Πέμπτη, 22 Οκτωβρίου 2009

Κόντρα στην οποιαδήποτε αφομοίωση!





Σκέψεις για το χτες, το σήμερα και το ΠΑΝΤΑ! 


 Λέγοντάς το ακόμα μιά φορά, τα blogs μου είναι, πρώτιστα, αφιερωμένα στις ψυχές όλων αυτών των ανθρώπων που ήρθαν το 1922, μαζί και οι δικοί μου, στις ψυχές τους που ίσως λικνίζονται ακόμα στον αέρα πάνω απ΄τα Γερμανικά, πάνω απ΄την Παλιά Κοκκινιά, τους Ποδαράδες, το Περιστέρι, την Καισαριανή, όλ΄αυτά τα μέρη όπου προσπάθησαν να ξαναρριζώσουν. Σ΄ανθρώπους σα κι αυτούς της παραπάνω παλιάς φωτογραφίας. Υπολείμματα  Ελλήνων που έφυγαν, απ΄τον κύριο κορμό της χώρας, στα 700 π.Χ. και ξερριζώθηκαν μέσα σε μερικές μέρες, σα νά΄ταν αγριόχορτα, απ΄ένα συνδυασμό αφελούς πολιτικής ονειροπόλησης και προδοσίας.


Γιά να εξηγηθώ ακόμα καλύτερα, τα blogs είναι αφιερωμένα, όχι στους αστούς Μικρασιατες που είχαν οικονομική άνεση και παρακολουθούσαν τις μόδες και τις επιταγές που έρχονταν απ΄την Ευρώπη. Είναι γιά όλους/ ες τους/τις άλλους/ες που ήταν ταπεινοί/ές, που ήρθαν ντυμένοι/ες στα κουρέλια, που δε μίλησαν ποτέ. Σ΄ανθρώπους σα τους παρακάτω:





  Στη μνήμη του β΄σκέλους της "τρίτης κατηγορίας προσφύγων"» που περιγράφεται στο παρακάτω κείμενο της ΕΑΠ (Επιτροπής Αποκαταστάσεως προσφύγων) γραμένο το 1928 :


 β) Τέλος, είναι η μάζα εκείνη των ανθρώπων κάθε είδους, όπως οι λαϊκοί άνθρωποι, οι μικρέμποροι, οι υπαίθριοι πωλητές, οι βιοτέχνες, οι εργάτες ή οι άνεργοι, που φυτοζωούν μεροδούλι – μεροφάι, και πολλές φορές ούτε και αυτό, και πότε κάνουν τη μιά δουλειά και πότε την άλλη. Είναι αυτά ακριβώς τα στοιχεία που αποτελούν τη σωρεία των ανέργων στα μεγάλα αστικά κέντρα, μέσα σε μιά διαρκή ανησυχία που οπωσδήποτε περικλείει κινδύνους...»


Ακόμα, στα τραγούδια που έφεραν μαζί τους και σ΄αυτά που χτύπησαν σε δίσκους στη δεκαετία που τους δόθηκαν οι ευκαιρίες.


Παίζεται λοιπόν ένα παιχνίδι, μάλλον ασυνείδητο και λόγω άγνοιας, σε σχέση με τη μουσική αυτών των ανθρώπων, ακόμα και στις μέρες μας...


Πριν ξανα-εξηγήσω τι εννοώ, ανα-δημοσιεύω ένα μικρό απόσπασμα του Nicholas G. Pappas από την εργασία του με τίτλο, Concept of Greekness-The recorded music of Anatolian Greeks after 1922. Το απόσπασμα αναφέρεται στη γενικά διαδομένη άποψη σχετικά με αυτή τη μουσική και το πειραιώτικο ρεμπέτικο που τη διαδέχτηκε:


"...There has been a tendency to concentrate
on the so-called "Piraeus rebetika" which
are perceived by many to be the genuine
performances, the "rebetika high" of Gail
Holst and others. For them, the music of
Anatolian refugees was merely a pubescent
version of what was to follow, rather than
a musical and cultural tradition in its
own right"...


Εκείνο που κάνει εντύπωση δεν είναι αυτό, αλλά η σχεδόν πλήρης σιωπή από τη μεριά των απογόνων των προσφύγων και των οργάνων που διαφυλάσσουν τις παραδόσεις τους.


Κατανοώ απόλυτα ότι έχουν περάσει 87 χρόνια από το 1922, όπως και κατανοώ τις ανάγκες αφομοίωσης των ανθρώπων.
Προσωπικά, είμαι κάθετα ενάντιος στην κάθε είδους αφομοίωση γιά οποιουσδήποτε λόγους και σε οτιδήποτε. Μέχρι τελευταίας ρανίδας αίματος σκοπεύω να πηγαίνω κόντρα. Ας μη παρεξηγηθώ, θα το κάνω πιό ξεκάθαρο.


Πιστεύω πως ένας καλός ορισμός γιά τη συνειδητή αφομοίωση θα μπορούσε να είναι κάτι σα κι αυτό:


αφήνομαι να ενταχθώ σε κάτι, όταν
αυτό το κάτι με σέβεται σα μειονότητα.
Απ΄τη δική μου πλευρά, μαθαίνω πως
αυτό το κάτι λειτουργεί, σέβομαι τους νόμους
και τους κώδικές του και συμμετέχω επιλεκτικά.
Σε καμιά περίπτωση δε δέχομαι να μου διαγράψουν
τις μνήμες μου, την ιστορία μου, το παρελθόν το
δικό μου και των προγόνων μου.


Αυτό βέβαια θέλει κότσια και πληρώνεται. Τίποτα όμως δεν είναι δωρεάν σ΄αυτό τον κόσμο. Με δυό λόγια, είμαι εναντίον στο να ξεχνάει κανείς.



Γιά το θέμα μας, χρησιμοποιώ γενικά τον όρο "ρεμπέτικο" γιά να συνεννοούμαστε. Δε δέχομαι όμως με κανένα τρόπο ότι το θέμα ξεκινάει με τον Μάρκο Βαμβακάρη και συνεχίζει με τον Βασίλη Τσιτσάνη, μιάς και σ΄αυτά τα δυό βαρύγδουπα ονόματα επικεντρώνονται οι περισσότεροι. Τους δέχομαι, μου αρέσουν και τους θαυμάζω, αλλά δε συμφωνώ με το σύρσιμο με τη σκούπα, κάτω απ΄το χαλί των Μικρασιατών που ήταν, γιά να είμαι ευγενικός, πολύ σημαντικότεροι.
Αν δεν είχαν προϋπάρξει αυτοί και αν κάποιοι απ΄αυτούς που συνέχισαν υποστηρίζοντας, διορθώνοντας, συνθέτοντας, στην εποχή της μονοκρατορίας του μπουζουκιού, είναι άγνωστο αν και πως θα συνέχιζε αυτό που ονομάζουμε ρεμπέτικο. Υπερβάλλω;

Γιατί όσο περισσότερο ακούω και διαβάζω τους "ειδήμονες" να χτίζουν τις "θεωρίες" τους ξεκινώντας από το Πειραιώτικο και δώθε, τόσο περισσότερο αναρωτιέμαι,
δεν έχουν ακούσει τα πριν;
τά΄χουν ακούσει στραβά,
κάνουν πως δε βλέπουν και καμώνονται πως βλέπουν ενώ είναι τυφλοί,
είναι μόνο δυτικοτραφείς,
δεν έχουν εξασκημένα αυτιά,
η απλώς έχουν πέσει θύματα, νομίζοντας πως οι προηγούμενοι ήταν προετοιμαστικοί καταλύτες γιά να ξεκινήσει ο Μάρκος Βαμβακάρης;


Του Μάρκου του προσάπτουν συχνά το χαρακτηρισμό "δωρικός" δηλ. απλός, απέριττος, όπως ήταν η τέχνη των Δωριέων. Και ισχύει. Ο Βαμβακάρης ήταν απλός. Οι μελωδίες του ήταν εύκολες γιά το μέσο αυτί. Οι καθαροί ήχοι ενός μπουζουκιού και μιά κιθάρας, οι απλοί στίχοι, βρίσκουν εύκολα τον ακροατή. Βέβαια, υπήρχαν και πολλοί άλλοι, κυρίως ψυχολογικοί, λόγοι, που έκαναν τον κόσμο να στραφεί στο πειραιώτικο
(συνεχίζεται) 

Τρίτη, 13 Οκτωβρίου 2009

Aπόψε με παντρεύουνε...


