Τετάρτη, 17 Αυγούστου 2011







Γιατί έτζι θέλω


Δίνω στον εαυτό μου το δικαίωμα να "πλησιάζω" κάποιες περιπτώσεις ανθρώπων που δεν υπάρχουν πιά, που οι φωνή τους ή οι συνθέσεις τους σημαίνουν γιά μένα. Έτζι, το περιεχόμενο των παρακάτω αναρτήσεων γιά τη Μαρίκα Καναροπούλου, είναι προϊόν ελεύθερης φαντασίας (fiction). Βασίζεται όμως σε συνδυασμούς ελάχιστων μικρο-στοιχείων που υπάρχουν γι αυτή τη γυναίκα και άλλων που προκύπτουν από το ένστικτο, τη βαθιά ενασχόληση με τη δισκογραφία, σκόρπιες πληροφορίες από χαρτάκια που τα σηκώνει ο άνεμος.

Η Μαρίκα Καναροπούλου (Μπρούσαλη) έφυγε γιά πάντα το 1990! Η φανατική προσήλωση στα μεγάλα ονόματα του κατοπινότερου πειραιώτικου ρεμπέτικου και η ολοσχερής εστίαση στους αρσενικούς συνθέτες, αλλά και άλλες δευτερεύουσες - πλην "ελκυστικές" - περιπτώσεις, δεν άφησε καθαρό μυαλό σε κανέναν - απ΄ότι ξέρουμε - γιά να πλησιάσει γυναίκες που - εκ των πραγμάτων - είχαν ζήσει από κοντά την όλη ιστορία. Βέβαια, πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι απέφευγαν να μιλήσουν, γιά ευνόητους λόγους.

Κουβαλώντας και το δικό μου μερίδιο ευθύνης γιά την αδιαφορία πλησιάσματός τους, παίρνω έναν ιδιότυπο και μοναχικό δρόμο, αυτόν των φανταστικών συνομιλιών.Το δηλώνω όμως γιά να είμαι ξεκάθαρος. 


Μαρίκα Καναροπούλου - 
με μιά γυναίκα σ΄ένα δωμάτιο σκοτεινό... (1ο)








η εικόνα είναι του Νίκου Χουλιαρά απ΄το βιβλίο του ΣΑΡΑΝΤΑ ΣΧΕΔΙΑ, ΑΘΗΝΑ 1974 - δε τον ρώτησα...



Δωμάτιο σκοτεινό, ολοσκότεινο. Τα παράθυρα κλεισμένα, φασκιωμένα. Μου το ζήτησες.
Σε έφερα γιά λίγο μέσα εδώ, με διαδικασίες που δε μπορώ ν΄αποκαλύψω. Ήθελα να βρεθώ κοντά σου. Σ΄ακούω που κάθεσαι στην ψάθινη πολυθρόνα. Οι βεργούλες της τρίζουν απαλά. Το σώμα σου πρέπει νά΄ναι πολύ αλαφρύ. Ακούγεται κι ένα ανεπαίσθητο σύρσιμο υφάσματος. Ίσως τακτοποιείς το φόρεμά σου να μη τσαλακωθεί. Κι ο ήχος ενός βραχιολιού με κάτι σα να του κρέμονται μικρά κουδουνάκια. Ντίνγκιλα...ντίνγκιλα... Βγάζεις ένα τρεμουλιαστό αναστεναγμό. Δε ξέρω το δρόμο να σου μιλήσω. Δε μπορώ να δω ούτε το περίγραμμά σου.

Η σιωπή πλέκει ιστούς αράχνης γύρω μας.


- Μη περιμένεις να σου πω. Δε ξέρω, δε θυμάμαι, δε θέλω να θυμάμαι. Όλ΄αυτά έχουν πιά περάσει. Είναι στάχτες. Ένα μανέ μπορώ να σου πω. Θέλεις;






Ξαναπέφτει η βαριά και βροχερή σιωπή. Τα μάτια μου αρχίζουν να συνηθίζουν στο σκοτάδι. Μισοδιακρίνω την ψάθινη πολυθρόνα αλλά όχι εσένα. Σα να μη θέλεις, σα να μην αφήνεις το περίγραμμα του σώματός σου να φανεί. Ξεχωρίζω λίγο το φόρεμά σου, μισοβλέπω το βραχιόλι - ήταν τελικά βραχιόλι - και τα παπούτσια σου. Το ένα δίπλα στο άλλο και, σα κεντημένα. Νιώθω το βλέμμα σου καρφωμένο απάνω μου. Θα πρέπει τα μάτια σου νά΄ναι μαύρα και κοφτερά. Το μαύρο όμως μες το μαύρο δε διακρίνεται.

Αλλάζεις στάση και ξανακούεται το ελαφρό τρίξιμο της πολυθρόνας.


- Δε θα μου πεις τίποτα;
- Σου είπα, μου λες μονολεκτικά.
- Είσαι τελείως άγνωστη. Μόνο η φωνή σου υπάρχει τυπωμένη. Τίποτα άλλο. Ούτε μιά φωτογραφία, τίποτα...
- Και σε τί θα ωφελούσε; Σάματι ενδιαφέρεται κανείς; Δεν έχει νόημα. Σκιά ήμουν και πέρασα. Ότι ήμουν, ότι είδα, ότι πέρασα, υπάρχει μες τη φωνή μου. Τα άλλα ας μείνουν στο σκοτάδι...


Η πολυθρόνα τρίζει. Σηκώνεσαι.


- Θέλω να φύγω. Με περιμένουν. Τα λέμε, τραγουδάμε, παίζουμε εκεί...
- Πού εκεί;
- Τί σημασία έχει; Μη μου ξαναζητήσεις να γυρίσω. Σ΄ευχαριστώ που θυμάσαι μιά Μαρίκα Καναροπούλου.
- Άσε με να σου δώσω αυτό, σου λέω και απλώνω την παλάμη μου προς τη μεριά σου. Σου δίνω ένα αστράκι με πούλιες ασημένιες.
- Όταν το ζουπάς θα φωτίζει αχνά...


Νιώθω το χέρι σου ν΄απλώνεται. Ακουμπάς το δικό μου. Είναι ζεστό το χέρι σου και ψιλοτρέμει. Παίρνεις το άστρο και με μιά γρήγορη και απαλή κίνηση μου αφήνεις την αίσθηση ενός τρυφερού χαϊδέματος.



- Κουράγιο πατριώτη, μου λες και η εμπροσθοφυλακή της ανάσας σου φτάνει ως το πρόσωπό μου.


Μυρίζεις θυμάρι, Μαρίκα Καναροπούλου...



/////////////




Μετά τη δημοσίευση της 1ης εξομολόγησης ήρθες πάλι, με δική σου πρωτοβουλία. Ήρθες απρόσμενα, τη στιγμή που έκανα το πρώτο βήμα μέσα στη φούσκα της Ούλτρα-μαρίνας.

- Να μπω κι εγώ μαζί σου, ρώτησες κι εγώ ανασήκωσα σιωπηλός τους ώμους. Δε μπορούσα να κάνω τίποτα καλύτερο. Ένιωσα πως σου φερνόμουνα αχάριστα, αλλά ήταν η ώρα που παύω, που αναχωρώ, που κλείνω κατάμουτρα την πόρτα σε κάθε επαφή με τα ανθρώπινα. Τότε που παίρνω τη λευκή καρδιά μου και χρειάζομαι να είμαι μόνος και να περπατώ σε ερημιές.

Κοίταξα προς το μέρος σου και διάκρινα μόνο τα μάτια σου, με μιά προσμονή μέσα τους.
- Έλα, είπα, δε ξέρω όμως πόσο μπορώ...
- Δε πειράζει, το θέλω. Τό΄χω ανάγκη...

Μπήκαμε μαζί μέσα, όλα γίναν μπλε και στη διαφάνειά του φάνηκε καθαρότερα το σώμα σου. Τα μάτια μου, από μόνα τους, το περιδιάβηκαν και σταμάτησαν στο κάτω μέρος των ποδιών σου που ήταν παχουλά.

Άρχισα να προχωράω και μ΄ακολούθησες πειθήνια, κρατώντας μου το χέρι. Εκπέμπεις μιά βαριά αντολίτικη, κίτρινη μυρωδιά ιδρωμένου κοριτσιού. Σε τραβάω προς το βάθος, σα να κατεβαίνουμε αργά σ΄ένα βυθό. Δε με παραξενεύουν αυτά που συναντάμε, τά΄χω εφεύρει χρόνια πριν. Τέσσερα ποτήρια μ΄ένα φρέσκο κρεμμύδι στο καθένα τους, ένα ολόφωτο Σαράι που πετάει, μιά δίκανη πιστόλα που πετάει άδειες σφαίρες, ένας μαύρος μεταλλικός δίσκος που κυλάει αργά τρίζοντας, ένα άγημα από χοντρούς βαθμοφόρους και αδύνατους κελευστές που περπατάν με βήμα στρατιωτικό. Τα είδα, τα ξέρω από παλιά, βαρετές επαναλήψεις. Εσύ όμως;

- Δε τα ξέρω ΄γω αυτά τα πράγματα. Πού με πας; Πώς βρέθηκα εγώ σε τέτοιους τόπους, Παναϊτσα μου; Δε ξέρω ΄γω από τέτοια πράγματα... Αλιώτικες, ολότελα αλιώτικες ήταν οι δικές μου μέρες. Και τώρα εσύ, άξαφνα, γιά πού;

Δεν απαντάω. Δε ξέρω τι να πω. Ταχύνω το βήμα, αρχίζω να τρέχω, κρατώντας πάντα το χέρι σου. Νιώθω πως το σώμα σου δεν έχει βάρος. Σηκώνεται πλάγια στον αέρα, με τη μηδενική αντίσταση ενός μπαλονιού.

- Δεν είμαι στα καλύτερά μου, Μαρίκα. Είμαι πιεσμένος και παραλυμένος, χωρίς επιλογές. Ας μη μπούμε σε λεπτομέρειες. Πες μου ένα τραγούδι, μπορεί να νιώσω καλύτερα...
- Τραγούδι να σου πω, αλλά η λύση δε βρίσκεται εκεί. Το τραγούδι είναι υποκατάστατο, λησμονιά και παρηγοριά. Σα να γυρίζεις το βλέμμα σου αλλού, γιατί θες ν΄αποφύγεις το πραγματικό πρόσωπο του σεβντά.

Άναυδος. Δε στο δείχνω όμως.

