Τετάρτη, 25 Μαρτίου 2009

Mε ανοιχτά χαρτιά...


Το να ξέρει κανείς τι γίνεται ολόγυρά του, να ξέρει τι γίνεται με τον εαυτό του/της και, παρόλ΄αυτά, να ασχολείται με το "ρεμπέτικο" ( τα τραγούδια του θώρακα), είναι καθαρός παραλογισμός. Ιδιαίτερα όταν βλέπει, ακούει και διαβάζει όλα τα κωμικά περί αυτό...
Τι δεν είναι όμως παραλογισμός;
Μόνο δυό πράγματα μού΄ρχονται αμέσως στο μυαλό:

1. το να παρατηρείς/μελετάς τη φύση και,
2. το να είσαι περιβολάρης (υπάρχουν και περιβολάρισσες;)

Όπως και νά΄ναι, το blog αυτό φαίνεται ν΄ασχολείται με το "ρεμπέτικο". Το κάνει όντως στην επιφάνεια γιατί ο elkibra κουβαλάει ένα άσβεστο μεράκι γι αυτή τη μουσική.

ΟΜΩΣ, πίσω απ΄την επιφάνεια κυκλοφορούν άλλα πράγματα που δεν έχουν να κάνουν με το παρελθόν.

Η ζωή γύρω βράζει, είναι πρησμένη και σα καρπούζι μαζεύει μέσα της αντοχές γιά να σκάσει πετώνας αίμα ολόγυρα και μαύρους σπόρους που, ίσως, καρπίσουν και δώσουν κάτι άλλο.

Αν προλάβουμε...

Προς όλες/ους εσάς που έχετε Μικρασιατικές καταβολές

Η μνήμη είναι ένα φάντασμα που ζει μέσα σ΄ένα ανελκυστήρα. Βγαίνει από κει όταν είμαστε σε μικρή ηλικία και μας σταμπάρει μ΄ένα πυρωμένο σίδερο. Οι αναμνήσεις χαράζονται στο δέρμα, στις αισθήσεις μας. Μιά οσμή, ένα άγγιγμα μαλακού χεριού, ένας οξύς ήχος, μιά αγαπημένη γεύση.

Τ΄αφήνει γιά λίγα χρόνια και μετά τα παίρνει πίσω, μπαίνει στον ανελκυστήρα και καεβαίνει βαθιά μέσα στις σήραγγες του νου. Ξεχνάμε.

Βροχές από νέες εμπειρίες, αισθήσεις, εντυπώσεις, επικαλύπτουν τα πάντα. Όλ΄αυτά, χρωματισμένα από τις πρώτες αναμνήσεις. Δε το καταλαβαίνουμε όμως, ούτε καταλαβαίνουμε γιατί πράττουμε έτσι κι όχι αλλιώς.

Μετά, αρχίζει η τρεχάλα της ζωής που σταματάει πολύ αργά. Τότε, ακούγεται ο θόρυβος του ανελκυστήρα που ανεβαίνει πάλι ψηλά. Η μνήμη βγαίνει και ξύνει τα πάλιά σημάδια, να βρει τη στάμπα που κρύβεται από κάτω.

Η αναζήτηση της εφηβείας που κλείνονταν στο ερωτηματικό "ποιός/ά είμ΄εγώ;", ξαναρχίζει. Αυτή τη φορά με άλλο τρόπο. Το ερώτημα που ζητάει απάντηση είναι, "αυτό που νόμιζα πως ήμουν ως τώρα, είναι ο πραγματικος μου εαυτός;". Μιά καινούρια αναζήτηση ξεκινάει. Αν τη βάλει κανείς μπροστά και δε την πνίξει...

Τα διαφορετικά γονίδια που κουβαλάτε μέσα σας, θα ζητήσουν αναγνώριση. Σώπασαν γιά χρόνια, τώρα όμως διεκδικούν το δικαίωμα της διαφορετικότητας. Αυτή που αποφεύγατε προηγούμενα.

Θα ψάξτε να βρείτε τα παλιά ίχνη. Φωτογραφίες, γράμματα, αντικείμενα των ανθρώπων σας που έφυγαν που όμως γνέφουν με αχνές χειρονομίες. Χειρονομίες που δε τις βλέπουμε και γίνονται συγκεκριμένες μόνο μέσα στα όνειρα της νύχτας...

Τρίτη, 24 Μαρτίου 2009





Ένα ασυνήθιστο τραγούδι γιά τις γυναίκες




Ο έμπορος (τι είδους έμπορος…;)


Ανασύρω εδώ ένα τραγούδι παραπεταμένο αλλά, κατά τη γνώμη μου, πολύ σημαντικό, και γιά το περιεχόμενο των στίχων του.

Είναι η
”Μαργαρίτα” (1937) του Σ. Χρυσίνη, παιγμένη απ΄τα ασημένια του δάχτυλα και τραγουδισμένη από τη Μεγάλη Ρίτα Αμπατζή (elkibra-Ritaabadzi.blogspot.com) που απλώς, ερμηνεύει. Χωρίς χαιρετισμούς, χωρίς τίποτα. Σεμνά κι απέριττα.
Βρίσκω πως το τραγούδι είναι σημαντικό γιατί,

α. είναι ίσως το μοναδικό με καθαρά ειρωνικούς στίχους. Ρίχνει μπηχτές προς όλες τις κατευθύνσεις.

β. αν οι στίχοι είναι γραμένοι από αντρικό χέρι,
μπράβο του! Υποψιάζομαι όμως ότι είναι γυναικείος δάκτυλος, ο οποίος, βέβαια, δεν αναφέρεται. Την έφαγε το σκοτάδι…

γ. Βρίσκω ότι η ”έξυπνη”, επαναλαμβανόμενη και απλή μελωδία του θα μπορούσε να είχε γραφτεί στις μέρες μας, δίχως να ξενίζει. Ίσως αυτό να είναι και μιά απάντηση στο ερώτημα που τίθεται συχνά, αν μπορούν να γραφτούν ρεμπέτικα τραγούδια σήμερα.

δ. Αν ο ”έμπορας” που αναφέρεται δεν είναι απ΄τους πλανόδιους που πουλούσαν είδη προικός και οικιακής χρήσης, αλλά ”περιτύλιγμα” γιά να μη πει
νταβατζής, ρίχνει και μιά σπόντα στο θέμα της πορνείας, ένα θέμα ταμπού που δε συζητιέται ποτέ και πουθενά…

Το τραγούδι υπάρχει πεντακάθαρο στο album του Charles Howard, Rembetika after Censorship 1937-1947 , GREEK MUSIC FROM THE UNDERGROUND, cd 4.

Όσες/οι δε τό΄χετε ακούσει, πηγαίντε στο

http://elkibra-rebetisses.blogspot.com/2009/03/blog-post_24.html

Η Μαργαρίτα

Η καημέν΄η Μαργαρίτα να ξεφύγει δεν μπορεί,
πως επάτησε στην πίτα, μοναχή της απορεί.(πατάω την πίτα = την πατάω, δε πετυχαίνω σε κάτι(;)
Την επάντρεψ΄η μαμά της με τον πρώην έμπορά της
και της έχει στ΄όνομά της προίκα απείραχτη, γερή.

Έχει μιά καλή παράγκα, μα δεν θέλει να το πει,
εκατόν πενήντα φράγκα έδωσε γιά τη σκεπή.
Έχει όλα τα προικιά της π΄απορεί όποιος τα δει,
ένα τρύπιο μαξιλάρι και μιά κούνια γιά παιδί.

Στον περίπατο την βγάζει να ζηλεύ΄η γειτονιά
και τα λούσα που της βάζει, δε τα βάζει άλλη καμιά.
Τη βοήθησε η τύχη κι είναι σ΄όλα τυχερή,
πέντε φράγκα έχ΄η πήχυ το φουστάνι που φορεί.

Κι έτσι τώρα η Μαργαρίτα έχει όλα τα καλά.
Πάτησε γερά στην πίτα κι έχει και λεφτά πολλά.
Μ΄ένα δίφραγκο γυρίζει, πότ΄εδώ και πότ΄εκεί,
με πενήντα δράμια ρύζι την περνάει την Κυριακή.






Σάββατο, 21 Μαρτίου 2009

Ένας διάφανος... / οι φίλοι

Κάθομαι και σκέφτομαι καμιά φορά αν έκανα φίλους. Μμμ, ναι, έκανα. Αν βγάλουμε έξω τους παιδικούς που λίγα πράγματα θυμάται κανείς, 6-7, ίσως και περισσότερους. Καλά παιδιά ήτανε όλοι. Κανείς δε πρόδωσε, ούτε μαχαίρωσε πισώπλατα. Μάλλον εγώ έκανα διάφορες χαζές κόνξες και κάποιους έχασα, κάποιους άλλους τους απομάκρυνε η ζωή.

Είχα έναν που ήταν πολύ μπροστά. Στην εφηβεία. Δε ξέρω γιατί μ΄αγαπούσε πολύ, πέθανε γρήγορα και δε πρόλαβα να τον ρωτήσω. Ένιωθα δέος δίπλα του. Ερχόταν μετά τις 12:οο τα μεσάνυχτα, με φώναζε από κάτω, κατέβαινα και βολτάραμε ως το πρωί στα σκοτεινά Λαδάδικα της Σαλονίκης. Έλεγε, έλεγε και τι δεν έλεγε, κι εγώ άκουγα. Δεν είχα και δε τολμούσα τίποτα να πω. Ίσως γι αυτό να μ΄έκανε παρέα. Είχε ένα Σύμπαν μέσα του, βαριόταν ίσως τους διανοούμενους φίλους του κι ερχόταν σε μένα που ήμουνα καλός ακροατής. Τελοσπάντων...

Το θέμα δεν είναι ν΄απαριθμήσω το ποιόν των φίλων μου. Ποιός νοιάζεται; Το θέμα είναι η φιλία, σα τέτοια. Ο καθένας κάτι δικό του εννοεί λέγοντας φιλία. Εγώ εννοώ εφηβικά, ζεστά πράματα, απ΄αυτά που δε γίνονται πιά. Μιλάω γιά φίλους που βλέπεστε καθημερινά, που υπάρχει απόλυτη διαφάνεια, που δε λέτε διάφορα "γιά να περνά΄η ώρα", που γύρίζει κανείς το μέσα του έξω και το ακουμπάει στο τραπέζι. Που τον πονάς, που συμμετέχεις, που στέκεσαι δίπλα του. Άδολα, χωρίς υπολογισμούς και κρατήματα, όλα χύμα. Που δε διστάζεις, στα δύσκολα, να του λες "πέφτω", "βόηθα", "γκρεμίζομαι", "φέξε". Που όταν χωρίζεστε αγκαλιάζεστε σφιχτά, που σε παίρνει τηλέφωνο τα βράδυα τις Κυριακές να δει αν γύρισες απ΄τις λαιμητόμους των δρόμων...

Σκιασμένος από τέτοιες στάσεις γοητεύομαι, χαίρομαι αλλά και μπερδεύομαι όταν προκύπτουν καινούριοι άνθρωποι στο Διαδίκτυο και ζητάν φιλία, όπως στο Facebook (ΠΡΟΣΟΧΗ! Βλ. http://www.youtube.com/watch?v=6Mv1GLKcTBU&feature=channel_page). Μιά στερεότυπη ερώτηση που στέλνω είναι, "γιατί εμένα; Κάνεις συλλογή από φίλους ή θες μιά ουσιαστική επικοινωνία;". Οι περισσότερες/οι τρομάζουν και κόβουν λάσπη. Κάποιες/οι απαντάνε. Αν πω το "ναι", αρχίζουν και με καλούν να συμμετάσχω σε διάφορα ακτιβίστικα γκρουπς γιά αδικίες που συμβαίνουν στον πλανήτη. Σωστά και καλά πράματα αλλά, απ΄τις χήνες στην Κίνα ως την άδεια να επισκέπτονται οι γυναίκες το Αγιονόρος, σημαίνει μιά πολυδιάσπαση και... έτσι...

Όμως, στη χάση και στη φέξη, εμφανίζεται ένας που είναι διάφανος. Μένει στη Λήμνο (τι όμορφο και παράξενο νησί - γιατί λέω παράξενο;), είναι παρατηρητής πουλιών (αυτά πιά κι αν είναι απ΄τα άγραφα. Έλληνας και παρατηρητής πουλιών!) και, ας μη λέμε πολλά. Φαίνεται πολύ φίνος και θα το καταλάβετε αν μπείτε στο blog
http://thalassa-mazi.blogspot.com/



elkibra-Nouros.blogspot.com

Τάνγκο και ρεμπέτικο - δυό παράλληλοι δρόμοι πνιγμένοι στα δάκρυα...

Τρεις αναρτήσεις γιά τις ομοιότητες ανάμεσα στο τάνγκο και στο ρεμπέτικο!
Κάντε κλικ στα:

1. http://elkibra-rebetiko.blogspot.com/2009/03/1.html
2. http://elkibra-rebetiko.blogspot.com/2009/03/2.html
3. http://elkibra-rebetiko.blogspot.com/2009/03/3.html
4. http://elkibra-rebetiko.blogspot.com/2009/03/4.html

Σημαντικό να βλέπει κανείς πόσο όμοια (και ανόμοια) είναι τα πράγματα στον κόσμο...

Πέμπτη, 19 Μαρτίου 2009

Εσύ κι αυτός... (Κώστας Νούρος και Carlos Gardel)



Δυό μόλις χρόνια πριν ανοίξεις τα μάτια σου και βγάλεις την πρώτη κραυγή της ζωής σου, γεννήθηκε στην Τουλούζη της Γαλλίας, ένας άλλος άνθρωπος που έμελλε να γίνει ο μεγάλος μύθος της Αργεντινής και να του δώσουν κι εκείνου το χαρακτηρισμό "αηδόνι", όπως είπαν κι εσένα, "αηδόνι της Σμύρνης"...



Πολλά χρόνια αργότερα ο Elia Gómez, λαρυγγολόγος και ειδικός της ανθρώπινης φωνής, θα πει γι αυτόν: "ο Gardel είχε ευλογηθεί με εξαιρετικά φωνητικά όργανα, έναν καλοσχηματισμένο λάρυγγα και εξ΄αυτού, μακρές φωνητικές χορδές, απ΄όπου και προήλθε η αρσενική, πλήρως βαρύτονη φωνή του".



Αν ένας αντίστοιχος γιατρός είχε εξετάσει το δικό σου λάρυγγα, Κώστα Μασσέλο, αναρωτιέμαι τι θά΄λεγε. Ακούγεται όμως σαν ανέκδοτο. Ποιός είχε διαίσθηση, διάθεση, καιρό και οράματα γιά νά΄κανε κάτι τέτοιο... Η Ελλάδα ήταν απασχολημένη με άλλα, ως συνήθως, σοβαρά προβλήματα που δε την αφήνουν ποτέ να ησυχάσει, να σκεφτεί και να επενδύσει σα παιδιά της. Άλλωστε, ήσουν Μικρασιάτης. Δεύτερο πράγμα. Επιπλέον, τα τραγούδια που έλεγες δε θα μπορούσαν ποτέ ν΄αρέσουν στο παριζιάνικο κοινό που έκανε το άστρο του Gardel να λάμψει. Τα τραγούδια σου ήταν δύσκολα και εσωτερικά. Είμαστε, βλέπεις, τόσο δαφορετικοί και τόσο μόνοι στον κόσμο οι Έλληνες.



Η Αργεντινή, μιά χώρα με συνεχή ιστορικά και κοινωνικά προβλήματα, μιά μεγάλη χώρα που το αίμα της πάντα έβραζε, είχε κι εκείνη μιά αστική τάξη με σύμπλεγμα κατωτερότητας και υπόδουλη στα κελεύσματα της Ευρώπης και των ΗΠΑ, ακριβώς όπως κι η δική μας. Σιχαινόταν το tango, όπως κι η δική μας σιχαινόταν το ρεμπέτικο. Μόλις όμως έγινε δεκτό με ενθουσιασμό στο Παρίσι και στις ΗΠΑ, άλλαξαν γνώμη.



Σήμερα, το κάνουν show, καλύτερα πάντως απ΄τα δικά μας χαρτονένια κανάλια που "ανακαλύπτουν" το ρεμπέτικο και το εξευτελίζουν, ακριβώς όπως κάνουμε κι εμείς...



Ακούστε λοιπόν τον έναν (Carlos Gardel),



ακούστε και τον άλλον (Κώστα Μασσέλο Νούρο) στο Ματζόρε μανέ, όπου ξεδιπλώνει ένα μικρό μόνο μέρος απ΄τις φωνητικές του δυνατότητες και με τα παρακάτω δυό λόγια περιγράφει τη βαθιά αγάπη, αυτή γιά την οποία έχουν αγωνιστεί άλλοι γράφοντας μυριάδες σελίδες...



Πολλές φορές με πλήγωσες κι είπα να σε μισήσω,
μα σκέφτομαι πως δε μπορώ δίχως εσέ να ζήσω



Ίσως να είναι χρήσιμο να σκεφτούμε:

ήταν μεγάλος στη φωνή ο Gardel και ο Νούρος όχι;

ποιές είναι οι αιτίες που ο Gardel δοξάστηκε και δοξάζεται ακόμα, ενώ ο Νούρος πέθανε μόνος και ξεχασμένος σε μιά χαμοκέλα στην Κοκκινιά;

ως πότε θα είναι η Ελλάδα τόσο ομφαλοσκοπική και τραγικά αχάριστη;

Πόντιση φωτοσημαντή...

Τα πουλιά φώναζαν απ' την απέναντι όχθη
Οι Ερινύες, ψηλά,
με φωσφορικά δίκωχα
ξύναν τις κοιλιές τους και καραδοκούσαν.
Το κοινό σιωπηλό κρατούσε την ανάσα
Το δίχτυ μεταφέρθηκε
- Πέσε! φώναζαν όλοι
Εκεί, όλα σταματούν
Το βουνό αδιαφορεί,
γυρίζει τη ράχη του
Ο καπνός σηκώνεται ψηλά,
διαλύεται σφυρίζοντας
Η θάλασσα πρασινίζει,
τα φύκια πέφτουν σε βαθύ ύπνο
Ο φωτοσημαντής εμβυθίζεται,
ανάβει τους προβολείς του και έλκει,
έλκε,
έλκ,
έλ,
ε
.........

Τετάρτη, 18 Μαρτίου 2009

To ξύπνημα των κοιμισμένων τοπίων...



Αν πηδήξω έξω απ΄τον εαυτό μου και γίνω αναγνώστης των blogs:







θα μπορούσα να αναρωτηθώ και να σκεφτώ: αυτός ο άνθρωπος μοιάζει να είναι "κολλημένος" σ΄αυτό που κάνει. Μοιάζει σα μπουκάλα στο πέλαγο που έχει φωνή , σα μειοψηφία ενός δωματίου που συνομιλεί μ΄αποθαμένους, που επαναλαμβάνει, λίγο-πολύ, τα ίδια και τα ίδια, γιά ένα θέμα που θεωρείται λήξαν, εδώ και, δε ξέρω πόσα χρόνια... Μάλλον του συμβαίνει κάτι , ή έχει πάρει την κατρακύλα προς τα πίσω.

Πράγματι, κάποια αλήθεια υπάρχει σ΄όλ΄αυτά. Δε ξέρω πόσο έχει να κάνει με τα χρόνια, ξέρω όμως πως, καθοριστική σημασία έχουν οι συνθήκες της ζωής (μου). Μακριά απ΄τις παρακμιακές ελληνικές σειρήνες και ξένος (ηθελημένα) σε τόπο που φιλοξενεί το εξωτερικό μου μόνο περίβλημα, έχω όλες τις ευκαιρίες ν΄ακούω, να ψάχνω, να ψαύω και να ψαχουλεύω, δίχως αναστολές. Να μπαίνω μέσα στο ριζικό σύστημα του μυαλού, να ξεχωρίζω τα πρόβατα των σημαντικών πληροφοριών, απ΄τα ερίφια των ασήμαντων, να ξαναθυμάμαι ανθρώπους που κάποτε γνώρισα και ήταν βαθιά χωμένοι στην ταράφα και τώρα μόνο το καταλαβαίνω και, τέτοια...

