Παρασκευή, 27 Μαΐου 2011

Οι δούλες...



Servant Girls on Sunday, 1923
Watercolour, 54x37 cm
Vaduz, Otto Dix Foundation

Το παρακάτω είναι προ-δημοσίευση λήμματος από το "Λεξικό του Ρεμπέτικου" που θα δημοσιευτεί σύντομα


δούλα η, δουλικό το, ουσ. [+] υπηρέτρια, οικιακή βοηθός : ”έχω γκόμενα μιά δούλα και της τά’χω πάρει ούλα ””μού’λεγε πως ήταν δούλα σε κυρά και ξηγιότανε (βλ.λ.) στη ζούλα (βλ.λ.) μιά χαρά ”/”Ε, ρε, πως περνάς (βλ.λ.) σαν έχεις γκομενίτσα δουλικό, σε περνάει ( = σε μπάζει) στην κουζίνα και σου λέει, βούρ, στο ψητό “
ΣΧΟΛΙΟ
: Η βαριά λέξη «δούλες» δίνονταν σε φτωχοκόριτσα, συνήθως απ’ την επαρχία, που τις στέλναν οι γονείς τους, έπειτα απο κάποιες υποτιθέμενες αμοιβαίες συστάσεις, να δουλέψουν σε σπίτια των μεγάλων πόλεων. Πολλές απ’ αυτές κατέληγαν στην πορνεία. Ήδη στα 1934 ο Βαγγέλης Παπάζογλου, απ’ τους πιό σημαντικούς συνθέτες, θίγει το θέμα στο δίσκο « Η Βολιώτισσα» (Ρόζα Εσκενάζι)

Η Βολιώτισσα – ζεϊμπέκικο (1934)

Μιά Βολιώτισσα τσαχπίνα μιά φορά
μ’ έμπλεξε μες’ την Αθήνα στα γερά.

Μού’ κανε τη χωριατάρα μιά χαρά,
μα αυτή ΄ταν αλανιάρα στα γερά.

Μού’λεγε πως ήταν δούλα σε κυρά
και ξηγιότανε στη ζούλα μιά χαρά.

Στα στενά του Μακρυγιάννη μιά χαρά,
κάθε βράδι μ’ ένα αλάνι στα γερά

Η λύση της πολυκατοικία ξεκίνησε δειλά στις αρχές του ’30. Η πενταόροφη που ανεγείρεται το 1931 πίσω από το Αρχαιολογικό Μουσείο, είναι, μάλλον, η πρώτη που προβλέπει δωμάτιο «υπηρεσίας». Αργότερα θα γίνει κανόνας, μαζί με τον μνημειώδη «μπιντέ» στο μπάνιο. H «αξιοπρεπής» αναβάπτιση της δούλας σε "υπηρεσία"
(«υπερεσία», όπως λέγανε και λέει ακόμα η πλειοψηφία των Ελλήνων), ήταν «απαραίτητη» γιά το καινούριο και «αισιόδοξο» πρόσωπο της ελληνικής κοινωνίας που ήθελε, με κάθε θυσία, να ξεχάσει… Το δωματιάκι λοιπόν της «υπερεσίας» (όπως λένε σχεδόν όλοι) που βρισκόταν κοντά στην κουζίνα, είχε, στην καλύτερη περίπτωση, ένα στενό παραθυράκι που έβλεπε στον βρωμερό και μελαγχολικό φωταγωγό και έμοιαζε με κελί φυλακής. Μόλις χωρούσε ένα κρεβάτι. Εκεί μέσα έμενε η δούλα, η σκλάβα του σπιτιού, που υπέφερε, συνήθως, απο τις ερωτικές επιθέσεις του αρχηγού της οικογένειας και του κανακάρη του. Οι υπηρέτριες είχαν δικαίωμα «εξόδου» μιά φορά τη βδομάδα, πληρωνόντουσαν κάθε τρίμηνο (...) και έμπλεκαν, συνήθως, με διάφορους μάγκες ή φαντάρους που μασούσαν τον πενιχρό μισθό τους. Το όνειρό τους ήταν να παντρευτούν και ν’ ανοίξουν δικό τους σπιτικό.
Το χειρότερο δωμάτιο «υπερεσίας» που έτυχε να δω ήταν ένα πατάρι μέσα στην κουζίνα ενός σπιτιού της δεκαετίας του ’40. Για να το φτάσει η υπηρέτρια έπρεπε ν’ ανέβει με μιά σκάλα και επειδή ήταν φοβερά χαμηλοτάβανο, ήταν αναγκασμένη κυριολεκτικά να μπουσουλίσει για να φτάσει στο κρεβάτι της