- Άλα, Μαρίκα, έτσι δε μού΄χεις ξαναμιλήσει.
- Με υποτιμάς. Ξέρω όμως πως δεν είσαι από τέτοια πάστα. Μπορείς να πεις τι θέλεις; Όχι από μένα, απ΄τη ζωή σου. Μίλα ανοιχτά, πες τι θέλεις.
- Είναι πολύ δύσκολο σήμερα να ξέρεις τι θέλεις. Ιδιαίτερα όταν ξέρεις ποιά πράγματα έχουν περιθώρια να πραγματωθούν. Μπορώ όμως να ξέρω καλά τι ΔΕ ΘΕΛΩ.
- Πάλι υπεκφεύγεις. Πολυτελή προβλήματα έχετε στις μέρες σου. Μήπως είναι άσκοπες οι συναντήσεις μας; Είμαστε από δυό ολότελα διαφορετικούς κόσμους, αγεφύρωτους. Μη μου σφίγγεις έτσι το χέρι, με πονάς... Στάσου! Σταμάτα! Έχω μιά άλλη γνώμη. Ν΄αλλάξουμε ρόλους. Να μου δώσεις εσύ το χέρι σου, να σε βγάλω έξω απ΄όλ΄αυτά τα μπερδεμένα. Να σε πάω σε μιά απ΄τις δικές μου μέρες, τις περασμένες. Έλα...

Σου δίνω εγώ τώρα το χέρι μου. Με τραβάς εσύ κι είναι το δικό μου σώμα που σηκώνεται πλάγια στον αέρα. Νιώθω ένα μούδιασμα ν΄απλώνεται μέσα μου κι αρχίζουμε κι οι δυό να διαλυόμαστε σε μόρια σκόνης...







1934. Μ΄ανεβάζεις κάτι φαρδειές σκάλες και μπαίνουμε στην αίθουσα φωνοληψίας. Νάτοι! Οχτώ άνθρωποι κι ΕΣΥ! Ένα ξεκάθαρο αντίτυπό σου, δίπλα στο μικρόφωνο. Μιά εικόνα "παγωμένη". Τίποτα, κανένας δε κινείται.

- Κάτσε σε μιά γωνιά και μη μιλάς, μου λες.
Προχωρείς, πλησιάζεις το "παγωμένο" αντίτυπό σου, μπαίνεις μέσα του και όλα ζωντανεύουν. Ο τυφλός Χρυσίνης με τα μαύρα γυαλιά του, ξύνεται στο σβέρκο και κάθεται έτοιμος με την κιθάρα του. Ο Βαγγέλης Παπάζογλου με το κοφτερό βλέμμα κρατάει τη δική του, και ένας που δε γνωρίζω, έχει σκαλωμένο ένα μπεγλεράκι σ΄ένα απ΄τα κουμπιά του σακακιού του και κρατάει ένα κρασοπότηρο. Είχα κάνει λάθος, έχοντας ακούσει την πλάκα, νομίζοντας πως ο Παπάζογλου το κρατούσε.

- Μαρίκα, στάσου λίγο πιό μακριά απ΄το μικρόφωνο, λέει ένας τεχνικός.
Φαίνεται σα νά΄χετε κιόλας κάνει την πρόβα.

Σε βλέπω καθαρά γιά πρώτη φορά. Θα φτάξω ένα σκίτσο σου, σκέφτομαι, μιάς και δεν υπάρχει φωτογραφία σου.
Φοράς ένα λουλουδάτο φορεματάκι και μαύρα, χαμηλά γοβάκια. Το δέρμα σου είναι σκοτεινό κι έχεις κι ένα χρυσό δαχτυλιδάκι που πετάει μικρές ανταύγειες, καθώς εξοστρακίζεται πάνω του μιά αχτίδα από το δυνατό ήλιο που καταφέρνει να τρυπώνει απ΄τη μισάνοιχτη κουρτίνα.

- Μαρικάκι, να σου πω, κορίτσι μου, σου λέει ο Παπάζογλου. Εκεί, στην επανάληψη του "βάλε με", δε σηκώνεις τη φωνούλα σου να πάει ψηλότερα;
- Ναι, του λες. Έτσι; Βάλε μεεε...;
- Έτσι, να σε χαρώ, μάτια μου. Έτσι, ακριβώς. Να το πάμε;

Με φυλακίζει το βλέμμα σου το σπαθάτο. Κοιτάς γύρω σου με γλήγορες, καυτές ματιές και βγάζεις ένα γάργαρο γέλιο σαν σου λέει ο Χρυσίνης:
- Κι αν έβαζες 500 δραμάκια πάθος ακόμα, ακόμα πιό καλό θά΄ταν. Ε, Βαγγέλη;
- Ναι, ναι, ξέρει η Μαρίκα! Άντε να το πάμε... 3...2...1!

http://www.fileden.com/files/2008/6/6/1947074/Vale%20me%20stin%20angalia%20sou%20II.mp3

- Γειά σου, ρε Μαρικάκι, μου ξεφεύγει και σου φωνάζω. Ήχος όμως δε βγαίνει απ΄το στόμα μου. Σα στα όνειρα. Εσύ όμως τ΄ακούς. Γυρίζεις, γέρνεις λίγο το κεφάλι και μου χαμογελάς.
Ο τρόπος που λες το τραγούδι είναι πολύ καλύτερος κι απ΄της Ρόζας, κι απ΄του Στελλάκη. Εκείνο που σου υπόδειξε ο Παπάζογλου, ίσως, κάνει τη διαφορά.

Το τραγούδι τελειώνει. Το μούδιασμα ξανάρχεται. Όλοι από μπροστά μου, τα λουλούδια απ΄το φόρεμά σου σαρώνονται, σα να γυρίζει μιά σελίδα. Επιστρέφομαι σα πακέτο, μόνος κι έρημος, να μασάω τα νύχια μέσα στη φούσκα μου της ουλτραμαρίνας...

Τα φώτα ανάβουν
αλλά εις μάτην,
γιατί εγώ πάντοτε στην έπαρση της σημαίας μασούλαγα βερύκοκα
και στην υποστολή χάζευα τα πουλιά...







Γιά τη Μαρίκα Καναροπούλου


Καθώς τουμπάρει ανάποδα η νύχτα σου, Μαρίκα,

φωσφορικά χταπόδια απλώνοντας στον ουρανό.
Υψώνεται η πάλλουσα φωνή σου
κι οριστικά διαιρεί το υπόλοιπο στα δυό.
Ένα η άδεια παρουσία σου
κι ένα γιά τα δυό σου κεντημένα πασουμάκια.
Τότε, παύει να ξεχωρίζει το άσπρο φως από το μαύρο,
το 1914 από το 1990.
Γέρνουν τα μαύρα μάτια σου
και η ψυχή σηκώνεται ανάλαφρη,
γυρίζοντας εκεί που ανήκει.





///////






επιστροφή και μονόλογος...

- Μου είχες πει να μη σε ξαναφέρω.
- Ναι. Δε σου είπα όμως τι θά΄κανα εγώ. Δε με θέλεις;»

Στο παράθυρο είναι κολλημένος ένας άγγελος από χαρτί. Σα τάμα μοιάζει. Το ικτερικό φως των λαμπτήρων χαμηλής ενέργειας από το πάρκο τον προβάλλει στο ταβάνι, ακριβώς πάνω από κει που κοιμάμαι. Ήταν τα δυό μάτια του – δυό τρυπιές με καρφίτσα – που έλαμψαν και με μισοξύπνησαν. Έκανα να σκεπάσω το πρόσωπό μου και ακούμπησα σε κάτι μαλακό δίπλα μου. Ήταν κι η μυρωδιά του θυμαριού. Κατάλαβα. Άνοιξα τα μάτια και δεν είδα τίποτα. Καθόσουν όμως πλάι μου. Αφού κίνησα το χέρι μου και έπιασα τα μαλλιά σου. Ψηλάφισα τα σκαλάκια τους με τα δάχτυλα, κατέβηκα στο λείο λαιμό σου.
- Με τρόμαξες, σου είπα.
- Δε τό΄θελα. Ήθελα να σου μιλήσω. Εξακολουθεί να με παραξενεύει ότι ενδιαφέρεσαι γιά μένα και όχι μόνο γιά τα τραγούδια μου.
- Ναι, αλλά τί ωφελεί; Μου είπες την άλλη φορά πως δεν έχει καμιά σημασία τι ήσουν, πως ήσουν.
- Ναι, έτσι σου είπα. Δε θέλω να με ρωτάς. Εγώ θα σου λέω...
 


Οχτώ ήμουνα, με δυό πόδια σα καλαμάκια και τρέχαμε...τρέχαμε, μπρος η μάνα μου και γω την κρατούσα απ΄το σκισμένο φουστάνι. Πού πάμε, της φώναζα αλλά δε μ΄απαντούσε. Τρέχαν κι άλλοι μαζί μας, σα δαιμονισμένοι τρέχαμε. Τα δέντρα ακίνητα, τα σύννεφα αδιάφορα, καπνοί στο βάθος, η σπλήνα μου μ΄έσφαζε, μού΄κοβε την ανάσα... Έκαιγ΄ο ήλιος τσουρούφλιζε και η μάνα μου ήταν σα φυτό. Έβλεπα μόνο την πλάτη της, αλλά πάνω απ΄τους κυρτούς ώμους της ανέβαιναν ατμοί, μαύροι σκοτεινοί ατμοί και μέσα τους διάκρινα κάτι σαν αιμάτινες ίνες. Δεν ήξερα τότε τι είν΄αυτό. Σα νά΄βγαζε σκοτάδι απ΄το στόμα της, μες τη μέση της μέρας. Ένα δροσερό σκοτάδι που ερχόταν στο πρόσωπό μου και πάγωνε τον ιδρώτα. Μ΄ανακούφιζε. Και το βράδυ της ίδιας μέρας, τρέχοντας πάλι, εκείνη μπροστά κι εγώ πίσω, φως έβγαινε απ΄το κεφάλι της και βλέπαμε, να μη σκοντάφτουμε. Γι αυτό σου λέω πως ήταν σα φυτό η μάνα.
Αυτό το τρεχαλητό μου έμεινε γιά πάντα στο νου. Όταν φωνογραφούσαμε με τον Παπάζογλου το «Βάλε με στην αγκαλιά σου»και κρατούσε το ρυθμό μ΄ένα κομπολογάκι που έτριβε τις χάντρες σ΄ένα κρασοπότηρο, εκείνος ο γλυκός ήχος μού΄φερνε στο νου ένα τσίγκινο κεσεδάκι που κρέμονταν απ΄τη μέση της μάνας και χτυπούσε πάνω στην αλυσσιδούλα του.
Αυτό το φοβισμένο τρέξιμο που κρατούσα σφιχτά την ψυχή μου στα δόντια μη και μου φύγει, με κυνηγούσε σ΄όλη μου τη ζωή. Ποτέ δε το ξέχασα. Ποτέ δε κατακάθισε. Έκανα τον καφέ μου τα ξημερώματα, μεγάλη πιά, και γύρω και μέσα μου τα πράγματα τρέχανε. Και στα τραγούδια που είπα, το ίδιο. Το μισό μου σώμα ήταν εκεί και τ΄άλλο μισό κάπου αλλού και έτρεχε. Αν έχεις προσέξει, μέσα στο τραγούδι που σου είπα, μου λέει το Βαγγελάκι, «βάλε με, παιδί μου». Τό΄κανε και γιατί με είδε που η μισή τραγουδούσα και τ΄άλλο μισό μου έλειπε.
Γιατί εμείς οι γυναίκες δενόμαστε με τους τόπους, με τα χώματα, αλλιώτικα από σας. Εσείς μπορείτε κι τα ξαναφτιάχνετε όλα απ΄την αρχή. Εμείς δε ξεχνάμε ποτέ. Σα τη γυναίκα του Λοτ που έγραφες και έγινε αλάτι.
Τέλος. Άστο να το πάρει ο άνεμος.
Μετά, τα χρόνια παρήλθαν. Έφυγα στα 1990. Κύλησε η ζωή χωρίς να την πάρω είδηση. Δε παραπονιέμαι. Έζησα και ήσυχα χρόνια στην Αμερική.
Εμείς όλοι, από τα πέρα μέρη, τραβηχτήκαμε το ΄37. Κάποιοι έμειναν και συνέχισαν με τους άλλους. Οι πιό πολλοί όμως, οι πιό ικανοί, τραβήχτηκαν. Δε μας έλεγε το καινούριο. Είμαστε αλλιώτικοι εμείς. Είχε περάσει όμως η μπογιά μας, ή καλύτερα, μας φίμωσαν με τον τρόπο τους. Και τώρα, κάποιοι μας ξανακούνε. Τί να το κάνεις; Δε μπορούν να μας νιώσουν. Είναι σα να τραβάς ένα ξεχασμένο κέντημα από ένα παλιό μπαούλο και να το τραβάς στο φως. Ποιός μπορεί όμως να ξανασυλλαβίσει τις κινήσεις του χεριού της κεντήστρας; Δε γίνεται. Τα μάτια τους κολλάνε στα δυνατά μόνο χρώματα, στους μάγκες, στους ντεκέδες, στις αλανιάρες, αυτά τους τραβάν. Δε λέω, υπάρχουν και κάποιοι λίγοι που προσέχουν τους μανέδες που είπα. Γιατί μέσα εκεί μιλάει η αληθινή φωνή της καρδιάς μου. Τα άλλα ήταν γιά κατανάλωση. Ωραία όμως τραγούδια...

Το χέρι σου απλώνεται και βρίσκει το δικό μου. Τρέμεις. Τα δάχτυλά σου είναι μπούζι.

- Οι αιμάτινες ίνες που σού΄λεγα. Δε φτάνουν όμως γιά να με ζεστάνουν. Αλλά η καρδιά, α, η καρδιά μένει πάντα και θα μένει γιά πάντα ζεστή. Όχι ζεστή, πυρκαγιά, γιανγκίνι. Γιατί έτσι είμασταν εμείς, με πυρωμένες καρδιές. Και η δική σου φλέγεται, το νιώθω. Μη, μη μου μιλάς. Δεν έχει νόημα. Ξέρω πως είσαι και τι νιώθεις. Κράτα. Κράτα γερά. Μην την αφήσεις ποτέ να σου σβήσει η πυρκαγιά. Να την έχεις, να σε καίει. Έχεις πάρεις από κει εσύ. Μέχρι το τέλος να φλέγεσαι.
Θα σου ξανάρθω. Είναι γλυκά κοντά σου. Συνέχισε τον ύπνο σου. Η Μαρίκα φεύγει... Καλό ξημέρωμα. Είδες; Δεν είμαι τόσο απρόσιτη που νόμιζες...






Τρίτη, 16 Αυγούστου 2011



Ο νταής
Παναής Αλτσίτζογλου
(1899-2009)
H πρώην "φθοροποιός μηχανή"
και το πλάσμα από αέρα και φως


Χαρτογράφηση, εν έτει 2009, των πρόσφατων κινήσεων ενός παλιού, πρώην νταή, γεννηθέντος εν έτει 1899 και της συνάντησής του μ΄ένα σημερινό θηλυκό πλάσμα, φτιαγμένο από αέρα και φως




Ο χρόνος τον είχε ολότελα λησμονήσει. Το ήξερε και δε το συλλογιόταν καθόλου. Έμοιαζε βία πενηνταπεντάρης. Δε θα σας τον περιγράψω, δεν έχει σημασία. Θα πω μοναχά ότι είχε ελαφρά μελαψό δέρμα και γκρίζα, μυστηριακά και λαμπερά μάτια σα γάτας. Δεν είχε την παραμικρή ενόχληση απ΄το μέσα του, ούτε συνάχι δε τον έπιανε. Μιά ευθεία γραμμή που τραβούσε μπροστά.


Κάτω και απέναντι, είδε μιά πέτρα πάνω στο πεζοδρόμιο που άλλαζε σχήματα. Κάποιος την κλώτσησε αλλ΄αυτή δε κουνήθηκε. Ο κάποιος την κοίταξε παραξενεμένος και συνέχισε το δρόμο του.


Τεντώθηκε στην καρέκλα του και φώναξε γιά ένα καφέ ακόμα. Το φιντάνι του κάθονταν τρία τραπέζια πιό πέρα και τον κοίταζε ακίνητος. Περίμενε εντολές. Του είχε δώσει απ΄τις προάλλες μιά λίστα με αριθμημένους στόχους και αναλυτικές λεπτομέρειες. Δε χρειαζόταν παρά να σηκώσει το χέρι του και να δείξει με τα δάχτυλά του το νούμερο του στόχου. Έφτανε αυτό γιά να γίνει η δουλιά.
Χτύπησε το κινητό.
- Πού είσαι;
- Στο γνωστό.
- Να τα πούμε το βραδάκι;
- Να τα πούμε.
- Θέλεις νάρθεις ή νά΄ρθω εγώ;
- Έλα εσύ.
- Είναι καλά στις εφτά;
- Ναι.
- Γιατί είσαι έτσι κρύος; Έχει γίνει κάτι;
- Πίνω τον καφέ μου.
- Καλά. Στις εφτά. Έχεις τίποτ΄άλλο να μου πεις;
- Όχι.
- Εντάξει, γειά.


Τό΄κλεισε. Κοίταξε πάλι προς τη μεριά της πέτρας. Δεν ήταν πιά εκεί. Η άκρη του ματιού του πετάρισε. Το χρώμα του ανθρώπου μας άρχισε ν’ αλλάζει. Πρώτα, μιά αλαφριά πράσινη απόχρωση που ξεκίνησε απ΄τις ρίζες των μαλλιών του στο μέτωπο και άρχισε να κατεβαίνει προς τα κάτω.. Πέρασε στο λαιμό, στα ρούχα, κατέβηκε ως τα καλογυαλισμένα παπούτσια του. Ύστερα σκούρινε το πράσινο κι έγινε γκρίζο ανθρακί. Εκεί σταμάτησε. Το βαρύ του σώμα σηκώθηκε και ξανακάθισε.


Έχω απόλυτη συνείδηση του γεγονότος ότι ίσως αναρωτηθήκατε κιόλας, τί είναι αυτό το βαρύ πλάσμα. Μπορεί να μιλάω με το κενό και νά΄χετε φύγει, γιατί οι παραπάνω γραμμές είναι αδιάφορες και χλιαρές. Γιατί να ενδιαφερθεί κανείς γιά έναν «πολλά βαρύ» που κάθεται και πίνει τον καφέ του και έχει μιά λακωνική επικοινωνία με κάποιον – κάποια ήταν, τελικά – στο κινητό του; Πολύ τριμένα πράμματα. Τα μόνα στοιχεία που μπορεί να υπόσχονται κάτι είναι, η πέτρα που άλλαζε σχήματα και τα χρώματα που τον κάλυψαν στα καλά καθούμενα. Αλλιώς, μέχρι εδώ είναι όλα μάλλον νεκρά.

Ας ξεσκεπάσουμε λοιπόν μερικά κουτάκια. 


Ο άνθρωπος αυτός είναι αυτό που λέμε «εγκληματική περίπτωση», κάποιου είδους τουλάχιστο, αποσυρμένος όμως. Δε κάνει ο ίδιος τίποτα, πέρα απ΄το να επεξεργάζεται ιδέες και να βρίσκει στόχους. Οτιδήποτε στόχους. Από μαγαζιά μέχρι διαρρήξεις, φορτηγά που κουβαλούν εμπορεύματα, ματσωμένους που καβαλάνε ακριβά αυτοκίνητα που τα στέλνει σε διάφορες «σκοτεινές» χώρες. Ο ίδιος όμως δε συμμετέχει, όπως είπαμε, καλοί μου άνθρωποι.
Ζει σ΄ένα δυαράκι μιάς απρόσωπης πολυκατοικίας και έχει τα απολύτως απαραίτητα. Γιά τον εαυτό του ελάχιστα ξοδεύει και το φαγητό του είναι απλό, όχι από τσιγκουνιά, όχι, καθόλου. Ήταν πάντα γαλαντόμος ο άνθρωπός μας, αλλά φτάνει, δε του λέει πιά τίποτα. Ας στραφεί η αγορά προς τους νέους καταναλωτές, ας ρουφήξει εκείνους, αυτός δεν είναι κορόιδο.
Μιά φουκαριάρα Εσθονή έρχεται κάπου-κάπου και του καθαρίζει, όταν δεν έχει όρεξη να τα κάνει ο ίδιος. Φίλους δεν έχει πιά. Υπάρχουν 3-4 παλιοί και χαμένοι απο δω κι από κει που έχει χρόνια να τους δει. Τό΄χει ξεπεράσει κι αυτό το χούι. Είναι με τους γείτονες ευγενικός και μετρημένος, όσο χρειάζεται, όχι πολλά-πολλά, προσέχουμε κιόλας. Ένας μόνο ξέρει. Αυτό το νέο παιδί, το φιντάνι του που τό΄χει αναλάβει από τότε που ήταν μιά σταλιά. Είναι ο ουστάς* του. Αυτός πληρώνει όλα τα έξοδα και το παιδί σπουδάζει, να βγει σωστός άνθρωπος, έστω και σ΄αυτή τη σκατοκοινωνία. Και μη νομίσετε, ούτε και το φιντάνι του συμμετέχει στα διάφορα κόλπα. Είναι ο ενδιάμεσος κρίκος. Παίρνει τις εντολές και έχει, με τη σειρά του, τρεις δικούς του ανθρώπους που καθαρίζουν. Όταν γίνει η μοιρασιά πληρώνει τους άλλους, κρατάει το μερίδιό του και ο ουστάς, ο άνθρωπός μας δηλαδή, επενδύει τα μισά γιά το μέλλον του φιντανιού και γιά τη μικρή αδερφή του. Καθαρά χαρτιά.
Και, δυό πράμματα βγάλτε απ΄το μυαλό σας. Ποτέ κάτι που έχει να κάνει με ναρκωτικά, και ποτέ του δε τον άγγιξε. Ποτέ, μα ποτέ. Δεν ήταν απ΄αυτούς. Γι αυτό και το παιδί ορκίζεται στ΄όνομά του. Μιλάνε μεταξύ τους όμως, όσο χρειάζεται. Πρέπει να προσέχουμε. Ότι είχε να του πει, να του μάθει γιά τις σκοτεινιές της ζωής, του τά΄μαθε. Τώρα έχουν μιά λεπτή, κρυστάλλινα καθαρή σχέση με βάσεις σταθερές και απαράβατους κανόνες. 
Βλέπετε λοιπόν ότι αυτό το βαρύ άτομο που κάθεται και πίνει τον καφεδάκο του, δεν είναι κουμάσι της σειράς. 


Νταής παλιός ήτανε. Νταής γιά την πάρτη του. Ποτέ του δε δούλεψε γιά κανέναν άλλον. Απ΄αυτή τη φάρα που χάθηκε από πολύ παλιά, χτισμένος στα χώματα φτωχογειτονιάς της Πόλης. Άνθρωπος ώριμος με κιαφέτι* και εντά.* Οικογένεια, παιδιά, δεν έκανε. Γυναίκες πάμπολλες πέρασαν απ΄τα χέρια του κι όλες έμειναν με μιά πίκρα που δε τον κατάφεραν αλλά, είχαν να λένε γι αυτόν.

Βέβαια, άλλη εντύπωση μπορεί να σας έδωσε μ΄αυτό το στεγνό φέρσιμο, λίγο πιό πριν, στο τηλέφωνο. Δε τό΄παιζε, δεν ήταν αδιάφορος, αλλά η καρδιά του είναι πιά κρύα, δε νιώθει. Είναι τακαβίτης* και ξέρει. Ξέρει την πανίδα και τη χλωρίδα της αγάπης, πως αρχίζει, πως συνεχίζει, πως μπουρδουκλώνεται και τελειώνει. 



” Οι γυναίκες και τα λουλούδια είναι ότι πιό όμορφο υπάρχει στον κόσμο. Θες να ζήσεις μιά κανονική ζωή, βρες το συμπλήρωμά σου και πορέψου. Αν σου βγαίνει όμως αλλιώς, αν θες να είσαι εσύ κι ο εαυτός σου και να μπεις σε άλλα μονοπάτια, να βλέπεις τη ζωή απέξω, άστες, μη τις τυραννάς. Άστες να βρουν κάποιον άλλον να πορευτούν κι αυτές όπως ξέρουν. Η γυναίκα θέλει ν΄ασχοληθείς μαζί της, να χτίσεις μαζί της, να νιώθει ότι αυγατίζετε και την υπολογίζεις. Α δε μπορείς να τα κάνεις αυτά άστες, μη τις σκοτεινιάζεις γιατί αλλιώτικα βλέπουν αυτές τον κόσμο. Μη τους δίνεις ψεύτικες ελπίδες να κάτσουν και να σε περιμένουν.
Περνούν τα χρόνια τους κι είναι κρίμα. Άστες να βρουν ένα άλλο παλληκάρι. Κι αν φτάσεις στα δύσκολα χρόνια και χρειάζεσαι βοήθεια, μη στραφείς σ΄αυτές να σε νταντέψουν. Κάτσε μόνος σου, ή μπες σ΄ένα γεροκομείο. Η γυναίκα είναι ένα λουλούδι, χρειάζεται φροντίδα, κουβέντα και αγάπη. Δε μπορείς να τα δώσεις αυτά, πορέψου μόνος…”.
Έτσι έλεγε στο φιντάνι όταν του μάθαινε. 


Αυτό το νέο κορίτσι – γιατί ένα νέο κορίτσι του μίλαγε στο κινητό – άμα το βλέπατε δίπλα του θ’ απορούσατε. Τί κάνει αυτή η ανοιξιάτικη δροσιά μ΄αυτό τον άνθρωπο, θα λέγατε. ΄Ενα πλάσμα φτιαγμένο από αέρα και φως, χάρμα να το βλέπεις, από ένα κόσμο που αυτός ποτέ δε τον γούσταρε, αλλ΄αυτή ήτανε – πώς να το πούμε; - μιά χρυσή καρδιά.


ουστάς, ο = μάστορας, δάσκαλος

κιαφέτι, το = ύφος

εντάς, ο = αέρας ενός ανθρώπου


τακαβίτης, ο = απόμαχος


Καθόταν κι έτρωγε σ΄ένα ταβερνάκι, που κατά λάθος υπήρχε ακόμα, πριν από κανένα χρόνο. Έξω καθόταν, τελευταίος είχε μείνει, το κατάστημα τα μάζευε. Στην άκρη μιάς πλατείας ήταν κι εκείνη πέρασε. Έκανε το γύρω της πλατείας γιά να κόψει σ΄ένα κάθετο δρόμο, όταν της βγήκε ο ένας μπροστά της. Κάτι της είπε, εκείνη σταμάτησε, τον κοίταξε αμίλητη κι έκανε να συνεχίσει. Ήταν περασμένα μεσάνυχτα, ερημιά. Πήγε να του φύγει από τα πλάγια, αλλ΄αυτός την άρπαξε απ’ το μπράτσο και την ακινητοποίησε. Πάτησε ένα σφυριγματάκι κι ήρθαν ακόμα δυό που κάθονταν στο παρκάκι της πλατείας. Ήρθαν χαζογελώντας και στήθηκαν γύρω της.
Ο άνθρωπός μας κοίταξε προς τη μεριά τους ανέκφραστος, κρατώντας το πηρούνι με την τελευταία μπουκιά. Άφησε κάτω το πηρούνι κι έβαλε το χέρι του στη πίσω τσέπη. Έβγαλε ένα λεπτό σκούφο και τον φόρεσε, ως λίγο πιό κάτω από τα μάτια. ”Πσσστ…”, έκανε. Αυτοί γύρισαν. Έστριψε τον καρπό του δείχνοντας με την παλάμη να ηρεμήσουν και με τον αντίχειρα να του δίνουν. Του απάντησε ο ένας, ο πιό αδύνατος, με αντίστοιχη χειρονομία ”α, παράτα μας!” και μετά έδειξε ανάμεσα στα σκέλια του.

Ο δικός μας ανασήκωσε το μπατζάκι του κι έβγαλε ένα κοντό μαχαίρι. Έπιασε τη λάμα του σφιχτά μες τη παλάμη, αφήνοντας μόνο τη μύτη να προεξέχει. Σηκώθηκε και προχώρησε προς το μέρος τους.

-Τί θε, ρε μαλάκα; του είπε ο ένας. Α, τράβα, να τελειώσεις το φαγητό σου!

Δε χρειάζεται να αναλωθούμε σε περιγραφές. Αμίλητος, σα ψυχρή φθοροποιός μηχανή, τους χάραξε τόσο, όσο που να τους πάρουν τα αίματα. Το βάλαν στα πόδια σα κότες. Το κορίτσι είχε απομείνει σα στήλη άλατος και έτρεμε. Έτσι γνωριστήκαν. Κάθησε γιά λίγο μαζί του, ήπιε κρασάκι κι όταν συνήλθε της έδωσε το τηλέφωνό του. ”Άμα χρειαστείς βοήθεια, τέτοια ή αλλιώτικη, πάρε με”, της είπε. Πήρε το χαρτί, σήκωσε το ποτήρι στην υγειά του και την κατάπιε η νύχτα.

Τον πήρε μετά από κανένα δίμηνο.
- Όχι γιά βοήθεια, μόνο να ρωτήσω τι κάνεις.
- Καλά είμαι, ΄συ;
- Μιά χαρά. Μήπως ευκαιρείς να σε δω;
- Αμέ, άμα το θες...
- Το θέλω!

Έτσι ξεκίνησε κάτι που δε ξέρω αν θα το λέγαμε σχέση. Το κορίτσι είχε τη ζωή του κι εμφανιζόταν κάθε τόσο. Πήγαινε στο σπίτι της, ή αυτή στο δυαράκι του,του μιλούσε γιά τα δικά της κι αυτός την άκουγε στωικά. Τον ρωτούσε γιά κείνον, τί να της πει; Πως γεννήθηκε το 1899; Απόφευγε και της χαμογέλαγε.
Τη πρώτη φορά που σμίξαν τα σώματά τους, κάτι που εκείνη του ζήτησε, τον κοίταγε όλες τις ώρες που πέρασαν, ολότελα μπερδεμένη. Κανέλα μοσκοβολούσε όλος και η ανάσα του.
- Το σώμα σου είναι σα πέτρα, τού΄λεγε και χάιδευε το μέτωπό του με το ένα της δάχτυλο. Δε της απαντούσε, μόνο χαμογέλαγε. Αυτό που τη μπέρδεψε όμως για τα καλά ήταν κάτι άλλο. Συνηθισμένη σε διάφορους πασταφλόρους, βρέθηκε στην αγκαλιά ενός ανθρώπου που είχε τελείως διαφορετικές συμπεριφορές. Ήταν σιωπηλός, ανάσαινε μαλακά κι έδειχνε καθαρά ότι της δίνει απόλυτη προτεραιότητα. Τη χάιδευε ατέλειωτα με τις μεγάλες παλάμες του, κάθ΄ εκατοστό του σώματός της κι έμοιαζε να μη νοιάζεται καθόλου γιά τον εαυτό του, μόνο γιά κείνηνε. Δε την άφηνε να παίρνει πρωτοβουλίες, μ΄έναν επιτήδειο και τρυφερό τρόπο της μάθαινε να δέχεται αυτά που της έδινε. Κάθε που εκείνη προσπαθούσε, την αποδιοργάνωνε κοιτάζοντάς την, παρακαλεστικά, με τα γκρίζα μάτια του που την παρέλυαν.

- Μα, γιατί δε μ΄αφήνεις να σου δώσω;
-Παραπέρα απ΄ότι μου δίνεις; Είσ΄ένας κήπος κι εγώ ένας περιβολάρης. Ξέρεις πως
νιώθουν οι περιβολάρηδες;
-Από πού να ξέρω, ξεκαρδίζονταν εκείνη.
-Οι περιβολάρηδες είναι, ίσως οι πιό ευτυχισμένοι στο ντουνιά, γιατί παίρνουν χαρά,
αγάπη κι ευγνωμοσύνη από εκατό μεριές…

Έδειχνε νά΄χει απόλυτο έλεγχο πάνω στο σώμα του και την έφτανε ξανά και ξανά και ξανά. Κι όταν εκείνη είχε πιά ξεχειλίσει της ζητούσε – όταν το ζητούσε – το μικρό του μερίδιο και τότε, αυτό το βαρύ, πέτρινο σώμα γίνονταν μιά πολιορκητική μηχανή που βούιζε, που μούγκριζε, που τραβούσε μέσα του όλον τον αέρα της κάμαρης, βγάζοντάς τον πάλι με σπασμούς.

-Αυτό; τον είχε ρωτήσει βλέποντας την πρώτη φορά μιά στραβιά και βαθιά ουλή πάνω 
στη κοιλιά του.
-Άστο.
-Όχι, πες μου!
-Μιά κακιά στιγμή που βρήκα το μάστορά μου.
-Που θα πει;
- Άστο, καλύτερα…

Και μετά χωρίζανε, χωρίς να πουν τίποτα γιά το αν θα υπήρχε επόμενη φορά.