Μ΄όλ΄αυτά, συμφιλιώνεται κανείς με το παρελθόν του, αντιλαμβάνεται γιατί κάποια πράγματα έγιναν και κάποια όχι. Αυτή η ήρεμη περιδιάβαση σε κοιμισμένα τοπία του νου, υπό την υπόκρουση των Μικρασιάτικων τραγουδιών, μου δίνει και να καταλάβω γιατί απόφευγα τους καυγάδες τω δρόμων, εκτός κάποτε που, λίγο έλειψε να ποδοπατήσω κάποιον σα γόπα... Τα Μικρασιάτικα γονίδια δούλευαν στο σκοτάδι, καθόριζαν και διόρθωναν την πορεία μου, ενώ εγώ αγρούς αγόραζα...

Τώρα όμως, τώρα που στάθηκα και κοίταξα τους πάνθηρες κατάματα, που υπολόγισα το κέρδος και τη ζημιά, που έβαλα απ΄τη μιά μεριά τους "αψηλούς Γκέγκηδες" κι απ΄την άλλη "τους χαμηλούς Τόσκηδες", τις ισορροπίες σε τεντωμένα σκοινιά και τις πλασματικές αναθεωρήσεις, τώρα μπορώ να ψιθυρίσω ότι έχω πολλά να πω κατεβαίνοντας στο πηγάδι γιατί "φίλων και πρότερων εγνωκότων θανάτων την γνώσιν καταμεμάθηκα, την δε περίεργον τούτων χρήσιν μακράν απεωσάμην".

Έτζι, αρθρώνω, χωρίς να το βρίσκω κωμικό και παρωχημένο πως, δεν είμαι Έλληνας, είμαι Μικρασιάτης Έλληνας!

Η Νίτσα - το σώμα μετέωρο...

Πήγαινε με γοργό βήμα. Σχεδόν έτρεχε. Στο κεφάλι της κουβάρι οι σκέψεις. Ένα νεύρο χτύπαγε στ΄αριστερό της μάτι. Κάποιον θα δεις, λέει ο κόσμος και στ΄αλήθεια, είδε κάτι. Είδε μιά μπουνιά το πρωί νά΄ρχεται προς το μάτι της, έσκυψε λίγο και την έφαγε στο μάγουλο. ”Γαμημένε”, έτριξε τα δόντια της. Κοίταξε σ΄ένα μεγάλο ρολόι και δεν είδε τη λεμονόκουπα. Το σώμα της αποσπάστηκε από το δρόμο κι έμεινε μετέωρο στον αέρα. Μ΄ένα κωμικό τρόπο έκανε κάποιες απεγνωσμένες προσπάθειες να ξανάβρει ισορροπία αλλά, σα να ακινητοποιήθηκε στο κενό. Κανείς δε φάνηκε να το βλέπει, αν και προχωρούσε ανάμεσα σε πολλούς περαστικούς.

Να, λοιπόν που το μικρό της σώμα στέκεται πλάγια στον αέρα, ένα πόδι εδώ μπομ, κι ένα πόδι εκεί μπιμ, κι ο στρουμπουλός αγκώνας της διπλωμένος να τρεμουλιάζει. Ο χρόνος παγώνει κι η Νίτσα κατεβαίνει μες τον εαυτό της. ”Μαύρη η ώρα κι η στιγμή που τον πήρα μ΄αυτή τη ζήλεια του, [το φόβο του να λες], τον καριόλη. Εγώ ξεγλύστρησα απ΄το το κατώφλι της κόλασης και να με βαράει τώρα αυτό το καθήκι, εδώ που ήρθα να σωθώ... Γαμώ τη μοίρα μου…» Η προστασία. Η ανάγκη γιά προστασία, η μεγάλη παγίδα.

Βρέθηκε καθισμένη στα γόνατα του πατέρα της, να της χαϊδεύει τα μαλλιά και να την ταχταρίζει. ”Κατεργαρούλα Νιτσουλάκι, γλυκό μου γιαβρί” κι έσκυβε, κουνώντας το πρόσωπό του μέσα στον τρυφερό λαιμό της και τα μουστάκια του μύριζαν παστουρμά κι εκείνη ξεκαρδιζόταν. Έκανε μιά κίνηση να του χαϊδέψει τη μύτη του πού΄μοιαζε μελτζάνα. Πάει τζάμπα ο άνθρωπος. Γιά ένα άδειο πουκάμισο τινάχτηκαν όλα στον αέρα. ”Κάτσε, βρε Νίτσα, πονάει αυτό, μανάρι μου”, της παραπονιόταν που τού΄βαζε ένα μανταλάκι στη μύτη. Εκείνη η πέτρα που την κλώτσαγε στο δρόμο, τρέχοντας ανέμελλη με τη σάκκα στον ώμο. Απ΄το σχολείο ώσαμε το σπίτι την κλώτσαγε κι αυτή σπιθοβολούσε, πέταγε ανταύγειες και στριφογύριζε, σα νά΄παιζε κι εκείνη μαζί της. Μιά πέτρα σ΄ένα δρόμο. Έχουν ψυχή κι οι πέτρες, της λέγανε, αλλά τότε δε τα πίστευε αυτά.

”Χτύπησες, πουλάκι μου;”. Ένα μαλακό χέρι την κρατούσε απ΄τη μασχάλη τρυφερά. Μιά γυναίκα. Είχε πέσει. Δε κατάλαβε τίποτα. ”Όχι, όχι, εντάξει είμαι”. ”Τι εντάξει, κορίτσι μου, έκανες μελανιά στο μάγουλο”.”Όχι, αυτή την είχα. Χτύπησα το πρωί…”. ”Χτύπησες ή…”. Της ξέφυγε σαν αλαφιασμένη. ”Γαμημένε Αποστόλη… Δε θα το ξεχάσω αυτό, παλιομπινέ!”. Φάνηκε νά΄ρχεται το τραμ και πήδηξε μέσα του. Έστριψε το σώμα κι έριξε μιά ματιά στο πίσω μέρος του φουστανιού της. Λίγη σκόνη. Τινάχτηκε.

 Η ώρα είχε περάσει, έπρεπε να βιαστεί. Οι ρόδες του τραμ τσίριζαν. Το σίδερο πάνω στο σίδερο φωνάζει, αναστενάζει. Αναστέναξε βαθιά κι άνοιξε την τσάντα της. Το κοκκινάδι, οι ζίλιες, το μαντηλάκι, το χαρτί με τους στίχους, η ταυτότητα, δυό-τρεις καραμελίτσες. Ένιωσε έρημη. Της ήρθαν δάκρυα στα μάτια. Ένα σύννεφο μοναξιάς να την κυκλώνει, όλοι κι όλα ξένα και εναντίον της. Τί κακό έκανε; Είχε μιά καλή φωνή και κοίταζε να συμπληρώνει ένα χαρτζιλίκι. Ούτε τραβιόταν, ούτε μαγαζιά, ούτε ξενύχτια, τίποτα. Μιά άδεια ζωή δίπλα σ΄ένα λεχρίτη. Πρέπει να ψωνίσω κολοκύθια μετά. Και ρύζι. Το ρύζι το πλένεις πρώτα, να φύγουν οι ποντικοκουράδες, καλό πλύσιμο θέλει, δυό τρία νερά. Μετά, ψιλοκόβεις κρεμυδάκι, το τσιγαρίζεις λίγο, ρίχνεις το ρύζι κι ανακατώνεις να μην αρπάξει . Έπειτα ρίχνεις το νερό, λίγη φυτίνη αν έχεις, λίγες σταφιδούλες αν έχεις, λίγο κουκουνάρι αν έχεις, άντε και λίγο μπάχαρι, αλάτι, πιπέρι. Τα γνωστά. Το ψήνεις κι έρχεται ο γαμημένος ο Αποστόλης που μου κάθισε μιά μπουνιά ο άναντρος, το κέρατο το βερνικωμένο, και μας κάνει και το μάγκα, ο ηλίθιος. Και γιατί τον ανέχομαι τόσα χρόνια;Δεν έχεις τίποτα να πεις κατεβαίνοντας το πηγάδι, γιατί της μοίρας τα σκληρά χαστούκια καλά καταμεμάθηκες, στη μαλακή σου υπομονή όμως, τέρμα και φραγμούς δε βάζεις. Σάμπως είσαι η μόνη; Η διπλανή σου, η ξαδέρφη σου, η Λούλα η χοντρή, τα ίδια δε τραβάνε με τους τζιτζιφιόγκους τους; Ίσιωσ΄το φουστανάκι σου, σκούπισε το δάκρυ και προχώρα, γυναίκα, προχώρα στην εγγραφή και, κοίτα, α δε σε χαιρετήσουν, χαιρέτα εσύ η ίδια τον εαυτό σου και βράστους αυτούς. Όλοι μιά φάρα είναι, εγωίσταροι και σκατόψυχοι.

Έτσι λοιπόν με τη Νίτσα. Ακούει τις φωνές του κεφαλιού της, σκουπίζει τα δάκρυα και τινάζει ψηλά το μέτωπο.Τώρα ήρθε η ώρα να κατέβει. Μ΄ένα πηδηματάκι στο δρόμο και εμπρός, βήμα ταχύ, τραβάει γιά την εγγραφή.Ανεβαίνει τις σκάλες, ”γειά σου, Αννίτσα” τη χαιρετάει ο Ρ… που κατεβαίνει μαζί μ΄ έναν απ΄τους διευθυντάδες και έχουν ένα μουλωχτό κουβεντολόι. Κι άλλοι, κι άλλοι ανεβοκατεβαίνουν. Κάποιοι να περάσουν ένα τραγούδι, άλλοι τους στίχους τους, κιθάρες, βιολιά, cümbüs, μπουζούκια, μπαγλαμαδάκια. Οι πλάκες βγαίνουν με τη σέσουλα, οργασμός. Ο κόσμος αγοράζει, φτηνά δεν είναι, παρηγοριά όμως θέλουν, να ξεφύγουν γιατί πολλά τους πέσαν. Τό΄να φεύγει, τ΄άλλο έρχεται. Μάλλον τίποτα δε φεύγει, όλα παραμένουν κι από πάνω στοιβάζονται καινούργια βάσανα. Βάστα καρδιά, όλα εδώ θα μείνουνε. Σε ποιόν να πεις τον πόνο σου, όταν όλοι ίδια φορτία κουβαλούν; «Ποιός έχει μαύρη την καρδιά να γίνουμε συντρόφοι, να περπατάμε σ΄ερημιές να μη θωρούμ΄ανθρώποι..."

«Μ΄έχεις πρήξει! Δε θα μου πεις εσύ εμένα πως θα κάνω. Εγώ αποφασίζω εδώ! Όταν λέμε ότι κάτι δε θα τσουλήσει, πάει τελείωσε! Τα πολλά λόγια είναι φτώχεια. Καταλαβαίνεις ή όχι;» Στέκεται μπροστά σε μιά ψηλή πόρτα ο μικρός το δέμας δερβέναγας, με τα δυό χέρια στις τσέπες του σακακιού του και τις πιέζει προς τα κάτω με ερεθισμένες κινήσεις, σχεδόν χοροπηδώντας επιτόπου. Ο άλλος τον κοιτάζει σα βρεμένη γάτα. «Γειά σου, Αννίτσα, βιάσου. Σε περιμένουν απάνω», της πετάει μ΄ένα προσποιητό χαμόγελο. «Τί έπαθε το μάγουλάκι σου;» Κάνεις μικρούς κύκλους με το χέρι σου γιά να του δώσεις να καταλάβει ότι δεν είναι της στιγμής και συνεχίζεις τις σκάλες. Τώρα στο διάδρομο με τα χλωμά art deco λαμπογυάλια που ρίχνουν ένα βερυκοκί φως. Στην τελευταία πόρτα. Απέξω, στέκεται μιά, και τρεις της εταιρίας. Αναγνωρίζει τη γυναίκα. Φίρμα, πιασμένο όνομα της ελαφριάς μουσικής. Κρατάει με το ένα χέρι μιά κιθάρα και με τ΄άλλο χειρονομεί, χεπ χεπ. «Δε μπορείτε να μου κάνετε τέτοια εμένα. Ήταν ή δεν ήταν η σειρά μου;», φωνάζει επιτακτικά και τα μάτια της πετάνε σπίθες. «Σας εξηγήσαμε, ήρθε εντολή άνωθεν και οφείλεται σε τεχνικούς λόγους. Λυπούμαστε αλλά, τί να κάνουμε, συμβαίνουν αυτά. Δε πρόκειται ν΄αργήσουν, μην ανησυχείτε». Έχεις πλησιάσει και κοντοστέκεσαι. «Καλημέρα, Αννίτσα. Έλα, πέρνα μέσα», λέει ένας απ’ τους τρεις και παραμερίζει. «Εσύ είσαι η λεγάμενη; Εσύ μου παίρνεις τη σειρά;», της λέει η γυναίκα με την κιθάρα και το βλέμμα της είναι παγωμένο σαν έχιδνας. «Ναι, δε το προκάλεσα εγώ. Κάνω όπως με ειδοποίησαν», της λες. «Μάλιστα! Ήρθαν τα άγρια να διώξουν τα ήμερα», λέει η έχιδνα και σε κοιτάζει με περιφρόνηση, από πάνω ίσαμε κάτω. «Δεν είμαστε στα καλά μας, καθόλου στα καλά μας...»
Αννίτσα, κρατήσου. Να την αρχίσω τώρα στις μπάτσες και να της φέρω και την κιθάρα κολάρο της παλιομαϊμούς ή να κάνω την πάπια; «Γιαβρί μου», εμφανίζεται η εικόνα του πατέρα στην οθόνη του μυαλού σου, «μείνε ήρεμη. Μη καταδέχεσαι. Εσύ ξέρεις τι είσαι κι από που έρχεσαι. Άστην αυτή τη σκύλα να γαυγίζει. Θυμήσου από που έρχεσαι και μη ξοδεύεσαι...»Οι γλώσσες φωτιές που άναψαν μέσα σου, πετάχτηκαν προς τα πάνω και σου λαμπάδιασαν το κεφάλι, τραβιούνται πίσω και σβύνουν. Μ΄ένα χαμόγελο της πετάς, «ας πούμε πως δε το άκουσα αυτό. Πάω μέσα...»

”Ανακάλυψα ότι η βασική διαφορά ανάμεσα στην Πάνω Πόλη και στην Κάτω είναι πως στην Πάνω οι άνθρωποι είναι πιό ντόμπροι. Ή μάλλον έτσι μου φαίνεται πως είναι. Στην Πάνω Πόλη μιά πουτάνα είναι πουτάνα, ο νταβατζής νταβατζής, ο κλέφτης κλέφτης, η αδερφή αδερφή, η τζιβιτζιλού τζιβιτζιλού, τα μαμόθρευτα μαμόθρευτα. Στο κάτω μέρος ήταν πολλές φορές κυρία της καλής κοινωνίας, ο νταβάς υπάλληλος σε διοικητική θέση, η αδερφή πλαίυμπόυ, η τζιβιτζιλού ντεμπυτάντ, το μαμόθρευτο κάποιος που δεν μπορούσε να προσαρμοστεί κι είχε προβλήματα.Ποτέ δεν κατάφερνα να τα βγάλω πέρα μ΄αυτό το διπλό προσωπείο. Κι όταν μερικές φορές τα θαλάσσωνα, ο κοκοροκαυγάς φούντωνε με το κατευθείαν· τελικά κανένας εκειπέρα δεν έλεγε ποτέ τα σύκα-σύκα και τη σκάφη-σκάφη” *

Μέσα είναι αρκετοί. Το μάτι σου πέφτει στον πιό ψηλό, με το πρόσωπό που λάμπει από καλωσύνη.”Γειά σου Κωστάκι”, και σου κλείνει το μάτι όλο τρυφεράδα. Αυτουνού η ζεστασιά σου μετράει πολύ, Αννίτσα. Και των αλλονών, αλλά αυτός έχει κάτι ιδιαίτερο. Δεν είναι μόνο η φωνή του όταν τραγουδάει που σε πάει, κι εγώ δε ξέρω που, είναι, πως να το πούμε, αληθινός μέχρι την τελευταία του σταγόνα. Κι αυτός ”από κει” και τυραγνισμένος αλλά, πάντα μ΄ένα χαμόγελο. Κι εκεί, μέσα στα καμώματα του βιολιτζή, [άλλο μάλαμα αυτός] με αγγέλους να φτεροκοπούν ανάμεσα στα δάχτυλά του, με το cümbüs που ακολουθεί μέχρι τελευταία νότα, την κιθάρα που την παίζει ένας άλλος φλογισμένος απ΄το δικό του δαίμονα, ο ψηλός, ο βελούδινος τραγουδιστής που περιμένει τη σειρά του γιά να χτυπήσει τα δικά του τραγούδια, θα σου πετάξει θερμά, «γειααά σου, ρε Αννίτσα!» και συ του χαμογελάς, ενώ η φωνή σου ανοίγει και κλείνει, σα τα λουλουδάκια εκείνου του σεμνού αναρριχώμενου που το λένε «Έρωτα» και ανθίζει τα δειλινά. Τραγουδάς γιά μπαλκόνια που τα φυσάει ο αέρας, γιά τον ερωτευμένο που δε του ενδίδεις και στέκεται από κάτω και μαραζώνει. Εσύ είσαι το τραγούδι, εσύ είσαι που θα μείνεις. Εσύ και τα όργανα που το παίζουν, οι ψυχές των γνωστών και άγνωστων μουσικών που δε γράφτηκαν τα ονόματά τους. Θα περάσεις σα «κομπάρσα» στην ιστορία, λίγα ως τίποτα θα λένε γιά σένα αλλά, δικό τους καπέλο. Εσύ είσαι η ψυχή, εσύ το άστρο, εσύ θα αγκυλώνεις τις καρδιές αυτών που θ΄ακούν το τραγούδι σου. Μετά από χρόνια πολλά, όταν θά΄σαι πιά παραχωμένη στη Γη, φανατικοί νέοι θιασώτες θα σε παρακάμπτουν γιατί δε θα καταλαβαίνουν, αλλά μη σε νοιάζει. Η ζεστασιά της ψυχούλας σου θα μείνει χαραγμένη στ΄αυλάκια της πλάκας, γιά όσους δεν έχουν τοίχους στ΄αυτιά...

