Δευτέρα, 1 Αυγούστου 2011





Η λεσβία...





Γιατί αυτό το γραφτό;

Στην Ελλάδα θεωρούμε πιά ότι είμαστε "απελευθερωμένοι σεξουαλικά". Τι σημαίνει αυτό, είναι μιά μεγάλη κουβέντα. Επειδή όμως τέτοιες κουβέντες που άπτονται της αυτογνωσίας τις αποφεύγουμε, ας κάνουμε πως το καταπίνουμε. Και ο/η τελευταίος/α χαζοβιόλης/α το θεωρεί σα κάτι κεκτημένο. Πριν υποκριθούμε ότι το καταπίνουμε, δείτε (ξανά;) ένα σύγχρονο "απελευθερωμένο" Ελληνόπουλο

Ταυτόχρονα, κρατάμε και παλιές στάσεις, από τα χρόνια πριν τη δήθεν απελευθέρωσή μας, στις τσέπες μας, έτσι σα γαργαλιστικές καραμέλες.

Υποτίθεται πως μιά πραγματικά απελευθερωμένη κοινωνία δε σκανδαλίζεται, δεν ερεθίζεται και δε κολάζεται από το φάσμα των ομόφυλων σεξουαλικών σχέσεων. Λογικά, παραγράφει τις λέξεις κατηγοριοποίησής τους. Ωστόσο, αν μπει κανείς στα βουίζοντα forum του ρεμπέτικου, θα δει κάθετα συντηρητικές απόψεις και κακεντρεχή σχόλια, ιδιαίτερα όταν ψιλομυρίζονται ότι το θέμα άπτεται του ρεμπέτικου. Ταμπού, κάνει τζιζ. Κι αν τολμήσει κανείς ν΄ασχοληθεί, να όπως εγώ, πέφτουν απάνω όλοι σα σμάρι από μανιασμένες σφήκες και μπορεί να σου βγάλουν κι ότι είσαι κρυπτο-έτσι...

Ένας απ΄τους πάμπολλους λόγους που ο Κώστας Μασσέλος Νούρος βρίσκεται μονίμως στις τελευταίες θέσεις της βαθμολογίας προτιμήσεων είναι και ότι είχε το κουσούρι...

Επειδή λοιπόν η σημερινή κοινή γνώμη, παγκόσμια όπως ίσως πληροφορείστε, δείχνει τα δόντια της στην ομοφυλοφιλία που, μςε τη σειρά της, έχει ξεσαλώσει και είναι κωμικοτραγική, η σημερινή στάση λέω, (έτσι μιλούσαν κάτι γερομπαμπαλήδες...) είναι, τελικά, συντηρητικοτερη απ΄την αντίστοιχη της δεκαετίας του ΄30. 

Προχωρούμε λοιπόν εμπρός, προς το περίλαμπρον μέλλον, μιλώντας για τη βυζαντινή (...) καταγωγή του ρεμπέτικου, εκθειάζοντας το αρχαίον κλέος και τις πανδουρίδες, κρύβοντας στα έγκατα ντουλαπιών την παιδοφιλία και ομοφυλοφιλία στους αρχαίους χρόνους, όπως κρύβουμε επιμελώς και ενοχλητικά στατιστικά στοιχεία από τα "κορόιδα" της Κοινής Αγοράς (άσχετα αν αυτοί κάνουν τα ίδια και χειρότερα, με στιλ όμως)...

Ε, να, γι αυτό μπαίνει αυτό το γραφτό.


Στα 1933 λοιπόν, ο Παναγιώτης Τούντας κυκλοφόρησε το ιδιότυπο παρακάτω τραγούδι "Γίνομαι άντρας" (Parlophone B-21674-ΙΙ 101322-2).


Οι στίχοι του είναι οι παρακάτω:


Γίνομαι άντρας (1933)








(Παναγ. Τούντα) – Ρόζα Εσκενάζι



Σαν κι εμένανε τσαχπίνα, δεν έχει άλλη στην Αθήνα.
Γίνομ’ άντρας, πρώτο πράμα, με πιστόλι και με κάμα
κι έχω γκόμενα μιά δούλα και της τά’χω πάρει ούλα.

