Κυριακή, 28 Μαρτίου 2010


Γειά σου, ρε Γρηγοράκι Ασίκη!


(Το Γρηγοράκι με ιώτα δεν είναι λανθασμένη ορθογραφία. Όταν γράφεται με ιώτα γίνεται ούδέτερου γένους και χρησιμοποιούνταν σαν ακόμα πιό χαϊδευτικό)


Πολλοί γνωστοί και φίλοι (αρσενικοί κυρίως και για ευνόητους λόγους...) μου έχουν πει συχνά πως είμαι απολογητικός, χωρίς λόγο. Και είναι αλήθεια. Δε ξέρω ακριβώς το γιατί, κάποιο σύνδρομο... Να, τώρα ας πούμε, θέλω να σας στείλω ν΄ακούσετε έναν πολύ όμορφο μανέ του Γρηγοράκη Ασίκη και, διστάζω. Λέω μέσα μου, αποκλείεται ν΄αρέσει. Είναι πολύ ανατολίτικος, πολύ βαρύς, πολύ έξω απ΄τους καιρούς μας. Να πω την αλήθεια, έχω κι εγώ δυσκολία. Όμως, τώρα κατάλαβα πόση φωνή και τι τσαλίμια ήξερε αυτός ο άνθρωπος. Ήξερε κι ας μη τό΄δειχνε. Κι αυτό είναι κάτι που υπήρχε παλιά και τό΄χουμε ξεχάσει στις μέρες μας. 


Θέλετε να δοκιμάσετε τον εαυτό σας;


Σάββατο, 27 Μαρτίου 2010




Αυτή ήταν η Ελλάδα
_______________
γειά σου, Γιώργη Ποντικέ!!!

http://www.esnips.com/doc/590bd384-0118-465d-a96e-eea92c980e43/Kariwtiko-parad-org-Pontikos-G-50-HELLENIC-GP-2


Ένα χρόνο μετά τον Εμφύλιο, ένα χρόνο μετά την κόλαση, μετά το Διχασμό, τα εγκλήματα, τις πληγές ως το μεδούλι, το Αθηναϊκό Σύνολο του Γιώργη Ποντικού χτυπάει τον Καριώτικο Συρτό. Ένα παρηγορητικό, της ζεστής καρδιάς Συρτό που έδειχνε (τότε τουλάχιστο), τι αποθέματα ψυχής κουβαλούσε αυτός ο λαός που τον κατάντησαν μίζερο, γκρινιάρη, απότομο και δυστυχή.

Ένα θερμό ευχαριστώ σ΄αυτόν που έφερε το δίσκο στο φως κι άλλο ένα ευχαριστώ στη πολύτιμη ιστοσελίδα sealabs.

Παρασκευή, 26 Μαρτίου 2010





Οι "καφκικοί" καταναγκασμοί
του ρεμπέτικου...

Στο τηλεοπτικό πρόγραμμα "Στην υγειά μας" που επαναλαμβάνει εαυτόν και βέβαια αντιγράφεται κι από άλλα κανάλια, βλέπει κανείς διάφορες ηλικίες. Το concept είναι να παρευρίσκονται σχετικοί και άσχετοι. Οι σχετικοί, όταν το θέμα άπτεται του ρεμπέτικου, είναι αυτοί που έχουν κάποια ηλικία και είχαν, στην καλύτερη περίπτωση, τη "θεϊκή " τύχη να προλάβουν να γνωρίσουν κάποιους απ΄τους παλιούς (δηλ. το Μάρκο, τον Παπαϊωάννου, τον Τσιτσάνη, κι εκεί τελειώνει...).
Μετά, υπάρχουν οι άσχετοι/ες, άτομα νεαρής ηλικίας. Ας πάμε στις γυναίκες.


Υπάρχει πάντα μιά ομάδα νέων γυναικών "όμορφων", που ο ρόλος τους είναι να επιδεικνύουν τα "κάλλη" τους, να χτυπάν παλαμάκια, να χαμογελάνε, να χορέψουν κάποιο τσιφτετέλι και, στη χειρότερη περίπτωση, ζεϊμπέκικο. Α, με συγχωρείτε, ερωτούνται κιόλας. Όταν τις ρωτάνε λένε, κατά κανόνα, "εμείς δε ξέρουμε τίποτα, αλλά είμαστε πολύ χαρούμενες που είμαστε ανάμεσά σας και μαθαίνουμε ένα σωρό πράγματα".
Φερέφωνα δηλαδή.
Αυτές βέβαια οι γυναίκες θεωρούν ότι είναι "απελευθερωμένες" - α λα ελληνικά-, όπου αυτό σημαίνει, "το παίζουμε σε δύο ταμπλό. Διαλέγουμε ότι μας βολεύει από τους παλιούς ρόλους και ότι μας βολεύει από τους καινούριους ".