Το παρακάτω είναι μιά προσπάθεια να τραβηχτούν παράλληλες γραμμές, ανάμεσα σ΄ένα τραγούδι της δεκαετίας του ΄30 και στη σημερινή μας ζωή. Ξέρω πως αυτό ακούγεται τελείως αφηρημένο. Κι όμως...

Έχουμε λοιπόν ένα παραδοσιακό τραγούδι (το τραγούδι μπορείτε να το ακούσετε παρακάτω) που έχει τους παρακάτω στίχους:

Απόψε με παντρεύουνε (1936)
παραδοσιακό
τρ.Ρίτα Αμπατζή
HMV, AO-2309

Απόψε με παντρεύουνε
κι έλα να σε φιλήσω.
Δυό λόγια, φως μου, να σου πω,
να σ΄αποχαιρετήσω.

Έλα, να κλάψουμε μαζύ
τη μοίρα την κακιά μας
που μας χωρίζει ζωντανούς,
δίχως το θέλημά μας

Να παντρευτώ δεν ήθελα
και πάντα τους αρνιόμουν,
την άρρωστη τους έκανα
και τους παραπονιόμουν

Η μάνα μου η άπονη,
ένα πρωί στη βρύση,
γιά μένα λόγο έδωσε,
χωρίς να με ρωτήσει.

Αχ, κακούργα μάνα!

Τα βράδυα τώρα κάθομαι
αντάμα με τον πόνο
και σένα συλλογίζομαι
και κρυφομαραζώνω

Γειά σου, Ρίτα!
Γειά σου, Αποστόλη μου!


Είναι ένα τραγούδι παρηγοριάς, ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού που ονομάζουμε χαρμολύπη (χαρά και λύπη, ταυτόχρονα).

Οι στίχοι μιλάνε γιά μιά πράξη καταναγκασμού. Ένα κορίτσι αναγκάζεται να παντρευτεί κάποιον που δε τον θέλει, που δε τον αγαπάει, γιατί έχει δοσμένη αλλού την καρδιά της.

Λογικά, θά΄πρεπε η μουσική να είναι μελαγχολική, λυπητερή, όμως συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο. Η ατμόσφαιρα που διαπερνάει το τραγούδι είναι απ΄τις πιό κεφάτες και χαρούμενες της δισκογραφίας του ΄30. Το κλαρίνο λαλάει μ΄εκείνο το δαιμονικό τρόπο που τα κλαρίνα λαλούσαν εκείνη την εποχή (εποχές φτώχειας και δυσκολιών, γιά όσους/ες αυτό λέει κάτι), το βιολί ακολουθεί κατά βήμα, χαρούμενο κι αυτό, και το τραγούδι μοιάζει φωτισμένο από δυνατό ήλιο.
Επειδή θέλει να παρηγορήσει, ακριβώς γι αυτό είναι τόσο χαρούμενο.

Μα, ακούνε οι άνθρωποι συνειδητά και προσεκτικά τους στίχους ενός τραγουδιού, ή μόνο τα πρώτα λόγια του; Εξαρτάται κάτω από ποιές συνθήκες το ακούνε. Αυτό το συγκεκριμένο δεν είναι απ΄αυτά που τ΄ακούει κανείς στο δωματιάκι του και τ΄απολαμβάνει. Είναι τραγούδι ανοιχτού χώρου, τραγούδι γλεντιού.

Οι άνθρωποι, κυρίως της επαρχίας, όταν βρίσκονται σε γλέντια και πανηγύρια γιά να ξεσκάσουν, δεν ακούν συνειδητά, δε σκέφτονται τι σημαίνουν οι στίχοι των τραγουδιών, δεν είν΄αυτό που τους νοιάζει. Ο ρυθμός του τραγουδιού τους τραβάει μέσα στο χορό και στη δίνη του γλεντιού, τους στροβιλίζει και, "έξω καρδιά"!

Όμως, ο νους έχει τις δικές του λειτουργίες. Τα λόγια του τραγουδιού και το βαθύτερο νόημά τους μπαίνουν μέσα μας και προκαλούν διεργασίες.