Στον τεκέ όταν θα πάω, όλους τους στραβοκοιτάω
και μου λέν, «καλώς τ’ αδέρφι, τράβα μιά, να κάνεις κέφι»
κι αρχινώ με τα μαγκάκια, γλέντι με μπαγλαμαδάκια.

Μα ένα βράδι μ’ ανθιστήκαν κι όλοι επάνω μου ριχτήκαν
και μ’ αρχίσαν στα σορόπια, με τη γλώσσα τους τη ντόπια
και φωνάζαν με λαχτάρα, «αχ, αγοροκοριτσάρα».









Αχ, γειά σου, αγοροκόριτσό μου, γειά σου!

Ο Τούντας εμπνεύστηκε από ένα πραγματικό γεγονός που, ευτυχώς, το διηγήθηκε η Αγγελίτσα Μαρωνίτου-Παπάζογλου στο γιό της Γιώργη και υπάρχει στο βιβλίο "Τα χαϊρια μας εδώ", σελ. 369-70):



«... Και πιό να πρωτοπιάσουνε... Δε φουμέρνανε χασίσι μόνο οι μόρτες... Ηφούμερνε και η αριστοκράτια. Δεν ακούς πού λέει η πλάκα πού έχεις, το «αγοροκόριτσο»; Στο Κουτσουκάρι εδώ πήγε και βρήκε τον τεκέ και το βγάλανε τραγούδι. Και μπήκε μέσα και λέει : Πως το λέγανε να δεις...










« Σάν εμένανε τσαχπίνα
δέν έχει άλλη η Αθήνα
γίνομ’ άντρας πρώτο πράμα
με πιστόλι και μέ κάμα
κι έχω γκόμενα μιά δούλα
και της τά’χω φάει ούλα...».

Αυτή πήγε μες τον τεκέ ντυμένη άντρας και ηφούμαρε. Κι ύστερα αυτοί την αντιληφτήκανε λέει απ’ τα χέρια τση, πως δεν είναι άντρας και πήγανε να τση βάλουνε χέρι. Τση κολλήσανε. Και βγαίνει έξω στήν πόρτα και λέει: «Αν είστε άντρες, βγείτε έξω...» Και τραβά μιά κάμα. Κάμα είναι μεγάλο μαχαίρι, που κόβει κι απ’ τις δυό μεριές, μυτερό. Και που να βγούνε οι από μέσα έξω. Νάαααα... τους πήγε. Δέν ηκουνήθηκε κανείς. Και φεύγει και πάει στον «πράσινο μύλο» απέναντι, εκεί στη Θηβών ήτανε μιά μπύρα του Μαλικούτη, κι ηπήγε μέσα κι ηχόρευε τσιφτετέλι. Πήγε κι από πίσω στου Μαλικούτη –ήτανε κι ένας τεκές- πάει και φουμέρνει κι από κεί και ξαναγυρίζει μες στο κέντρο και ξέσπασε πιά κι ηχόρευε τσιφτετέλι. Εν τέλει... τούς φάνηκε παράξενο. Τί πράμα ήτανε αυτό, που κουνιότανε σα γυναίκα και φόραγε παντελόνια και γυναίκα δεν ήτανε; Είχε μαστουρώσει άσχημα κι έκανε πράματα τρελλά. Και φωνάξανε το τμήμα ηθών και την τσάκωσε μέσα κεί, ντυμένη άντρας. Η Ρόζα το τραγούδησε αυτήν την ιστορία. Ύστερα μάθαμε πως ήταν κορίτσι, μιανού εφοπλιστή κόρη, κι είχε γίνει μάγκας. Τί να πείς... Και γύριζε στσί σκουπιδοτεκέδες... Καλή φώτιση...