Αυτου του είδους τα νέα κορίτσια θα μπορούσαμε κάλλιστα να τα παραλληλίσουμε με τις "ελεύθερες ρεμπέτισσες του ΄30", όπως τις ονομάζει ο Πάνος Σαββόπουλος.
Αυτές, για ένα χρονικό διάστημα, είχαν βγει στο κλαρί και δεν ανέχονταν μύγα στο σπαθί τους, ώσπου χτύπησε το βιολογικό ξυπνητήρι μέσα τους και "αποκαταστάθηκαν", αποσύρθηκαν ή τις απέσυραν οι συζυγοι, συγγενείς κτρ. Κάτι παραπλήσιο γίνεται και με τις σημερινές...

Το θέμα όμως αυτού του γραφτού δεν είναι το "Στην υγειά μας"
αλλά, η "καφκική" ατμόσφαιρα στο ρεμπέτικο.


Ο Κάφκα στη "Δίκη" περίγραψε με αριστουργηματικο τρόπο τις ασαφείς κατηγορίες ενός ολοκληρωτικού καθεστώτος ενάντια σ΄ένα πολίτη. Τον κατηγορούν για κάτι που δε του το εξηγούν. Ένας σίγουρος και αποτελεσματικός τρόπος να διαλύσεις έναν άνθρωπο εις τα εξ΄ων συνετέθη.

Έχετε ακούσει εκείνο το τρομερό που λεγόταν ανάμεσα σε αντρικές παρέες, "δέρνετε τις γυναίκες σας χωρίς να τους εξηγείτε το γιατί. Αυτές ξέρουν..."

Οι υπεριπτάμενες κατηγορίες εναντίον των γυναικών έλκουν την καταγωγή τους στην αρχή των πραγμάτων. Από την Πανδώρα, στην αρχαία ελληνική Μυθολογία, από την Εύα στο Χριστιανισμό. Από τότε, ως το Γιώργο Μητσάκη που σ΄ένα στίχο του λέει,

"αφού ξέρεις πως εσύ για όλα φταίς, μιά για πάντα!" 

Ελάχιστα τα τραγούδια που αναφέρεται το γιατί, μετρημένα στα δάχτυλα του ενός χεριού αυτά που ο αρσενικός δηλώνει, ασαφώς, πως φταίει εκείνος.

στα σμυρνέικα

Μπορεί κανείς να πει πως και στα μικρασιάτικα σμυρνέικα υπήρχε ο ίδιος σπόρος κατηγοριών, αλλά σε σαφώς υποδεέστερο βαθμό. Οι Μικρασιάτες ήταν τρυφεροί και οι γυναίκες τους είχαν, λόγω αστικών συνθηκών, μιά άλλη δύναμη. Τα παράπονα ενάντια σ΄αυτές, ακόμα και απειλές στους στίχους ήταν, συνήθως, τυλιγμένες σ΄ένα αυτο-εξομολογητικό περιτύλιγμα.

Στη δεκαετία του 30΄χτυπιούνται(= τυπώνονται)  ένα σωρό τραγούδια με στίχους γραμένους από άντρες, που εκθειάζουν τις "σκληρές" και  "ελεύθερες" γυναίκες που κορόιδευαν τους μάγκες και τους μιλούσαν απ΄το ίδιο ύψος. Ο Παναγιώτης Τούντας ήταν αυτός που προεξείρχε. Το φαινόμενο αυτό πρέπει να το δούμε σε σχέση με τις κοινωνικο-πολιτικές συνθήκες της εποχής.

