Παρασκευή, 29 Ιανουαρίου 2010





Ένα υπέροχο τραγούδι!




Με ποιό τρόπο και με ποιές λέξεις να μιλήσω γι αυτό το υπέροχο τραγούδι που μπορείτε ν΄ακούσετε εδώ;




Μάλλον, δε ξέρω πως να το κάνω. Κι αν είχα σπουδάσει μουσική και χρησιμοποιούσα μουσικούς όρους, θα εκφραζόμουν, προφανώς, βαρετά. Οπότε, απομένει ο δρόμος του συναισθήματος.


Ο Κώστας Σκαρβέλης (ή Παστουρμάν) που το συνέθεσε, ήταν υποδηματοποιός, έγινε ένας διαβολεμένος μουσικοσυνθέτης και, όταν πέσαν οι δύσκολοι καιροί της Κατοχής, ξαναγύρισε στα παπούτσια και πέθανε από ασιτία...
Το τραγούδι, με τον τίτλο "Μάγκας σεβνταλής", φονογραφήθηκε δυό φορές. Μιά με τον Ζαχαρία Κασιμάτη και μιά με τον αλλιώτικο και ιδιότυπο Κώστα Μασσέλο - Νούρο. Η ατμόσφαιρα της δεύτερης είναι σαφώς ανώτερη.
Οι στίχοι δε λένε κάτι ιδιαίτερο. Είναι οι παρακάτω :



Βρε μάγκα πιά δεν παύεις πάντ΄αυτά που λες,

πως δεν πονείς μιάν άλλη, μόνο γιά μένα κλαις,

κορόϊδο δεν με πιάνεις, πιά δεν με γελάς,
γιατί το ξέρω, μάγκα, άλλην αγαπάς.

Τράβα μάγκα, δεν σε θέλω πιά,
να μην περάσεις απ΄τη γειτονιά.
Τράβα μάγκα, σεβνταλή, αλανιάρη, μπελαλή!

Βρε μάγκα, αυτή σου πρέπει νά΄χεις γιαβουκλού,
που είναι αλανιάρα, τσαχπίνα, χασικλού,
κοίταξε πιά μ΄αυτήνε να καλοπερνάς,
γιατί από εμένα ξέρε, δε μασάς!

Τράβα μάγκα, δεν σε θέλω πιά,
να μην περάσεις απ΄την γειτονιά.
Τράβα μάγκα σεβνταλή, αλανιάρη, χασικλή!

Όπα, να χαρώ μάγκες!
Γειά σου Νούρο μου, γειά σου μάτια μου, καλέ!

Σε πήρα πιά χαμπάρι, μάγκα σεβνταλή,
γι αυτό κι εγώ έχω μπλέξει με κάποιον μπελαλή.
Στο λέγω, να το ξέρεις, πιά να μην περνάς
από τη γειτονιά γιατί φωτιές θα φας!

Τράβα μάγκα, δε σε θέλω πιά,
να μην περάσεις απ΄την γειτονιά!
Τράβα μάγκα, σεβνταλή, βρε αλανιάρη, μπελαλή!


Οι στίχοι, με σημερινή ματιά, όπου ικανοποιούμαστε με διάφορα "ποιητικοφανή" νοήματα, μοιάζουν απλούστατοι, σχεδόν αφελείς. Οι λέξεις "χασικλού" και "χασικλής" απομακρύνουν και κουμπώνουν τους σημερινούς "καθωσπρέπει" ανθρώπους. Δεν έχω θετική στάση απέναντι σε καμιά απ΄τις ναρκωτικές ουσίες, δε μ΄αρέσουν όμως οι υποκρισίες και οι εθελοτυφλίες όταν ξέρω πως ένα μεγάλο κομάτι του πληθυσμού χαπακώνεται με αντικαταθλιπτικά σκευάσματα. Κάτι που, απ΄την άλλη μεριά, το βρίσκω απόλυτα λογικό, σα τεχνητή ομπρέλα "προστασίας", στην παράλογη ελληνική (και όχι μόνο) ζωή, έτσι όπως κατάντησε. Γιά αντίστοιχους λόγους, το χασίς ήταν τότε μιά απόδραση, όπως και πάντα...



Στο τραγούδι λοιπόν που, ίσως, ακούσατε παραπάνω, κάποιος Μικρασιάτης μουσικός, ή κάποιος που ήταν απλώς παρών στη φονοληψία, αμολάει δυό χαιρετισμούς και βάζει μπροστά τη μηχανή της ατμόσφαιρας.
Την πρώτη φορά λέει, πολύ γλυκά, "όπαα, να χαρώ ΄γω μάγκες". Λίγο μετά, γυρίζει στο Νούρο και ακούγεται, ίσως ο πιό ζεστός χαιρετισμός της δισκογραφίας του "ρεμπέτικου", καθώς του λέει, "γειά σου Νούρο μου, γειά σου μάτια μου, καλέ!"
Η φωνή του είναι γεμάτη συναίσθημα. Ίσως κάνει μιά φιλική γκριμάτσα ή κάτι άλλο και το αποτέλεσμα το ακούμε στη φωνή του Νούρου, αμέσως μετά. Ο Νούρος μοιάζει να γεμίζει από χαρά κι αυτή μεταδίνεται στη φωνή του. Σχεδόν γελάει.

Προς το τέλος, αλλάζει το στίχο που κανονικά θα ήταν, "γιατί κλωτσιές θα φας", σε "φωτιές θα φας" (=θα στην ανάψω, θα σε πυροβολήσω), μιά πολύ όμορφη έκφραση.



Και ένας τελευταίος λόγος:


Φαίνεται σα νά΄μαι κολλημένος στον Νούρο που επανέρχεται συνεχώς. Υπάρχουν καλά και επιβλαβή κολλήματα. Η περίπτωσή του είναι ζωοδόχος, όπως τα λουλούδια, τα πουλιά, ο ήλιος, τα σύννεφα, ο καφές, το τσιγάρο (...). Θυμίζει ο Νούρος ότι το νόημα δεν είναι εκεί που το ψάχνουμε (όσοι/ες το ψάχνουν και δε παρασύρονται από οτιδήποτε...), αλλά κάπου αλλού. Ένας ηβίσκος δεν ενδιαφέρεται γιά τίποτ΄άλλο απ΄το ν΄αντικρύσει το φως και ν΄ανοίξει τα λουλούδια του. Έτσι κι αυτά που άφησε πίσω του αυτός ο άνθρωπος, δε ζητάνε τίποτα. Μόνο μαλακώνουν και γαληνεύουν, αυτούς/ές που μπορούν να μπουν πίσω απ΄το φλούδι...

Δεν υπάρχουν σχόλια: