Πέμπτη, 27 Αυγούστου 2009

Γιατί δε βάζω links γιά άλλα blogs;



Τα links είναι ένα απ΄τα αυτονόητα στην πρακτική των blogs. Έγώ δε τό΄χω κάνει παρά ελάχιστα. Ψηλομυτισμός; Έτσι μπορεί να εκλαμβάνεται, δεν είναι όμως αυτό. Η αλήθεια είναι πως σπάνια διαβάζω κείμενα άλλων blogs γιά παραπλήσιους λόγους που και άλλες/οι δε διαβάζουν τα δικά μου. Η λεγόμενη "πληροφόρηση" είναι τόσο γιγάντια που δεν αντέχει κανείς. Έπειτα, έχω και το πρόβλημα ότι δε θέλω να συμμετέχω στο χορό των καθημερινών γεγονότων καμιάς χώρας και με την Ελλάδα έχω και ιδιαίτερα προβλήματα που μου κάθονται στο στομάχι.

Πιστεύω πως στη χώρα μας έχουν υπερ-συσσωρευτεί άλυτα προβλήματα και προσδοκώ ένα γενικότερο σάρωμα που θα αναγκάσει την οποιαδήποτε εξουσία αν όχι να τα λύσει, τουλάχιστο να τα καλυτερεύσει σημαντικά. Από μικρά ως μεγάλα. Από τα οργιαστικά πεζοδρόμια ως τον αγώνα που κάνουν οι άνθρωποι γιά να μπορέσουν να βγάλουν τη σύνταξή τους.

Ένας άλλος λόγος είναι ότι, το θέμα μου είναι πολύ ειδικό, τουλάχιστο ο τρόπος που το βλέπω, και δε βρίσκω ομοϊδεάτες/σσες. Οι περί το "ρεμπέτικο" φανατικοί, σαφώς με σνομπάρουν. Προφανώς βρίσκουν αλλοπρόσαλες τις καταδύσεις μου σε λεπτομέρειες, κύρια όταν αυτές είναι ψυχολογικού χαρακτήρα και, προφανώς πάλι, δε τους κάθονται καλά οι απομυθοποιητικές μου διαθέσεις, γιατί τους χαλούν τη σούπα.

Έτζι, ζητάω συγνώμη από φίλες/ους που έχουν blogs, συστήνουν τα δικά μου και δε βλέπουν, έτσι από στοιχειώδη ευγένεια, να κάνω το ίδιο...

Τρίτη, 25 Αυγούστου 2009

Ποιά απ΄τις δυό;

Αν μού΄λεγαν να επιλέξω μιά γυναίκα που να αντιπροσωπεύει και να συγκεντρώνει επάνω της τα χαρακτηριστικά, την εξωτερική και εσωτερική ακτινοβολία όλων αυτών των γυναικών που περίγραψε το "ρεμπέτικο", από τα μικρασιάτικα ως τα τραγούδια του Β. Τσιτσάνη και όλων των άλλων, θα επέλεγα αυτήν.




Τη Μαργαρίτα Παπαγεωργίου που έπαιξε στη "Μαγική Πόλη" (1954) και στο "Δράκο" (1956) του Νίκου Κούνδουρου. Στη δεύτερη, αυτός που ήταν νταλκαδιασμένος μαζί της, την αποκαλούσε "μωρό". Παρεπιπτόντως, η εκτέλεση αυτή του "Ιλισσού" πρέπει να είναι η πρώτη. Πιστεύω πως είναι η καλύτερη απ΄όσες ακολούθησαν, η πιό γνήσια και ατμοσφαιρική

Αν κάποιος άλλος έμπαινε σε μιά αντίστοιχη διαδικασία και με βάση όλ΄αυτά που γράφονται απο δω κι από κει γιά τις "ρεμπέτισσες", τις "ελεύθερες", τις "ανεξάρτητες", "τις σκληρές",που χαίρονταν τα νιάτα τους, που διάλεγαν όποιον αυτές ήθελαν, που είχαν ελεύθερες σχέσεις, όλη τελοσπάντων την υπερδιογκωμένη μυθολογία που έχει χτιστεί, θα έκανε άλλη επιλογή. Θα επέλεγε, υποθέτω, αυτήν



Τη Σπεράντζα Βρανά και θα το καταλάβαινα απόλυτα, ακόμα κι επειδή συμφωνώ, εν μέρει. Η Σπεράντζα Βρανά (με την τυπική στάση με τα χέρια στη μέση), έπλασε έναν μύθο, αυτόν της γυναίκας που δε δέχεται μύγα στο σπαθί της, που δε δαμάζεται, και τον κράτησε ως το τέλος.

Το είδος αυτό των γυναικών μένουν στο τέλος, κατά κανόνα, μόνες τους χωρίς να μπορούν να καταλάβουν το γιατί. Μπορεί να τις θέλησαν πολλοί αλλά όχι γιά να μείνουν μαζί τους γιά πάντα. Βιώνονται σα μιά συνεχής απειλή και τις φοβούνται, όπως θ΄ακούσετε το Χατζηχρήστο να λέει στο παρακάτω video όπου, γιά να λέμε του στραβού το δίκηο, είναι απολαυστικός (το τονίζω γιατί είχα εκφραστεί επιτιμητικά γι αυτόν, σε σχέση με άλλη ταινία).



Αυτές οι φράσεις δεν είναι τυχαίες.
Έτζι, και αυτό είναι η άποψή μου, το μοντέλο της γυναίκας-Βρανά είχε περιωρισμένη χρονική ισχύ μέσα στους στίχους των ρεμπέτικων. Ήταν γιά τα γλέντια και τους πρώιμους έρωτες. Οι γνήσιοι ερωτικοί στίχοι απευθύνονται σ΄ένα μοντέλο σα κι αυτό της γυναίκας-Μαργαρίτα Παπαγεωργίου.

Το παιχνίδι παίζεται στα μάτια, στο βλέμμα. Το βλέμμα της Βρανά πολύ εύκολα μεθούσε, αλλά πολύ δύσκολα έπειθε έναν άντρα. Το βλέμμα της Παπαγεωργίου μπορεί να είναι κι αυτό παιχνιδιάρικο, πονηρούτσικο, σειρηνειακό, αλλά δίνει "εγγυήσεις"...
Οι όποιες αντιρρήσεις/αντίλογος δεκτός.

Καλημέρα, Κε Elkibra...

Σκαρφαλωμένος πάνω στο κεφάλι σας, στο βορειότατο ακρωτήριο του νου και με τα μάτια σας στηλωμένα στο πέλαγο, προσμένετε να σκάσει μύτη πάνω απ΄τη γραμμή του ορίζοντα το καράβι. Με λευκά, μαύρα ή καθόλου πανιά. Κι ακόμα κι αν δε φανεί υπάρχει τουλάχιστο η εδραιωμένη βεβαιότητα ότι η θάλασσα δε πιάνει φωτιά. Άλλωστε, οι άνεμοι μοιάζουν να κοπάζουν...

Κυριακή, 23 Αυγούστου 2009

Το μήνυμα της ημέρας

Το τελευταίο δέντρο μην το κάψετε. Κρατήστε το για να κρεμαστείτε.

(από το blog "το τρωκτικό")

Πέμπτη, 20 Αυγούστου 2009

Κλείστε τις καλές αναμνήσεις του Αυγούστου στο ακριβώς αποκάτω εικονιζόμενο σώμα του ουρανού...

















(συνεχίζεται-ει δυνατόν-καθημερινά)

________________________________________________


(2. συνέχεια)



(συνεχίζεται)


(3. συνέχεια)
__________________________________________________












(συνεχίζεται αύριο)

Τρίτη, 18 Αυγούστου 2009

Απομυθοποιήσεις και πνιγερές σκέψεις γιά μιά παρωδία ταινίας...


Ας πάρουμε μιά περίπτωση ενός νέου, λαϊκού παιδιού του σήμερα που είναι ρεμπετομανής και συμμετέχει και σε ρεμπέτικα forum στο Internet. Του πέφτει στην αντίληψή του η ταινία "Πιάσαμε την καλή" με τον Κώστα Χατζηχρήστο και τη Γεωργία Βασιλειάδου. Το κιτρινομπλέ εξώφυλλο που βγάζει μάτι, γράφει κάτω δεξιά: Τραγουδούν Βασίλης Τσιτσάνης, Μαρίκα Νίνου. Βλέπει την ταινία και περιμένει πως και πως τη στιγμή που, κατά το σύνηθες, οι πρωταγωνιστές θα πάνε στα μπουζούκια. Η περιπόθητη στιγμή έρχεται. Η σκηνή εκτυλίσσεται στο μαγαζί του "Τζίμη του Χοντρού". Το μαγαζί είναι τυλιγμένο σ΄ένα μυθολογικό πακέτο, ακόμα και γιατί υπάρχει μιά ερασιτεχνική ηχογράφηση από το 1955, η μοναδική από περιβάλλον μαγαζιού εκείνων των καιρών.

Ο Τσιτσάνης κι η Νίνου λένε τρία τραγούδια. Ο Τσιτσάνης σοβαρός όπως πάντα, κάπου κάπου σκάζει ένα τεχνητό χαμόγελο, το ένα του μάτι μικρότερο από τ΄άλλο, η Νίνου χοντρή, μπορεί νά΄χε ήδη αρρωστήσει τότε και τα φάρμακα...
Το μαγαζί είναι καπαρωμένο γιά τις ανάγκες του γυρίσματος, οπότε η κατάσταση είναι σικέ.

Γιά τον νέο ρεμπετομανή όμως, όλ΄αυτά είναι ασημαντότητες. Εκείνο που μετράει είναι οι "θεοί" Τσιτσάνης και Νίνου live. Το βάζει λοιπόν στο youTube και, νάτο:


http://www.youtube.com/watch?v=ZAtk-p9R_pg
Tο ίδιο παραμύθι τώρα, ειδωμένο απ΄τη δική μου πλευρά.
Η ταινία "Πιάσαμε την καλή" (1955) είναι μιά απ΄το μεγάλο πλήθος ταινιών μαζικής κατανάλωσης, γυρισμένη "στο γόνατο". Το σενάριο (Χατζηχρήστου) είναι χιλιοειπωμένο και πανάθλιο. Οι διάλογοι, τραγικοί. Η ηχοληψία μέσα στο studio, φτιαγμένη με πολύ κακό τρόπο. Ο Χατζηχρήστος, αυτή η μεγάλη μπλόφα, εκτός ελάχιστων εξαιρέσεων, κορόϊδευε τον κόσμο και γέμιζε τις τσέπες του με λεφτά. Κανονικά και ίσια. Η σκηνοθεσία, κάποιου παντελώς άσχετου, κάνει τα πράγματα ακόμα χειρότερα.
Η σκηνή στο μαγαζί του Τζίμη του Χοντρού. Το μαγαζί ήταν ένα απ΄αυτά που αποτεινόταν στους "άλλους/ες", με κάποιες θλιβερές ζωγραφιές στους τοίχους, που παρίσταναν μπεκρήδες σωριασμένους μπρος στα φανάρια του Δήμου. Η παρέα χτυπάει, κατά το σύνηθες, παλαμάκια εκτός χρόνου. Υπάρχει κάποιος που χορεύει ένα καλό ζεϊμπέκικο και σηκώνει ένα τραπέζι με τα δόντια του, κι αυτό περνάει στα "ντοκουμέντα", όπως λένε σήμερα.
Οι ηθοποιοί σηκώνονται να χορέψουν και ασχημονούν, κατά το σύνηθες, γελοιοποιώντας, γιά τις ανάγκες του χοντρού γέλιου της "μάζας" (...).
Αναρωτιέμαι, πως γίνεται να μη χόρεψε ποτέ (;) ένας ηθοποιός του ελλ. κινηματογράφου ένα κανονικό ζεϊμπέκικο, με εξαίρεση, ίσως, αυτό του Τίτου Βανδή στην ταινία "Ποτέ την Κυριακή".
Όλες αυτές οι "δήθεν" κωμωδίες διαφόρων άσχετων, οι βασισμένες στη συνεχή πλάκα και στην επαναλαμβανόμενη φάρσα χωρίς εκπλήξεις, με απωθούν σφόδρα και με μελαγχολούν. Ναι, καταλαβαίνω πως ο κόσμος ήταν κουρασμένος, απογοητευμένος κι ήθελε να ξεχάσει, ν' αποδράσει. Και στην Ιταλία ήθελαν να ξεχάσουν, ν΄αποδράσουν. Ο ιταλικός νεορεαλισμός όμως κινήθηκε από χέρια άξια, από σκηνοθέτες που ήξεραν να συνδυάσουν το δράμα με την κωμωδία και τη βαθιά ειρωνεία γιά τα πάντα. Πρώτα απ΄όλα, από σκηνοθέτες που ήξεραν τη λαϊκή πιάτσα. Μ΄άλλα λόγια, που είχαν ζήσει και δε βγήκαν στον κινηματογράφο απ΄την αγκαλιά της μαμάκας τους.
Εξαιρέσεις βέβαια έχουμε και στην Ελλάδα. Σ΄εμάς όμως παρείσφρυσαν και ένα σωρό σκατόπαιδα που ήθελαν μοναχά να κονομήσουν και τά΄παιρναν όλα σβάρνα, τροφοδοτώντας τον κόσμο με φρούδα όνειρα κι αμερικάνικα αυτοκίνητα που τα οδηγούσαν διάφοροι τουλουμοτύρηδες...
Κι ας μη μου πει κανείς ότι μου ξεφεύγει η βαθύτερη ειρωνεία, γιατί τότε προκύπτει το ερώτημα, βαθύτερη ειρωνεία ποιών, που στρεφόταν σε ποιούς και πρότεινε τί;
Δε βαρυέστε... Η ζωή είναι όπως είναι, οι νεότεροι βλέπουν τα πράγματα με "άλλο" μάτι, η κλειστοφοβική Φωκίωνος Νέγρη (που κάποια παλιά πλάνα της υπάρχουν στην ταινία), κατοικείται πάντα, θεωρείται "προνομιούχος" (...), οι άνθρωποι κάθονται και παίρνουν το γλυκό τους ή τρώνε σαχλά φαγητά που τα χρυσοπληρώνουν, και δε βλέπουν τις πολυκατοικίες που τους πλακώνουν την καρδιά, όπως παντού μέσα στη χαβούζα της παρανοϊκής Αθήνας που τρέφεται απ΄τις ίδιες της τις σάρκες.
Κοίταξε να δεις σε τι πνιγερές σκέψεις μ΄έφερε μιά παλιοταινία, κατάλληλη γιά τα σκουπίδια. Μπααα, σε καλό μου...
Σήμερα, άλλωστε, είναι Τετάρτη 19 Αυγούστου του 2009, Ανδρέα Στρατηλάτου και Ευτυχιανού μάρτυρος, Ανατ. 05:44, Δύσ. 19:13, Σελήνη 29 Ημερ. Ποιός λοιπόν ο λόγος γιά στενοχώριες;
ΥΓ. Αν θέλετε να δείτε κι άλλο παράδειγμα γελοιοποίησης του κόσμου που υπερασπίζω, δείτε το http://elkibra-rebetiko.blogspot.com/2008/09/blog-post_14.html όπου τρεις Μεγάλοι Μικρασιάτες μουσικοί εξευτελίζονται μπρος από μιά ολωσδιόλου ασήμαντη Καλουτά κι ένα σμάρι από άλλους ατάλαντους...