*   άφιξη προσφύγων, όπου ο αριθμός των γυναικών χωρίς τους άντρες τους ήταν πολύ 
     μεγάλος,

*   κατακράτηση αντρών 12-50 ετών στnν Τουρκία,

*   άφιξη επιπλέον γυναικών από τη φτωχή ύπαιθρο χώρα,

*   αύξηση των επενδύσεων και εκμετάλλευση φτηνών εργατικών χεριών, πολλές γυναίκες
     αναγκάζονται να βγουν στην αγορά εργασίας,

*  άνοδος του φεμινιστικού κινήματος στην Ευρώπη και ο απόηχός του που άγγιξε την 
    Ελλάδα,

*  λειψανδρία, λόγω των πολέμων

Αυτό είναι το μυστικό, εν ολίγοις, πίσω απ΄τις "ελεύθερες γυναίκες του ΄30".
Απ΄την άλλη μεριά, πέρα απ΄τη χαρά που νιώθαν οι αρσενικοί που τις είχαν σε αφθονία,

"μη κάνεις έτσι, φίλε μου, τώρα για μιά γυναίκα,
το μοναστήρι νάν΄καλά, και θά΄βρεις άλλες δέκα",

"δε με νοιάζει για γυναίκα,
διώχνω αυτή μαζεύω δέκα",

δε μπορούσαν να καταπιούν αυτή την εξέγερση που τους χαλούσε τη παραδοσιακή σούπα. Έτσι, άρχισε, κύρια στο πειραιώτικο ρεμπέτικο, ο ψυχολογικός πόλεμος της υπενθύμισης,

"μη θαρρείς η εμορφιά σου θά΄ναι πάντα μιάς λογής,
θε να μαραθεί, να πέσει σα τα λέκουδα της γης"

και οι ατέλειωτες δηλώσεις, ""το σφάλμα τό΄κανε η γυναίκα", "γύρισε πίσω κι εγώ σε συγχωρώ".

Το σύνηθες "σφάλμα" που, σπανιότατα, αποκαλύπτεται είναι ότι, κοίταξε κάποιον άλλον ή πήγε με κάποιον άλλον, ενώ σερβίρεται σαν αυτονόητο υπονοούμενο ότι εκείνος της ήταν πιστός...
Τα ίδια ακριβώς πράγματα γίνονται και σήμερα.

Εν κατακλείδει,

το ρεμπέτικο διαπνέεται από άμεσους ή έμμεσους ψυχολογικούς καταναγκασμούς απέναντι στις γυναίκες. Το ζητούμενο είναι να υποταχθούν, να ηρεμήσουν, να αφεθούν να δαμαστούν. Κατά άλλα, λέγεται ότι, το ρεμπέτικο ύμνησε τις γυναίκες.

Είπατε τίποτα; 

Ένα μικρό παράδειγμα, για τις διαφορές ανάμεσα στο σμυρνέικο και στο πειραιώτικο, σας βρήκα σε δυό τραγούδια. Το ένα(1934) του Δημήτρη Ατραϊδη με τίτλο, "Η γυναίκα μου γκρινιάζει", με τη Ρόζα Εσκενάζι. Δε ξέρω αν οι στίχοι είναι δικοί του. Ο Ατραϊδης ανήκε στην παλιά φρουρά των Μικρασιατών και πολλά απ΄τα τραγούδια το κουβαλούν έντονα το ανατολίτικο στοιχείο.


Ένα χρόνο αργότερα (1935) ο Μάρκος Βαμβακάρης χτύπησε το "Η γκρινιάρα" με μπουζούκι, κιθάρα και ποτηράκια. Διαβάστε τους στίχους και προσέξτε την αλλαγή του ύφους, τις νέες εκφράσεις "θα της σπάσω το κεφάλι", το σημαντικό "διώχνω αυτή μαζεύω δέκα" και το χαιρετισμό "ναι, μπράβο, έτσι, για να τις βάλουμε σε τάξη, ρε Μάρκο"...




Η ΓΚΡΙΝΙΑΡΑ

Η γυναίκα μου γκρινιάζει (βρε),
κι όλο για λεφτά φωνάζει.

Η γυναίκα μου ζηλεύει (βρε),
 με το φυσικό της ρεύει.

Δεν μ΄αρέσουν τέτοια κάλλη (βρε),
θα της σπάσω το κεφάλι.

Δεν με νοιάζει για γυναίκα (βρε),
διώχνω αυτην, μαζεύω δέκα.

Θα της δώσω το ποδάρι (βρε),
κι όποιονε γουστάρει ας πάρει.

