Δευτέρα, 16 Νοεμβρίου 2009

Πρόσκληση

Σας καλώ στο blog  
elkibra-Ritaabadzi.blogspot.com
και στο blog της αδερφής της  
 http://elkibra-sofiaabdzi.blogspot.com/

Τζάνεμ΄ποταμέ μου

Ένας δαιμονικός παραδοσιακός καλαματιανός με το Ριτάκι


Δυό Μεγάλοι και σεμνοί άνθρωποι - διδάγματα (2)

Έχοντας δει αυτούς τους δυό άξιους ανθρώπους και την απέραντη σεμνότητά τους, είναι δύσκολο να εμποδιστεί το μυαλό να κάνει κάποιες σκέψεις και κάποιους παραλληλισμούς.
Μιά σκέψη πηγαίνει προς αυτούς που, παλιότερα (αλλά και τώρα), είχαν τις δυνατότητες να χειρίζονται και να διαθέτουν μιά κινηματογραφική μηχανή. Πώς γίνεται να υπάρχουν ένα σωρό άλλα κινηματογραφικά ντοκουμέντα και πλήρης έλλειψη αντίστοιχων που να αναφέρονται στη μουσική ιστορία του τόπου; Ποιός διανοήθηκε (έστω και γιά καθαρά αρχειακούς ή λαογραφικούς λόγους) να τραβήξει ντοκουμέντα από την κοινωνική ζωή των προσφύγων του ΄22; Κανείς, απ΄ότι ξέρουμε. Ήταν ενοχλητικά εκζέματα στο σώμα της "υγειούς"ελληνικής κοινωνίας. Ποιός όμως, γιά να πάμε λίγο παραπέρα, ενδιαφέρθηκε να τραβήξει ντοκουμέντα από την, ας πούμε, μικρο-"επανάσταση" που έγινε στα μουσικά πράγματα του τόπου, όταν οι "νερουλοί/ές" άρχισαν να κατεβαίνουν στα μπουζούκια, ας πούμε την εποχή της στροφής του Χιώτη; Πάλι κανείς. Αν δεν ήταν οι ελληνικές ταινίες που το έκαναν, όπως το έκαναν, με τον επιτηδευμένο και αφελή τρόπο, δε θά΄χαμε τίποτα. Μήπως δεν υπήρχαν τα μέσα; Σαφώς και υπήρχαν, όσο περιωρισμένα και νά΄ταν. 


Γιατί μόνο ο Π. Κουνάδης, αργοπορημένα αλλά, "κάλλιο αργά παρά ποτέ", είχε τη φαεινή ιδέα να φέρει το Μαθουσάλα Γιώργο Κατσαρό στην Ελλάδα; Και γιατί ο Κατσαρός όταν, ήδη τότε, ζούσαν αρκετοί από τους παλιούς; Γιά λόγους εξωτικούς βέβαια, γιατί ο Κατσαρός ήταν ένα είδος μυθικού προσώπου που ζούσε στις ΗΠΑ, δε τον είχαμε δίπλα μας, όπως είχαμε, ας πούμε, τον Ασίκη, το Νούρο γιά να τον αγνοήσουμε, όπως και θα κάναμε αν ζούσε στην Ελλάδα...
Ας μη συνεχίσουμε μ΄αυτό. Ας το κλείσουμε, υπενθυμίζοντας τη σεμνότητα του Akira Kurosawa που είπε πως, μετά απ΄όλ΄αυτά που είχε κάνει, δε νιώθει να έχει καταλάβει ακόμα την τέχνη του φιλμ. Ας συγκρίνουμε αυτό το σεμνό σχόλιο με έναν δικό μας σκηνοθέτη που έχει άμεση σχέση μ΄αυτό που καταγίνονται τα blogs μου, το ρεμπέτικο, που έχει αφήσει να εννοηθεί πως πιστεύει ότι είναι απ΄τους μεγαλύτερους σκηνοθέτες του κόσμου, μετά τον Orson Welles............................................................................................................

Σάββατο, 14 Νοεμβρίου 2009

από το βιβλίο του Κώστα Βλησίδη, ΣΠΑΝΙΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΓΙΑ ΤΟ ΡΕΜΠΕΤΙΚΟ (1929-1959), εκδόσεις του ΕΙΚΟΣΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ, σελ. 240

 Γιάννης Σκουριώτης*– Κοινωνιολογική Έρευνα, τχ.1 [Απρίλιος-Ιούνιος 1957] και τχ. 2-3 [Σεπτέμβριος-Δεκέμβριος 1957]

 «...Από πολιτιστική όμως και ψυχοπλαστική άποψη, σαν περιεχόμενο (τα ρεμπέτικα) είναι φθοροποιά και γιά τούτο η διάδοσή τους είναι κοινωνικά επιζήμια. Αυτά πρέπει ν΄αφήνονται κλεισμένα στον δικόνε τους κύκλο, απ΄όπου και πάλι θα κάνουν τη ζημιά τους όπως είπαμε παραπάνω (αριθ. 10) αλλά τουλάχιστον θα την κάνουν έμμεσα και περιορισμένα.¨Ωσπου η μεταβολή του οικονομικού και κοινωνικού συστήματος να εξαφανίσει τη ρίζα του κακού, δηλαδή τους άρρωστους κύκλους καθεαυτούς».

”... Αλλά και περισσότερο από καθε άλλον λαό θα είχαμε ζημιά με την ακαταλόγιστη καλλιέργεια και διάδοση του ρεμπέτικου, που μας ξεμακραίνει από τα άλλα, τόσο άξια και λεβέντικα δημοτικά μας γιά να μας ταυτίσει με τα μολυσμένα και ξενότροπα
προϊόντα του κοινωνικού μας βούρκου και τις ακόμα χειρότερες απομιμήσεις τους – σε μιά αχαρακτήριστη προσπάθεια εκφαυλισμού του ύγειου λαϊκού αισθήματος που ως τώρα προσεκτικά τα κρατούσε στο περθώριο της οικογενειακής και της κοινωνικής μας ζωής»

* γνωστός μαρξιστής διανοητής και μεταφραστής του Κεφαλαίου του Μαρξ.

Είπε έτσι, στ΄αλήθεια, ο θεός ή μας κορόιδεψαν;






"Και ευλόγησε αυτούς (Αδάμ και Εύα) ο Θεός και είπε προς αυτούς ο Θεός, αυξάνεσθε και πληθύνεσθε, και γεμίσατε την γην, και κυριεύσατε αυτήν, και εξουσιάζετε επί των ιχθύων της θαλάσσης και επί των πετεινών του ουρανού, και επί παντός ζώου κινουμένου επί της γης"...

Eίπατε τίποτα;

Τρίτη, 10 Νοεμβρίου 2009

Γιά όσους/ες ενδιαφέρονται






To CD Mortika, ένα απ΄τα πιό υπεύθυνα CD που κυκλοφορούν στην αγορά, κυκλοφόρησε και σε δίσκο βινύλιου με το παρακάτω εξώφυλλο





Θα το βρείτε εδώ

Κυριακή, 8 Νοεμβρίου 2009











O Xιώτης, το τετράχορδο, τα "σαλόνια" 
και η "ανάπτυξη"...





Προειδοποίηση

Οι σκέψεις που θ΄ακολουθήσουν είναι αιχμηρές. Μπορεί να θεωρηθούν ανάποδες, ρομαντικές, ουτοπικές, εκτός πραγματικότη- τας και ότι άλλο... Θα ξεκινήσουν από το Μανώλη Χιώτη και θα καταλήξουν στο άγνωστο...


  Ο Μανώλης Χιώτης ήταν ένας Μεγάλος συνθέτης και Μεγάλος δεξιοτέχνης του μπουζουκιού. Αυτό το ξέρουν και το δέχονται όλοι/ες. Αυτοί που τον έζησαν από κοντά λένε πως ήταν καλό παιδί, σωστός με τους συνεργάτες του, ξηγημένος κλπ. Πολύ πιθανό να ήταν έτσι.

   Ο Μανώλης Χιώτης έκανε ένα μεγάλο, γιά την εποχή του, "τόλμημα". Πρόσθεσε μιά διπλή χορδή στο μπουζούκι και το έκανε και ηλεκτρικό, επιτρέποντάς του να "απογειωθεί" 
Κάποια στιγμή εγκατέλειψε τα παλιά του εξαιρετικά (για να μη πω αριστουργηματικά) ρεμπετοειδή τραγούδια του και πέρασε κάπου αλλού. Ακολούθησε τις "επιταγές" της εποχής του, τη στροφή δηλαδή της ελληνικής κοινωνίας μετά τον Εμφύλιο και συνέθεσε μιά μεγάλη σειρά από ελαφρά, κατά τη γνώμη  μου, τραγουδάκια-αηδίες που τα περισσότερα γίναν, όπως ήταν αναμενόμενο, μεγάλες επιτυχίες. Απευθύνθηκε σ΄ένα κόσμο που είχε ανάγκη να ξεχάσει και ήταν έτοιμος να ξεπουληθεί γι αυτό. Οι επιτυχίες του τραγουδήθηκαν και από τους "άλλους/ες", τους νερουλούς δηλαδή και νερουλές που πήγαιναν στα μαγαζιά που έπαιζε, γιά να θυμηθούν τη δική τους λαϊκή καταγωγή πλην, περιτυλιγμένη σε ζελατινοειδές σελοφάν.

   Θυμάμαι, σκαρφαλωμένος πάνω σ΄ένα κοτέτσι μαζύ με την υπόλοιπη τσακαλαρία δίπλα απ΄το θέατρο Ριάλτο, που τον έβλεπα να παίζει και να τραγουδάει με την τότε μούσα του Μαίρη Λίντα που είχε φορέσει "καλλιτεχνικό" όνομα, όπως πολλές της εποχής της.
Τον έβλεπα λοιπόν με το λαμέ κουστούμι του να προχωρά στη σκηνή, ενώ η Μαίρη Λίντα λικνιζόταν τραγουδώντας "Πάρε με στο τηλέφωνο", "Περασμένες μου αγάπες", "Ηλιοβασιλέματα" και θυμάμαι πως όλ΄αυτά δε μου λέγαν τίποτα. Όχι πως είχα καμιά συνείδηση ή τεκμηριωμένη άποψη τότε. Κουβαλούσα κι εγώ μπέρδεμα μέγα. Έβρισκα το τσα-τσα πολύ μονδέρνο, άκουγα αμερικάνικη μουσική, διάβαζα το περιοδικό Μάσκα με αστυνομικές ιστορίες, Batman, Spiderman κτρ. και,πάνω απ΄όλ΄αυτά, εκστασιάστηκα όταν είδα στον κινηματογράφο Κυψελάκι την ινδική ταινία "Γη ποτισμένη με ιδρώτα". 


Δεν ήμουνα ο μόνος. Το φιλμ αυτό ήταν το εναρκτήριο λάκτισμα γιά να γίνει η στροφή προς τα ελληνικά ινδοπρεπή τραγούδια. Στην πράξη αυτό σήμαινε πως κάποιοι πήγαιναν στην Ινδία, γύριζαν με μερικές εκατοντάδες δίσκους και διάφοροι έλληνες συνθέτες τα κατακλέβαν, φορώντας τους ελληνικούς στίχους ή, φτιάχναν παρόμοια, "εμπνευσμένοι" απ΄αυτά.
Τελοσπάντων, καταλαβαίνετε τι μπέρδεμα μ΄έδερνε και βέβαια, απέκρουα με βδελυγμία κάθε τι που είχε κλαρίνο κτρ.