«Γαμώ τη φάρα που σε πέταγε, ξεφτιλισμένη!». Σου βγήκε σα φάντης ο Αποστόλης, μόλις έστριψες στη γωνιά. Δε το περίμενες. Το χνώτο του ήρθε στο πρόσωπό σου και μύριζε σάπια δόντια κι αγωνία. Τα μάτια του ήταν σφιγμένα και το πουλόβερ του το φόραγε το μέσα-έξω. Είχε κιόλας σφίξει τα χέρια του γύρω απ΄το λαιμό σου και σε ταρακούναγε πέρα-δώθε. Οι βρισιές βγαίναν σκοτεινές και φρενιασμένες κι απ΄το στόμα του πετάγονταν σάλια. «Καλέ, τί κάνεις εκεί;» στρίγκλισε μιά γυναίκα απ΄ένα παραθύρι, «θα το πνίξεις το κορίτσι...». Ο Αποστόλης δεν άκουγε τίποτα. Είχε μπει σ΄ένα ορμητικό ποτάμι με μαύρα νερά που τον παράσερναν. Τα μάτια σου γούρλωσαν, άρχισες να βγάζεις ρόγχους απ΄το λάρυγγα. Ένιωσες πως πάει, ως εδώ ήταν η ζωούλα σου. Από στιγμή σε στιγμή θα σωριαζόσουν κάτω σαν άδειο σακκί άψυχη κι η ψυχή σου θα έφευγε στο βάθος του άδειου δρόμου, πάνω απ΄τα σπίτια, να πάει να συναντήσει τον πατέρα σου, τη μάνα σου κι όλους αυτούς που τζάμπα χάθηκαν απ΄το σόι σου.
Γιά ένα δευτερόλεπτο έχασες το φως, όλα σκοτείνιασαν. Το έξω φως γιατί μέσα σου είδες εκείνη την πέτρα να σηκώνεται ψηλά και να στριφογυρίζει αφηνιασμένη βρρρ... Τα λίγα κέντρα υποστήριξης της ζωής που δεν είχαν ολότελα αδρανοποιηθεί μέσα σου, πυροδοτήθηκαν. Στείλαν σήματα το ένα στο άλλο, γλήγορα, γλήγορα, χανόμαστε, το αίμα κόχλασε, η αντλία της καρδιάς φούσκωσε και ξεφούσκωσε μ΄όση δύναμη της απόμενε, ο εγκέφαλος τα σύλλεξε όλ΄αυτά και έδωσε την εντολή, ΧΤΥΠΑ!Το ένα σου πόδι ανασηκώθηκε, το άλλο στηλώθηκε γερότερα και με μιά αυτόματη κίνηση, βάρεσε το γόνατό σου τ΄αχαμνά του. Η κραυγή του βγήκε θολή, γκρίζα, αλλόκοτη. Πρώτα η φωνή του πόνου και κολλητά, «ποτάνα ξεσκισμένη!». Τα χέρια του σ΄άφησαν κι έπεσε στα γόνατα.Τώρα παίρνεις απεγνωσμένες ανάσες και τ΄οξυγόνο ορμάει μέσα σου, ζαλίζοντάς σε. Γέρνεις πάνω στον τοίχο, κι άλλες ανάσες, κι άλλες, γλήγορα, γλήγορα, προτού σηκωθεί στα πόδια του. «Τσάκισέ τον!», μούγκρισε μέσα σε μιά λάμψη του μυαλού ο πατέρας σου, «Τσάκισέ τον, κόρη μου, πριν σε στείλει εκίνος στον Άδη!». Το πόδι σου σηκώθηκε ακόμα μιά φορά, η φτέρνα κάμφθηκε και το τακούνι της γοβίτσας σου τον πέτυχε ακριβώς δίπλα στο μάτι. Τον πήραν τα αίματα. Έφαγε δυό τακουνιές ακόμα, από ένα πλάσμα που είχε χάσει κάθε έλεγχο. Όλοι οι πόνοι της κόλασης που είχες ζήσει ανήμπορη στα έντεκά σου χρόνια, το κολύμπι ανάμεσα στα τουμπανιασμένα πτώματα, το ταξίδι με το σαπιοκάραβο, οι προσβολές στην Παλιά Ελλάδα, ο αγώνας γιά την επιβίωση κι η ζητιανιά, όλ΄αυτά γίναν χτυπήματα απ΄το τακούνι της γοβίτσας σου, σ΄ένα σώμα που κατέρρεε βρίζοντας και φτύνοντας αίμα.«Καλέ κορίτσι μου, στ΄όνομα του Θεού και της Παναγίας», στρίγκλισε ξανά η γυναίκα απ΄το παραθύρι, έχοντάς τα τελείως χαμένα.

Ο Αποστόλης κείτονταν μέσα σε μιά λίμνη αίματος και έτρεμε ανήμπορος.Οι γυναίκες είναι να μη φτάσουν στα άκρα, ένα βήμα απ΄το γκρεμό. Έτσι και φτάσουν, δέκα φορές σκληρότερες γίνονται απ΄τους άντρες. Τη ζωή τη σέβονται, γιατί αυτές τη δημιουργούν, φτάνει να μη τεντώσεις τις χορδές τους ώσπου να σπάσουν.

Περνάει σαν αστραπή απ΄το μυαλό σου, να του δώσεις ένα τελειωτικό χτύπημα, χτυπώντας με το τακούνι σου μέσα στην τρύπα του αυτιού του αλλά, όχι Αννίτσα! Φτάνει ως εδώ... Τον φτύνεις μιά και δυό φορές, τον παρατάς εκεί και γνέφεις στη γυναίκα στο παραθύρι, «φώναξε τώρα, κυρά, την αστυνομία, να΄ρθούν να τον μαζέψουν...» και μόλις το λες, ένας ορμητικός άνεμος μπαίνει στο στενό, βουίζοντας. Σηκώνει το σώμα σου πλάγια, το παίρνει μαζί του, κρατώντας το κάτω απ΄τη μασχάλη του, στρίβει στη γωνιά και χάνεται.

*To απόσπασμα είναι λόγια της μαύρης Αμερικανίδας τραγουδίστριας Billie Holiday – ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ, Η ΚΥΡΙΑ ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ ΤΑ ΜΠΛΟΥΖ, εκδ. ΑΓΡΑ, Αθήνα 1984, σελ. 100-101

Κάθε πιθανή ομοιότητα των χαρακτήρων με πραγματικά πρόσωπα είναι τελείως τυχαία.

Κώστας Λαδόπουλος
Στοκχόλμη, ένα Σάββατοτου 2009

Two fragments are looking for reactions...
(from my unpublished book "Ekektra Z")


1.Timi Thalion


The first android became operational in the year 2047. At least, that was the official version. An unknown number of androids had in fact started functioning much earlier, but no one knows the exact date. In some old archives of the year 2007, we found the information that a peculiar Greek writer had claimed that one of the presidents of the USA - a president who left behind him a legacy of bad memories- had very possibly been an android. The Greek writer, in collaboration with a team of expert scientists, studied thousands of television pictures of the American president's face and reached the conclusion that it could not possibly be the expressions of any human creature. His face was constantly trying to retain a sombre expression when commenting on the great and catastrophic events which had befallen his country, but his sombreness was always succeeded by a smile, as if he was secretely pleased about what had taken place.


This not withstanding, we have to accept Timothea (Τimi) Τhalion, or T.T., the ephemeral", as she was nicknamed by a woman journalist, as the first android to ever "enter circulation" in Gaia. She was given the name Timothea, which means "she who honours the divine", in order to pre-empt the reactions of fanatical religious organizations, which might consider, as in the end they did, the creation of a mechanical human creature as offensive.


The name did not manage to save Timi either from constant assoults with tomatoes and eggs, or ftom at least three known assassination attempts, using powerfull "Vlastov" microbombs. These bombs, or more precisely grenades, specially devised for the extermination of androids, are hand held. The hand motion activates a tiny motor, which allows the microbombs to fid their way to the target and stick on it through powerfull suction mechanisms. Following this, small steel drills penetrate the android's body, where they release a chemical powder mixed with a sticky substance which destroys circuits.


The surname Thalion, a version of the Greek name Talos, was given to her in honour of the first mechanical creature of the mythological world, constructed in Minoan Crete by the inventor Deadalus.
Timi was a very tall slender woman, with a perfectly contoured body, a beautiful face and eyes designed to shine like polyhedral diamonds.The night the manufacturing company Ercibon presented Timi Thalion on SuperGeo, the biggest TV station in the planet reached record audience ratings. Two billion two hundred and twenty milillion viewers, that is, 98% of those who had survived the catastrophic war of the two Hemispheres, watched the great ceremony in honour of the first android. Timi received 127,000 bunches of flowers, and the cash gifts deposited in her bank account were enough for her to live on for twenty five lives.


The estimated life span og the first android was seven years. The beautiful Timi became the greatest celebrity on the planet. She wrote her memoir in the sixth year of her life, where she revealed that she had only felt happy during the first year of her life.In her last TV interview, when asked whether she would wish her life to be longer, she left everyone speechless when she replied "under different circumstances, perhaps, but under the current ones (in the year 2053), no, I do not envy your longvity!"She also expressed her wish to have her inoperative body painted with haematite (a red ochre), put in a giant nautilus shell*, and buried in the ground.Everyone was astonished. SuperGeo's messaging devices almost melted as millions of impressed viewers demanded to know Timi's reasons. Timi gave a good history lesson, explaining that she wanted to honour an ancient Australian myth, which narrated that Oundipa women had created Gaia's haematite's reserves by shedding lots of blood from their wombs. Timi also reminded the audience that many tombs with human bodies painted red had been found, one of them containing the sceleton of a child which had died 83,000 years ago, whose body had been placed in a shell.


Unfortunately, her last wish was not respected. When her bodily functions stopped, she was covered with a special glue and embalmed.Her body was placed in the Metropolitan Museum of Atlantica, the hypercapital, and became an object of worship, not just by people, but also by all androids manufactured after her..."


2. The two Ertzkas


"... The employee who served them before escorts them to the exit and bows thanking them. The two androids pay no attention to him and leave the store."Sour faces!", the employee whispers through his teeth.The female Ertzka hears him though. She stops abruptly, turns around and gives him a frosty look. Her eyes turn yellow for a second and the emplyee watches in amazement as all the buttons of his uniform pop and fall on the floor, while his tie turns upward and refuses to come down. The android makes a sound reminiscent of an evil laugh and runs to catch up with the male one.The two Ertzkas, in their fluorescent jackets, walk down the road and stop an overground taxi."Hotel Merimar, please", the female says through the microphone, whilst the camera in the front part of the vehicle processes their image through the computer and sends it to the traffic surveillance unit for filing.


They enter the room without turning on the lights. They move easily in the dark and the female opens the balcony doors. Then it joins the male who's already sitting on the sofa."How do you feel, Nevi;", he asks her, tilting his head to one side."As relaxed as I always feel in the cloud of warmth you radiate", she whispers to him in reply, her hand lightly stroking his nose.This gesture must be some sort of a love code, because he stands up and she starts taking his clothes off slowly. Afterwards he does the same to her. The coloured reflections of the city light the two creatures, who stand facing each other. They are silent. Their eyes turn a deep violet colour and their faces become moist. She turns her back to him. The male Ertzka touches her shoulders with the tips of his fingers and she lets out an odd sound.


