Δευτέρα, 28 Ιουνίου 2010





Όταν οι χήρες
ήρθαν στην Ελλάδα...





Μόνες γυναίκες με τα παιδιά τους στο μεγάλο φευγιό... (1922)




Οι άντρες, μεταξύ 17-45 θα μεταφερθούν στα βάθη της Ανατολίας γιά να επισκευάσουν τις ζημιές του πολέμου... (1922)


Οι χήρες φτάνουν στην Ελλάδα... (1922)




http://vimeo.com/10069165

Το παρακάτω είναι ένα ακόμα μακρουλό κείμενο που μοιάζει σα προσπάθεια κατάδυσης σ' ένα "νεκρό" παρελθόν. Δε πρόκειται όμως γι αυτό. Δε πρόκειται γιά κατάδυση στα προβλήματα ενός δέντρου, πρόκειται γιά κατάδυση στα προβλήματα ενός δάσους... Είναι μιά προσπάθεια κατάδυσης μέσα στην ανθρώπινη ψυχή. Στη μοναξιά, στις εκρήξεις και συγκρούσεις με τον ιστό των μαρτυρίων που χτίζουμε γιά να τυραννιόμαστε στη ζωή...

Η έννοια της χήρας γυναίκας είναι φορτισμένη στην παλιότερη ανδρική ελληνική παράδοση. Το σύμβολο της γυναίκας που μόνη της ξαπλώνει και μόνη της ξυπνάει εκπέμπει ερωτισμό, ερωτικό κάλεσμα.

Χήρα και μάγκας - Ι. Μοντανάρη - τρ. Ρίτα Αμπατζή, Ρούκουνας


Τα βλέμματα ήταν συγκεντρωμένα πάνω τους, και απ' τα δυό φύλα. "Τί κάνει;", "τί θα κάνει;", "έχει κάποιον, κρυφά ή φανερά;", "θα ξαναπαντρευτεί;". Αν ναι, πόσο γρήγορα; Αν τό'κανε γρήγορα, κριτικές θα πέφταν επάνω της. "Δε πένθησε αρκετά" (πόσο είναι το "αρκετά";), δε τον αγαπούσε τον άντρα της, σκέφτεται μόνο τις ανάγκες της. Συνηθέστατα, οι ίδιες οι γυναίκες σέρναν το χορό της κριτικής και του κουτσομπολιού. Οι άντρες ακούγαν σιωπηλοί, στρίβαν τα μουστάκια τους και άλλα σκέφτονταν... Όλη αυτή η ξινή γκρίνια, το φάγωμα με τα ρούχα μας, ο εστιασμός στο "τι κάνουν οι άλλοι/ες"...

Όσο κι αν οι γιγάντιες τερατουπόλεις (το παρόν και το μέλλον της φουκαριάρικης ανθρωπότητας), με την ανωνυμία, τη μιζέρια και τη μοναξιά, είναι κατακριτέες, τελικά, είναι προτιμότερες από τα κοινωνικά μικροσύνολα. Καλύτερη η επιλεγμένη μοναξιά, παρά τα σόγια, τα χιλιάδες μάτια των μικρών κοινωνικών συνόλων, όπου ο ένας κατασκοπεύει τον άλλον. Έτσι κι αλλιώς, και η μιά λύση και η άλλη, αδιέξοδες είναι... Αυτή είναι η μοίρα του άτυχου ανθρώπινου γένους. Να αυτοκατασπαράζεται και να κατασπαράζει, έστω και μέσα από ποταμούς καταπιεστικής αγάπης. Τρέχα γύρευε...

ΟΙ ΧΗΡΕΣ ΣΤΑ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΑ ΚΑΙ ΣΤΑ "ΡΕΜΠΕΤΙΚΑ" ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ

"Οι Σμυρνιές μας παίρνουν τους άντρες μας"...

" Ε ρε, τι γυναικομάνι μέσα στο Πασαλιμάνι" (από το τραγούδι "Κάτω στο Πασαλιμάνι" (Γυναικομάνι) Μουσική-στίχοι Παν. Πετσά HMV AO- 2769 Γεωργακοπούλου, Στελλ. Περπινιάδης)

Eκτός από όλα τα άλλα βαριά προβλήματα που δημιουργήθηκαν από τον απότομο ερχομό τόσου μεγάλου αριθμού προσφύγων, σε καιρούς δύσκολους γιά την Ελλάδα, υπήρχε και ένα ακόμα πρόβλημα που σπάνια συζητιέται.

Ο μεγάλος αριθμός μόνων γυναικών που είτε είχαν χάσει τους άντρες τους, είτε τους είχαν κατακρατήσει γιά να εξοντωθούν σε τάγματα εργασίας, σε συνδυασμό με τη λειψανδρία, και μέσα στις προσφυγικές κοινότητες και μέσα στην υπόλοιπη ελληνική κοινωνία, λόγω των απωλειών από τους πολέμους.

Αυτές οι γυναίκες, εκτός απ' τα δυσβάστακτα προβλήματα της επιβίωσης και της τακτοποίησης, μόλις η πρώτη φούρια άρχισε να καταλαγιάζει, είχαν κάτι άλλο να λύσουν. Να βρουν ένα πατέρα γιά τα παιδιά τους και, καθόλου μικρότερης σημασίας, να βρουν μιά συναισθηματική και ερωτική συντροφιά.
Ας σκεφτούμε ότι, περίπου το 40% απ' αυτές ήταν από μικρότερες ή μεγαλύτερες πόλεις και ένας σημαντικός αριθμός από τη Σμύρνη, ένα κοσμοπολίτικο κέντρο. Αυτές που δεν ήταν αγρότισσες και δε μπήκαν στη σειρά γιά να πάρουν κομμάτια γης που το ελληνικό κράτος χορηγούσε, προωθήθηκαν, περισσότερες απ' τις μισές, στα τρία μεγάλα κέντρα της Αθήνας, της Θεσσαλονίκης και του Πειραιά.