   Πάμε πίσω στο Χιώτη. Ο άνθρωπος λοιπόν έκανε μιά μεγάλη καριέρα με πολλά σαχλοτράγουδα και δεν ήταν παράξενο. Είχε πιάσει το σφυγμό, τα δάχτυλά του τρέχαν σα δαιμονισμένα, όλοι τον θαύμαζαν. Άσε την πλειάδα των ελληνικών ταινιών όπου εμφανίστηκαν η Λίντα κι αυτός, εν μέσω γενικής σαχλαμάρας.




Κάπου κάπου, πετούσε και μερικά μικρά αριστουργήματα που έδειχναν πόσο μεγάλος είναι, ότι το ταλέντο υπήρχε μέσα του ανέπαφο, οι 
εξωτερικές ανάγκες όμως...

Όταν μιλάει κανείς έτσι γιά κάποιον που λατρεύεται κινδυνεύει να θεωρηθεί τρελός, υπερφίαλος ή, σ΄ότι αφορά τους ρεμπέτικους 
κύκλους, κολλημένος στο παραδοσιακό ρεμπέτικο και πως δεν άντεξε να παρακολουθήσει τους νεωτερισμούς του Χιώτη. Δε πρόκειται όμως γι αυτό. Πρόκειται γιά το ότι το πακέτο Χιώτη ήταν το κύριο βήμα προς το "θάνατο" μιάς παράδοσης που είχε άλλο χαρακτήρα κι άλλη 
λειτουργία. Είχε τη λειτουργία της παρηγοριάς και πέρασε στο 
χαρακτήρα της "λαμέ ψυχαγωγίας".
Ο άνθρωπος αυτος ήταν ένας εκπληκτικός μουσικός, αλλά οι παλιότε-ροι κρυστάλλινοι, συλλαβιστοί ήχοι του μπουζουκιού (ακόμα κι ενός άλλου δεξιοτέχνη σα τον Βασίλη Τσιτσάνη), που ήταν τυλιγμένοι με μεράκι και συναίσθημα, μεταβλήθηκαν απ΄τα δάχτυλά του σ΄ένα 
ορμητικό καταρράκτη δεξιοτεχνίας. Η δεξιοτεχνία είναι φλύαρη, 
αναιδής και παραμερίζει το συναίσθημα, ιδιαίτερα όταν 
χρησιμοποιείται από ανθρώπους με Υπερ-εγώ σα τον Χιώτη.
Η εξέλιξη, θα μου πείτε, η αλλαγή των καιρών, δε μπορούμε να 
μένουμε στα ίδια, ο κόσμος αλλάζει. Ναι, πραγματικά.


Σ΄αυτό το σημείο αλλάζω πορεία και μπαίνω στο θέμα της γενικό-τερης πίστης σ΄αυτό που αποκαλούμε εξέλιξη.Το video, στην αρχή του σημειώματος, δείχνει κάποιους Ηπειρώτες μουσικούς που παίζουν 
ένα Πωγωνίσιο. Το ταινιάκι δείχνει έναν πολύ καλό τραγουδιστή, 
όπως ήταν οι τραγουδιστές του παλιού καιρού. Ο άνθρωπος δεν έχει 
εξελιχθει, όπως θα λέγαμε σήμερα. Ζει στο παρελθόν, χρησιμοποιεί παλιούς τρόπους. Οι λήψεις απ΄τη ζωή του γύρω χώρου, με εξαίρεση αυτόν που πήγε εκεί πάνω με λευκό σακάκι(...), δείχνουν μιά κοινωνία που είναι, τουλάχιστο σ΄ότι αφορά τους μεγαλύτερους στην 
ηλικία ανθρώπους, αγκυροβολημένη στο παρελθόν. Υπανάπτυξη, θα 
μπορούσε κάποιος/α να πει.