In time past, when humanity had started to produce the second generation of primitive robots, many intellectuals were critical of this new "species". They claimed that no matter how much robots might develop in the future, they would never be able to feel like a human. They insisted that "these machines have the artlessness of pure calculation and the games they offer are based solely on communications and combinations. In this sense they may be said to be virtuous, as well virtual. Their virtue resides in their tranparency, their functionality, their absence of passion and artifice. Artificial intelligence is a celibate machin... Τhere are prostheses that can work better than humans, "think" or move around better than humans, but there is no such thing as a replacement for human pleasure, or for the pleasure of being human...That is why a human can always be more than he is, whereas machines can never be more than they are".Thoughts like these had been expressed a decade before the end of the distant year 2000, by one of the brightest minds of this era, and they were taken very seriously. Today, of course, they sound like naive jokes. When somebody asked Timi Thalion, the first android, for her view on such pronouncements, she replied: "No comment! The question itself is patronizing".


Seeing the two Ertzkas making love to each other in the dark hotel room, one would be justified thinking that humans have always exaggerated their uniquness and underestimated the potential of technological culture. These two advanced androids look like flamingos in love, and behave towards each other with such a warmth and tenderness that their satisfaction seems well beyond human limits.
The female climbs onto the body of the male, using the powerfull magnets androids have for emergency use, and appliew pressure with her fingertips on various parts of his naked body: under the armpits, in the middle of the chest, on the last vertebra of his spine, on his knees. The male Ertzka seems in ecstasy, entirely abandoning himself to her attentions. This one-sided game lasts about a quarter of an hour and then it is his turn.His body starts steaming and the pupils of his eyes grow wider. He lays her body on the floor and gives her a deep kiss, making her light up and become semi-transparent.In a cloud of hot steam lit upp supple body rolls in dizzying ecstasy, as sounds reminiscent of birds of paradise come out of her mouth. Hearing these sounds one can better understand the comment made by one of the two humans married to androids during an interview: "I feel as if I am married to a bird..."
Μη μου μιλάτε γιά πατρίδα...

Με κάθετη επιμονή
αρνούμενος το καθημερινό συσσίτιο του μέλανα ζωμού
μπαίνω με το μέτωπο ψηλά σ΄ένα πλατύ δρόμο του Βορρά
ενώ στ΄αυτιά μου κροταλίζουν
τα κουτάλια της Ρίτας Αμπατζή από το "Χήρα, μ΄έκαψες"
κι ο στόμας - όπως λέγαν κάποτε-τραγουδάει από μόνος του
-Με συγχωρείτε, μήπως τρελαθήκατε;
-Όχι, απλά δεν παραδίδομαι, όπως κι εσύ, Νίκο Εγγονόπουλε.

Αν και δεν έχω υποβληθεί σε ΚΤΕΟ γονιδιακών εξετάσεων
γνωρίζω πως κάπου, σφηνωμένο βρίσκεται,
γονατιστό και αδρανές απ΄τα σκαμπίλια,
ξεραμένο σα σταφίδα στον ήλιο,
ένα Μικρασιάτικο γονίδιο τρέλας.
Μεταξύ μας, είναι υγιής αντίδραση, του νου και της καρδιάς,
το πήδημα του μαντρότοιχου,
το ήλιασμα στην τρέλα.
Εκεί ξεκινάει,
εκεί ξεδιπλώνεται το"οράν φάος ηελίειο."
Εκεί συνεχίζει η ζωή που διακόπηκε
μ΄ένα απότομο τράβηγμα απ΄τα μαλλιά
κάποια στιγμήπου σπρώχναμε απαλά ένα τσιγκάκι από Μπυράλ
στα πεζοδρόμια των ανθρώπων
ανέμελλοι, χαλαροί κι αδιάφοροι γιά τον "πολιτισμό",
την αποτελεσματικότητα,
την "εξέλιξη"
και τη διαστρέβλωση του παραδείσου
γι αυτό, αφείστε,
μη βιάζετε,
επιμηκύνετε τον καλπασμό στις ράχες των ονείρων,
γιατ΄η ζωή είναι μονάχα μία.
Κανείς δε διαβεβαίωσε και γι άλλες...

Τρίτη, 17 Μαρτίου 2009

Το ξύπνημα των κοιμισμένων τοπίων...


Αν πηδήξω έξω απ΄τον εαυτό μου και γίνω αναγνώστης των blogs:

  1. elkibra-rebetiko.blogspot.com

  2. elkibra-rebetiko2.blogspot.com

  3. elkibra-Nouros.blogspot.com

  4. elkibra-Ritaabadzi.blogspot.com

  5. elkibra-rebetisses.blogspot.com

  6. elkibra-Sofiaabadzi.blogspot.com

θα μπορούσα να αναρωτηθώ και να σκεφτώ: αυτός ο άνθρωπος μοιάζει να είναι "κολλημένος" σ΄αυτό που κάνει. Μοιάζει σα μπουκάλα στο πέλαγο που έχει φωνή , σα μειοψηφία ενός δωματίου που συνομιλεί μ΄αποθαμένους, που επαναλαμβάνει, λίγο-πολύ, τα ίδια και τα ίδια, γιά ένα θέμα που θεωρείται λήξαν, εδώ και, δε ξέρω πόσα χρόνια... Μάλλον του συμβαίνει κάτι , ή έχει πάρει την κατρακύλα προς τα πίσω.

Πράγματι, κάποια αλήθεια υπάρχει σ΄όλ΄αυτά. Δε ξέρω πόσο έχει να κάνει με τα χρόνια, ξέρω όμως πως, καθοριστική σημασία έχουν οι συνθήκες της ζωής (μου). Μακριά απ΄τις παρακμιακές ελληνικές σειρήνες και ξένος (ηθελημένα) σε τόπο που φιλοξενεί το εξωτερικό μου μόνο περίβλημα, έχω όλες τις ευκαιρίες ν΄ακούω, να ψάχνω, να ψαύω και να ψαχουλεύω, δίχως αναστολές. Να μπαίνω μέσα στο ριζικό σύστημα του μυαλού, να ξεχωρίζω τα πρόβατα των σημαντικών πληροφοριών, απ΄τα ερίφια των ασήμαντων, να ξαναθυμάμαι ανθρώπους που κάποτε γνώρισα και ήταν βαθιά χωμένοι στην ταράφα και τώρα μόνο το καταλαβαίνω και, τέτοια...

Μ΄όλ΄αυτά, συμφιλιώνεται κανείς με το παρελθόν του, αντιλαμβάνεται γιατί κάποια πράγματα έγιναν και κάποια όχι. Αυτή η ήρεμη περιδιάβαση σε κοιμισμένα τοπία του νου, υπό την υπόκρουση των Μικρασιάτικων τραγουδιών, μου δίνει και να καταλάβω γιατί απόφευγα τους καυγάδες τω δρόμων, εκτός κάποτε που, λίγο έλειψε να ποδοπατήσω κάποιον σα γόπα... Τα Μικρασιάτικα γονίδια δούλευαν στο σκοτάδι, καθόριζαν και διόρθωναν την πορεία μου, ενώ εγώ αγρούς αγόραζα...

Τώρα όμως, τώρα που στάθηκα και κοίταξα τους πάνθηρες κατάματα, που υπολόγισα το κέρδος και τη ζημιά, που έβαλα απ΄τη μιά μεριά τους "αψηλούς Γκέγκηδες" κι απ΄την άλλη "τους χαμηλούς Τόσκηδες", τις ισορροπίες σε τεντωμένα σκοινιά και τις πλασματικές αναθεωρήσεις, τώρα μπορώ να ψιθυρίσω ότι έχω πολλά να πω κατεβαίνοντας στο πηγάδι γιατί "φίλων και πρότερων εγνωκότων θανάτων την γνώσιν καταμεμάθηκα, την δε περίεργον τούτων χρήσιν μακράν απεωσάμην".

Έτζι, αρθρώνω, χωρίς να το βρίσκω κωμικό και παρωχημένο πως, δεν είμαι Έλληνας, είμαι Μικρασιάτης Έλληνας!

Κυριακή, 15 Μαρτίου 2009

Προειδοποίηση γιά την παρακάτω ανάρτηση!

Μέχρι τα 30 μου, μιλούσα ελάχιστα. Κοίταζα, άκουγα, παρατηρούσα. "Μα, καλά, εσύ δε μιλάς ποτέ;", μού΄λεγαν κι εκεί, κλεινόμουνα ακόμα περισσότερο. Μετά, έγινα γιά ένα φεγγάρι ξεναγός κι η γλώσσα μου λύθηκε. Τότε, ξεκίνησε ένα καινούριο "πρόβλημα". Έλεγα παράξενα πράγματα. Το καταλάβαινα αμέσως μετά, προσπαθώντας να τα "μαζέψω", αλλά ήταν συνήθως αργά. Τώρα δε με νοιάζει κι ας πληρώνω τις συνέπειες. Αφήνω τη "γλώσσα του θώρακα" (τη γλώσσα της καρδιάς), όπως κάνω στην επόμενη ανάρτηση ή, στην καλύτερη περίπτωση, προτάσσω μιά εξήγηση (με τη γλώσσα του νου), όπως κάνω αυτή τη στιγμή.

Η ανάρτηση
"Γιατί άραγες; - Ακατάλληλον γιά ενήλικες/ενηλίκους" είναι επικίνδυνη. Σα να προσπαθώ να τινάξω, οτιδήποτε έχω γράψει ως τώρα, στον αέρα. Μοιάζει σα να δοξολογώ τους στίχους ενός "νταηλίδικου" και "φονικού" τραγουδιού που εμπεριέχουν βία ενάντια στις γυναίκες , ενώ υποτίθεται πως τα blogs μου διαπνέονται από μιά ιδιαίτερα φιλική στάση απέναντί τους. Τότε, τί μ΄έπιασε ξαφνικά και το παίζω κορόνα-γράμματα;

Στο επίλογο του βιβλίου "Οι κακόμοιροι οι άνδρες"
(βλ. http://elkibra-rebetiko.blogspot.com/2009/02/blog-post_12.html ) σημειώνω:

Ο συγγραφέας αυτού του βιβλίου προσπάθησε να μιλήσει όσο πιό ειλικρινά και καθαρά άντεχε. Δεν είχε σα σκοπό του να κερδίσει τη συμπάθεια των γυναικών και δε τον ενδιαφέρει η αντίδραση των ανδρών. Θά΄θελε όμως να διευκρινίσει πως ο ίδιος δε διαφέρει, στο βάθος της ουσίας, από οποιονδήποτε άλλον άντρα.

