμένος. Αφήνει τους άλλους, τους υποτακτικούς του, να καθαρίζουν για πάρτη του. Ο ίδιος τά’χει ξεπεράσει αυτά, Έχει φτάσει στην κατάσταση να διοικεί, να σκέφτεται για λογαριασμό άλλων και αφήνει τα φιντάνια να βγάζουν τα φίδια απ’ τις τρύπες. Η σοβαρότητα λυγίζει και σίδερα. ΄Ολοι την καταλαβαίνουν, όλοι τη σέβονται, εκτός από κάποιους μωροφιλόδοξους βλάκες.

Για να μη μακρύνουμε, σας προτείνω (σε όσους/ες δε το ξέρετε και δε τό’χετε διαβάσει) το ”Τουμπεκί ” του Πέτρου Πικρού (εκδ. ΚΑΚΤΟΣ). Mέσα εκεί περιγράφεται ο μοναδικός, ίσως, τσιρίμπασης που έχει καταγράψει η ελλ. λογοτεχνία, όπως επισημαίνει και ο Ηλ. Πετρ. Οι ωραιότερες σελίδες του βιβλίου είναι αυτές που περιγράφουν την ατμόσφαιρα ανάμεσα στο Αράπη (τον ήρωα του βιβλίου) και τον αστυνομικό που τον επιτηρεί.
Το βιβλίο ” Το Άγιο Χασισάκι ” είναι επίσης πολύ κατατοπιστικό.
Επίσης, σα παραπέμπω στο

όπου περιγράφεται το τελευταίο κομμάτι της ζωής του υπεραιωνόβιου σερέτη - νταή Παναή Αλτσίτζογλου.


Με τις υγείες σας







Ο Έλληνας και η μαμά του...


το σκίτσο είναι ενός Σουηδού σκιτσογράφου (που δυστυχώς δεν έχω κρατήσει το όνομά του) και δημοσιευμένο πριν κάποια χρόνια στην πρωινή σουηδική εφημερίδα Dagens Nyheter. Αποτελούσε εικονογράφηση ενός άρθρου γιά την Ελλάδα




(όλο το παρακάτω είναι απόσπασμα από το δισεύρετο βιβλίο 
"ΟΙ ΚΑΚΟΜΟΙΡΟΙ ΟΙ ΑΝΔΡΕΣ...", Κ. Λαδόπουλος, εκδ. ΕΞΑΝΤΑΣ, Αθήνα 2001)

"Μητέρα, εσύ 'σαι απ' όλες τις αγάπες πιό μεγάλη...",
(μεταπολεμικό τραγουδάκι)


Σημείωση : Βάλτε τα δυνατά σας να παρακολουθήσετε αυτό το φουκαριάρικο video, μόνο και μόνο για ν΄ακούσετε, με χίλια ζόρια, το τραγούδι "Μητέρα" που δε κατάφερα να το βρω κάπου αλλού.   