Ναι, μπράβο, έτσι, για να τις βάλουμε σε τάξη, ρε Μάρκο!

Δευτέρα, 22 Μαρτίου 2010










Ένα ανώνυμο σχόλιο αναγνώστη
και
η απάντηση που του πρέπει...


Έλαβα το παρακάτω ανώνυμο σχόλιο

Διαβασα κατα λαθος ενα αρθρο γι τον Φωτοπουλο και μου δημιουργηθηκε η εξης απορια...Σου ειπε ποτε η μανα σου ποιος ειναι ο πατερας σου ???? 

που αναφέρεται στο παρακάτω link



Oι επιλογές μου ήταν δυό:
1.  να μη το "δημοσιεύσω" και να κάνω τον ψόφιο κοριό,
2 να το "δημοσιεύσω" και να απαντήσω ανοιχτά, όπως σκοπεύω να κάνω.

Διαλέγω το δεύτερο δρόμο, αν και υπάρχει μιά γενικά παραδεκτή στάση, να μην απαντιούνται, ούτε να δημοσιεύονται τα ανώνυμα σχόλια. Η ανώνυμη επίθεση είναι μιά δειλή πράξη και οι "αξιοπρεπείς" δεν ασχολούνται μ΄αυτά. Εγώ όμως δε χρειάζομαι τον τίτλο της "αξιοπρέπειας" γιατί αυτή η λέξη, όπως και πληθώρα άλλων, έχει κουρελιαστεί και χάσει το πραγματικό της χρώμα, μετά από επανειλημένα ξεπλύματα σε σαράντα κύματα.

Ένας ακόμα λόγος είναι πως η δυσοσμία του σχολίου αντικατοπτρίζει μιά βαρετή και συνηθισμένη νοοτροπία που φυτρώνει στους κόλπους των εραστών του ρεμπέτικου. Κύρια γι αυτό το λόγο απαντώ και εκθέτω το ίδιο το σχόλιο και την απάντησή μου. 

Η σημερινή νεολαία έχει μεγαλώσει κάτω από πολύ δύσκολες συνθήκες και με πολύ κακή εκπαίδευση. Έχει ανδρωθεί σε μιά εποχή δίχως ιδανικά, όπου ακόμα και ο ανδρισμός, ο σωστός ανδρισμός, κλυδωνίζεται, σε μιά χώρα που καθημερινά καταρρέει. Όταν νιώθει κανείς ότι βουλιάζει, κοιτάζει ν΄αρπαχτεί απ΄οτιδήποτε. Το ρεμπέτικο, για παράδειγμα, και ότι εφάπτεται μ΄αυτό, άμεσα ή έμμεσα, είναι κάτι που προσφέρει ένα μάλλον ασφαλές καταφύγιο. Μπαίνει κανείς σε μιά γοητευτική περιοχή πραγμάτων που, ναι μεν είναι πεθαμένα, παραπέμπουν όμως σε σύμβολα και κανόνες που έχουν καθαγιαστεί. Έτσι, φοράει κανείς ένα τραγιασκάκι, μαθαίνει μπουζουκάκι και φαντασιώνεται πως εισπράττει κι αυτός λίγη ευχούλα, όπως έλεγε ο Καραγκιόζης του Σπαθάρη. Δεν ειρωνεύομαι, αν και έτσι φαίνεται, τα νέα παιδιά, τα καταλαβαίνω. Καταλαβαίνω την ανάγκη καθαγιασμού προσώπων του παρελθόντος, προσώπων που στάθηκαν εντάξει σε μιά σειρά από αρχές, όταν όλα γύρω μας γκρεμίζονται και ξεπουλιούνται. Ούτε ειρωνεύομαι βέβαια τη μεγάλη παρηγοριά, τη συντροφικότητα και την έκσταση που προσφέρει το μπουζουκάκι, όταν δε χρησιμοποιείται σα σημαία εν στύσει.

Πέρασα κι εγώ μέσα από την ίδια κωμική "σχολική και περαιτέρω εκπαίδευση" ή αφελή κρεατομηχανή. Δε μ΄έμαθαν αλλά αποφάσισα μόνος μου να μη σκύβω το κεφάλι και να μη διαπραγματεύομαι το δικαίωμα να εκφράζω ελεύθερα τη γνώμη μου. Για οποιονδήποτε και για οτιδήποτε. Επιπλέον, άσκησα τον εαυτό μου στο να επιχειρηματολογώ.