Κοίταξε το ρολόι του. Είχε πάει δώδεκα, το φιντάνι θά΄πρεπε να φύγει όπου νά΄ναι. Τού΄ριξε μιά γρήγορη ματιά, ανασήκωσε το φρύδι, ”τίποτε άλλο γιά σήμερα” κι εκείνος συγκατάνευσε, σηκώθηκε κι έφυγε.

Ο άνθρωπός μας – που λησμόνησα να σας πω πως τ΄όνομά του είναι Παναής Αλτσίτζογλου – κάθησ΄ακόμα λίγο και μετά έφυγε κι αυτός. Κατηφόρησε προς το κέντρο. Είχε στα σχέδιά του να περάσει να κουρευτεί και μετά νά΄παιρνε το μετρό και νά΄ριχνε μιά ματιά σ΄ένα βυσινί AUDI που πάρκαρε κάθε μέρα έξω από μιά εταιρία και τού΄χε γυαλίσει.

Περπατούσε ήρεμα, φορώντας ουδέτερα γυαλιά ήλιου γιά να μη φαίνονται τα γκρίζα, λαμπερά μάτια του και προσπαθώντας να μη τραβάει τη προσοχή με το μέγεθός του. Κοίταζε γύρω δήθεν αδιάφορα, αλλά το μυαλό του έβγαζε σπίθες απ΄τις πολλές στροφές. Τις τελευταίες μέρες τού΄χε καρφωθεί στο μυαλό ότι τον παρακολουθούνε. Ήταν πιό πολύ μιά αίσθηση, παρά κάτι συγκεκριμένο που είχε προσέξει. Υπήρχαν όμως μέσα του καλοακονισμένες προεκτάσεις των αισθήσεων, εξασκημένες από παλιά πείρα. Δεν έκαναν ποτέ λάθος, ούτε και τώρα.

Πραγματικά, ήταν δυό λαγωνικά που τον παρακολουθούσαν. Η απόφαση πάρθηκε σ΄ένα τμήμα της Ασφάλειας, μετά από μιά σύντομη συζήτηση. Η υπόθεσή του δε τους ενδιέφερε, αλλά ήταν κάποιος ανώτερος που του είχαν τριβελίσει το κρανίο διάφορα χαρτιά που περνούσαν μπροστά του και αφορούσαν τον Αλτσίτζογλου. «Πόσο καιρό θα μας κοροϊδεύει αυτός; Χρόνια τώρα κινείται στο σκοτάδι, συνεργάσιμος δεν είναι, να τα σκάει δε τα σκάει, ε, νισάφι! Ρε, Λευτέρη, γιά έλα ΄δω. Το και το. Έχε τα μάτια σου δεκατέσσερα μονάχα, ο μάγκας είναι επικίνδυνος. Δε τό΄χει σε τίποτα να σε κάνει φέτες. Πάρε κι άλλον ένα μαζί σου και κράτα με ενήμερο!». Κι έτσι, τον πήραν στο κατόπι. Ο έτσι Λευτέρης τον ακολουθούσε από καμιά δεκαπενταριά μέτρα και ο άλλος, από απέναντι.

Μη νομίσετε τώρα ότι αυτή η ιστορία θα γυρίσει σε αστυνομική, μου είναι αδιάφορο κάτι τέτοιο. Ο προβολέας είναι γυρισμένος μονάχα πάνω στο ψυχρό, στεγανό και δυσκολοδιάβατο ψυχικό τοπίο του Παναή Αλτσίτζογλου. Όλα τ΄ άλλα είναι βοηθητικές παρενθέσεις.


Στο κουρείο αναγούλιαζε με τη γύρω ατμόσφαιρα και τα λεγόμενα. Ο κουρέας ήταν λίγο γυναίκα και παρλάριζε ασταμάτητα με τρεις άλλους που περίμεναν και λέγαν ότι τους κατέβαινε στη γκλάβα. Πλήρωσε κι έφυγε βιαστικά.

Κατέβηκε στο μετρό και ενώ έδειχνε πως θα έμπαινε σ΄ένα βαγόνι, έκανε μιά γρήγορη κίνηση και μπήκε στο διπλανό του. Υπέθεσε πως αυτός ή αυτοί που τον παρακολουθούσαν είχαν σκοτωθεί να προλάβουν να μπουν στο ίδιο, ή μπορεί και να ήταν στο διπλανό. Έβγαλε μιά εφημερίδα κι έκανε πως διάβαζε. Κατέβηκε μετά από δυό σταθμούς, κρατώντας στο χέρι του ένα αντικείμενο που κατέληγε σε μιά λεπτή λαμίτσα. Προχώρησε ήρεμα στην πλατφόρμα και, ξαφνικά, έστριψε, άνοιξε πολύ γρήγορα τον κλεισμένο ανελκυστήρα προσωπικού και χώθηκε μέσα. Βγήκε δυό ορόφους πιό πάνω και, τό΄βαλε στα πόδια. Σταμάτησε ένα ταξί και το άφησε πέντε στενά πριν την εταιρία που λέγαμε. Στάθηκε καμιά εκατοστή μέτρα μακριά της και έστειλε ένα μήνυμα στο φιντάνι του με ένα Χ+Κ. Το Χ σήμαινε «με παρακολουθούν» και το Κ «καθάρισε». Τα υπόλοιπα δε τον αφορούσαν, ήταν δουλειά άλλων.
Άναψε ένα τσιγάρο και με μιά μικρή κάμερα με δυνατό ζουμ, πήρε μερικές φωτογραφίες το βυσινί αυτοκίνητο και την εταιρία.

Μήνυμα στο κινητό. Από ένα παλιό γνωστό που δούλευε «μέσα». Ένα Κ+Χ. «Σε κυνηγάνε, χάσου».
Βρήκε μιά απόμερη γωνιά, έριξε κάτω το κινητό του και το σύντριψε με μιά δυνατή τακουνιά. Το πέταξε σ΄ένα καλάθι αχρήστων και γύρισε πίσω με το λεωφορείο.


Όπως τα δυό λαγωνικά που τον έχασαν στο μετρό, έτσι κι εγώ έχασα τα ίχνη

 του, απ΄τη στιγμή που μπήκε στο λεωφορείο. Πλανιόμουνα πάνω απ΄την πόλη, αχ, ξένη πιά πόλη μου, και δε τον απαντούσα πουθενά, ως τις εφτά που συνάντησε το πλάσμα που ήταν φτιαγμένο από αέρα και φως.


-Μήπως σ΄έχει κουράσει που συναντιόμαστε, τον ρωτάει καθισμένη οκλαδόν στο πάτωμα μπροστά του.

-Όχι, καθόλου. Χαρά μου δίνεις και προσπαθώ να στη γυρίσω πίσω.

-Δεν έχω συναντήσει άλλον άνθρωπο σαν κι εσένα. Είσαι ζεστός και παγωμένος, ταυτόχρονα. Δε ξέρω πως να είμαι μαζί σου. Μ΄αγαπάς καθόλου;


Αυτή η ερώτηση ήταν η αχίλλειος πτέρνα του από τα πολύ βαθιά χρόνια. Κάθε που τον ρωτούσαν μπλόκαρε και δεν ήξερε τι να πει. Απ΄όσο μπορώ να δω μέσα του, μόνο μιά φορά, ίσως, δε τον δυσκόλεψε. Κάποτε, ήταν μαζί μ΄ένα κορίτσι μικροκαμωμένο από τη Σμύρνη. Αυτός πηγαινοέρχονταν, κάνοντας διάφορες ασαφείς εμπορικές συναλλαγές και διευκολύνσεις. Όταν στα 1921 ήρθε ο ελληνικός στρατός και μυρίστηκε τι έμελλε να συμβεί, τη συνάντησε και της ζήτησε να φύγει από το σπίτι της, να φύγουν μαζί. Θα πέρναγαν στη Μυτιλήνη, μετά στη Σαλονίκη κι από κει στα Βαλκάνια. Εκείνη δε πήρε σοβαρά τις προειδοποιήσεις του γιά το μαύρο σύννεφο που θα΄ρχόταν και τού΄πε πως ίσως αργότερα, πως δε γινόταν ν΄αφήσει τη μάνα και τη μικρή αδερφή της μονάχες τους. Θυμάται πως της είπε, «αν μ΄αγαπάς, κάντο». Εκείνη είχε κλάψει, δε του απάντησε, την έφαγε το μαύρο ποτάμι. Αυτό ήταν το τελευταίο που θυμάται από το φρούτο της αγάπης. Άλλος κόσμος όμως και άλλοι άνθρωποι τότε.


- Δε μου απαντάς.

-Θα σου δώσω ένα άλλο νούμερο. Έχασα το κινητό μου.

-Το νούμερο να μου το δώσεις, αλλά σε ρώτησα κάτι.

-Πρέπει να με ξεχάσεις γιά λίγο καιρό. Θα λείψω.

-Αυτό σημαίνει τέλος;

- Όχι.

-Δε μ΄απάντησες. Μ΄αγαπάς καθόλου;
-Δε μπορώ ν΄απαντήσω.
-Τότε, θέλω να σε νιώσω βαθιά μέσα μου, σα νά΄ταν η τελευταία φορά.

Εκείνος είχε κιόλας φύγει. Ήταν και δεν ήταν εκεί. Ο βαρύς, πέτρινος όγκος του λειτούργησε και τότε σα καλολαδωμένη μηχανή αλλά,ούτε μερίδιο ζήτησε, ούτε την άφηνε να συναντήσει το βλέμμα του. Εκείνη κατάλαβε, έκρυψε ένα δάκρυ κι έφυγε, σιωπηλή και αθόρυβη.

Δε ξέρω σε ποιό σκιερό τοπίο κρύφτηκε ο Παναής Αλτσίτζογλου. Ξέρω πως θα γυρίσει και τότε, θα ξαναπιάσω το νήμα...


Δεκατρείς μέρες μ΄ένα πεθαμένο φίλο…

Ο άνθρωπός μας εντοπίστηκε. Ας μου επιτραπεί να μην αποκαλύψω το γεωγραφικό τόπο γιατί τον ψάχνουνε και, ακόμα και οι τοίχοι έχουν αυτιά,(αν και προτιμώ το ανάποδο, ”και τ΄αυτιά έχουν τοίχους”), γιατί απ´ τη στιγμή που είδα στην τηλεόραση τον Bill Clinton, τον καιρό που ήταν πρόεδρος, που γιά να πει κάτι εμπιστευτικό σ΄έναν υψηλό επισκέπτη του γύρισε την πλάτη στις κάμερες και έβαλε το χέρι μπρος απ΄το στόμα, άλλαξε και η συμπεριφορά μου σε πολλά πράγματα...)