Το κράτημα του ανήσυχου λαού μας επί 400 χρόνια απ' την Οθωμανική Αυτοκρατορία μας δημιούργησε διάφορα συμπλέγματα απέναντι στους "Φράγκους" που ακόμα τα πληρώνουμε. Αυτός είναι ένας απ' τους πολλούς λόγους που γινόμαστε έξω φρενών κάθε που θα πέσει στην αντίληψή μας να λέγεται κάτι αρνητικό γιά την Ελλάδα, προερχόμενο εξ Εσπερίας. Γιά τον μέσο Ευρωπαίο, που δεν έχει ιδέα γιά τις πολιτικές συνωμοσίες που εξυφαίνονται εναντίον πχ. της Ελλάδας, είναι ολωσδιόλου ακατανόητη αυτή η υπερευαισθησία μας και ούτε καταλαβαίνουν ντιπ από προβλήματα όπως αυτά των Σκοπίων. Ξέρω πως αυτό ακούγεται υπεραπλουστευμένο. Όπως και νάναι απεμπολήσαμε επί δεκαετίες γραπτά και γνώμες ξένων που έσκυψαν, αγάπησαν αλλά και εκμεταλλεύτηκαν τον τόπο. Τους βαφτίζαμε Φιλέλληνες όταν μας δοξολογούσαν και Ανθέλληνες μόλις τολμούσαν να εκφέρουν κριτικό σχόλιο. Πιστεύω πως χάσαμε απ' αυτό. Ο Έλληνας άλλωστε, αν και έχει αυτό το μοναδικό χαρακτηριστικό να γκρινιάζει με τον τόπο του και να κρίνει τους συμπολίτες του, δε φημίζεται γιά τις επιδόσεις του στην αυτογνωσία. Όταν κριτικάρει, δίνει την εντύπωση ότι μιλάει γιά όλους τους άλλους εκτός απ' τον εαυτό του, ή αναφέρεται σε σειρές ελαττωμάτων σα να είναι αρρώστειες που κανένα φάρμακο δε μπορεί να τις γιατρέψει. Ίσως και νά'χει δίκιο. Τα τελευταία όμως χρόνια που έχουμε καταλάβει ότι τα περιθώρια στένεψαν απελπιστικά, παρόλο που εξακολουθούμε τον αιώνιο ομφαλοσκοπισμό μας, είμαστε κάπως πιό ανοιχτοί σε κρίσεις που έρχονται έξω απ' τα σύνορα της Ελλάδας. Υπάρχουν όμως κάποια θέματα-ταμπού που δε τα αγγίζουμε. Ένα απ' αυτά είναι το φλογερό θέμα της μάνας.

Μεταφέρω εδώ ένα απόσπασμα από το βιβλίο Το ελληνικό καλοκαίρι του Ζακ Λακαριέρ, (Αθήνα 1980, εκδ. Χατζηνικολής)που τον έχουμε επανειλημμένα τιμήσει γιά τον φιλελληνισμό του.

Γιά να τοποθετήσουμε πριν απ' όλα χρονικά την περιγραφή, αναφέρω ότι το βιβλίο πρωτοεκδόθηκε στα γαλλικά το 1975 και ο συγγραφέας αρχίζει λέγοντας: "Έκανα το πρώτο μου ταξίδι στην Ελλάδα στα 1947, και το τελευταίο το φθινόπωρο του 1966"

"... Από την άλλη μεριά ένα τεράστιο παιδί δεκάξι ή δεκαεπτά χρονών, γιός παραθεριστών απ' την Πάτρα, σπάει με μανία τα νύχια του καθαρίζοντας φιστίκια. Πρόσωπο από τώρα πρησμένο, χειρονομίες πιασμένες, χαμένος μέσα στο λίπος του μάγουλου, ηλίθιος, ιδιότροπος, θρεμένος κατά τα φαινόμενα με χυλοπίτες, μουσακά, παστίτσιο και τις άλλες χριστιανομωαμεθανικές λιχουδιές που τώρα και αιώνες κατασκευάζουν το λίπος των σπιτόγατων Ελλήνων.

Απέναντί του, η μάνα του, ματρώνα χωρίς σχήμα, μπουκωμένη κι αυτή από κανταϊφια, μπακλαβάδες, γαλακτομπούρεκα και αμυγδαλωτά, απ' όλ' αυτά τα σερμπέτια που συνεργάζονται στην κατασκευή των εύσωμων καλλονών που εξακολουθούν να είναι της μόδας σε τούτη τη χώρα. Απ' αυτά τα αδηφάγα και κοιλιόδουλα τέρατα, εικόνα μάλλον κλασσική της μικροαστικής Ελλάδας - που όλα τα χρωματοσώματά τους θα πρέπει να περικλείουν παχύσαρκα γονίδια έτσι όπως μπουκώνονται σαν ανθρώπινες χήνες - βγαίνουν φωνίτσες λεπτές, που δεν τις περιμένεις.