Δίνω μόνος μου δυό ακόμα links που, θεωρητικά, θα μπορούσαν να προκαλέσουν αντίστοιχα εκνευρισμένα, επώνυμα ή ανώνυμα, σχόλια:



"Τολμάω" να ειρωνευτώ τον Βασίλη Τσιτσάνη. Ποιός είμ΄εγώ που θα κρίνω τα λόγια του;  Ο Βασίλης Τστσάνης άφησε πίσω του ένα μεγάλο και άξιο μουσικό έργο. Εγώ, ένας λάτρης του, δεν εμποδίζομαι να πω τη γνώμη μου για κάποια σχόλια που έκανε αυτός ο άνθρωπος, κάποια σχόλια που ήταν υπερβολικά, φουσκωμένα και, ίσως, συμφεροντολόγα, πέρα απ΄το ότι έκφραζε τη γνώμη του. Ουδείς τέλειος.

Όποιος μπορεί να στηρίξει και να δικαιολογήσει μιά άποψή του, είναι ευπρόσδεκτος σε μιά, υποτιθέμενη, Δημοκρατία.

Αν σας κεράσω το ακριβότερο το ακριβότερο και πιό φημισμένο γαλλικό κρασί, δεν είναι καθόλου σίγουρο πως θα σας αρέσει. Μπορείτε, κάλλιστα, να μου πείτε, "προτιμάω τη ρετσινούλα στο ταβερνάκι της γειτονιάς μου". Θέμα γούστου και γευστικών αισθητήριων.

Αν εγώ δε θεωρούσα τον συμπαθέστατο Μίμη Φωτόπουλο σημαντικό ηθοποιό του κινηματογράφου (στο θέατρο δε τον έχω προλάβει), είναι δικό μου πρόβλημα. Ο τόσο μεγάλος εκνευρισμός δείχνει άλλα πράγματα που κρύβονται από πίσω. Το λιγότερο, δείχνει έλλειψη ανεκτικότητας άλλης γνώμης. 
Δε κατηγορώ τον "έτσι" που σχολίασε. Κατηγορώ την κοινωνία μας, το εκπαιδευτικό μας σύστημα και τον έρποντα αυταρχισμό. 

Τελειώνοντας, κατεβαίνω χαμηλά και απαντώ στη "δήθεν κομψή" και φασουλομαγκίτικη καβαλίνα που μου εξαπόλυσε, πλην δε βρήκε το στόχο της γιατί ρίχτηκε σε λάθος άνθρωπο.

Απ΄ότι μου έχει πει η μάνα μου, πατέρας μου ήταν αυτός που γνώρισα. Του μοιάζω άλλωστε. Αν δεν είναι έτσι τα πράγματα, δε με αφορά. Εγώ μεγάλωσα μ΄αυτόν, με πρόσεξε, μιά χαρά ήταν ο άνθρωπος, μ΄όλα τα ελαττώματά του. Τώρα, αν η μάνα μου, όπως και οποιουδήποτε άλλου η αντίστοιχη, είχε δράσει αλλιώτικα στο σκοτάδι, δικαίωμά της.

Λυπάμαι που καταναλώσατε χρόνο γι αυτό το γραφτό.

Μ΄όλο το σεβασμό
Κώστας Λαδόπουλος (elkibra)

Παρασκευή, 19 Μαρτίου 2010


Ένα συρτάρι που έκλεισε απότομα τις προάλλες,
ή ένα σύννεφο που πέρασε επάνω απ΄το φάντασμα της παλιάς Σμύρνης και φταρνίστηκε;
Μιά εξάτμιση μοτοσυκλέτας που πριόνισε το σκοτάδι,
ή μιά καλιακούδα που μπερδεύτηκε και ήχησε σαν αηδόνι;
Ποιός να ξέρει...
Βάθος αμέτρητο και ρηχό ταυτόχρονα, ερωτικό κι απλό
το μεράκι του ρεμπέτικου,
τενεκεδένιο, σαν αναβάτης-περιστεριώνας...