Περνάω τώρα στο ακόμα ανέκδοτο βιβλίο μου "Τα πλυμένα και άπλυτα του ρεμπέτικου" και προ-δημοσιεύω κάποια αποσπάσματα από ένα δοκίμιο με τίτλο "Αγοροκοριτσάρες και αγορίνες ή, Τι σχέση έχει ο φάντης με το ρετσινόλαδο ή, μη πυροβολείτε το φεγγάρι":



"...Αν ακολουθήσουμε την κοινή λογική, μπορούμε να υποθέσουμε ότι το γεγονός της αντροντυμένης γυναίκας κυκλοφόρησε στην πιάτσα και ίσως δημοσιεύτηκαν κάποια ψιλά στις εφημερίδες. Αν, πράγματι, η γυναίκα ήταν εφοπλιστίνα, είναι λογικό να αμφιβάλλουμε αν ο μπαμπάς της δε θα κινούσε γη και ουρανό, ώστε να μη δημοσιευτεί το συμβάν Άλλο τόσο λογικό είναι ότι η διήγηση του γεγονότος μπορεί να παραλλάχτηκε και να μεγαλοποιήθηκε, μέχρι να φτάσει στ’ αυτιά της Αγγελίτσας Μαρωνίτου. Αν εξελίχθηκαν τα πράγματα όπως μας εξιστορεί, μπορεί να δει κανείς πως προσθαφαιρούνται λεπτομέρειες, μέχρι να μορφοποιηθεί το γεγονός σε στίχους ενός τραγουδιού. 

Ας ξεκαθαρίσουμε εδώ ξανά ότι, το γραφτό αυτό δεν αποτελεί μιά κουτσομπολίστικη εντρύφηση. Το ζητούμενο είναι, κατά πόσο μπορούμε να εμπιστευόμαστε τους στίχους των τραγουδιών γιά να εξάγουμε συμπεράσματα. Είναι, μάλλον, φανερό ότι ο Τούντας έφτιαξε ένα «σενάριο» δικό του, με βάση το πραγματικό γεγονός. Το "έχω γκόμενα μιά δούλα και της τά’χω πάρει ούλα" μοιάζει σα τσόντα που προστέθηκε γιά να γαργαλίσει το κοινό. Είναι, άλλωστε, ο στίχος που «βάζει φωτιά» στα μυαλά. Αν αφαιρεθεί, τα υπόλοιπα δε λεν πολλά πράγματα. Η φράση «της τάχω πάρει ούλα» παίζει, προφανώς, σε δυό επίπεδα : στο στράγγισμα των οικονομιών της «δούλας» και, στην πλήρη ερωτική παράδοσή της στα γούστα του «αγοροκόριτσου». Διαλέγει κανείς και παίρνει, ανάλογα με την οικονομική επιφάνεια του «αγοροκόριτσου».
 Αν, όντως, «ξεβράκωσε» και την κάμα και απείλησε και οι εντός του τεκέ δε τόλμησαν να κουνηθούν, δεν είναι παράξενο που δεν κρίθηκε σαν «ενδιαφέρουσα» λεπτομέρεια από τον Τούντα γιά να το περιλάβει στους στίχους...


Οι άνθρωποι λειτουργούνε παραπλήσια με τους, προς το παρόν, «πρωτόγονους» υπολογιστές. Όπως τα προγραμματισμένα μηχανήματα, οι «μηχανές ανεύρεσης», αντιδρούν πολύ συγκεκριμένα σε μιά λέξη που θα πληκτρολογήσουμε. Κάπως παραπλήσια αντιδρούν κι οι άνθρωποι. Η λογική που τους διέπει μεταφέρθηκε στους υπολογιστές. Επιπλέον, οι λέξεις είναι κύματα ήχων, κύματα θορύβων γεμάτων νοήματα. Είναι, λοιπόν, ο γαργαλιστικός στίχος «έχω γκόμενα μιά δούλα και της τά’χω πάρει ούλα» που κάνει αυτούς που αναφέρθηκαν στο συγκεκριμένο τραγούδι να το χαρακτηρίζουν, έστω και αστειολογώντας (;), «αμαρτωλό», ή να νομίζουν ότι πρόκειται γιά σπαρταριστά, «ακραία αλλά ελεύθερα ερωτικά αλισβερίσια;», όπως γράφει ο Πάνος Σαββόπουλος στο βιβλίο του "Περί της λέξεως "ρεμπέτικο" το ανάγνωσμα...και άλλα" (σελ. 85)



Δεν υπάρχουν σχόλια: