Δευτέρα, 13 Σεπτεμβρίου 2010



Η Βίβλος της Απόδρασης
-χτες, σήμερα, αύριο(;)-

Οι βαθυστόχαστες σκέψεις και οι ψυχαναλύσεις είναι για τους "άλλους", όχι για τις λαϊκές τάξεις. Ο συνηθισμένος μέσος λαϊκός άνθρωπος, όταν μπει μέσα σε λαβύρινθους σκέψεων μπερδεύεται, χάνει το μπούσουλα, γκρεμίζεται σε σκοτεινά πηγάδια. Συγκρούεται με τα βάσανα, τις σχέσεις, τους ανθρώπους και απαντήσεις δε μπορεί να βρει. Είναι φορτωμένος και σφραγισμένος από κλισαρισμένες απόψεις, προκαταλήψεις, άψαχτες στάσεις κληρονομημένες από το παρελθόν και το παρόν περιβάλλον του.

Δύσκολη η ζωή, δύσκολο και τ΄ανθρωπαριό.

Δεν είναι τυχαίο που όταν ρωτήθηκε ο Γιώργος Κατσαρός που ξεπέρασε τα 100 χρόνια, ποιό ήταν το μυστικό της μακροζωίας του απάντησε, "να τραγουδάτε παιδιά μου, να τραγουδάτε"...

Λέω, εγώ ο κουτός, σ΄ένα γκαρδιακό μου φίλο, "για να μην αναρωτιόμαστε γι αυτά που μας κάνουν οι άλλοι πρέπει, τουλάχιστο, να μπαίνουμε στα ρούχα τους για να καταλάβουμε πως το βλέπουν αυτοί". Μου απαντάει, "μα, εγώ δε μπορώ να καταλάβω τον ίδιο μου τον εαυτό και θα καταλάβω τους άλλους;"

Όμως, παρά τις δυσκολίες να βρουν άκρη με το μέσα τους, διαθέτουν συνήθως μιά σειρά από μηχανισμούς αυτο-άμυνας και αυτο-σωτηρίας. Τα θεμέλια αυτού του μηχανισμού είναι η πίστη πως "το λάθος βρίσκεται στους άλλους κι όχι σε μένα".

Κάνοντας το αντίθετο απ΄αυτό που συνηθίζεται, δε διαλέγω ένα τραγούδι που επιβεβαιώνει τις παραπάνω σκέψεις. Διαλέγω ένα που μπερδεύει τα πράγματα.

Το παρακάτω είναι απ΄τα σπάνια όπου ο πρωταγωνιστής φαίνεται να αναλαμβάνει το βάρος ενός προσωπικού σφάλματος, το οποίο βέβαια δε κατονομάζεται, αλλά δε μπορεί να το διαχειριστεί και τον παίρνει από κάτω η πληγωμένη ανδρική τιμή. Μη ξεγελιέστε όμως. Ο συμπαθέστατος και πολύ φίνος μάγκας  Στέλιος Κερομύτης δεν εννοεί τίποτα περισσότερο λέγοντας, το λάθος μου αισθάνομαι, απ΄το ότι ήταν λάθος του να μπλέξει με τη γυναίκα που περιγράφει...



Ξεφύγαμε λίγο.
Σκέφτηκα να ανασύρω μιά μικρή σειρά από φράσεις-σωσίβια που τέτοιες υπάρχουν πολλές μες τα ρεμπέτικα και ενοχλούσαν(;) το κατεστημένο, κύρια όμως την Αριστερά.

Το τραγούδι που ακολουθεί είναι του Γιώργου Μητσάκη και είχε την ατυχία(;) να βγει στην αγορά το 1950 οπότε, για ευνόητους λόγους, το έφαγε το μαύρο σκοτάδι. 
Η επίμαχη φράση που θα την ακούσετε είναι, ο ντουνιάς και να καεί δε δίνουμε δεκάρα.

Τρία αδέλφια (1950)
τρ. Νίνου, Τατασόπουλος, Μητσάκης


Μερικές φράσεις-σωσίβια

Οι παρακάτω φράσεις αυτο-σωτηρίας είναι στη τύχη παρμένες από ένα μακρύ κατάλογο. Τέτοιες φράσεις σώσαν κόσμο, τον στήριξαν στα πόδια του, τον βοήθησαν ν΄απαλλαγεί απ΄το βρόγχο, να παρηγορηθεί, να διασκεδάσει, να "ξεχάσει".

Οι άνθρωποι έχουν πάγιες ανάγκες και δεν είναι κουρντισμένοι αγωνιστές που η αποστολή τους στη ζωή είναι να παλεύουν. Άσχετο αν τους κάναν έτσι σήμερα...

Οι φράσεις αυτές είναι αποτρεπτικές, όπως αποτρεπτικά ήταν τα πήλινα μυθολογικά τέρατα που βάζαν οι άνθρωποι έξω απ΄τα σπίτια τους στην αρχαιότητα. Η συνήθεια επανήλθε, εν μέρει, στις στέγες κάποιων νεοκλασσικών σπιτιών.
Όπως αποτρεπτικό ήταν και το "όξω φτώχεια!" που αμολούσαν οι τραγουδιστές των Μιρασιάτικων, ιδίως ο Νταλγκάς.

Ελπίζω, όλα τα παραπάνω να μη βιώθηκαν σα προτροπή σε παθητική απόδραση, αυτή τη στιγμή που η Ελλάδα περνάει και θα συνεχίσει να περνάει σφιχτούς καιρούς.

ας καεί και το γκουβέρνο,
γλέντα και πίνε κι ότι βγει,
δε δίνω ψιλή,
έξω φαρμάκια,
θα ξημερώσει και για μας,
κομμάτια να γίνει,
ότι έχω, ας τα χάνω,
περασμένα, ξεχασμένα,
τα ρίχνω στο σορολόπ,
τσιμέντο να γίνει,
φούρνος να μη καπνίσει
...


-------------------------
ας πάρουμε μιά μικρή ανάσα...


μ' ένα "αχ, αχ", όπως έκανε
η Βεζυροπούλα του Ευγένιου Σπαθάρη


ΠAΣAΣ: Γιατρέ μου, το παιδί μου ούτε μιλάει ούτε λαλάει.
KAPAΓKIOZHΣ: Tι έχεις, κορίτσι μου; Για σκύψε να σε ακροαστώ.
ΦATME: Aχ, αχ!...
KAPAΓKIOZHΣ: Bήξε.
ΦATME: Γκουχ, γκουχ!
KAPAΓKIOZHΣ: Bήξε και ανάσαινε. Aνάσαινε βαθιά και βήξε μαζί.
ΠAΣAΣ: Tι έχει, γιατρέ;
KAPAΓKIOZHΣ: Σιωπή, τούβλο! Δεν ακούς που σου μιλάει το κούτσουρο; Aφού βλέπεις ότι κάνω την ακρόασιν και ετοιμάζομαι για την επίκρουσιν, μιλάς εσύ και έκανα εγώ την σύγκρουσιν. Πάντως, το κορίτσι έχει βγάλει τη στραβομάρα στο δεξιόν μισόπλευρον του παϊδιού της και τη λύσσα στο νοτιοανατολικό μέρος του εγκεφάλου.


και που, μεταξύ μας, το είχε πάρει από τον Κώστα Θωμαϊδη
που ήταν ψάλτης και είπε αυτό τον πολύ όμορφο μανέ.
Μπορείτε ν΄ακούσετε το αχ αχ, καθώς και το βήχα
της Βεζυροπούλας του Σπαθάρη


την παράσταση του Σπαθάρη 
"Ο Καραγκιόζης γιατρός"
τη βρίσκετε στο


http://www.snhell.gr/anthology/content.asp?id=204&author_id=49


εντάξει;
δυό λογάκια ακόμα...

Η πλειοψηφία αυτών των αποτρεπτικών φράσεων-σωσιβίων είχε να κάνει μ΄ένα ανασήκωμα των ώμων μπροστά σ΄ένα θαμπό μέλλον, στη φτώχεια, σε μιά κατάσταση που δε φαινόταν να ειναι αναστρέψιμη. Παθητικότητα, το λέμε σήμερα. Ναι, εν μέρει. Αμυντικό μηχανισμό το λέω εγώ. Όπως και νά΄ναι, είναι αστείο να γίνεται άποψη ότι "οι ρεμπέτες αδιαφορούσαν για τα λεφτά". Αδιαφορούσαν τον καιρό που δεν υπήρχαν λεφτά και η αλήθεια είναι πως οι περισσότεροι απ΄αυτούς πέθαναν στη ψάθα, λόγω κακής διαχείρησης και του "σήμερα ζούμε, αύριο ποιός ξέρει..."

Το βλέπει αυτό κανείς στα παράπονα εναντίον των γυναικών στους στίχους των λαϊκών πιά τραγουδιών, μετά το 1940. Στα χρόνια του πολεμου οι μεγάλες ανάγκες επιβίωσης ανάγκασαν τους ανθρώπους (συγνώμη, τις γυναίκες κατά το ρεμπέτικο) να "ξεπουληθούν". Για τους άντρες, τσιμουδιά οι στίχοι. Μετά το 1950, το "ξεπούλημα" επιταχύνθηκε...








Σε θάμπωσαν τα λούσα και τα πλούτη (1950)
Σύνθεση Ηλία Ποτοσίδη, στίχοι Κώστα Μάνεση
τρ. Α.Ευγενικός, Ο. Μοσχονάς



Οι συνθέτες μεγάλωναν, παρατηρούσαν τι γινόταν γύρω τους και έγραφαν ανάλογα. Τα χρόνια περνούσαν, οι γυναίκες ανησυχούσαν και ψάχναν να "τακτοποιηθούν". Τέρμα τ΄αστεία και οι ρομαντισμοί, τέρμα στα "φτώχεια μαζί με την τιμή" και στα "έλα να νιώσεις τη ρεμπέτικη ζωή".

Ο Χιώτης άνοιγε πανιά και την έκανε σε κάτι άλλο. 
Ο Γιώργος Μητσάκης, κρατώντας το ένα πόδι του λιγάκι στα παλιά, κι αυτός το ίδιο.
Ο Μάρκος δε τα κατάφερε και δε καταλάβαινε.
Ο Τσιτσάνης, τακτοποιημένος από χέρι, το έπαιζε δίπορτο.

Τέτοια...

Ανάλογη ανησυχία, και αυτό φαίνεται, διακάτεχε και διακατέχει και τον γράφοντα σ΄αυτό το blog. Το Ρεμπέτικο είναι ένας γλυκός, γοητευτικός και μαγνητικός ύπνος. Τα πράγματα όμως τρέχουν δίπλα, με ολοένα και αυξανόμενες ταχύτητες. Χρόνια τώρα με διχάζει η εσωτερική φωνή που μου λέει,

καλά, τι κάνεις τώρα; Η ζωή περνάει κι εσύ είσαι
προσκολλημένος σ΄ένα νεκρό σώμα και το αφουγκράζεσαι;...




1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Η φτώχεια θέλει καλοπέραση!
Νομίζω καταπληκτική φράση σωσίβιο και ρεμπέτικη!
Γιώργος.