 (Ο προσφυγικός πληθυσμός της Αθήνας έφτασε το ύψος του 40%, στον Πειραιά το 25%, στη Μυτιλήνη 10%, στα νησιά του Αιγαίου 48%.

Στα τρία μεγάλα κέντρα όμως παιζόταν το "παιχνίδι του ρεμπέτικου". Εκεί έδρευαν οι εταιρίες, εκεί μαζεύτηκαν οι συνθέτες/στιχουργοί, από κει πήγαζαν τα ερεθίσματα και οι εμπνεύσεις.

Ας δούμε λίγο το ευαίσθητο θέμα των "διαφορετικών ηθών". Οι "πηγές" που έχουμε είναι διάφορα, μαζεμένα από δω κι απο κει, έπιπόλαια σχόλια, κρίσεις, λεκτικές επιθέσεις Ελλαδιτών που, ανοιχτά ή κρυφά, κατηγορούσαν τους πρόσφυγες γιά "χαλαρά" ή "έκλυτα" ήθη. Διαφορετικά δηλαδή, πιό φιλελεύθερα απ' αυτά που υπήρχαν στη συντηρητική, μπερδεμένη και αλλοιθωρίζουσα προς τη Δύση Ελλάδα. Δε θα μπούμε σε συγκρίσεις. Θα θυμήσω μόνο ότι ο ιστός αρχών, εθίμων, κωδίκων και τα μύρια όσα "πρέπει" με τα οποία δυσκολεύουμε τη ζωή μας, χτίζοντας αυτό που το λέμε "πολιτισμό", μπαίνουν σε δεύτερη μοίρα και ατονούν σε κρίσιμες στιγμές. Σε πολέμους, λιμοκτονίες, απόλυτη φτώχεια και πείνα. Οι πρωταρχικές και πρωτόγονες ανάγκες επιβίωσης δεν υπολογίζουν κανόνες. Υπάρχει όμως ακόμα ένας παράγοντας, εξίσου σοβαρός, που υποκρινόμαστε πως δε τον βλέπουμε. Η ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΣΑΡΚΑΣ.

Οι ανάγκες του ανθρώπινου σώματος (ίδιες, στη βάση τους, με κάθε άλλου έμβιου όντος) που ο Χριστιανισμός (και όχι μόνο) μίσησε και απώθησε, πετυχαίνοντας μιά τρύπα στο νερό. Η ξινή αντίδραση του Χριστιανισμού οφείλονταν στον τρόμο από την έκλυση ηθών που χαρακτήριζε τις τελευταίες περιόδους της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Αυτό το "μίσος" ήρθε, εγκαθιδρύθηκε και παρέμεινε διά παντός, σαν ανακλαστική αντίδραση, ακόμα και σε εγκόσμια καθεστώτα, σα κι αυτό που ζω.
..
Το φυσιολογικό "κυνήγι" στο οποίο επιδόθηκαν οι χήρες, σε συνδυασμό με τη λειψανδρία, αποτυπώθηκε στα τραγούδια. Φτάνει και παραφτάνει γιά να εξηγήσει τον φανερό ή έρποντα αισθησιασμό του μεγαλύτερου μέρους των μικρασιάτικων και των κατοπινότερων "ρεμπέτικων". Παρόλ' αυτά δε πρέπει να ξεχνάμε ότι οι χήρες, και ιδιαίτερα οι νεότερες, πιέζονταν απ' όλες τις μεριές. Εσωτερικά και εξωτερικά. Οι εξωτερικές πιέσεις ήταν οι γνωστές, του άμεσου και έμμεσου περιβάλλοντος που είχε τις, γνωστές πάλι, μοραλιστικές και συντηρητικές αρχές, που ενδυναμώνονταν ακόμα και από το ότι ζούσαν στοιβαγμένοι ο ένας πάνω στον άλλον.

Έχουν γραφτεί κάποια λόγια θαυμασμού, απ' όσο ξέρω μόνο από τον Πάνο Σαββόπουλο, γιά τις "απελευθερωμένες" γυναίκες του '30 (βλ. "Περί της λέξεως "ρεμπέτικο" το ανάγνωσμα...και άλλα", οδός Πανός εκδόσεις, Αθήνα 2006, σελ. 76-87, καθώς και κάποια δικά μου σχόλια στην ανάρτηση 18/12/07- Οι ρεμπέτισσες του '30 και ο Πάνος Σαββόπουλος).

Δεν επρόκειτο γιά κάποια πολιτική συνειδητοποίηση, όπου τμήματα του γυναικείου πληθυσμού ζητούν τα αναφαίρετα δικαιώματά τους, δεν επρόκειτο γιά κάποια μόδα (όπως έγραψα σε άλλη ανάρτηση), δεν επρόκειτο γιά γυναικεία "μαγκιά" (όπως πολλοί ακκίζονται και γαργαλιούνται να πιστεύουν). Ήταν, απλά, οι πρακτικές ανάγκες συν τη συνειδητοποίηση που προέκυψε από την οικονομική "ανεξαρτητοποίηση" των γυναικών που αναγκάστηκαν να βγουν από το σπίτι και να δουλέψουν.
Ακόμα, βάζω εγώ ο ίδιος ερωτηματικά αμφιβολιών στην ανάρτησή μου με τίτλο"Γιατί παντρεύονταν αστυφύλακες;" 