Θυμάστε εκείνη την πέτρα που άλλαζε σχήματα; Ίσως τη θεωρήσατε ένα
 
ευφάνταστο (;) παιχνίδι με τις λεξεις. Δεν επρόκειτο όμως γιά κάτι τέτοιο. Έχουμε πολλά ακόμα να μάθουμε γιά τις πέτρες ή μάλλον, δε ξέρουμε τίποτα γι αυτές. Κάποιοι έχουν κάνει κάποιες εικασίες μονάχα. Μιά άλλη πέτρα, με παραπλήσια συμπεριφορά, συναντήσαμε στην ιστορία 
«Η Νίτσα – το σώμα μετέωρο" 


Κι εκεί κάτι σημαδιακό ήτανε, μόνο που δε βρήκε την ευκαιρία να εκδηλωθεί.
 
Οι πέτρες κρατάνε μέσα τους φυλακισμένη μνήμη απ΄το παρελθόν.  Τίποτα δε πάει χαμένο. Όλα τα συμβάντα, κύρια οι βαρβαρότητες κι οι βιασμοί που διαπράξαμε πάνω στο σώμα της Γης, είναι αποθηκευμένες  και καλά φυλαγμένες.

Ποιός να ξέρει τώρα από που κρατούσε η σκούφια αυτής της πέτρας που κείτονταν στο πεζοδρόμιο, μπροστά απ΄τον πρώην νταή Παναή Αλτσίτζογλου, εκείνο το πρωινό πού΄πινε τον γκαϊφέ του. Το ότι ξανακοίταξε προς το μέρος της και δεν την είδε, επίσης δεν ήταν τυχαίο. Όπως θυμάστε, η πέτρα δε μετακινήθηκε όταν κάποιος την κλώτσησε. Είχε δικό της κέντρο αποφάσεων και μετακινιόταν όταν, και όπως εκείνη ήθελε.

Τέτοια πράγματα τα μισοήξερε και τα πίστευε ο Παναής Αλτσίτζογλου.
 Γιατί οι παλιοί νταήδες, οι πραγματικοί παλιοί νταήδες και όχι τα γηγενή κακέκτυπα που δημιουργήθηκαν στον Πειραιά, είχαν καρδιά καθαρή σαμικρού παιδιού. Όχι σα τα σημερινά παιδιά που τά΄χουν κάνει να μη ξέρουν που βρίσκονται... ΄Ετζι λοιπόν, μπορώ να σας πω ότι δε παραξενεύτη- κε καθόλου σαν είδε την ίδια πέτρα, ν΄αλλάζει σχήματα μπροστά του, στο μέρος που είχε πάει να κρυφτεί.

Κάθονταν κι έπινε ούζα μ΄έναν κρυφό του παλιόφιλο, τον Σάκη Α. 
που είχε εγκαταλείψει τον περασμένο χρόνο τα εγκόσμια. Μόλις όμως ένιωσε πως ο φίλος του, που είχε χρόνια να τον συναντήσει και δεν ήξερε τα καθέκαστα, ήταν στο δρόμο προς την καλύβα του, επέστρεψε με  ειδική άδεια. Γκριζωπός ήταν στην όψη, μερικά κομμάτια τού΄λειπαν, σκονισμένος ήταν και με χώματα, επέστρεψε όμως πριν φτάσει ο Παναής. Σκούπισε, σφουγγάρισε, έκανε την παρατημένη καλύβα λαμπίκο. Ψώνισε απ΄τη διπλανή πόλη, να μη τον δουν και πάθουν τραμπάκουλο, βρήκε νταμίρα, πήρε και παστουρμά που θυμόταν ότι τον λάτρευε ο φίλος του και, να τώρα που κάθονται, απέναντι ο ένας στον άλλον, πίνουν, τσιμπολογάνε και συζητάνε. 
Ιστορίες παλιές λένε που αν τις άκουε κάποιος ανίδεος θα του σηκωνότανη τρίχα όρθια στην κεφαλή, ανθρώπους μνημονεύουν που χάθηκαν πριν την ώρα τους όπως, καλή ώρα ο Σάκης.

- Να σε ρωτήσω πως είν΄εκεί κάτω, να ξέρω τουλάχιστο τι με περιμένει,
 
ρωτάει ο Παναής.
- Ξέχνα το. Τί άλλα;
Του λέει γιά το κορίτσι και το Σάκη τον παίρνουν τα κλάματα. Νοσταλγεί...
- Έλα, ρε Σάκη, δε πάει χρόνος που έφυγες μού΄πες...
- Ε και; Ένας χρόνος είναι μιά αιωνιότητα χωρίς αυτό. Τί μου λες τώρα;

Λέγαν, λέγαν, μέχρι που λάλησαν τα κοκόρια. Και πέρασαν ημέρες δώδεκα 
και τη δέκατη τρίτη το βράδυ που πάλι τα πίναν και τα λέγαν, μιά μαύρη σκιά πλησίασε και στάθηκε στα δυό μέτρα.
- Σάκη, έκανε η σκιά.
- Ναι, τό΄πιασα. Μ΄αφήνεις κι αυτή τη βραδυά με το φιλαράκι μου;
- Άντε, χαλάλι σου. Και τη μέρα αύριο όσο θα φέγγει, το βραδάκι όμως, 
ξεκίνα!

Η πέτρα πιό πέρα έλαμψε και φυλάκισε τη συνομιλία. Ο Παναής δεν έβγαζε τσιμουδιά.
- Λοιπόν, τί λέγαμε, είπε ο Σάκης. Α, αναρωτιόμουνα, πόσο χρονώ έφτασες,
ρε ψυχή;
- Α, δε θυμάμαι. Εκατονδέκα, εκατονδώδεκα, κάπου κει...
- Τι λέ΄ρε θηρίο...Μπα, δε ξέρω α θά΄θελα νά΄χα τη χάρη σου. Καλά, δε
 
βαρέθηκες;
- Ε, όσο νά΄ναι, τί να κάνω όμως, λες να φουντάρω;
- Όχι δα και να φουντάρεις. Αυτά είναι γιά άλλους, όχι γιά κάτι σα κι εμάς.
 Να, λέω,πώς τη βγάζεις;
- Ε, μικροδουλίτσες, ταξιδάκια γιά τις μικροδουλίτσες...δε μου λες, εσύ
έπαιζες κιθαρίτσα κάποτε. Την έχεις ακόμα;
- Άκου λέει. Κρυμένη την έχω. Γουστάρεις ε, μπαγάσα...

Ο Σάκης έπαιζε μόρτικια κιθάρα και σολάριζε νταλκαδιάρικα.
- Τί να πιάσουμε να ΄φχαριστήσω το φίλο μου;
- Παλιά σερέτικα της καρδιάς. Δυό κουτάλια έχεις;

Ο Σάκης, νταής ήταν κι αυτός, αλλιώτικος όμως, ντόπιος. Είχε 
σκορπίσει τα 
νιάτα του από δω κι από κει, σε κόντρες και πείσματα άχρηστα. Ηφαίστειο ήταν κάποτε, μύγα δε σήκωνε στο σπαθί του.
 «Κι όταν τα σκέφτομαι λέω, α, ρε Σάκη, μάπας ήσουνα. Γλύστρησ΄η ζωή μεσ΄ απ΄τα χέρια σου, σα το σαπούνι. Έκαψα και τα σωθικά μου με το ούζο. Τσάμπα. Μιά ζωή τσάμπα...»
- Όχι, ρε Σάκη, μη το βλέπεις έτσι. Να μη μετανιώνεις γιά τίποτα. Σε θυμάμαι τι ήσουνα. Δίκαιος, σπαθί. Μάγκας με τα ούλα σου. Όλα όμως έχουν διπλή όψη. Δίκοπα μαχαίρια. Ή έτσι θα κοπείς, ή αλλιώς. Τις καλές στιγμές και τα γλέντια που πέρασες εσύ, ούτε τα ονειρεύτηκαν άλλοι. Θά΄θελες να ζούσες ακόμα με μιά συνταξούλα, τακαβίτης και 
αραγμένος σ΄ένα καφενείο σα βαλσαμωμένη κουκουβάγια; Πιάσε κάτι τώρα να το πούμε μαζί!
- Α, ρε Παναή, πάντα σ΄αγάπαγα. Μόνο εσένα παραδεχόμουνα!
- Έλα, έλα, Σάκη,..."Εγώ είμ΄αλάνης, μάνας γιός, μάγκας σωστός στην
 
τρίχα...» , άρχισε να τραγουδάει...

Έπαιξαν, ξεπατώθηκαν. Τελειωμό δεν είχαν, ποταμός. 

- Τώρα, θα σου πω εγώ ένα. Ένα που δε τό΄λεγε κανείς άλλος, εξόν από κείνον το γλυκό τον μερακλή, το Νούρο. Θά΄ναι γιά σένα και γιά μένα.  Γιά δυό λευκές καρδιές.

Άρχισε πάλι ν΄αλλάζει χρώματα ο Παναής Αλτσίτζογλου. Ένα αλαφρό
 
μουσμουλί πέπλο κατέβηκε μπροστά στο πρόσωπό του και άνοιγε, άνοιγε, ώσπου έγινε άσπρο κι από μέσα του βγήκε μιά φωνή αλλιώτικη. Έλεγες πως είχε ανοίξει το στήθος του και τά΄βγαζε όλα χύμα έξω. Αυτός ο μεγάλος και φαρδύς θώρακας που είχε αναπνεύσει φουρτούνες, 
κρίσεις, πολέμους, που είχε αντικρύσει μύριες φορές το θάνατο κι εκείνος τον είχε προσπεράσει, έβγαζε τώρα το μεδούλι του μπροστά στον πεθαμένο φίλο, ότι πιό σίγουρο μπορούσε να υπάρχει. Η φωνή του προεκτείνονταν σα φίδι που χάιδευε τη νύχτα, τα δέντρα ολόγυρα, τους σκληρούς θάμνους. Σέρνονταν στο χώμα, έμπαινε μέσα στην υγρασία της νύχτας κι έκανε τις νυχτοπεταλούδες ν΄αναριγούν, διέγραφε φωτεινά σχήματα στον αέρα και κατέληγε στην πέτρα που στεκόταν πιό πέρα κι αστραποβολούσε αποθηκεύοντας…

”Ποιός έχει μιά λευκή καρδιά να γίνουμε συντρόφοι,
να περπατούμε ερημιές να μη θωρούμ΄ανθρώποι…”

Όταν τέλειωσε κοίταξε το Σάκη και μετά γύρισε το πρόσωπό του προς το
 
σκοτάδι και μιά βροχή από δάκρυα τον κάλυψε. Ήσυχα δάκρυα, σιωπηλά, κι απολυτρωτικά που ξέπλυναν το άσπρο και τον ξαναγύρισαν στο μελαψό του χρώμα. Ήταν αυτά τα δάκρυα όχι παράπονο, ούτε μετάνιωμα γιά κάτι. Απόλυτα συμφιλιωμένος ήταν με το παρελθόν του. Ήταν μονάχα άδειασμα ψυχής από τα φύκια που είχαν κολλήσει απάνω της.