Ίσως δίνω την εντύπωση ότι παίζω με τις λέξεις. Λένε συχνά οι γυναίκες, "μπλα, μπλα, μπλα αλλά πιό κάτω όλοι τα ίδια σκατά είστε". Όντως. Αν αντικαταστήσουμε τη λέξη "σκατά" με τη λέξη "αρσενικά" είμαστε πιό μέσα στο θέμα. Τα αρσενικά όμως όντα, όπως και τα θηλυκά, έχουν καθένα το δικό τους προγραμματισμό και το περιβάλλον, με την ανοησία του, κάνει ότι μπορεί γιά να τον ενδυναμώσει.

Για να μη λέω πολλά, είμαι κάθετα ενάντιος στη βία, γενικότερα. Ειδικά τη βία εναντίον των γυναικών τη θεωρώ ύστατη πράξη δειλίας. Ωστόσο, προκύπτει.

Τα χασμουρητά μου με το τραγούδι του Μάλαμα που θα δείτε παρακάτω, έχουν να κάνουν με τους στίχους, γιατί οι απλές μελωδίες του μ΄αρέζουν ιδιαίτερα.

Να, ένα παράδειγμα βαθιά ερωτικών στίχων, γραμένων από άγνωστο, τότε που δεν υπήρχαν οι "στιχουργοί" με τίτλους...


"Εγώ για σένα τραγουδώ" (1943)

σαντούρι, βιολί και ούτι
Αργός συρτός σε τρόπο "μουχαγέρ κιουρντί"
τρ. Αμαλία Βάκα (βλ. http://elkibra-rebetisses.blogspot.com/2008/12/blog-post_26.html)

Εγώ για σένα τραγουδώ και λες δε σ’ αγαπάγω
και λες, μες τα τραγούδια μου πως τον καιρό περνάγω

Μήλο μου και μανταρίνι
κι ότι πεις εσύ, θα γίνει!

Με τα γλυκά ματάκια σου, με τα γλυκά σου κάλλη,
....... να΄ρθεί αγάπη άλλη.

Μήλο μου, χρυσό μαξιλάρι,
πού΄σουνα εχτές το βράδυ;

Όταν στερέψ΄η θάλασσα και βγει μηλιά με μήλα
τότες, θα σ΄αρνηθώ κι εγώ, γλυκειά μου Αμαλία.

Άλλα λες κι άλλα μου κάνεις,
βάλθηκες να με τρελάνεις.

Εσύ θαρρείς πως σ΄αγαπώ ψεύτικα και φοβάσαι,
μέσα στα φύλλα της καρδιάς σε έχω και κοιμάσαι.

Μήλο μου και μανταρίνι
κι ότι πεις εσύ, θα γίνει!

Τώρα που εξηγήθηκα αισθάνεται η συνείδησή μου καλύτερα...

Δευτέρα, 9 Μαρτίου 2009

Το ρεμπέτικο είναι "άσχημο"...

η εικόνα είναι μιά καρικατούρα του Bartolomeo Passerotti (1500/1600)



Οι συζητήσεις γύρω απ΄το "ρεμπέτικο" είναι, κατά κανόνα, απίστευτα χαμηλού επιπέδου. Μόλις και μετά βίας στα διάφορα forum ανασύρεται κάποιο σοβαρότερο και διαφορετικό απ΄τα συνηθισμένα θέμα και αμέσως θα βρεθούν αυτοί που θα το ρίξουν στο πάτωμα, αλλάζοντας το θέμα της συζήτησης, ανεκδοτολογώντας, κοροϊδεύοντας ή, στην καλύτερη περίπτωση, σιωπώντας. Είναι πραγματικά κρίμα. Η πλύση εγκεφάλου της τηλεόρασης και τα υπέροχα σχολεία μας έχουν κάνει καλά τη δουλειά τους (με ει).


Το ρεμπέτικο βέβαια δεν είναι μόνο χορδές, μπουζούκια και φασουλομαγκιά. Οι άνθρωποι που το δημιούργησαν ήταν αυτοί που ήταν. Τώρα είναι δικιά μας υπόθεση να το πάμε πιό πέρα και να μπούμε μες την ψυχή τους.


Μπορεί να φανεί υπερβολικό αυτό που θα πω αλλά, το όλο πράγμα δίνει την εντύπωση της άρνησης να καταλάβει κανείς, να συνδυάσει, εμβαθύνει, κάτι περισσότερο από το πότε γράφτηκε το α τραγούδι και να παπαγαλίσει τους στίχους του β. Ανυπόφορη πλήξη...


Το παρακάτω λοιπόν κειμενάκι, ίσως και να μη χρειάζεται να διαβαστεί απ΄αυτούς που ασχολούνται με το ρεμπέτικο, γιατί δε νομίζω πως θα τους πει κάτι.


Είναι μιά μικρή προσπάθεια να δούμε, πως βιώνεται αυτή η μουσική απ΄αυτές/ούς που δεν έχουν παρά κατά λάθος περάσει δίπλα του και δεν έχουν προσβληθεί απ΄τον αγιάτευτο βάκιλλό του (ή νταλκά).


Ο Umberto Eco, ένας απ΄τους σημαντικότερους στοχαστές των καιρών μας, έχει εκδόσει ένα βιβλίο γιά την ιστορία της ασχήμιας (STORIA DELLA BRUTTEZZA). Αν και δεν έχω διαβάσει το βιβλίο, σκέφτηκα να τανύσω, να τεντώσω κάποιες λέξεις και έννοιες, μεταφέροντάς τες στην προβληματική του ρεμπέτικου.


Η έννοια του ωραίου είναι πολύ σχετική. Κάτι που είναι ωραίο γιά σένα, δεν είναι γιά μένα και τούμπαλιν.


Η έννοια του ωραίου είναι συνυφασμένη στη χώρα μας με κάποια ιδεατά μέτρα που μας έρχονται από την αρχαιότητα. Τα υπόλοιπα είναι θέμα διαπαιδαγώγησης, επιδράσεων του περιβάλλοντος που κρίνει κατά το δοκούν, επηρρεασμένο κι αυτό με τη σειρά του από κάποια μοντέλα που δίνονται έξωθεν και άνωθεν.

Η έννοια της λέξης "ωραίο/όμορφο" χρησιμοποιείται όπου και όπως νά΄ναι. Λέμε, "ωραίο/όμορφο φόρεμα", "ωραίο/όμορφο ηλιοβασίλεμα", "ωραία ιδέα", "ωραίο/όμορφο μουσικό κομμάτι". Ας σταματήσουμε στο τελευταίο.

Ο μέσος άνθρωπος που ακούει ένα τραγούδι συγκινείται από τη μελωδία, αλλά η ιδεολογία που του/της έχει εμφυτευθεί παρεμβαίνει και αντιδράει όταν οι στίχοι δε συμπίπτουν μ΄αυτήν.

"όταν καπνίζει ο λουλάς, εσύ δεν πρέπει να μιλάς..."

Ο μέσος άνθρωπος, που λέγαμε, όταν ακούσει αυτούς τους στίχους ενός, μάλλον αδιάφορου, τραγουδιού του Γ. Μητσάκη, μπλοκάρει τη διαδικασία ακρόασης και "κλείνει" ως ακροατής/τρια. Αυτά τα πράγματα δεν είναι "αξιοπρεπή" και δεν είναι "ωραία". Αν πρόκειται γιά γυναίκα ακροάτρια που έχει τεντωμένες τις κεραίες της και έχει ακούσει ότι το ρεμπέτικο είναι μισογυνικό, υποψιάζεται αμέσως ότι αυτό το "εσύ δεν πρέπει να μιλάς", απευθύνεται σε γυναίκα κι εκεί τελειώνει η ιστορία. Είναι πάμπολλοι/ες αυτοί/ές που, έχοντας ακούσει 3, 5, 10, 20 τραγούδια και τους έτυχαν τέτοια, διέγραψαν γιά πάντα τη λέξη ρεμπέτικο.

Δηλαδή, πώς αντιλαμβάνονται αυτοί οι άνθρωποι (δηλ. η συντριπτική πλειοψηφία) την έννοια "ωραίο" γενικότερα και ειδικότερα στο τραγούδι;

Γι αυτούς τα "ωραία" είναι μιά πεταλούδα, αλλά όχι μιά αράχνη. Ωραίο είναι ένα μικρό αρκουδάκι, αλλά όχι ένα τσακάλι. Χωρίζουν τη φύση σε "ωραία" και "άσχημα" είδη. Γενικότερα, "άσχημα" είναι όλ΄αυτά που δε θέλουν να τα βλέπουν, να τ΄ακούν. Μιά καλοβαλμένη νοικοκυρά που ψωνίζει με το καλαθάκι της στη λαϊκή, είναι κάτι φυσιολογικό και, κατά προέκταση, "ωραίο". Μιά φουκαριάρα συνταξιούχος που μαζεύει ότι πετιέται στη λαϊκή είναι "κρίμα", κατ΄επέκτασιν "άσχημο", δηλαδή θα προτιμούσαν να μη το έβλεπαν γιατί τους δημιουργεί και τύψεις.

Με μιά παραπλήσια λογική, "ωραία" τραγούδια είναι αυτά που μιλάν γιά τον αγνό, τον άδολο, τον ρομαντικό έρωτα, χρησιμοποιώντας "ωραίες" λέξεις, τραγούδια που μας κάνουν να ρομαντζάρουμε.