Την έννοια "ανάπτυξη/εξέλιξη" την πιπιλάμε σα κάτι αυτονόητο, 
χωρίς να σκεφτόμαστε τις συνέπειές της. Συνέπειες και στο προσω-
κό και στο γενικότερο επίπεδο.
Ζω σε μιά μετα-βιομηχανική κοινωνία που έχει από χρόνια κατακτή-
σει τον υψηλότατο βαθμό "ανάπτυξής" της. Αν είσαστε εδώ και βλέ-
πατε τους πολίτες της, θα σας έπιανε κατάθλιψη.
Στο σημερινό φύλλο της μεγαλύτερης πρωινής εφημερίδας, διαβάζω τα παρακάτω:

"το κλειδί γιά το μέλλον είναι να 
ενδυναμώσουμε την εξέλιξη/
ανάπτυξη και να μειώσουμε την
ανεργία. Ένα εργαλείο γι αυτό 
είναι οι αυξήσεις των μισθών..." κλπ.

Οι κοκκινισμένες λέξεις αντιπροσωπεύουν τρεις αντιμαχόμενες έννοιες. Όσοι/ες καταλαβαίνουν τι γίνεται στον κόσμο αυτή τη στιγμή 
ξέρουν ότι δεν είναι λογικό να μιλάμε γιά συνεχιζόμενη ανάπτυξη 
(άσχετα αν έτσι θα γίνει) σύμφωνα με το τρέχον μοντέλο και όχι 
με ένα εναλλακτικό. Η μείωση της ανεργίας είναι φρούδα ελπίδα και μόνο ευκαιριακά μπορεί να επιτευχθεί, αν πάρουμε υπόψη μας τον 
όλοένα αυξανόμενο αυτοματισμό. Τέλος, οι αυξήσεις μισθών σε 
περίοδο σταθερής και συνεχιζόμενης κρίσης, ακούoτναι σαν αστείο.


Έχω φύγει πολύ μακριά και κλαδεύω κλίματα πάνω στα σύννεφα. ξανα-γυρίζω λοιπόν στο Χιώτη και κλείνω.
Ο Χιώτης, από ένα σημείο και πέρα, ήταν ένα μικρο-σύμβολο μιάς, 
κατά τη γνώμη μου,λανθασμένης πορείας που δεν είχε να κάνει μόνο με μουσικές φόρμες. Μιάς πορείας που αποχαιρετάει την ψυχή και 
κάνει τουρισμό μέσα στην αλλοτρίωση του κιτς. Δεν έφταιγε, δε 
τό΄ξερε, αυτός ήταν ο χαρακτήρας του. 
Απ΄αυτή την πορεία είναι δύσκολη η απαγκίστρωση αν και... αν και,κάποια αχνά σημάδια φαίνονται κι άλλωστε, το μόνο που πρόλαβε να φτερουγίσει και να χαθεί απ΄το πιθάρι της Πανδώρας ήταν η ελπίδα
και η ελπίδα είναι η σωτηρία και, ταυτόχρονα, ένα εργαλείο αυτοκοροϊδίας του ανθρώπου...



Παρασκευή, 6 Νοεμβρίου 2009

Με τον τρόπο του Κ.Λ....


Περιγραφή του κλειδιού που μου ανοίγει τη δική μου πόρτα στα μικρασιάτικα+ρεμπέτικα
Πρόλογος - Τα blogs δε τά'χω γιά να μιλώ γιά μένα. Αν το κάνω κάποιες στιγμές, το κάνω στο όνομα της επικοινωνίας και της προσφοράς. Κάποιους απ' τους δρόμους της ζωής τους περνάνε όλοι. Η χαρά της προσωπικής ανακάλυψης πραγμάτων και λεπτομερειών είναι προσωπικό και αναφαίρετο δικαίωμα του/της καθενός/μιάς. Πιστεύω όμως σε κάτι και λέω: είναι λάθος να λες στους ανθρώπους, "όταν θα πάρεις αυτό το δρόμο, πρόσεξε μιά λακούβα που έχει στη μέση, πρόσεξε και ψηλά αριστερά, στη διακόσμηση της πρόσοψης του τρίτου σπιτιού, την ουρά μιας γοργόνας;". Μιλάω συμβολικά και εννοώ πως βοηθάς (;) τον άλλο άνθρωπο να κερδίσει κάτι που, ίσως, να του/της διέφευγε.
Μ' αυτή τη διάθεση γράφω τα παρακάτω γιά τη σχέση μου με τα μικρασιάτικα+ρεμπέτικα και γιά το δικό μου κλειδί...