- Ρε Σάκη, θαρρώ πως αυτό που έκανα τώρα, μόνο σ΄εσένα μπροστά θα
 
μπορούσα να το κάνω. Φίλοι κοντινοί δεν είμαστε, εδώ και πολλά χρόνια. Δεν έχει σημασία όμως και το είδες όλες αυτές τις μέρες. Ξεκινήσαμε απο κει πού΄χαμε σταματήσει. Ήταν ξεκούραση και παρηγοριά νά΄μαι κοντά σου. Αύριο φεύγεις και φεύγω κι εγώ,θ΄ανταμώσουμε πάλι σύντομα όμως.
- Μωρέ μη σε νοιάζει, θα τους καταφέρω εγώ να μου ξαναδώσουν άδεια.

Τον κοίταξε τρυφερά ο Παναής και του χαμογέλασε. Δεν εννοούσε έτσι, αλλά δε τού΄πε τίποτα. Την άλλη μέρα το πρωί κατέβηκε στην πόλη, μπήκε σε μιά τράπεζα και τακτοποίησε κάποια θέματα λογαριασμών. Μετά, χώθηκε σ΄ένα Internet-cafe και έστειλε ένα αναλυτικό μήνυμα στο φιντάνι του.

Τώρα είναι στο λεωφορείο του γυρισμού κι αφήνεται να τον πηγαίνει.
 
Κάθεται σα ξύλινος στο κάθισμα και τα μάτια του στηλωμένα στο κενό  είναι. Σα νά΄ναι ο μοναδικός επιβάτης.
Έχει κλείσει και μανταλώσει τις πόρτες του και δε μπορούμε καθόλου  να δούμε τι σκέφτεται. Τις μέρες με το Σάκη; Το κορίτσι από αέρα και φως; Πώς θα συνεχίσει τώρα που τον έχουν στο κατόπι; Αν αξίζει τον κόπο; Μάλλον νιώθει κομμάτι έρημος. Παραπέρα, δε θα μπορέσω να ξέρω και… κοίτα να δεις! Βγάζει το κίνητό του και γράφει ένα μήνυμα.
  Στο κορίτσι. ”Φτάνω στο σταθμό υπεραστικών στις 9:30. Μπορείς νά΄ρθεις;” Υπογράφει Γιάννης. Θα καταλάβει εκείνη. Το δάχτυλό του ταλαντεύεται στο send. Σηκώνει τα μάτια και κοιτάζει πάλι στο κενό. Το κλείνει. Μετάνιωσε.
Αφήνεται να τον πάρει ο ύπνος που τον κρατάει μέχρι που το λεωφορείο  έφτασε. Τα γκρίζα μάτια του σαρώνουν το άχαρο περιβάλλον του σταθμού. Βγαίνει έξω, κάνει κάποιες παραπλανητικές βόλτες, βεβαιώνεται πως δεν είναι κανείς πίσω του...

Ξεκαθάρισμα λογαριασμών

Νάτος, ο πρώην νταής και φθοροποιός μηχανή, που περπατάει σαν υπνωτισμένος μέσα στη νύχτα. Δείχνει πως δε ξέρει κατά που πάει. Περνάει μέσα από φώτα που τον βάφουν με χρώματα φωσφορικά. Άνθρωποι γύρω του κινιούνται, ζευγαράκια από νέα παιδιά που ξεκαρδίζονται ανέμελλα, μοναχικοί και σκυμένοι που γυρίζουν πτώμα στα σπίτια τους, γυναίκες μοναχές που προχωρούν γρήγορα, σα να πηγαίνουν σε κάτι πολύ σημαντικό. Ξένοι έχουν στρωμένες  πραμμάτειες με αχρηστα είδη, ένας πουλάει κάτι ξεπλυμένες ζωγραφιές με τραγικά ηλιοβασιλέματα. Αυτοκίνητα καλογυαλισμένα τό΄να πίσ΄απ΄τ΄άλλο, λεωφορεία που μουγκρίζουν βγάζοντας σκοτεινούς ατμούς, τρόλευ. Αηδιάζει. Χώνεται σ΄ένα σκοτεινότερο στενό και αλλάζει δρομολόγιο προς τα Πετράλωνα.

- Μπα, σα τα χιόνια. Καιρό έχουμε να σε δούμε. Πώς έτσι;
- Δε ξέρω, μού΄ρθε.
- Έλα πάνω.

Της αφήνει με το έμπα εκατό euro στο κομοδίνο.
- Πάντα γαλαντόμος. Μακάρι νά΄χα μερικούς ακόμα πελάτες σα κι εσένα.
Της χαμογελάει σα να του σηκώνει ένα βίντσι τα χείλια.
- Άκεφος είσαι. Τί κουβαλάς στην καρδιά;
- Μυρμήγκια. Στην εξοχή ήμουνα.
- Έλα, ξάπλωσε, θα σου περάσουν όλα.


Χύνεται το μεγάλο σώμα του στο κρεβάτι και στηλώνει τα μάτια στο ταβάνι.
- Άντρακλά μου εσύ...
- Κοίτα, αν μπορούσαμε να μη μιλάμε...
- Όπως θέλει τ΄αγόρι μου.

Τζίφος. Δε μπορούσε. Δεν έφταιγ΄εκείνη, κάτι μέσα του που τον 
κοίταγε μ΄ένα μάτι ειρωνικά. Η γυναίκα του χαμογελάει φιλικά και τον χαϊδεύει στο μέτωπο. Κάτι πάει να του πει, ακουμπάει την παλάμη του 
στο στόμα της.
- Σσς...

Σηκώνεται κι αρχίζει να ντύνεται. Τον κοιτάει εκείνη, πάει να του δώσει πίσω τα λεφτά.
- Αστειεύεσαι; Ήσουν πάντα φίνα μαζί μου, απόψε όμως, κάπως είμαι...

Περπατάει πάλι χωρίς να ξέρει που πάει. Τον πηγαίνει όμως ο άλλος από
 
μέσα του κι απ΄τα Πετράλωνα βρέθηκε στου Ψειρρή. Όχι απλά εκεί αλλά σε συγκεκριμένο σημείο και περνώντας από ένα μπαράκι, τη βλέπει. Κάθεται με δυό άλλα νέα αγόρια και μιά που της μοιάζει πολύ. Μπερδεύεται, κάνει να συνεχίσει, αλλά ο άλλος μέσα του τον φρενάρει.
 Το γρήγορο μάτι της τον είδε. Μένει άγαλμα γιά μιά στιγμή. Την επόμενη τινάζεται πάνω και βγαίνει έξω τρέχοντας.

- Δε το πιστεύω! Δε το πιστεύω, εσύ, εδώ; Στάσου, περίμενε να πω αντίο 
κι έφτασα.
Οι άλλοι γυρίζουν και τον κοιτάν παραξενεμένοι. Τραβιέται στο πλάι.
 
Τον αγκαλιάζει και νιώθει ένα άλλο σώμα απ΄αυτό που ήξερε. Σα  μαλακό, σα παραλυμένο, σα κάπου αλλού βρίσκεται.
- Μού΄λειψες. Δε παραξενεύτηκες που δε σε πήρα καθόλου;
- Δε ξέρω.
- Νόμισες πως δεν ήθελα να σ΄ενοχλήσω, δεν ήταν όμως αυτό. Με
 πλησίασαν και με ρωτούσαν γιά σένα...
Δαγκώνεται ο Παναής. Σφίγγει το σώμα του και την τραβάει γρήγορα σ΄ένα στενό. Κοιτάζει γύρω του νευρικός. Αυτό δε τό΄χε υπολογίσει.Τη χώνει σε μιά μισάνοιχτη πόρτα και σκάζει μύτη έξω. Περιμένει, τίποτα, ψυχή.
-Κάτι έχεις κάνει. Τί;
-
Τίποτα. Με θέλουν γιά παλιές ιστορίες.
Την κοιτάζει και τα μάτια του είναι κουρασμένα αλλά αστράφτουν.
- Είμαι σα χίλια κιλά απόψε. Μείνε μόνο μαζί μου...
- Δε σε πήρα γιατί φοβήθηκα μη παρακολουθούν το κινητό.
- Καλά έκανες. Το δικό μου είναι σε άλλο όνομα. Νεφέλη (επιτέλους, 
είπε τ΄όνομά της), σ΄εμπιστεύομαι. Τό΄χω κι ανάγκη να σ΄ εμπιστευτώ. 
Μη φοβάσαι, δεν έχω κάνει κάτι που να με τρομάζει. Και να με βρούνε, δεν έχουν τίποτα να μου φορτώσουν, μονάχα μου τη δίνει όταν με ψάχνουν. Από μικρό παιδί τό΄χα αυτό. Έλα, θα πάρουμε ταξί και θα πάμε κάπου ήσυχα να μιλήσουμε. Μπορείς;

Το ταξί τους άφησε σε μιά σκοτεινή παραλία με κλειστά μαγαζιά. Κάθησαν δυό βήματα από τη θάλασσα και τά΄βγαλε όλα. Όλα, από την αρχή. Ακόμα και την ημερομηνία που γεννήθηκε της είπε,  ξαλάφρωσε. Σα νά΄ταν η πρώτη φορά που ήρθε κοντύτερα στους άλλους αυτού του κόσμου. Η Νεφέλη τον άκουσε χωρίς να πει τίποτα, χωρίς να ρωτήσει τίποτα.
- Δεν έκανα λάθος μαζί σου, αξίζεις, της είπε τρυφερά.
- Ούτε κι εγώ με σένα. Είμαι κοντά σου. Θα στηρίξω.
- Ο δρόμος τελειώνει όμως μανίτσα μου, εδώ τελειώνει...
Τινάχτηκε.
- Τελειώνει, τί; Εμείς;
- Όχι, εγώ. Εσύ θα συνεχίσεις.
- Δε το πιάνω. Πες μου!

Ο Παναής κοίταξε πέρα, μέσα στο σκοτεινό της θάλασσας κι είδε την
 πέτρα να χοροπηδάει στα νερά λάμποντας.
- Κοίτα εκεί. Βλέπεις;
- Όχι. Τί;
- Τίποτα. Κάτι μου φάνηκε πως είδα. Έλα να περπατήσουμε λίγο. Πάρε
 
πρώτα ότι έχω πάνω μου.
Άδειασε τις τσέπες του όλες κι αράδιασε μερικά πραμματάκια  μπροστά της (στο τέλος αυτής της ιστορίας παρατίθεται λεπτομερής  κατάλογος των προσωπικών αντικειμένων του),
- Κι αυτό το μασούρι (ένα μάτσο χρήματα πιασμένα μ΄ένα λαστιχάκι).
- Δε καταλαβαίνω γιατί το κάνεις αυτό...
- Κοίταξε, Νεφέλη, θέλω να σου ζητήσω μιά χάρη. Να κάτσουμε
κάτω απ΄
αυτό το πεύκο και να ξαπλώσω στο χώμα... Έλα, να σε φιλήσω.

Έχωσε το πρόσωπό του μέσα στις ρίζες των μαλλιών της και τη μύρισε 
βαθιά. Της φίλησε τα δυό απορημένα μάτια της και δε την άφησε να συνεχίσει. Ξάπλωσε δίπλα της κι ένα κόκκινο χρώμα άρχισε να τον καλύπτει.