 Αυτή η "εξέγερση" του κυνηγιού γιά προστάτη-σύζυγο/εραστή, ήταν κάτι "ευκαιριακό". Άπαξ και οι σκοποί επετεύχθησαν, γυρίσαμε στα σίγουρα. Παντρειά, χτίσιμο φωλιάς και σιωπή γιά τις περιόδους που οι ανάγκες επίτασσαν το ξεπέρασμα κάποιων ορίων. (Και) έτσι μπορεί κανείς να εξηγήσει τη σιωπή στην οποία τραβήχτηκαν οι γνωστές τραγουδίστριες του '30, (και) έτσι μπορεί κανείς να εξηγήσει την επιστροφή σε συντηρητικότερες φόρμες και ενδυνάμωση της ανδροκρατίας που σημάδεψε το κατοπινότερο "ρεμπέτικο".

Aν δεχτούμε ότι κάπως έτσι είχαν τα πράγματα, οι απορίες και ο θαυμασμός για το, πως ήταν δυνατό να γράφτηκαν από άντρες συνθέτες/στιχουργούς τέτοιοι "ανατρεπτικοί" στίχοι, κοροϊδευτικοί και ειρωνικοί γιά τη μαγκιά, μέσα στην οποία οι ίδιοι ζούσαν, μετριάζεται σημαντικά. Η αλήθεια φαίνεται να είναι ότι είχαν την ειλικρίνεια και την τόλμη να γράψουν γι αυτά που έβλεπαν γύρω τους, σε συνδυασμό ότι όλ' αυτά "πουλούσαν". Την ανακατωσούρα που είχε προκύψει απ' τη διαταραχή των γνωστών ισορροπιών, μπορεί να τη δει κανείς σε πολλά μικρασιάτικα, "ρεμπέτικα" και πρώιμα λαϊκά.

Tην 1η Μαρτίου 1923, η αναλογία ανδρών-γυναικών, ανάμεσα στους πρόσφυγες, ήταν 58/42. Στο 42 των ανδρών περιλαμβάνονται τα αρσενικά αγόρια και οι γέροντες!

Καταλαβαίνει κανείς την "πλεονεκτική" θέση των ανδρών, στο θέμα της επιλογής της "καλύτερης" νύφης. ΄Στο τραγούδι "Ομολογίες" έχουμε ένα παράδειγμα σκληρής αντιμετώπισης του θέματος, στο "κι αν δε σου ΄δώσ' η μάνα σου τα όσα σού'χει τάξει, μες του Φαλήρου τα νερά να πά' να σε πετάξει" ή, εύθυμης αντιμετώπισης, όπως στο παρακάτω τραγούδι του Πάνου Τούντα "Ο μοντέρνος Χαραλάμπης" με τη Ρίτα Αμπατζή.

Ο ΜΟΝΤΕΡΝΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΗΣ (1934)

Χαραλάμπη, πούν' εκείνα, πούν΄τα χρόνια τα παλιά,
που δεν ήθελες μες την Αθήνα να σου πουν γιά παντρειά;
Τώρα, μέσα σ' ένα χρόνο, πήρες δυό και μία, τρεις
τις αμόληκες στο δρόμο πάλι για να ξαναπαντρευτείς.
Μη μας κάνεις το βαρβάτο, Χαραλάμπη μερακλή, πωπώ,
δε μπορείς να βρεις τον πάτο, βρε Λάμπη σεβνταλή (και θα πας γιά το Δαφνί).
Πήρες, Λάμπη, μιά 'θηναία, τώρα θες και μιά Σμυρνιά
σου γουστάρει και μιά απ' τον Πειραία, θες και μιά Μυτιληνιά.
Βρήκες μπόλικες γυναίκες κι όλο ψάχνεις γιά να βρεις,
τις διαλέγεις σα τις ρέγγες, κι όλες θέλεις να τις παντρευτείς.

(συνεχίζεται)

Δευτέρα, 14 Ιουνίου 2010



Οι χήρες
κι οι 
ζωντοχήρες...
_________
 
Μέσα στα μικρασιάτικα και στα ρεμπέτικα αφθονούν οι χήρες. Παρακάτω σας δίνω κάποια σημαντικά στοιχεία που βοηθάν να καταλάβει κανείς. Πρέπει να παίρνετε υπόψη σας ότι αυτές που τις ονόμαζαν ζωντοχήρες ήταν γυναίκες που οι άντρες τους παρακρατήθηκαν στην Τουρκία και τους ένταξαν στα Τάγματα Εργασίας που θα επιδιόρθωναν τις ζημιές που έκανε ο ελληνικός στρατός. Οι περισσότεροι απ΄αυτούς χάθηκαν, εξοντώθηκαν. Ο ελληνικός στρατός επιβιβάστηκε σε πλοία και γύρισε. Οι Μικρασιάτες και οι Πόντιοι εγκαταλείφθηκαν και πλήρωσαν τη νύφη...

Έτζι, Οι ζωντοχήρες δεν ήξεραν αν ο άντρας τους ζούσε και αν θα επέστρεφε ποτέ. Αυτό τις εμπόδιζε να ξεκινήσουν μιά σχέση με έναν άλλο άνθρωπο. Μπορείτε να καταλάβετε το δράμα τους και το ηθικό δίλημμα. Μέχρι που έγινα 20 χρονών άκουγα στο ραδιόφωνο ανακοινώσεις του Ερυθρού Σταυρού για ανθρώπους που έψαχναν τους συγγενείς τους...
| Οι χήρες (και ζωντοχήρες) αποτελούσαν το 25% του γυναικείου προσφυγικού πληθυσμού

| Οι γυναίκες μεταξύ 20-24 χρονών αποτελούσαν το 60,5% του προσφυγικού πληθυσμού

| Στους τέσσερεις σημαντικότερους προσφυγικούς συνοικισμούς της Αθήνας, οι γυναίκες αποτελούσαν το 62% των ενηλίκων (δηλ. άτομα άνω των 16 χρονών) και οι άντρες το 38%

Τα άφθονα τραγούδια που αναφέρουν χήρες και ζωντοχήρες κρύβουν ένα δράμα από πίσω τους.