Δεν είμαι ρεμπετολόγος. Δεν είμαι ερευνητής. Δε καμώνομαι πως είμαι κάτι απ' αυτά που δίνουν τίτλους. Απόκτησα ένα και μοναδικό πάθος ως τώρα (να το πω πάθος; Δε ξέρω), τα ρεμπέτικα. Με το δικό μου τρόπο όμως. Δε "κόλλησα", δεν έγινα φανατικός (= τυφλός), μανιακός. Έχω ένα φίλο που έλεγε, παλιότερα, γιά μένα, "ο Κ.Λ. είναι ένας άνθρωπος που αν τύχει ν΄ακούσει κάτι άλλο εκτός από ρεμπέτικα, ΑΝ ΤΥΧΕΙ, βάζει δίπλα μιά συσκευή που βγάζει ένα "xxxxx" (όπως οι παλιοί δίσκοι), γιατί αλλιώς δε μπορεί...". Χαριτωμένη κρίση ήτανε, πλάκα μου έκανε, το εννοούσε όμως κιόλα. Δεν ήταν αλήθεια. Άκουσα πολύ και διαφορετική μουσική, περνώντας απ' όλα τα γνωστά κανάλια. Κι αν στάθμευσα σ' αυτή τη μουσική και θέλησα να καταδυθώ στα βαθύτερα ύδατά της, είναι γιατί μου πρόσφερε τις μεγαλύτερες χαρές, τις πιό έντονες στιγμές έκστασης, με γέμισε λουλούδια και το σημαντικότερο (μιλώντας για τα μικρασιάτικα κυρίως), με βοήθησε, αρκετά αργά, δυστυχώς, να καταλάβω τι συνέβαινε στη ζωή μου, γιατί ήθελα και γιατί αποστρεφόμουνα κάποια πράγματα.
Τί εννοώ; Είμαι γόνος Μικρασιατών, απ' τη μεριά του πατέρα μου. Μέχρι τα 7 μου ζούσα στη Θεσσαλονίκη, όπου και γεννήθηκα. Κανείς ποτέ από το σόι δε μου είπε, γιατί εξαφανίστηκε ένας στους τέσσερεις κατοίκους στη Θεσσαλονίκη (εννοώ τους Εβραίους που τους πήγαν στα στρατόπεδα του εξολοθρεμού). Κανείς δε μου είπε γιά τους Μικρασιάτες πρόσφυγες, ενώ το μισό μου σόι αποτελούνταν από τέτοιους. Και καλά, ήμουνα μικρός τότε, τί να μου πουν; Μα, δε τό'καναν ούτε και ποτέ άλλοτε. Καταλαβαίνω τους λόγους, δε το συχωρώ όμως. Εδώ, ας ξαναθυμηθούμε αυτό που γράφω στον πρόλογο, σχετικά με το ότι αφήνουμε τους ανθρώπους ν' ανακαλύψουν μόνοι τους τα πράγματα, ΑΝ ΤΑ ΑΝΑΚΑΛΥΨΟΥΝ, γιατί δε προλαβαίνουμε, δε το σκεφτόμαστε, αδιαφορούμε... Τελοσπάντων, ένα απλό γεγονός, η ανάσα της Ρίτας Αμπατζή ανάμεσα σε δυό φράσεις, στο πεντακάθαρο CD RITA ABADZI 1933-1938, Heritage HT CD 36, άναψε ένα δυνατό φως και "γνώρισε ο νιός τον εαυτό του". Από κείνο το δευτερόλεπτο, από κείνη την ανάσα που έδρασε σα καταλύτης, άρχισε μιά επιστροφή σε παλιά τοπία, μιά καθέλκυση παλιών αναμνήσεων και, κομματάκι-κομματάκι, άρχισα να βρίσκω αυτά που χρειαζόμουνα γιά ν' απαντήσω σε ερωτηματικά που με βασάνιζαν και τα κουβαλούσα μιά ζωή.