Λέω μέσα μου πως αν πάρεις και κολλήσεις μαζί μάνα και γιό θα αναπαράσταιναν τέλεια αυτές τις ανδρόγυνες φούσκες με τα τέσσερα χέρια και τα τέσσερα πόδια που φανταζότανε ο Πλάτωνας στην αρχή του κόσμου. Καταλαβαίνεις πως δημιουργείται, πως σχηματίζεται αυτό το αχώριστο ζεύγος που αποτελούν στην Ελλάδα μία μητέρα με το γιό της, που καμία χειρουργική επέμβαση - σαν αυτή που εκθειάζει ο Σωκράτης στο Συμπόσιο - δε θα μπορούσε ποτέ να χωρίσει.

Γιά να πούμε την αλήθεια, δεν πιστεύω να ήταν έτσι στους αρχαίους χρόνους, γιατί η οικογένεια δεν έπαιζε τότε το ρόλο που παίζει σήμερα. Η σύζυγος και μητέρα δεν ήταν πάντοτε μόνη στο σπίτι, ο πατέρας είχε συχνά σπιτωμένη μιά παλλακίδα "γιά τις καθημερινές φροντίδες", όπως έλεγε ο Δημοσθένης. Και επίσης το παιδί ξεκολλούσε γρήγορα από την πυγμή της οικογένειας και έμπαινε πολύ γρήγορα κάτω από την επιρροή της πολιτείας, της συλλογικής εκπαίδευσης. Είναι ο Χριστιανισμός που, και σ' αυτήν εδώ την περίπτωση, κάνοντας τον γάμο ένα άλυτο μυστήριο, δημιούργησε το κοινωνικό τέρας της οικογένειας τερατωδία που ο Έλληνας άντρας μεγάλωσε κι άλλο, δίνοντας στη γυναίκα τα καθήκοντα του σπιτιού και περνώντας ο ίδιος τον περισσότερο καιρό έξω απ΄αυτό. Σ' αυτό έγκειται τελικά η πραγματική φρίκη της κάθε αιμομιξίας: σ' αυτή την παράδοση που από τη μία μεριά υποχρέωσε μάνα και γιό να ζούνε μαζί σ' ένα σπιτικό απ' όπου λείπει πάντα ο πατέρας, και σ' αυτό το αναπόφευκτο που από την άλλη μεριά ορίζει να μην μπορείς ποτέ να διαλέξεις τη μητέρα σου. Ποιά ομορφιά μπορεί να πάρει η αιμομιξία όταν η μάνα είναι σαν αυτό το φρικιαστικό και αηδιαστικό Πράγμα που, απέναντί μου, σ' αυτόν τον καφενέ της Περιστέρας, κλωσσάει με τα μάτια το γιό της ενθαρρύνοντάς τον στις μανίες του;

Ας φανταστούμε την ιστορία του Οιδίποδα μεταφυτευμένη στην σύγχρονη Ελλάδα: μιά παχύσαρκη και τερατώδη Ιοκάστη, μπουκωμένη από μπακλαβάδες, να φροντίζει έναν αποβλακωμένο Οιδίποδα που τρώει τα νύχια του.
Τέτοια ήταν εκείνο εκεί το βράδυ, μετά τα μαγικά τραγούδια της Αγγελικής, η οιδιπόδεια εικόνα που μου προσέφερε εκείνος ο χωριάτικος καφενές: μιά απαράδεκτη και απογοητευμένη μάνα, έναν πατέρα ανύπαρκτο και αναμφίβολα ανίκανο, και ανάμεσά τους, ένα παιδί με κλασσικά απωθημένα, να προπονείται γιά βλάκας, με δυό λόγια, το τυπικό τρίο της μικροαστικής ελληνικής οικογένειας..."

Όσο κι αν τα Ινστιτούτα αδυνατίσματος δίνουν και παίρνουν, όσο κι αν πολλοί σημερινοί κανακάρηδες γυμνάζονται, μη μου πείτε ότι το παρακάτω απόσπασμα δε θυμίζει τίποτα...

