Κυριακή, 11 Ιουλίου 2010



Προσωπικές καταδύσεις
και 
ξεναγήσεις σε σκέψεις
που μπορεί νά΄ναι χρήσιμες
και σ΄άλλες/ους...


-Μπα, πώς έτσι ξαφνική στροφή; Εσύ έλεγες πως δε τ΄αντέχεις τα "σμυρνέικα".
Έτσι μού΄λεγαν δυό αγαπητοί φίλοι όταν έγινε η στροφή μέσα μου. Επειδή καταγίνομαι, σε διάφορα επίπεδα, μ΄αυτά που μας περνάνε μέσα μας χωρίς να το θέλουμε, τσίμπησα όταν ανακάλυψα τα δυό παρακάτω videos.

Ο Ζαμπέτας δε μ΄άγγιξε ποτέ. Ήταν μεν καταπληκτικός στο παίξιμό του, αλλά τον έβρισκα σαχλαμάρα (βλ. "πολύ έξυπνο", σύμφωνα με τον τρέχοντα καθημερινό χειρισμό της λέξης). Δεν ήταν τυχαίο βέβαια που τον χρησιμοποίησε ο Χατζηδάκης, όπως δεν ήταν τυχαίο που ο Θεοδωράκης χρησιμοποίησε το Μανώλη Χιώτη.

Το θέμα όμως είν΄αλλού. Η "παιδεία" που μας φέρμαραν ήταν κάθετα αντι-τουρκική και οι λόγοι είναι κατανοήσιμοι. Στο όνομα όμως της απέχθειάς μας για οτιδήποτε τουρκικό κι οτιδήποτε ανατολίτικο (εξαιρούνται αυτά που μας βόλευαν όπως, μπακλαβάδες, διάφορα φαγητά, χοροί, τα τσιφτετέλια και μιά ατέλειωτη σειρά άλλων που τα ελληνοποιήσαμε με το έτσι το θέλω), γίναμε εύκολη λεία μιάς -της πλάκας - δυτικοποίησης, διαγράφοντας για δεκαετίες τα πάντα. Ξεπουληθήκαμε για μερικά ποταπά αργύρια...

Στο όνομα της δυτικοποίησης είδαμε και τους πρόσφυγες σα κακό σπυρί, κι ακόμα και σήμερα υποτιμάμε, στρουθοκαμηλίζοντας, τις μουσικές που μας άφησαν.

Τα δυό παρακάτω videos δε λεν τίποτα ιδιαίτερο σε πρώτη ανάγνωση. Αν όμως προσέξει κανείς, λεν πολλά.


Στο πρώτο, στο τέταρτο λεπτό, ακούμε το Ζαμπέτα να απαντάει στο Χατζηδάκη που τον αποκαλεί "παλιό μάγκα" και του λέει, "θέλω να πάμε στις παλιές, στις αρχικές πηγές του μπουζουκιού". Κομπιάζοντας, στην προσπάθειά του να βρει τα σωστά λόγια, λέει ο Ζαμπέτας πως,  


αλλά αυτά τα...πώς τα λένε...τα μοτίβα αυτά, δε τά΄χω πολύ...βέβαια τα κατέχω...δε τά΄χω δουλέψει πολύ, δε μού΄ταν, έτσι, ευχάριστα, δε μ΄ άρεσαν, τα τουρκοειδή δε τα
γουστάριζα. Κάτιλέει, πώς τα λένε, τα άλλα, σαμπάχ, ουσάκ, τέτοια να πούμε, δε τα γουστάριζα, δε πήγαινα από κει, απ΄αυτούς τους δρόμους, δε τα γουστάριζα, δεν ήταν, έτσι...δεν είχανε ανοίγματα, δεν είχανε πρίμο σιγόντο και τραγούδια, άμα δεν είχανε πρίμο σιγόντο, δε μ΄αρέσανε... βέβαια, παρόλο που στ΄αυτιά μας ήτανε, βέβαια, ωραίες μελωδίες αλλά, δε τραγουδιότανε, έτσι, δεν ήταν ευχάριστα. Ήτανε και οι στίχοι, όπως λες*, απαισιόδοξοι...


* αντίστοιχες απόψεις είχε επανειλημμένα εκφράσει κι ο Χατζηδάκης.


Στο δεύτερο video, στο τρίτο λεπτό, έχετε στο πιάτο μιά μικρή αποθέωση των γλεντιών των νερουλών, όπως το αντιλαμβανόταν ο ελληνικός κινηματογράφος και απόδειξη στη πράξη του πως εννοούσε ο Ζαμπέτας τη στιχουργία και επίσης, την άποψή του για την "αισιοδοξία", αυτή που εννοούμε και σήμερα και οδήγησε την Ελλάδα στο σημερινό σκατό... 


Επιπλέον, στο 7:40 πετιέται και μιά βρώμικη σπόντα. Η ξιππασμένη, Ελληνίς το επάγγελμα, κυρία που πρόκειται να παντρευτεί, δε της αρέσει καθόλου ότι η αγγελία του γάμου δημοσιεύτηκε σε μιά φτηνιάρικη εφημερίδα, στα "Προσφυγικά Νέα"...








Δίνω σα παράδειγμα ένα τουρκοειδές τραγούδι, "χωρίς ανοίγματα", χωρίς πρίμο σιγόντο, όχι "ευχάριστο" και με στίχους"απαισιόδοξους"...
Κρίνετε μόνοι/ες σας.






Προφανώς βέβαια ο Ζαμπέτας και άλλοι που πίστευαν παραπλήσια, είχαν κουραστεί, και με το δίκηο τους, απ΄όλη τη μαυρίλα που σκέπασε το λαϊκό τραγούδι μετά τον Εμφύλιο. Εκεί, τους καταλαβαίνω...

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Συντάσσομαι σχεδόν απόλυτα με την οπτική γωνία. Ο Ζαμπέτας είναι ο πρόδρομος της σκυλοποίησης τόσο στην τεχνική, όσο- κυρίως- στη φιλοσοφία. Αυτός ο ωχαδερφισμός και η κενή αντίληψη ζωής "να περνάω καλά" ευθύνεται για την ηθική και αισθητική κατρακύλα της πλειονότητος των Νεοελλήνων. Όσο για το Μάνο Χατζιδάκι, αιωνία του η μνήμη για την προσφορά του στη διάσωση της υγιούς μας παράδοσης. Antoine Parinis