Ο τρόπος μου τώρα:
Είμαι σαράντα χρόνια μέσα στο ρεμπέτικο. Έπαιξα, τραγούδησα, γνώρισα ανθρώπους και "την έκανα", όπως λένε, την κατάλληλη στιγμή, όταν ένιωσα ότι το πράγμα επαναλαμβανόταν και δε μού'λεγε πιά. Τράβηξα ένα άλλο μονοπάτι παίρνοντας αποστάσεις, ακολούθησα ένα μοναχικό δρόμο περισυλλογής. Άρχισα να ξανακούω τραγούδια, που τά'χα ακούσει χιλιάδες φορές, μ' έναν άλλο τρόπο, ερχόμενος πιό κοντά τους. Άρχισα να προσέχω και ν' ανακαλύπτω λεπτομέρειες που δεν είχα προλάβει να δώσω προσοχή. Καταλαβαίνοντας, από άλλες συγκυρίες, τις αλληλουχίες της ζωής, άρχισα να τραβώ παράλληλα νήματα ανάμεσα στα βουλιαγμένα ρεμπέτικα και το σήμερα (που του "διαφεύγω" τεχνηέντως), και το μέλλον που πολύ μ' ενδιαφέρει. Δεν αφέθηκα να παραπλανηθώ απ' όλ' αυτά, τα "φάκτα" όπως τα λένε, που είπαν οι παλιοί, αυτά που καταγράφηκαν. Είναι απόλυτα χρήσιμα, αλλά προσπάθησα να καταλάβω και να φανταστώ τι κρυβόταν πίσω απ' τα μισόλογα και τις φουσκωμένες απόψεις.
Γιά παράδειγμα, αν διαβάσει κανείς τι έχει πει ο Νίκος Μάθεσης (ο Τρελάκιας), καταλαβαίνει κάποια στιγμή ότι ο άνθρωπος ήταν απόλυτα μπερδεμένος, σαχλαμαράκιας, ύπουλος "νταής" και, κάτι που μετράει γιά μένα, είχε τις οικονομικές πλάτες του μπαμπάκα του που πουλούσε ψάρια, όταν ο γιόκας αλάνιζε στις πιάτσες του Περαία, πολεμώντας ν' αναγνωριστεί σα μάγκας και νταής. Ωραία και γοητευτικά όλ' αυτά, αλλά κάποια στιγμή, όταν περνάν τα νιάτα, κάνουν "γκελ", σού'ρχονται πίσω και τα πληρώνεις με ψηλούς τόκους... Ο πολύς Μάθεσης πρέπει να ήταν ένας πολύ μόνος άνθρωπος, και προς το τέλος, ίσως, το ψιλοκατάλαβε ότι δε τον εκτιμούσε κανείς. Συνέχισε όμως, στις συνεντεύξεις και τα γραφτά του, να κάνει τον καμπόσο και το γκιουλέκα, ενώ τα μπόσικα είχαν προ πολλού τελειώσει. Η περηφάνεια του παλιού μάγκα-νταή, μπορεί να πουν κάποιοι. Η μαλακεία. λέω εγώ. Προτιμώ χίλιες φορές την κλάψα του Μάρκου Βαμβακάρη, αλλά αυτό είναι ένα άλλο θέμα που θα το πιάσουμε κάποια άλλη στιγμή. Ο Μάθεσης, κατά το τέλος, "ανακάλυψε" (γνωστή αντρική συμπεριφορά) ,τη σημασία του στηρίγματος που του πρόσφερε η γυναίκα του.
Αυτός λοιπόν ο δρόμος που ακολουθώ γιά να βγάζω κάποια συμπεράσματα - όχι γιά τους "άγιους ρεμπέτες" μόνο, αλλά γιά τους ανθρώπους γενικότερα, είναι επισφαλής, επικίνδυνος και το ξέρω. Δε βασίζεται σε "αποδείξεις", είναι υποκειμενικές κρίσεις. Τέτοιες, δε σηκώνει ο "κολλημένος" χώρος αλλά, το ίδιο μου κάνει.