Τετάρτη, 17 Μαρτίου 2010



"Οι σημαίες αυτή τη δουλειά κάνουνε.
Δε μας αφήνουν να ξεχνάμε... Άμα ξεχάσεις
αυτά πού΄παθες, θα στα ξανακάνουνε χειρότερα...
Όσο κρατάει ο κόσμος, πρέπει να μην ξεχνάς...
Να θυμάσαι..."
(λόγια της Αγγέλας Παπάζογλου)

κι εγώ, συμπληρώνω

Ναι, αλλά να θυμόμαστε και ποιοί τo ξεκίνησαν όλο αυτό που οδήγησε στο αίμα και στην εκδίκηση.


Γεωργία Μπλάνα

Ότι κι αν πλησίαζα στη ζωή μου τ΄ακουμπούσα με διαφορετικό, με δικό μου τρόπο. Πάντα τό΄κανα αυτό, πάντα πήγαινα κόντρα και πάντα θα το κάνω, απέναντι σ΄αυτά που θεωρούνται, γενικά κι αφηρημένα, σαν αυτονόητα. Απ΄αυτό το πνεύμα διαπνέονται τα blogs  μου και ξέρω ότι φαίνεται. Καλό ή κακό, δεν έχει σημασία. Σημασία για μένα έχει να μη προδίνω τον εαυτό μου, να παραδέχομαι τη μοίρα μου και να φοράω δικό μου καπέλο.

Έτζι, η εποχή στο ρεμπέτικο μετά το ΄40, μ΄αφήνει αδιάφορο, με πολλές εξαιρέσεις βέβαια. Ξημέρωσε ένας καινούριος κόσμος, μας χτυπήσαν δραματικές περιπέτειες, η ψυχοσύνθεση άλλαξε. Συμπονώ, αλλά οι μετέπειτα μουσικές δε μ΄ακουμπάν, όπως αυτές της μαγικής δεκαετίας του ΄30.

Όμως, πονάω κι αγαπάω πολύ τις γυναίκες. Όλ΄αυτά τα κοριτσόπουλα που φαντασιώνονταν ότι θα γίνουν πετυχημένες τραγουδίστριες και δοκίμασαν τη τύχη τους στην ανδροκρατούμενη δισκογραφία. Η πλειοψηφία εξαφανίστηκε γιά διάφορους λόγους Αποσύρθηκαν μόνες τους, τις απέσυραν, είδαν το αδιέξοδο, διαλέγετε και παίρνετε. Κάποιες απ΄αυτές είχαν εκπληκτικές φωνές. Η Μαρίκα Καναροπούλου, για παράδειγμα, ήταν μεγάλη τραγουδίστρια κι εξαφανίστηκε.

Χτες, από μιά σύμπτωση, άκουσα μέσα στο πολύτιμο sealabs μιά τραγουδίστρια της δεκαετίας του ΄50 που την αγνοούσα. Γεωργία Μπλάνα, τ΄όνομά της. Όταν άκουγα παλιά το "Στα κάτεργα κατάδικος" του Τατασόπουλου, δεν είχα την ωριμότητα να προσέξω ότι υπήρχε και μιά δεύτερη γυναικεία φωνή, αυτή της Γεωργίας Μπλάνας. Την άκουσα τώρα λοιπόν, στα 13 τραγούδια που υπάρχουν στις λίστες του sealabs. Μού΄κανε εντύπωση η φωνή της. Μου θύμιζε αρκετά τις παλιότερες του ΄30, λίγο το μέταλλο της Μηττάκη, ένιωσα ότι η φωνή της πατούσε γερά κι ότι η άρθρωσή της ήταν πολύ καλή. Εκφραστική. Ένιωσα ακόμα πως αν είχε δίπλα της ένα μουσικό, σα τον Τσιτσάνη ας πούμε, που θα τη δίδασκε, θα μπορούσε, ίσως, να κάνει σπουδαία τραγούδια.

Ποιά ήταν αυτή η γυναίκα;  Έψαξα στο Διαδίκτυο και δε παραξενεύτηκα που απογοητεύτηκα. Ποιός ενδιαφέρεται για τέτοια πράγματα, για τραγουδίστριες που δε συνέχισαν, που τις πήρε το μαύρο ποτάμι, που δε τις φώτισαν οι προβολείς... T΄όνομά της υπάρχει σε 1-2 CD´s που θέλουν να πουλήσουν και, τίποτ΄άλλο. Εδώ δε γράφουν και δε ψάχνουν για τη Ρίτα Αμπατζή, το μεγαθήριο, για τη Γεωργία Μπλάνα θα γράψουν;

Αν, κατά λάθος, διαβάσετε αυτές τις γραμμές και τυχαίνει να ξέρετε κάτι, κάποια φωτογραφία της, κάτι, θα ήμουν ευγνώμων αν αφήνατε ένα μήνυμα.