Ο Β. Τσιτσάνης που τίποτα δεν άφηνε να του ξεφύγει, απ’ ότι γινόταν γύρω του, έχει γράψει ένα τραγούδι με τίτλο «Πω, πω, πω, Μαρία» (τέλη του 1948) που, μάλλον, αναφέρεται σε μιά υπηρέτρια. 




Το συνηθισμένο όνομα Μαρία ήταν σχεδόν συνώνυμο με τις υπηρέτριες. Ιδού, οι στίχοι του χασαποσέρβικου του Β.Τσιτσάνη:

Πω, πω, πω, Μαρία
χασαποσέρβικο του 1948
με τον Πρ. Τσαουσάκη και τον συνθέτη
Βασίλη Τσιτσάνη

Ήταν φτωχοκόριτσο η Μαρία,
μα είχε κάλλη αρχοντικά
που την κάναν γρήγορα...«κυρία»,
με γούνες και χρυσαφικά!

"Πω, πω, πω Μαρία!
Τι έξοχη κυρία",
φωνάζει όλος ο κόσμος, "τι τσαχπινιά!
Πω, πω, πω Μαρία!
Μη χάνεις ευκαιρία,
τώρα που έχεις νιάτα και ομορφιά!"

Τά΄μαθε στο πι και φι η Μαρία,
"οκέι", "γιές" και "παρλεβού",
στη μοντέρνα πολυκατοικία,
μέσα σε τρία ραντεβού!

Πω, πω, πω Μαρία!
Τι έξοχη κυρία!
Τι βάδισμα, τι σκέρτσο, τι τσαχπινιά!
Πω, πω, πω Μαρία!
Μη χάνεις ευκαιρία,
τώρα που έχεις νιάτα και ομορφιά!"

Σημείωση
: Ο Β.Τσιτσάνης ειρωνεύεται εδώ προς όλες τις κατευθύνσεις. Ειρωνεύεται την αφέλεια των λαϊκών κοριτσιών που νομίζουν, όταν είναι καλοφτιαγμένες, ότι αυτό αρκεί για ν’ ανοίξουν διάπλατα όλες οι πόρτες, πετάει σπόντες για τη χρησιμοποίηση του σώματός τους, ειρωνεύεται τους μικροαστούς, το αλλοιθώρισμα προς τη Δύση και πέφτει ο ίδιος, ακόμα μιά φορά, στην παγίδα της λέξης «αρχοντικά». (βλ. λ. άρχοντας)

Τα μικρά παιδιά, με την οξυδέρκεια που τα διακρίνει, είχαν σκαρώσει ένα παιχνίδι που παιζόταν ανάμεσα σε κορίτσια. Χωρίζονταν σε δυό ομάδες, η μιά ομάδα έκανε τις κυρίες και η άλλη τις υπηρέτριες. Στέκονταν αντιμέτωπες μεταξύ τους και λέγαν:

- Μαρία, Μαρία!
- Ορίστε, κυρία;
- Τά’πλυνες τα πιάτα;
- Μάλιστα, κυρία!
- Μπράβο, Μαρία!
- Φχαριστώ, κυρία!

Και μιά απρόβλεπτη πληροφορία: η σφουγγαρίστρα με το μακρύ ξύλο στη Σουηδία λέγεται: «σφουγγαρίστρα της Μαρίας» (!) (Mariamåpen…)






1 σχόλιο:

Irinirini είπε...

!!! συγχαρητήρια! καιρός ήταν να το κάνει κάποιος αυτό! πολύ ενδιαφέρονσ