Θα φέρω ένα παράδειγμα που μού'δωσε χαρά γιατί επιβεβαιώθηκαν κάποιες ενστικτώδεις υποψίες που είχα. Αυτό το ασυνήθιστο
"να πεθάνεις, πούστη!" που αμόλησε ο Στελλάκης Περπινιάδης στο Νούρο, μετά από κάποιο καταπληκτικό παιχνίδισμα που έκανε με τη φωνή του στο τέλος του Ταμπαχανιώτικου μανέ, μπορεί να του δώσει κανείς πολλές ερμηνείες (βλ. και δημοσίευση Μιά διαφορετική ματιά ενός Έλληνα απ' τις ΗΠΑ στο blog www.elkibra-Nouros.blogspot.com), εμένα όμως μού'χε κάνει εντύπωση η ψυχρή φωνή του, κατά τα άλλα πολύ ζεστού, εκφραστικού και άψογου τραγουδιστή, Στελλάκη. Τον είχα προσέξει σ' ένα διάλογο με τον Βαγγέλη Παπάζογλου σ' εκείνο το "Πέντε χρόνια δικασμένος..." και με χτύπησε κατακούτελα ο ναρκισσισμός του στο βιβλίο του Χατζηδουλή. Όταν έπεσα σε κάποιες κρίσεις της Αγγέλας Παπάζογλου στα "Χαϊρια μας εδώ" (σελ. 362), είδα πως δεν είχα πέσει έξω. Λέει η Αγγελίτσα:

"... Ο πιό έξυπνος στη δουλειά μας, ήτανε το Στελλάκη. Και στους μουσικούς να φερθεί έξυπνα ήξερε, και να φερθεί όμορφα. Ήξερε και φερνούντανε στους πελάτες. Και στις εταιρείες μέσα τετραπέρατος ήτανε, αλλά ήτανε σα διχτάτορας. Άμα πήγε ο Βαγγέλης τον Κάβουρα και τραγούδησε, σκοτωθήκανε. Ήτανε ζηλιάρης... Δεν ήτανε εντάξει σ' αυτά. Δεν είχε αισθήματα... ήτανε ξερός... παγωμένος... Μόνο γιά τον εαυτό του ήτανε καλός. Κοίταζε το συμφέρον του. Ήθελε όλα τα τραγούδια αυτός να τα τραγουδάει. Υπόφερνε άμα άκουε άλλους να τραγουδάνε... πέθαινε... λύσσαε... γινόντανε άδικος... Δεν αναγνώριζε κανένανε. Ήτανε εγωιστής. Δυστυχισμένος ήτανε... εγωιστής. Αυτό τα λέει όλα..."

Ένα ανάλογο συναίσθημα μου δημιουργείται όταν ακούω τον μεγάλο Τούντα να πετάει διάφορα μέσα στα τραγούδια του. Άλλη ιστορία όμως είναι αυτός. Ύποπτη ιστορία. Κάποια άλλη φορά...
Θα μου πείτε, σε σχέση με το Στελλάκη, "ε και; Χέστηκε η φοράδα στ' αλώνι για το τι και πως το εννοούσε ο Στελλάκης, πριν από τόσα χρόνια. Ναι, αλλά δεν είναι έτσι απλό, γιατί συνδέεται και με το τι στάση τηρούμε σήμερα απέναντι στην ομοφυλοφιλία, κάτι που όσο πάει γιγαντώνεται, και πάει λέγοντας...

Έτσι λοιπόν, αφού διάλεξα αυτό το δρόμο το μοναχικό, ανασύρω κάποια "υποκειμενικά" συμπεράσματα και τα ανεβάζω στα blogs μου ελπίζοντας πως, σε κάτι λιγοστό συνεισφέρω στη θέαση αυτού του μαγικού μουσικού φαινόμενου...