Αντιγράφω πρόχειρα δισκογραφικά στοιχεία, δανεισμένα από το sealabs

1.   Στα κάτεργα κατάδικος (1951), Τατασόπουλου - Μπίνης, Γ. Μπλάνα
2.   Η Ελένη απ΄τη Δράμα (1955), Μπιττίνη, Τρίμμη - Γ.Μπλάνα, Β. Περπινιάδης
3.   Τ΄ορφανό (1955), Μπιττίνη, Τρίμμη - Γ. Μπλάνα
4.   Το χελιδόνι μου (1956), Aγγελή, Τρίμμη - Γ. Μπλάνα
5.   Για μένα σύρε το χορό (1956), Μπιττίνη - Γ. Μπλάνα
6.   Δε θέλω προίκα (1956), Αγγελή, Τρίμμη - Γ. Μπλάνα
7.   Παντρεύεται η Αναστασιά (1956), M. Χρυσαφάκη - Γ. Μπλάνα
8.   Μιά λυγερή απ΄τη Λειβαδιά (1956), Mπιττινή - Γ. Μπλάνα
9.   Τρεις βοσκοπούλες (1956) Μ. Χρυσαφάκη - Γ. Μπλάνα
10. Εγώ είμαι μιά αμαρτωλή (1956) Β. Περπινιάδη - Γ. Μπλάνα

Αχρονολόγητα

1.   Η γυναίκα που μ΄αρέσει, Μπιττίνη - Γ. Μπλάνα
2.   Είδα μιά Θεσσαλιώτισσα, καλαματιανός - Γ. Μπλάνα


(απομένει δείγμα της φωνής της)

Κυριακή, 14 Μαρτίου 2010





Ψίθυροι πάνω σε τρεις φωτογραφίες...


Ο άνθρωπος γεννιέται, μεγαλώνει, κάτι βρίσκει κι ασχολείται μ΄αυτό στη ζωή του, γερνάει, πεθαίνει. Ασήμαντο σα γεγονός. Εξαρτάται από ποιά οπτική γωνία θα το δούμε. Μετά, μπαίνουμε στα φύλα.

Απ΄τα θηλυκά συνήθως μαθαίνουμε (βλ. ασχολούμαστε)λίγα. Ζήσαν μυριάδες γυναίκες μες τη σιωπή, κανάκεψαν, υπηρέτησαν, δούλεψαν, γέννησαν, γέρασαν και πέθαναν.

Τ΄αρσενικά ζουν έξω στον κόσμο στη χλαβοή. Η πλειοψηφία παντρεύεται κι αυτό τους σώζει απ΄την καταστροφή και τη ξεδοντιασμένη μοναξιά. Αυτοί που δε το κάνουν τελειώνουν σε μιά θαμπάδα...

Τους ανθρώπους, όταν φεύγουν, τους θυμόμαστε απ΄αυτά που αφήνουν πίσω τους. Καλές ή κακές αναμνήσεις. Όσους δημιούργησαν κάτι και έμεινε, τους θυμόμαστε πιό πολύ. Όταν έχουν αφήσει τη φωνή τους και γράψει τραγούδια, είναι σα νά΄χουν αφήσει ένα ζωντανό κομάτι ανάμεσά μας.


Ο, ουσιαστικά, ξεχασμένος άνθρωπος αυτής της γαλαζωπής φωτογραφίας (απ΄το εξώφυλλο CD της σειράς Κουνάδη), είναι ξαπλωμένος σε μιά εξοχή και ακουμπάει το σώμα στον αγκώνα του. Τα δυό του μάτια είναι σκιασμένα, κάτι που γίνεται στις φωτογραφίες αλλά, στην περίπτωσή του, συνέβαινε και στην πραγματικότητα. Η όρασή του ήταν περιωρισμένη, μαθαίνουμε από ένα βιαστικό και λειψό βιογραφικό που άφησε ο Τ. Σχορέλης.