Δευτέρα, 7 Ιουνίου 2010



Η "Μαργαρίτα" 
ένα τραγούδι γιά να θυμίζει στις γυναίκες
          _________________________________________________

ακούστε εδώ το τραγούδι, κάνοντας κλικ στο αμέσως αποκάτω

Ο έμπορος (τι είδους έμπορος…;)

Ανασύρω εδώ ένα τραγούδι παραπεταμένο αλλά, κατά τη γνώμη μου, πολύ σημαντικό, και γιά το περιεχόμενο των στίχων του.

Είναι η
”Μαργαρίτα” (1937) του Σ. Χρυσίνη, παιγμένη απ΄τα ασημένια του δάχτυλα και τραγουδισμένη από τη Μεγάλη Ρίτα Αμπατζή 
  που απλώς, ερμηνεύει. Χωρίς χαιρετισμούς, χωρίς τίποτα. Σεμνά κι απέριττα. Βρίσκω πως το τραγούδι είναι σημαντικό γιατί,

α. είναι ίσως το μοναδικό με καθαρά ειρωνικούς στίχους. Ρίχνει μπηχτές προς όλες τις κατευθύνσεις.

β. αν οι στίχοι είναι γραμένοι από αντρικό χέρι, μπράβο του! Υποψιάζομαι όμως ότι είναι γυναικείος δάκτυλος, ο οποίος, βέβαια, δεν αναφέρεται. Την έφαγε το σκοτάδι…

γ. Βρίσκω ότι η ”έξυπνη”, επαναλαμβανόμενη και απλή μελωδία του θα μπορούσε να είχε γραφτεί στις μέρες μας, δίχως να ξενίζει. Ίσως αυτό να είναι και μιά απάντηση στο ερώτημα που τίθεται συχνά, αν μπορούν να γραφτούν ρεμπέτικα τραγούδια σήμερα.

δ. Αν ο
”έμπορας” που αναφέρεται δεν είναι απ΄τους πλανόδιους που πουλούσαν είδη προικός και οικιακής χρήσης, αλλά ”περιτύλιγμα” γιά να μη πει νταβατζής, ρίχνει και μιά σπόντα στο θέμα της πορνείας, ένα θέμα ταμπού που δε συζητιέται ποτέ και πουθενά…

Το τραγούδι υπάρχει πεντακάθαρο στο album του
Charles Howard, Rembetika after Censorship 1937-1947 , GREEK MUSIC FROM THE UNDERGROUND, cd 4.

Η Μαργαρίτα

Η καημέν΄η Μαργαρίτα να ξεφύγει δεν μπορεί,
πως επάτησε στην πίτα, μοναχή της απορεί.(πατάω την πίτα = την πατάω, δε πετυχαίνω σε κάτι).
Την επάντρεψ΄η μαμά της με τον πρώην έμπορά της
και της έχει στ΄όνομά της προίκα απείραχτη, γερή.

Έχει μιά καλή παράγκα, μα δεν θέλει να το πει,
εκατόν πενήντα φράγκα έδωσε γιά τη σκεπή.
Έχει όλα τα προικιά της π΄απορεί όποιος τα δει,
ένα τρύπιο μαξιλάρι και μιά κούνια γιά παιδί.

Στον περίπατο την βγάζει να ζηλεύ΄η γειτονιά
και τα λούσα που της βάζει, δε τα βάζει άλλη καμιά.
Τη βοήθησε η τύχη κι είναι σ΄όλα τυχερή,
πέντε φράγκα έχ΄η πήχυ το φουστάνι που φορεί.

Κι έτσι τώρα η Μαργαρίτα έχει όλα τα καλά.
Πάτησε γερά στην πίτα κι έχει και λεφτά πολλά.
Μ΄ένα δίφραγκο γυρίζει, πότ΄εδώ και πότ΄εκεί,
με πενήντα δράμια ρύζι την περνάει την Κυριακή.

Κυριακή, 6 Ιουνίου 2010



Tο βάρος της μνήμης
και
η συμφιλίωση μ΄αυτήν...

Μιά γνωστή γυναίκα έχει πει πως, "ένα απ΄τα κύρια συστατικά μιάς καλής ψυχικής υγείας είναι η κακή μνήμη ". Εγώ το αλλάζω σε "ένα απ΄τα κύρια συστατικά μιάς καλής ψυχικής υγείας είναι η συμφιλίωση με τις μνήμες μας"
 
 

Παρασκευή, 4 Ιουνίου 2010

Οι Εβραίοι
της 
Θεσσαλονίκης

Διαλέγοντας μιά ακατάλληλη στιγμή, τώρα που όλοι έχουν πέσει πάνω στο Ισραήλ που, όντως, ακολουθεί αυτοκαταστροφικές μεθόδους, παραπέμπω στο

 
για να διαβάσετε μιά συνέντευξη, σχετικά με ένα σύννεφο που κρέμεται σιωπηλό πάνω απ΄τον ουρανό της Σαλονίκης που τυχαίνει να είναι και πατρίδα μου και κανείς απ΄το σόι δε μου είπε ποτέ κουβέντα...
Ακτινογραφία 
του
παρόντος καιρού