Αργότερα, το βράδυ στο κρεβάτι μεθυσμένοι/ες, πριν μας πάρει ο Μορφέας στη αγκαλιά του, ή την άλλη μέρα, οι στίχοι να εγγράφονται πάνω στον καθρέφτη του νου. Κι εκεί, στον καθρέφτη, μπορούμε να δούμε τον εαυτό μας και να σκεφτούμε αν εμείς παντρευτήκαμε αυτόν/ήν που πραγματικά θέλαμε.
Βλέπουμε κι άλλες οπτασίες σκιερές, φίλων και γνωστών, τις δικές τους επιλογές.

Αν κρίνουμε, έστω και τώρα, ξεμέθυστοι/ες και ακούγοντας αυτό το τραγούδι, ότι δεν κάναμε σωστές επιλογές, τότε μπορείτε να καταλάβετε τι εννοούσα με "παράλληλες γραμμές ανάμεσα σ΄ένα τραγούδι του ΄30 και τη σημερινή μας ζωή"...

(συνεχίζεται)

Τρίτη, 6 Οκτωβρίου 2009

Ηλίας Πετρόπουλος (1)


Ηλίας Πετρόπουλος (2)


Ηλίας Πετρόπουλος (3)


Ηλίας Πετρόπουλος (4)


Ηλίας Πετρόπουλος (5)


Ηλίας Πετρόπουλος (6)


Hλίας Πετρόπουλος (7)


Παρασκευή, 2 Οκτωβρίου 2009






Ποιοί ελαιώνες, 
ποιά δροσερά πηγάδια,
 ποιά κατακόκκινα ρόδια

και ποιοί πρασινισμένοι λόφοι μπορούν να περιγράψουν 
τη γλύκα
και το μεράκι της φωνής σου;


Πόσες δάφνες, 
πόσες μυρτιές και μέντες, 
πόσα αηδόνια και κότσυφες,
πόσα κύματα λαμπερά, 
ανακλάσεις του νερού στο ταβάνι
και γλυκά σορόπια στην ψυχή μοίραζε η μεγάλη καρδιά
που φώλιαζε στο μικρό σου σώμα;


http://www.filefactory.com/file/ahgcbd7/n/To_mangiko_1937_Rita_mp3


http://www.fileden.com/files/2008/6/6/1947074/To%20mangiko%20%281937%29%20Rita.mp3

Πέμπτη, 1 Οκτωβρίου 2009

Γιατί, Thorax and Mind?


Μάγκας σε στιγμή ζεϊμπέκικου - Κώστα Λαδόπουλου, 2006






Aς το πούμε με απλά λόγια...

Ο σύγχρονος άνθρωπος θεωρεί αυτονόητο ότι παίρνει αποφάσεις με το μυαλό του. Ο απλός άνθρωπος πιστεύει το ίδιο αλλά, προσθέτει και τον παράγοντα της "καρδιάς ". Σα να υπάρχει εκεί ένα άλλο κέντρο αποφάσεων. Σε κάποιους/ες μπορεί ν' ακούγεται απλοϊκό ωστόσο , κάνουμε διάφορα πράγματα που μιά βαθύτερη φωνή προσπαθεί να μας αποτρέψει, κι όμως τα κάνουμε. Η φωνή της αποτροπής, λογικά, έρχεται από το μυαλό; Η άλλη, "από την καρδιά"; Ας μη μιλήσουμε γιά το γενικό παραλήρημα του έρωτα...

O Πλάτωνας και ο Σωκράτης ασχολήθηκαν πολύ με αυτό το θέμα, προσπαθώντας να διαγράψουν την ταυτότητα του ανθρώπου που θα λειτουργούσε μέσα σε μιά πολιτισμένη κοινωνία. Το πρόβλημα όμως δεν έχει λυθεί μέχρι σήμερα...


Τα τελευταία χρόνια συζητιέται και γράφεται στα σοβαρά η υπόνοια ότι, ίσως, ο άνθρωπος μεταφέρει, από γεννησιμιού του, κάποια μορφή προ-συνείδησης, μιά σειρά προγραμματισμένων κανόνων.

Ο αγώνας ανάμεσα στην καρδιά και το κεφάλι είναι αδιάκοπος και γίνεται ακόμα εντονότερος, όσο περνούν τα χρόνια, γιατί η φωνή της καρδιάς είναι, κατά κανόνα, εχθρός της εξέλιξης. Αλλού ψάχνει, σε άλλα τοπία ευφορίας και ηδονής.

Τα ρεμπέτικα και ιδιαίτερα τα μικρασιάτικα, είναι δημιουργήματα της καρδιάς και όχι του κεφαλιού...