Δευτέρα, 18 Οκτωβρίου 2010





Το φτωχοκόριτσο
1949, Γ. Μητσάκη
τρ. Ρένα Στάμου-Γ. Μητσάκης









 
             η Ρένα Στάμου


Το φτωχοκόριτσο


Εγώ το φτωχοκόριτσο σου δίνω την καρδιά μου,
έλα και μαζί μου ζήσε, αφου λες πως μάγκας είσαι.


Θα βρεις κοντά μου ομορφιές κι αληθινή αγάπη,
θά΄χεις τον εγωισμό σου με το φτωχοκόριτσό σου.


Γιατί κι εσύ φτωχόπαιδο μιά πλούσια σαν πάρεις, 
θα τα θέλει όλα δικά της γιατί πήρες τα λεφτά της.


Μα γω το φτωχοκόριτσο που σ΄αγαπώ στ΄αλήθεια,
στο πλευρό σου πάντα θά΄μαι κι ας μην έχουμε να φάμε.

Η Ρένα Δασκαλάκη-Σεβδαλή, όπως είναι το πατρικό της επώνυμο, γεννήθηκε στα Χανιά στις 4 Ιουλίου 1930. Δε γνώρισε πατέρα. Μέχρι δώδεκα χρόνων έζησε στο Ορφανοτροφείο Ηρακλείου. Κατόπιν πέρασε πιο δύσκολα, στο σπίτι της μητέρας της, στον Πειραιά. Έφυγε, και για καλή της τύχη έμεινε στην κατοχή με μια οικογένεια στα Πατήσια, αλλά στη συνέχεια πάλι τα πράγματα ήρθαν ανάποδα. Περιπλανήθηκε στην Αθήνα και τελικά την πήρε στο σπίτι γνωστή τραγουδίστρια για να της κρατάει τα παιδιά.
Εκεί γνωρίζεται με την παρέα των λαϊκών μουσικών, πρώτα με τον Στέλιο Χρυσίνη και το 1948 ηχογραφεί τον πρώτο της δίσκο με τραγούδια του Γιώργου Μητσάκη, 
Σεμιχά και Φτωχοκόριτσο, με το όνομα "Ρένα" στην ετικέτα. Ρένα Στάμου τη βαφτίζει ο Ν. Μηλιόπουλος.
Ερμηνεύοντας μερικά από τα ωραιότερα μεταπολεμικά τραγούδια (των Μάρκου Βαμβακάρη, Βασίλη Τσιτσάνη, Γιάννη Παπαϊωάννου, Κώστα Καπλάνη, Στέλιου Χρυσίνη, Απόστολου Καλδάρα, Γιάννη Κυριαζή, Θόδωρο Δερβενιώτη, Αιμίλιου Σαββίδη, Χαράλαμπου Βασιλειάδη, Χρήστου Κολοκοτρώνη και άλλων) και στολίζοντας φωνητικά πολλά ακόμα στο πλευρό μεγάλων συνθετών, η Ρένα Στάμου χαρακτηρίζεται από πολλούς η καλύτερη και η πιο άρτια «δεύτερη φωνή» του λαϊκού και του ρεμπέτικου.






(δανεισμένο από το www.diktiopm.gr/gr/artists.php?id=133)


Τ΄αγόρια στο σχολείο σκιτσάρουν αγόρια και τα κορίτσια σκιτσάρουν κορίτσια. Το αντίθετο δεν είναι καθόλου εύκολο. Έτζι συνεχίζεται σ΄όλη τη ζωή. Πολύ δύσκολο να καταλάβεις το άλλο φύλο.

Στο Ρεμπέτικο κάποιοι συνθέτες το κατάφεραν πολύ καλά και ένας απ΄αυτούς ήταν ο πολύ ευαίσθητος Γιώργος Μητσάκης, συνθέτης με τα ούλα του.

Αυτό το τραγούδι, το "Φτωχοκόριτσο" τ΄αγαπώ πάρα πολύ, αν και δυσκολεύομαι με τα πολύ μελαγχολικά λαϊκά που βγήκαν μέσα απ΄τα τραύματα του Εμφύλιου.