Υπάρχει και αυτή η φωτογραφία που, ίσως, είναι κατοπινότερη,




Και τέλος αυτή, όταν είχε περάσει στο περιθώριο, στις "πίσω θέσεις", μεγάλος πιά (στη δεύτερη σειρά, δεξιά, μ΄ένα καλοκάγαθο χαμόγελο)



Ο άνθρωπός μας λεγόταν Κώστας Καρίπης, ή Καριπόπουλος, ή Καριπάκι
και ανήκε στην πρώτη σειρά των μεγάλων Μικρασιατών συνθετών και τραγουδιστών.
Ήρθε στην Ελλάδα το 1922, έχοντας πίσω του μιά 40ετή θητεία στη μουσική, μπήκε ενεργά στη δισκογραφία to 1925 και μετά τη λογοκρισία ανήκε σε μιά τετράδα (Νούρος, Νταλκάς, Σωφρονίου) που, πιστεύεται, δε μπόρεσαν να προσαρμοστούν στις νέες συνθήκες. O Kαρίπης όμως σταμάτησε απλώς να τραγουδάει, δε σταμάτησε να παίζει, ούτε να συνθέτει. Η κιθάρα του ακούγεται σ΄ένα καθοριστικά μεγάλο κομμάτι του πειραιώτικου ρεμπέτικου, στους δίσκους Columbia.
Mετά το 1950 (;) και μέχρι το θάνατό του το 1952 (;), έχω διαβάσει κάπου ότι απομονώθηκε, κανείς δεν ήξερε που μένει, χάθηκε. Αυτό ήταν. Προφανώς, πέθανε μόνος του όπως τόσοι και τόσοι. Συγγενείς; "Φίλοι" που τον έψαξαν; Άγνωστο. Δε παντρεύτηκε, βλέπετε...

Σκέφτομαι καμιά φορά, καλά οι "άλλοι" που αδιαφόρησαν γιά τους Μικρασιάτες μουσικούς. Οι πατριώτες τους; Πως γίνεται να μην υπάρχει κάποιο Ίδρυμα με συγκεντρωμένη την προσφορά όλων αυτών των ανθρώπων; Θύματα της "εκστρατείας ντροπής" που εξαπέλυσε το ελληνικό "κράτος" και οι παρακεντέδες του...
Τώρα θα σας δώσω τρία μικρά δείγματα της τέχνης του Κώστα Καρίπη.
Το πρώτο, η "Γειτονοπούλα", ένα τρυφερό ερωτικό τραγούδι του παλιού καιρού, στην ατμόσφαιρα των τραγουδιών της Σμύρνης:

Το δεύτερο, το γνωστό "Μάγκικο", στην εκτέλεση με τη Ρίτα Αμπατζή:


Και το τρίτο, το "Κατινάκι", ένα από τα δυό-τρία ρεμπέτικα όπου "μιλάει" ένα ήδη εκλιπών...
Αστείοι είναι οι άνθρωποι. Λατρεύουν πρώτα κάποιον/α σαν είδωλο, κατόπιν τον/την ξεχνούν και μετά, τον/την ξανανακαλύπτουν (όταν το κάνουν), στα γεράματα.
Στην περίπτωση όμως του Καρίπη, όπως και μ΄όλους/ες τους/τις Μικρασιάτες/σσες, πλην της Ρόζας, δε συνέβη κάτι τέτοιο. Παράξενο; Όταν τους θυμήθηκαν αυτοί/ές βρίσκονταν από πολλά χρόνια πριν στα χορταράκια...


Τέλος, γιά την περίπτωση (και όχι μόνο) του Καρίπη-κιθαρίστα, είναι γνωστή η αχαριστία και η υποτίμηση της κιθάρας, δίπλα στο ,"όλα τα σφάζω, όλα τα μαχαιρώνω", μπουζούκι, όταν η κιθάρα είναι απαραίτητο συμπλήρωμά του και πολύ πιό δύσκολο όργανο απ’΄αυτό. Σπανιότατα, στις μέρες μας, μπορείς ν΄ακούσεις άξια και στιβαρή ρεμπέτικη κιθάρα.

Θαυμάζω τους ανθρώπους που, ενώ θα μπορούσαν να περάσουν σε όργανο που θα τους φέρει στις "πρώτες θέσεις", προτιμούν να μείνουν στις δεύτερες και στος τρίτες.