Με τη συμβολική χρήση της λέξης "θώραξ"
εννοώ το στέρνο, εκεί που λαμβάνονταν οι αποφάσεις των ομηρικών ηρώων. Πιό συγκεκριμένα, θέλω να δώσω, έμμεσα, ένα σήμα γιά το περιεχόμενο αυτού του blog.

Διαλέγω το χώρο των θερμών συναισθημάτων της καρδιάς, του στέρνου, του θώρακα. Χρησιμοποιώ το μυαλό βάφοντάς το
κόκκινο, με το χρώμα του αίματος που βράζει, ορίζοντας και τη στάση μου απέναντι στον κόσμο και τη ζωή...



Σε βλέπω, Αμπατζή...(σκηνή από φωνοληψία)


Είμαστε στο 1932. Η Ρίτα εκείνη τη μέρα χτυπάει το τραγούδι του Στ. Παντελίδη "Ο ψύλλος". Μέσα στην αίθουσα φωνοληψίας είναι εκείνη, ο Σπύρος Περιστέρης κι ο Κώστας Σκαρβέλης που παίζουν τις δυό κιθάρες. Παρών είναι κι ο Νούρος. Περιμένει να χτυπήσει κι εκείνος δίσκο και μπήκε μέσα για παρέα. Σα θεατής, σα φίλος. Ήταν στα κέφια του εκείνη τη μέρα. Η εκτίμηση ανάμεσα σ΄αυτόν και τη Ρίτα δοσμένη. Εκείνη αρχίζει να τραγουδάει. Όταν πάει να τελειώσει το τραγούδι και λέει "και θά΄ρχομαι να σ΄ενοχλώ την ώρα που κοιμάσαι", ο Νούρος κάτι έχει κάνει. Κάποιο αστείο, κάτι... Η Αμπατζή χαμογελάει. Αμέσως μετά, κάποιος λέει, "αχ, ψύλλε, να είχα τη χάρη σου...". Η Αμπατζή συνεχίζει... Όταν επαναλαμβάνει γιά δεύτερη φορά το "ψύλλος θα γίνω άπονη και δε θα μου γλυτώσεις" ξαναχαμογελάει. Πάει στο επόμενο στιχάκι, "γιά σε και τίγρης θα γινώ, γιά τα γλυκά σου μάτια". Όταν το επαναλαμβάνει, είναι έτοιμη να βάλει τα γέλια και χάνει μιά λέξη. Αντί να πει "θα γινώ" λέει, "θά΄γεναααχ", κι όταν λέει "γιά τα γλυκά σου μάτια", πάλι χαμογελάει γλυκά. Κάτι κάνει ο Νούρος. Κουνάει ίσως το κεφάλι του ή τα χέρια του επιδοκιμαστικά ή μιμείται ένα ψύλλο που θα τρυπώσει στο σώμα της Αμπατζή(;). Η Ρίτα χαίρεται και το χαμόγελό της περνάει μέσα στο είπωμα του στίχου. Αμέσως μετά, ο μερακλής ο Νούρος της πετάει το μοναδικό και ζεστό "γειά σου, ρε Ρίτα!" κι εκείνη, απομακρύνει το κεφάλι της απ’ το μικρόφωνο και ανταποδίδει, "γειά σου, Νούρο μου!" Είναι δικός ο Νούρος. Είναι Μικρασιάτης. Είναι Σμυρνιός, όπως κι εκείνη. Είναι κι οι δυό τους άνθρωποι θερμοί, παιδεμένοι, πρόσφυγες, σε ξένο τόπο. Γι αυτό... Κάνει μπαμ ότι δεν είναι γιά τις ανάγκες της φωνοληψίας, ούτε της εταιρίας, ούτε γιά το αγοραστικό κοινό. Εκείνες οι στιγμές είναι δικές τους, ολότελα δικές τους...

Δεν είναι μυθεύματα δικά μου ούτε ονειροφαντασίες. Ακούστε προσεκτικά στο τραγούδι αυτό το σημείο και θα με θυμηθείτε...

Κάντε "κλικ", έχετε λίγη υπομονή - μέτρησα 30-40 δευτερόλεπτα- και το τραγούδι θα κατέβει...

http://www.fileden.com/files/2008/6/6/1947074/13%20O%20psullos.mp3