Το σημαντικότερο σημειο των στίχων είν΄αυτο που λέει "θά΄χεις τον εγωισμό σου με το φτωχοκόριτσό σου". Η λέξη "εγωισμός", Α και Ω του ελλαδικού αρσενικού όντος, συναντιέται μόνο δυό φορές μέσα σ΄ένα σύνολο περίπου 15.000 τραγουδιών, ως το 1950. Μιά σ΄αυτό το τραγούδι κι άλλη μιά στο "Παλιόπαιδο" του Απόστολου Χατζηχρήστου, με στίχους του επίσης πολύ ευαίσθητου και ταλαιπωρημένου Γιάννη Λελάκη που δε τον αναφέρει κανείς.

Με την ευκαιρία, μιά και στο Google Pictures
δεν υπάρχει μιά φωτογραφία του, ενώ φιγουράρουν
στρατιές φελλών, βάζω εγώ μιά




Γιάννης Λελάκης (1914 - 1978)
(από το βιβλίο του Κ. Χατζηδουλή, Ρεμπέτικη Ιστορία 1)

Ο σεμνός αυτός άνθρωπος από τη Σμύρνη, βοήθησε τον Γιοβάν Τσαούς στη διόρθωση στίχων του και συνεργάστηκε με τον Απόστολο Χατζηχρήστο δίνοντάς του έτοιμους στίχους για πολλά τραγούδια που έγιναν επιτυχίες όπως, "Η φτώχεια",  "Αλήτη μ΄είπες μιά βραδιά",  "Κατινούλα",  "Παραπονιάρικο",  "Μην είσαι ψεύτρα δίγνωμη", "Ο Χατζηχρήστος",  "ο Χάροντας",  "Καρδιά παραπονιάρα". Παραπέρα, έδωσε στίχους στους Χρυσίνη, Τατασσόπουλο, Γ, Μητσάκη, Δερβενιώτη, Μανώλη Χιώτη κλπ.

Πέθανε το 1978 άγνωστος και ξεχασμένος
σαν να μην υπήρξε ποτέ...


Για να πάρετε μιά μικρή γεύση για το τι στίχους έγραφε, ακούστε 
το "Χάροντα"



Ξεμακρύναμε όμως...

Το τραγούδι "Φτωχοκόριτσο" το νιώθω σαν ένα χαιρετισμό προς όλ΄αυτά τα αμέτρητα κορίτσια που στάθηκαν σα βράχοι δίπλα στους άντρες τους και τους στήριξαν σ΄ότι κι αν αυτοί περνούσαν. Μπορεί ν΄ακούγεται ρομαντικό αλλά, βγάζω το καπέλο μου σ΄όλες αυτές τις γυναίκες, σε αντίθεση με τις σημερινές σουσουράδες που ψάχνουν τη βολή τους και εγκαταλείπουν στις πρώτες δυσκολίες.

Μιλάω για όλ΄αυτά τα κορίτσια που δώσαν τη ζωή τους, που βολοδέρναν με τη φτώχεια, που φτιάχναν φαγητά απ΄το τίποτα, κρατούσαν την οικονομία του σπιτιού και μεγάλωσαν τα παιδιά τους μέσα σε χίλιες δυό δυσκολίες.

Τιμή σ΄αυτές!

Και κάτι τέτοιοι απλοί, τελείως απλοί στίχοι, με κάνουν να θυμάμαι διάφορες υπερφίαλες κρίσεις για την "αφέλεια" των στίχων του Ρεμπέτικου και μου ανάβουν τα λαμπάκια.
Όχι για τίποτ΄άλλο, αλλά γιατί μπλέκουν την αγράμπελη με τους σκαντζόχοιρους...

Άλλο οι στίχοι που τους ακούς και νομίζεις πως μπαίνει το Αιγαίο μες το σπίτι σου, κήποι της θάλασσας που νωτίζουν με απαλό άρωμα γαρύφαλλων,

και άλλο η καθημερινή ζωή που δε καταλαβαίνει από τέτοια και ζητάει έμπρακτη αγάπη, στήριγμα στις δυσκολίες και ήσυχο μέτωπο.