Οι επισκέπτες/τριες του Thorax and Mind θα έχουν μάλλον προσέξει/νιώσει τον τελευταίο καιρό, μιά έλλειψη γραπτών θεμάτων/σκέψεων και μιά κάθετη αύξηση διαφόρων video από το Youtube. Κάμψη; Κούραση; Καθόλου. Απλά, μιά περιοδος περιδιάβασης σε τοπία που αγάπησα κι εξακολουθώ να αγαπώ.
Το ρεμπέτικο είναι ανεξάντλητο όπως κι ο βυθός της θάλασσας. Δε κρύβω μιά κάποια "απορία" για την έλλειψη μεγαλύτερου ενδιαφέροντος για διαφορετικούς τρόπους πλησιάσματος των πραγμάτων. Εξηγήσιμο μεν, λυπηρό δε. Οι αντοχές των ανθρώπων όλο και λυγίζουν, ο τρόπος σκέψης όλο περισσότερο επιφανειακός και κατευθυνόμενος. Το να πηγαίνεις κόντρα στο ρεύμα απαιτεί σκληρά κότσια. Το "διαφορετικός" συνεπάγεται απομόνωση κι αυτό όλοι το φοβούνται Όχι εγώ. Όσο η Ελλάδα θα αντιγράφει αμάσητα, πιστευοντας πως εντάσσει στη μπλόφα που την ονομάζουμε "Greekness", τόσο θα στενεύουν τα όρια και η ασφυξία. Υπάρχουν κι άλλα περιθώρια για "εντός και επί τα αυτά";

Οι "προσπάθειες" να βγει το ρεμπέτικο εκτός συνόρων από γκρουπς που φοράν από ένα καπελάκι και παίζουν τραγούδια χασικλίδικα, χρησιμοποιώντας το μπουζούκι σα υποκατάστατο της ηλεκτερικής κιθάρας, είναι κατανοήσιμες μεν, επιφανειακές δε.

Δείτε το παρακάτω video ενός, ομολογουμένως, ικανότατου σολίστα που ξέρει να παίζει με όλους τους τρόπους, του Νίκου Τατασόπουλου...
Δείτε τώρα μιά αντίστοιχη προσπάθεια ενός νέου παιδιού που πολυλογεί, αυτοσχεδιάζοντας πάνω στο Waves of Fear, ένα τραγούδι γεμάτο πόνο και συναίσθημα, από έναν άνθρωπο που πέρασε μέσα απ΄την Κόλαση.
Nα, για τέτοιους λόγους αρνείται το Thorax and Mind να φλερτάρει με την επιφάνεια των πραγμάτων.
 
Τέλος, ακούστε και προσέξτε τον κιθαρίστα της μπάντας του Lou Reed στο τέλος του παρακάτω video. 
Waves of fear
________________________________
Lou Reed 

Waves of fear, attack in the night
waves if revulsion, sickening sights
My heart's nearly bursting, my chest's choking tight

Waves of fear, waves of fear

Waves of fear, squat on the floor
looking for some pill, the liquor is gone
Blood drips from my nose, I can barely breathe
waves of fear, I'm too scared to leave

Waves of fear, waves of fear
waves of fear, waves of fear

I'm too afraid to use the phone
I'm too afraid to put the light on
I'm so afraid I've lost control
I'm suffocating without a word

Crazy with sweat, spittle on my jaw
what's that funny noise, what's that on the floor
Waves of fear, pulsing with death
I curse my tremors, I jump at my own step
I cringe at my terror, I hate my own smell
I know where I must be, I must be in hell

Waves of fear, waves of fear
waves of fear, waves of fear


 


Τρίτη, 1 Ιουνίου 2010



Η "Μαργαρίτα" 
 ένα τραγούδι γιά να θυμίζει στις γυναίκες


Ο έμπορος (τι είδους έμπορος…;)
Ανασύρω εδώ ένα τραγούδι παραπεταμένο αλλά, κατά τη γνώμη μου, πολύ σημαντικό, και γιά το περιεχόμενο των στίχων του.

Είναι η
”Μαργαρίτα” (1937) του Σ. Χρυσίνη, παιγμένη απ΄τα ασημένια του δάχτυλα και τραγουδισμένη από τη Μεγάλη Ρίτα Αμπατζή (elkibra-Ritaabadzi.blogspot.com) που απλώς, ερμηνεύει. Χωρίς χαιρετισμούς, χωρίς τίποτα. Σεμνά κι απέριττα.
Βρίσκω πως το τραγούδι είναι σημαντικό γιατί,

α. είναι ίσως το μοναδικό με καθαρά ειρωνικούς στίχους. Ρίχνει μπηχτές προς όλες τις κατευθύνσεις.

β. αν οι στίχοι είναι γραμένοι από αντρικό χέρι, μπράβο του! Υποψιάζομαι όμως ότι είναι γυναικείος δάκτυλος, ο οποίος, βέβαια, δεν αναφέρεται. Την έφαγε το σκοτάδι…

γ. Βρίσκω ότι η ”έξυπνη”, επαναλαμβανόμενη και απλή μελωδία του θα μπορούσε να είχε γραφτεί στις μέρες μας, δίχως να ξενίζει. Ίσως αυτό να είναι και μιά απάντηση στο ερώτημα που τίθεται συχνά, αν μπορούν να γραφτούν ρεμπέτικα τραγούδια σήμερα.