Κράτα με.


Το χέρι της χάθηκε μέσα στη μεγάλη παλάμη του. Της το έσφιξε γερά 
 καθώς το αίμα άρχισε να κοχλάζει μέσα στις αρτηρίες του και τον έβαψε
 -Μηηη... ούρλιαξε εκείνη.



Ένα τίναγμα και το πρόσωπό του άλλαξε διάταξη. Τ΄αριστερό του φρύδι συσπάστηκε, σα να το χτύπησε ρεύμα ηλεκτρικό, και κατέβηκε στραβά προς τα κάτω, το γκρίζο μάτι του θόλωσε και ανεβοκατέβηκε φρενιασμένο, το μάγουλό του φούσκωσε και σα κυματάκι μετακινήθηκε και καβάλλησε το δεξί, το στόμα του γύρισε τη μιά του άκρη προς τα πάνω, η γλώσσα πήγε να βγει έξω, αλλά τη συγκράτησε (ήθελε να περιωρίσει την παραμόρφωση, από ντροπή γιά κείνη). Ένα τίναγμα ακόμα, ένα μαύρο υγρό που κύλησε απ΄το στόμα του, ένας αναστεναγμός και, αυτό ήταν. Το μεγάλο σώμα έμεινε ακίνητο κι η  πέτρα βούλιαξε στο βυθό της σκοτεινής θάλασσας.

Έτζι, μ΄αυτόν τον τρόπο, στις 6:οο του πρωινού της 7ης Απριλίου του
 
2009, τέλειωσε τις μακριές του ημέρες ο πρώην νταής, Παναής Αλτσίτζογλου, που είδε το φως του ήλιου σε μιά φτωχογειτονιά της Πόλης,  εν έτει 1899.
Τελείωσε κρατημένος από τα χέρια της Νεφέλης, ενός νέου κοριτσιού, φτιαγμένου από αέρα και φως, που ανήκε σ΄ένα κόσμο που αυτός ποτέ δε τον γούσταρε. Ίσως και γι αυτό το λόγο να πέρασε στην άλλη διάσταση χαλαρός κι ανάλαφρος...

ΥΓ. Και κάτι ακόμα. Οι λέξεις τρίβονται, ξεφτίζουν και χάνουν
 
το πραγματικό νόημά τους. εξαιτίας της λήθης και της ανοησίας μας. Να θυμάστε ότι νταής δε σήμαινε αυτό που νομίζουμε σήμεραΕλπίζω ότι η περίπτωση αυτού του μοναχικού ανθρώπου να σας έπεισε 
λίγο γι αυτό.

ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΩΝ ΠΟΥ 
ΥΠΗΡΧΑΝ ΣΤΙΣ ΤΣΕΠΕΣ 

ΤΟΥ ΠΡΩΗΝ ΝΤΑΗ, Παναή Αλτσίτζογλου

κουτάκι μικρό από σουλφαμίδες του 1940 με λευκοπλάστες και γάζες,
τέσσερα λαστιχάκια,
εισιτήριο
λεωφορείου ,
τρία κλωνάρια κανέλας,
πορτοφόλι με κάρτες, άσχετα χαρτιά και αποδείξεις, μιά οικογενειακή
φωτογραφία που τον έδειχνε να κάθεται στα γόνατα του μουστακαλή
ένα μαραμένο γαρύφαλο,
ένας μικρός δίκοπος κόφτης,
ένα μικρό αντικείμενο με μιά λαμίτσα παραβίασης κλειδαριών,
ένα διπλωμένο χαρτάκι που έγραφε: «Με ρώτησες αν σ΄αγαπώ καθόλου· 
ναι, σ΄αγαπάω! – όποτε χρειαστείς κάποια βοήθεια, σφύρα μου.
 Θαρθώ – με τον τρόπο μου. Μη το ξεχνάς – Π.Α.

Το 8 και το 9 ήταν τυλιγμένα, το καθένα τους, σ΄ένα χαρτάκι που έγραφε,
 «γιά ξεφόρτωμα».

Μικρές, πλάγιες σκέψεις γιά τον εκλιπόντα
πρώην νταή, Παναή Αλτσίτζογλου.

Τρεις μέρες είχα πέσει σε μιά σκοτεινή τρύπα κι έλεα, πώς να τελειώσω τη ζωή αυτού του μοναχικού ανθρώπου; Σαν υπνοβάτης ήμουνα. Μου μίλαγαν και δεν άκουα. Δεν ήταν ότι βιαζόμουν να τελειώσω την  ιστορία. Ήταν ότι αυτός ο άνθρωπος έκατσε ξαφνικά μέσα μου και, βαρύς όπως ήταν, με τραβούσε προς τα κάτω, χωρίς τελειωμό. Κάτι άλλο που ήταν καινούριο γιά μένα, αλλά με μπέρδευε κιόλα, ήταν ότι, γιά πρώτη φορά μιά φιγούρα που πλάστηκε στο κεφάλι μου, μού΄παιζε κρυφτό. Τον οδηγούσα, νόμιζα, τον πήγαινα αλλά και με πήγαινε. Όταν έκλεινε τα παραθυρόφυλλά του, όπως μέσα στο λεωφορείο της επιστροφής, δε μπορούσα καθόλου να φωτίσω μες το κεφάλι του και να δω.

Κάποια στιγμή, θυμήθηκα ένα παλιό νουνό που είχα, ένα ανθρωπάκι 
μάλαμα. Μοναχικός ήταν κι αυτός και παντρεμένος με τη Μικρασιάτισσα θεία μου που, γιά διάφορους λόγους, δε την πήγαινα. Όλο του κολλούσε και τον πίεζε, ενώ αυτός έπλεε σε γαλήνιες (;) θάλασσες 
αφηρημάδας. Όταν μεγάλωσα, εξαφανίστηκα και χαθήκαμε. Κάποια φορά τον βρίσκω που παραθέριζαν στην Αγία Τριάδα, στη Σαλονίκη. Είχε πάει λίγο πιό πέρα απ΄τους άλλους που θαύμαζαν το ηλιοβασίλεμα, είχε γυρίσει την πλάτη του στη θάλασσα και κοιτούσε προς το κενό, πάνω σε μιά ψάθινη πολυθρόνα. Πήγα κοντά του, χαμήλωσα, τού΄πιασα το χοντρό του γόνατο.

- Πώς πάει νουνέ;
- Κωστάκι, βαρέθηκα, κουράστηκα. Δε θέλω άλλο…

Τον επόμενο χρόνο έφυγε γιά πάντα.

Μετά, θυμήθηκα μιά παλιά ζωγραφιά που είχα κάνει και την είχα
 
βαφτίσει ”Εγκέπ” (εγκεφαλικό επεισόδιο). Παρίστανε ένα λαϊκό μπεχλιβάνη τη στιγμή που παθαίνει νταμπλά, ενώ έκανε κατορθώματα σ΄ένα δρομάκι της οδού Αθηνάς, στην πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους.

Χρόνια πολλά αργότερα, ανακάλυψα τον
 Francis Bacon 
και έμεινα άπνους. Δεν είχα ξαναδεί τέτοια ζωγραφική και τόσο πόνο.  Τα παραμορφωμένα πρόσωπα του που έδειχναν το απομέσα των ανθρώπων, κόλλησαν με το «Εγκέπ» και μιά τέτοια αιτία θανάτου μου κάθησε σα πολύ λογική στην ηλικία του Π.Α.

Τον οδήγησα στον παλιό του γνώριμο, το νεκρό Σάκη Μ. που ήταν
 ένα υπαρκτό πρόσωπο και φίλος μου. Η συνάντησή τους κάτι του έκανε μέσα του. Το κατάλαβε ή όχι, δε ξέρω. Το ότι τακτοποίησε κάποια πρακτικά θέματα στην Τράπεζα κι έγραψε ένα γράμμα, άγνωστου 
περιεχομένου, στο φιντάνι του, δείχνει πως είχε ήδη πάρει κάποιες αποφάσεις.

Σας διαβεβαιώνω ότι δε ξέρω γιατί επισκέφτηκε μιά γυναίκα γιά
 
πληρωμένο έρωτα, μπορώ όμως να καταλάβω γιατί δε μπόρεσε να λειτουργήσει. Στη συνέχεια, κάτι μέσα του τον οδήγησε εκεί που σύχναζε το κορίτσι από αέρα και φως. Τον πήγε εκεί γιατί ένιωθε πολύ έρημος. Φαίνεται  πως αυτή η ιστοριούλα μαζί της, κάτι του έκανε επίσης, αλλά η καρδιά του δεν ένιωθε πιά. Έτσι τουλάχιστο νόμιζε. Της ανοίχτηκε γιά να μη την τυραγνάγαν ερωτηματικά όταν θά΄φευγε, έκανε δηλαδή το αντίθετο απ΄ αυτό που συνηθίζουν οι άντρες. Τιμή του. Μετά, δεν απόμενε πιά παρά το χέρι της και η ηλεκτρική επίθεση στο κεφάλι του.

Μου είναι κατανοητό ότι η ιστορία του Παναή Αλτσίτζογλου φαίνεται
 
μελαγχολική και μαύρη. Γιά μένα δεν είναι ούτε το ένα, ούτε το άλλο. Ο άνθρωπος αυτός ήταν πλήρης ημερών και εμπειριών. Είχαν δει πολλά τα μάτια του και αυτά τα χλιαρά που μπεμπέκιζαν γύρω του, δε τού΄λεγαν τίποτα. Δεν ήταν μισάνθρωπος, δεν ήταν ότι δε καταλάβαινε τον
κόσμο και την τωρινή ζωή. ΔΕΝ ΗΘΕΛΕ! Νέτα και σταράτα. Μα, θα μπορούσε να αντιτείνει κανείς, παρουσιάστηκε στη ζωή του αυτό το νέο κορίτσι που...που, τί; Να έκανε τί, μαζί της; Το χάσμα ήταν αγεφύρωτο κι ο έρωτας και η δροσιά δε φτάνουν γιά να καλύψουν όλα τα κενά. Βέβαια, δε διευκρινίστηκε αυτό το «το κορίτσι ανήκε σ΄ένα κόσμο που αυτός ποτέ δε τον γούσταρε». Πολύ απλά, η Νεφέλη προέρχονταν από μιά τακτοποιημένη, «δήθεν» αστική τάξη. Τί δουλιά είχε αυτός με τέτοια; 
Πλήξη αφόρητη. Ας μη κοροϊδευόμαστε.

Έτζι, η πρώην φθοροποιός μηχανή αφέθηκε να τερματίσει στα χέρια της, 
ξέροντας πως δε θα τον ξεχνούσε ποτέ, αλλά και ξέροντας πως εκείνη θα συνέχιζε τη ζωή της εκεί που έμαθε. Ο ίδιος, έφυγε απόλυτα ικανοποιημένος και, ευτυχώς, που δε πρόλαβαν να τον «σώσουν»...