δ. Αν ο
”έμπορας” που αναφέρεται δεν είναι απ΄τους πλανόδιους που πουλούσαν είδη προικός και οικιακής χρήσης, αλλά ”περιτύλιγμα” γιά να μη πει νταβατζής, ρίχνει και μιά σπόντα στο θέμα της πορνείας, ένα θέμα ταμπού που δε συζητιέται ποτέ και πουθενά…

Το τραγούδι υπάρχει πεντακάθαρο στο album του
Charles Howard, Rembetika after Censorship 1937-1947 , GREEK MUSIC FROM THE UNDERGROUND, cd 4.

Η Μαργαρίτα

Η καημέν΄η Μαργαρίτα να ξεφύγει δεν μπορεί,
πως επάτησε στην πίτα, μοναχή της απορεί.(πατάω την πίτα = την πατάω, δε πετυχαίνω σε κάτι(;)
Την επάντρεψ΄η μαμά της με τον πρώην έμπορά της
και της έχει στ΄όνομά της προίκα απείραχτη, γερή.

Έχει μιά καλή παράγκα, μα δεν θέλει να το πει,
εκατόν πενήντα φράγκα έδωσε γιά τη σκεπή.
Έχει όλα τα προικιά της π΄απορεί όποιος τα δει,
ένα τρύπιο μαξιλάρι και μιά κούνια γιά παιδί.

Στον περίπατο την βγάζει να ζηλεύ΄η γειτονιά
και τα λούσα που της βάζει, δε τα βάζει άλλη καμιά.
Τη βοήθησε η τύχη κι είναι σ΄όλα τυχερή,
πέντε φράγκα έχ΄η πήχυ το φουστάνι που φορεί.

Κι έτσι τώρα η Μαργαρίτα έχει όλα τα καλά.
Πάτησε γερά στην πίτα κι έχει και λεφτά πολλά.
Μ΄ένα δίφραγκο γυρίζει, πότ΄εδώ και πότ΄εκεί,
με πενήντα δράμια ρύζι την περνάει την Κυριακή.

Η Χαρούλα Αλεξίου
για τη γιαγιά της, τη Σμύρνη, 
τη Τουρκία


Πώς την έλεγαν τη γιαγιά σας; Κατίνα. Κατίνα Κωνσταντζόγλου. Τι ξέρετε για τη ζωή της στη Σμύρνη;

Η γιαγιά μου ήταν εμπόρισσα. Από αυτές που βάζανε τον μπόγο στον ώμο και έβγαιναν και πουλούσαν προικιά. Δεν ήταν η γιαγιά που έλεγε παραμυθάκια. Αλλά μου έμαθε τους καλύτερους αμανέδες.

Τι αμανέδες τραγουδούσε; Αυτούς που τραγουδούσε και η Ρόζα Εσκενάζυ. Ετσι μεγάλωσα. Από τη μία ο πατέρας μου που τραγουδούσε δημοτικά και από την άλλη η Κατίνα με τα μικρασιάτικα. Την άκουγα να λέει «Καημό μες στην καρδούλα μου απόχτησα και πόνο» κι έλειωνα. Μερακλού η γιαγιά... Ηταν σαν μασκότ η γιαγιά η Κατίνα, τη βάζαμε στη μέση, την «ποτίζαμε» και κανένα ποτηράκι και άρχιζε το τραγούδι. Και θυμάμαι μια φορά, να χτυπάει το ποτήρι με το ούζο στο τραπέζι και να λέει: «Κατάλαβες; Εμείς τραγουδάγαμε και μας κέρναγαν τσι μπίρες και ήρθε το βλαχάκι και μας έβαλε το γυαλιά». Το βλαχάκι ήμουν εγώ που ήρθα απ΄ τη Θήβα. Χάρηκε όταν γίνατε τραγουδίστρια;

Ζήλευε λιγάκι. Γιατί όντως τραγουδούσε υπέροχα και θα μπορούσε να είναι επαγγελματίας τραγουδίστρια, δεν έγινε όμως και αυτός ήταν ο καημός της.

Μαζί της μεγαλώσατε; Αυτή μεγάλωσε στα Ταμπούρια του Πειραιά κι έπειτα στα προσφυγικά της Συγγρού. Εγώ μεγάλωσα στη Θήβα με την οικογένεια των Αρβανίτηδων.

Κουβαλούσαν έναν μύθο οι Σμυρνιές, ότι ήτανπιο προχωρημένες γυναίκες και στις μαγειρικές τους και στα ερωτικά τους, σε όλα.
Η Κατίνα ήταν ένα ωραίο αλάνι. Θα ΄λεγα μια Λωξάντρα, αλλά όταν διάβασα τη Λωξάντρα είδα ότι και αυτή ήταν μια κοκόνα στο σπίτι της. Η Κατίνα δεν ήταν καθόλου κοκόνα. Ηταν η γυναίκα- άντρας. Μεγάλωνε τα παιδιά της, έκανε δύο γάμους. Κράτησε το όνομα του παππού μου του Σαρρή αλλά εν τω μεταξύ ήταν με έναν άλλο άντρα. Ηταν μεγάλη περιπέτεια η Κατίνα.

Με τις ανταλλαγές την έδιωξαν; Ναι, το ΄22 έφυγε αλλά δεν ήξερε πότε είχε γεννηθεί. Ελεγε ότι όταν έφυγε απ΄ τη Σμύρνη ήταν 10 χρονών και έτσι υπολογίζαμε εμείς ότι γεννήθηκε το ΄12.

Για τον διωγμό σάς μιλούσε; Οχι, είναι περίεργο, αλλά από την οικογένειά μου δεν έχω πάρει αυτό το κακό, τον πόνο για τη Σμύρνη. Πιο πολύ μιλούσαν για τους φίλους, τους γείτονές τους, τις παρέες τους...

Πιο πολύ αναστεναγμός παρά θυμός δηλαδή...
Ναι, δεν ένιωσα να έχουν θυμό. Και την Καταστροφή της Σμύρνης την έμαθα πιο πολύ από τα βιβλία παρά από τους δικούς μου.

Και στην Ελλάδα που ήρθανε, πόνεσαν ξανά μάλλον ε; Τους λέγανε τουρκόσπορους κάποιοι...
Ναι, τη γιαγιά μου την Κατίνα την έβαλαν υπηρέτρια, όπως και άλλα παιδιά. Επαιρναν τον Ηλεκτρικό απ΄ τα Ταμπούρια και έφταναν στην Κηφισιά. Διηγούνταν βέβαια και όμορφες ιστορίες. Χαιρόντουσαν να ασβεστώνουν τα σπίτια τους, να βάζουν τενεκέδες με ορτανσίες. Επαιρνε ο γείτονας το φαΐ του και ερχόταν στο σπίτι. Ολοι μαζί. Υπήρχε μια ομορφιά σε αυτό το «όλοι μαζί». Εδώ στη Σμύρνη και στην Πόλη υπάρχει και σήμερα κάτι από ΄κεινη τη ζωή. Ερχεστε συχνά στην Τουρκία; Εχω μείνει αρκετά στην Πόλη. Εχω μια φίλη δημοσιογράφο, τη Αριάννα Φερεντίνου κι έχω ανακατευτεί αρκετά με τους Τούρκους. Κρατάνε κάτι απ΄ το φιλόξενο πνεύμα που στην Ελλάδα δεν το βρίσκεις εύκολα πια.

Το χάσαμε σιγά σιγά... Εδώ όμως το ΄χουν ακόμα, όπως ήταν οι Ελληνες το ΄50 και το ΄60. Και είναι υπέροχο. Λες ότι είσαι Ελληνας και ανοίγει η πόρτα. Βέβαια εγώ μπερδεύομαι λίγο. Λέω την Αλεξίου φιλοξενούν τώρα, τη Χαρούλα, τι γίνεται; Εχετε τραγουδήσει και τουρκικά...

Μόνο ένα τραγούδι της Σεζέν Ακσού αλλά τώρα μαθαίνω τούρκικα. Η Σεζέν είναι από τη Θεσσαλονίκη και η οικογένειά της ήρθε στη Σμύρνη με την ανταλλαγή.

Ο αντίστροφος διωγμός... Ναι και έχει γράψει το «Αμάν αφέντη» που μιλάει για τη νοσταλγία που νιώθουν οι Τούρκοι κοιτώντας προς τα παράλια της Ελλάδας.

Τα περισσότερα τραγούδια σας πάντως τα ξέρουν εδώ...
Είναι συγκλονιστικό! Κάνω συναυλία και νιώθω ότι είμαι στην Αθήνα. Κατεβάζω το μικρόφωνο κι εκείνοι συνεχίζουν στα τούρκικα. Το «Ολα σε θυμίζουν», το «Τέλι, Τέλι» που είναι εδώ μεγάλη επιτυχία.

Εχετε βρει τα μέρη των προγόνων σας;
Πριν από 10 χρόνια, πήγα να βρω τις γειτονιές και τα σπίτια τους. Ο παππούς μου, ο Γιάννης Σαρρής, γεννήθηκε στο Μάλκατζι. Η γιαγιά η Κατίνα ήταν από τη Σμύρνη, τον Αγιο Κωνσταντίνο, κοντά στον Μέλανα ποταμό. Εψαχνα το Μάλτατσι αλλά όταν φτάσαμε εκεί βρήκα ένα χωριό βυθισμένο σε μια λίμνη.

Είχανε κάνει εκτροπή και το είχανε βυθίσει...
Ναι και με πιάσαν τα κλάματα που δεν το πρόλαβα. Είχα μιλήσει με την αδερφή του παππού μου στη Θεσσαλονίκη και τη ρώτησα πού θα βρω το σπίτι, εκείνη είχε πάει μερικά χρόνια πριν και είχε δει ακόμη και το κάδρο της οικογένειας στον τοίχο.

Είναι σκληρό να γεννιέσαι σε έ ναν τόπο και να γερνάς σε έναν άλλο. Δυο φορές ξένος...
Οσο ζούσαν εδώ δεν ένιωθαν ξένοι. Ητανε ο τόπος που τους γέννησε. Στη Σμύρνη οι Ελληνες είχανε το πάνω χέρι. Η διοίκηση ήταν οθωμανική αλλά οι Τούρκοι δεν ήταν ούτε το 10%.

Εχετε σκεφτεί ότι η ευαισθησία σας και το πάθος σαςοφείλονται στις ρίζες σας; Λίγο στην Κατίνα, λίγο στον Σαρρή, λίγο στους Αρβανίτες.Ισως αν είχατε μια πιο στέρεη ζωήνα μην ήσασταν η Χαρούλα Αλεξίου.
Δεν θα ήμουνα. Αυτό το μείγμα, οι διωγμοί, οι καινούργιοι πολιτισμοί, οι προσμίξεις, συνέθεσαν αυτό που είστε...

Και το πολύ πένθος, γιατί είχαμε πολύ πένθος και στις δύο οικογένειες. Ηταν όμως καταπληκτικό ότι τραγουδούσαν τόσο ωραία αυτοί οι άνθρωποι. Και μάλλον οι άνθρωποι που μπορούν και τραγουδάνε είναι κάπως διαφορετικοί. Δεν λέω για τους τραγουδιστές, λέω για τους ανθρώπους τους κανονικούς που τραγουδάνε.

Ο παππούς μου, ο Γιάννης Σαρρής, γεννήθηκε στο Μάλτατσι. Η γιαγιά η Κατίνα ήταν από τη Σμύρνη, τον Αγιο Κωνσταντίνο κοντά στον Μέλανα ποταμό. Εψαχνα το Μάλτατσι αλλά όταν φτάσαμε εκεί βρήκα ένα χωριό βυθισμένο σε μια λίμνη

«Οταν γυρνάς στις ρίζες σου είναι σαν να επιστρέφεις σε ένα δικό σου μέρος»

Oι τουρκάλες τραγουδίστριες προσπαθούν να τα πουν όλα όπως πιστεύουν ότι θα τα έλεγε η Χαρούλα. Οι τοπικοί τούρκοι αξιωματούχοι χαμογελούν στις κάμερες της εκπομπής μου. Θεσσαλονικείς εκδρομείς κορδώνονται βγάζοντας φωτογραφίες με την τιμώμενη Χαρούλα Αλεξίου. Η γυναίκα του δημάρχου του Γκαζίεμιρ μού εξηγεί το φιλανθρωπικό της έργο για τα φτωχά παιδιά. Στα τραπέζια ελληνικές και τουρκικές πλαστικές σημαίες προσπαθούν να κάνουν παρέα. Στον τοίχο ένα πορτρέτο του Κεμάλ παρατηρεί βλοσυρά τις παρέες να τσουγκρίζουν ποτήρια με raki. Τσίπουρο είναι, αλλά εδώ το λένε raki και εγώ προσποιούμαι ότι δεν έχω πιει ωραιότερο ποτό στη ζωή μου.

Στη Θεσσαλονίκη το σπίτι όπου γεννήθηκε ο Κεμάλ είναι σε ένα δρομάκι, την Αποστόλου Παύλου, κάθετο στην Αγίου Δημητρίου. Ο Μπουτάρης κάποτε είχε προτείνει να ονομαστεί αυτό το δρομάκι Κεμάλ Ατατούρκ. Αλλωστε, από την επομένη του θανάτου του Κεμάλ το 1938 έως το 1955 ο δρόμος αυτός είχε το όνομα του τούρκου ηγέτη. Αριστεροί και οικολόγοι συμφώνησαν, οι ακροδεξιοί όμως βγήκαν στους δρόμους. «Σαν τη Θεσσαλονίκη είναι η Σμύρνη», με επαναφέρει ο αρχηγός του βορειοελλαδίτικου γκρουπ. Από τον Αγιο Αθανάσιο νομίζω. «Καρντάσια είναι οι Τούρκοι».

Πότε σας ανακοίνωσαν ότι θα σας «κάνουν» δρόμο;
Πριν από περίπου 2 μήνες. Και είπα: «Χάρις Αλεξίου, τώρα και δρόμος;». Δεν περίμενα ποτέ ότι θα το ζήσω αυτό. Συνήθως πεθαίνουν οι άνθρωποι και μετά τους κάνουν δρόμους. Το τραγούδι όμως που πήρα από αυτούς τους ανθρώπους και το ταξίδεψα σε όλο τον κόσμο, αυτό το τραγούδι με ξανάφερε στον τόπο των δικών μου ανθρώπων.

Είναι πάντως λίγο τολμηρό. Ενα ελληνικό όνομα σε έναν τουρκικό δρόμο.
Ο δήμαρχος, ο Ιμπραήμ Σενός είπε ότι «εμένα δεν με ενδιαφέρουν οι θρησκείες, με ενδιαφέρουν οι άνθρωποι. Και αφού ανήκουν στον τόπο αυτό εγώ πρέπει να τους τιμήσω». Για κάποιους όμως οι θρησκείες αποτελούν φράγματα.
Οι θρησκείες πρέπει να ενώνουν τους ανθρώπους, όχι να τους χωρίζουν. Και είναι περίεργο ότι σήμερα ο άνθρωπος ετοιμάζει τον καινούριο πλανήτη για να επιβιώσει και ακόμα μιλάει γι΄ αυτά τα πράγματα.

Θα καταφέρουμε να ξεχάσουμε ποτέτα παλιά;Τα κακά παλιά;
Νομίζω πως είναι στη φύση μας να ξεχνάμε. Ο γιος μου βέβαια δεν συμφωνούσε καθόλου που είχα φίλους στην Τουρκία. Κάθε φορά, μου έλεγε: «Μα δεν ντρέπεσαι που σηκώνεσαι και πας στην Τουρκία;». Τώρα όμως ήρθε μαζί μου και πέρασε καλά. «Ελπίζω να μην προσποιείσαι ότι είσαι καλά», του είπα. «Οχι μαμά, έχει αρχίσει να μαλακώνει αυτό το πράγμα μέσα μου».

Ηταν επηρεασμένος από τα αναγνωστικά του σχολείου ο Μάνος.

Ναι, πολλά παιδιά το έχουν αυτό και μάλλον είναι από το σχολείο.

Εσείς τι νιώθετε τώρα πια όταν επισκέπτεστε τη Σμύρνη;
Οταν γυρνάς στις ρίζες σου γίνεται κάτι μεταφυσικό. Είναι σαν να επιστρέφεις σε ένα δικό σου μέρος. Αυτό νιώθω μόλις πατήσω το πόδι μου στο λιμάνι.

Εχετε επισκεφτεί και την πιο βαθιά Τουρκία;
Ναι και δεν ένιωσα καμιά συγκίνηση. Ενώ τα παράλια είναι σαν ελληνικά. Ο Λιβανελί μου είπε κάποτε: «Μας μάθατε πολλά εσείς οι Έλληνες. Ακόμα και να μαγειρεύουμε μας μάθατε».