Αυτοί, οι ίδιοι άνθρωποι, κάθονται και τους κάνουν πλύση εγκεφάλου τα τηλεοπτικά κανάλια και βλέπουν ταινίες που περιγράφουν όλ΄αυτά που δε θέλουν ν΄αντικρύζουν καθημερινά. Αυτά όμως δεν είναι "δικά μας", είναι των "άλλων", πέρα μακριά... Άλλωστε, αυτά που βλέπουμε στις ταινίες δεν είναι αλήθεια, είναι η καλλιτεχνική απεικόνιση του "άσχημου" και γι αυτό, μπορούμε να το απολαμβάνουμε. Επιπλέον, οι αναγουλιαστικές διαφημίσεις που διακόπτουν τα φιλμς μας επαναφέρουν στην ωραία μας πραγματικότητα, δείχνοντας πόσο λευκά γίνονται τα ρούχα μας από το τάδε απορρυπαντικό...

Γι αυτόν και πολλούς άλλους λόγους, το ρεμπέτικο είναι "άσχημο". Επιμένει να μας θυμίζει αλήθειες του παρελθόντος, τύψεις που τις έχουμε απωθήσει και το χειρότερο, μας θυμίζει έμμεσα πως, πολλά απ΄αυτά που αγγίζει είναι και σημερινά προβλήματα και, το χειρότερο, πρόκειται και να χειροτερεύσουν, τα ναρκωτικά, ας πούμε. Α πα πα...

To κωμικό σ΄αυτή την ιστορία είναι ότι το όμορφο εξατμίζεται, ενώ το άσχημο παραμένει...

Στους νέους που όλ΄αυτά δε τους θυμίζουν τίποτα, που είναι μεγαλωμένοι με"σύγχρονα" προβλήματα, σ΄ένα κόσμο που η απεικόνιση της ασχήμιας γίνεται τέχνη, το ρεμπέτικο λειτουργεί σαν επαναστατικό, σαν κόντρα στη γενική δυσκοιλιότητα και παθητικότητα, ώσπου νά΄ρθει κι η δική τους σειρά να συντηρητικοποιηθούν.

Τους εύχομαι να μη φτάσει ποτέ αυτή η στιγμή και ν΄αντέξουν να πηγαίνουν πάντα κόντρα. Αμήν...

Σάββατο, 7 Μαρτίου 2009

Τρεις νέες αναρτήσεις (παρακάτω)

1. Πάλι το μαύρο κατσίκι - γιά το Μάρκο Βαμβακάρη
2. Ο σερέτης

3. Τάνγκο και ρεμπέτικα - δυό παράλληλοι δρόμοι πνιγμένοι στα δάκρυα... (1,2,3,4) (βρείτε τα στο March 2009)

Παρασκευή, 6 Μαρτίου 2009

Το "μαύρο κατσίκι", ο ζεϊμπέκικος και το σφίξιμο...




Ένα απ΄τα χειρότερα πράγματα που μπορούν να συμβούν σ΄έναν άνθρωπο είναι να διασχίσει τη ζωή σφιγμένος, κάτι που αποτελεί ένα καθαρά ανδρικό χαρακτηριστικό. Θέλω να πω, να μη μπορεί να χαλαρώσει. Ξεκινάει από νωρίς αυτό, όταν όλα χτίζονται πάνω σε λάθος βάσεις. Στο σπίτι υπάρχει, συνήθως, ένας κολοκύθας πατέρας, νερόβραστος ή macho που το παίζει δερβέναγας. Δεν έχει να πει τίποτα, είναι κι αυτός σφιγμένος, γιά παραπλήσιους λόγους, και "μεγαλώνει" ένα γιό που δεν εμπιστεύεται κανέναν (πρώτιστα τις γυναίκες) και που δε γνωρίζει ποτέ τον εαυτό του.


Οπλίζεται το νέο άτομο μ΄αυτή την ηλίθια (δήθεν) υπερ-σιγουριά και ισχυρογνωμοσύνη γιά να κρύβει τη μεγάλη τρύπα που κουβαλάει μέσα του και νάτο, έτοιμο το σφιγμένο και δυστυχισμένο πλάσμα που φαίνεται ότι λατρεύει τον εαυτό του, ενώ είναι σφιγμένο και δυστυχισμένο και θα περάσει μιά ζωή μέσα στην καχυποψία, σε μιά απέραντη εσωτερική μοναξιά και σφίξιμο που, αργά ή γρήγορα, θα το ρίξει στο καναβάτσο μ΄ένα εγκεφαλικό (δηλαδή, ταμπλά), ένα έμφραγμα ή ένα καρκίνο, που είναι συνήθως το αποτέλεσμα της ταυτόχρονης έκρηξης αδιέξοδων δρόμων. Πολύ πιθανό να ζήσει μέχρι βαθιάς ηλικίας, τυραννώντας το περιβάλλον του.

Να σας δείξω έναν τέτοιον; Δε τον ξέρω τον άνθρωπο, μπορεί να κάνω και λάθος, λέω μόνο τι σφίξιμο βγάζει η εικόνα του και ο χορός που βλέπω.


Ψάχνοντας καλύτερα το video που έχει τον τίτλο στο youtube "The best zeibekiko ever" είδα πως κάποιος σημειώνει το εξής: "Λοιπόν, μετά από αρκετή μελέτη ανακάλυψα οτι ο Κύριος που χορεύει λέγεται Γιώργος Προβιάς (μπετατζής στο επάγγελμα) και είναι αυτός που δημιούργησε το γνωστό μας συρτάκι του Ζορμπά (τη χορογραφία)!"


Ο άνθρωπος αυτός ξέρει ότι τον παίρνει μιά κάμερα οπότε, κάνει ότι καλύτερο μπορεί γιά να καταχωρηθεί στα αρχεία της αιωνιότητας της βλακείας. Ενώ είναι κάποια ηλικίας (πρόωρα γερασμένος ο φουκαράς) προσπαθεί να νεάσει΄, κάνοντας ανόητες και δύσκολες φιγούρες που απαιτούν ένα νέο σώμα. Είναι σφιγμένος κάργα και γι αυτό, αυτό που βγάζει σαν αποτέλεσμα δεν είναι, κατά τη γνώμη μου ζεϊμπέκικο, αν και έτσι χορεύεται πιά. Γιά μένα είναι τινάγματα μιάς ανθρώπινης μηχανής, κάμψεις μεταλλικών σωληνώσεων και τριβές πάνω σε σκουριασμένα παξιμάδια και βίδες.


O ζεϊμπέκικος χορός περιέχει μιά αντίφαση. Δεν είναι χορός χαράς, είναι η έκφραση του εσωτερικού πόνου, τα ντέρτια του ανθρώπου. Όλ΄αυτά "δημοσιοποιούνται" μπροστά σε κοινό. Λογικά, τον ζεϊμπέκικο θά΄πρεπε να τον χορεύουμε μόνοι μας, μέσα σ΄ένα δωμάτιο. Ποιός ο λόγος της έκθεσης μπροστά σε άλλους; Μήπως είναι μιά πράξη "εξομολόγησης"; Να, ένας καλός τρόπος να τον εξηγήσουμε. "Εξομολόγηση". Η εξομολόγηση όμως είναι μιά πράξη ταπεινοφροσύνης, με την καλή και δυναμική έννοια. Ωστόσο, ακόμα κι αν πρόκειται γιά έκθεση, αυτή δε θά΄πρεπε να είναι αυτάρεσκη. ΄Ετσι δεν είναι;
Ας πεταχτούμε μιά στιγμή σε κάτι άλλο. Ο Ανέστης Δελιάς (http://soundsugar.net/anestisdelias) έπαιζε περίφημο και γλυκό μπουζουκάκι αλλά ήταν μετριόφρων (δηλαδή, μαζεμένος και σεμνός). Σήμερα που οι έννοιες αυτές ισοδυναμούν με ”βλακεία”, ”ηττοπάθεια”, ”low profile”, «περάστε να με πατήσετε», το ζητούμενο είναι η αποφυγή τους.

Ο κόσμος προχωράει βέβαια, συνέχεια ζητάει κάτι καινούριο. Στον αθλητισμό το βλέπουμε πεντακάθαρα. Στο άλμα επί κοντώ φτιάχνουν στίβο γιά να πάρεις φόρα, με ειδικά μείγματα, παπούτσια που εκτινάσσουν ψηλότερα, κοντάρια που σε σηκώνουν ψηλότερα +doping κτρ. Το ρεκόρ πρέπει να σπάζει συνέχεια γιά να κρατιέται το πλήθος σε συνεχή εγρήγορση. Τεχνητά ρεκόρ; Ναι, αλλά τι σημασία έχει; Πόσοι ξέρουν τις λεπτομέρειες; Το σημαντικό είναι η καθήλωση του κοινού, οι διαφημίσεις, να ρολάρει το χρήμα. Έτσι και στη μουσική. Οι γλυκιές πενιές του Δελιά είναι παρελθόν, ο
«θεός» υιός Τατασόπουλος είναι το παρόν (δίχως μέλλον) και ο Παπαδόπουλος, μιά γενιά που σβήνει, ξαναπαίζοντας ότι έχει χιλιοπαιχτεί. Ο Δελιάς θα παραμείνει σα μνήμη, ο Τατασόπουλος θα ξεχαστεί, γιατί δεν υπάρχει πεδίο γιά να δημιουργήσει, αν εξακολουθεί να βασίζεται στο μπουζούκι του. Η ταχύτητα στο παίξιμο, από ένα σημείο και πέρα, δε συλλαμβάνεται από το ανθρώπινο αυτί.

Ο ζεϊμπέκικος χορός είναι, γιά μένα, δυό ειδών:
α.» «εξωτερικός» και
β. «εσωτερικός "

Να δυό παραδείγματα. Ένα από την ταινία «Στέλλα», όπου ένας χορεύει ένα εσωτερικό, με κάποιο τρόπο, ζεϊμπέκικο και, ο Τίτος Βανδής που χορεύει έναν εξωτερικό ζεϊμπέκικο, χωρίς να γίνεται γελοίος, στην ταινία «Ποτέ την Κυριακή»





Ο ζεϊμπέκικος, όπως και τα ταξίμια, ζητάνε να έχεις ζήσει, να έχεις πονέσει, να ξέρεις ότι είσαι ασήμαντος (άσχετα αν έχεις προσωπική ανάγκη να πιστεύεις ότι είσαι ο Πύργος του Άϊφελ) και να μη φοβάσαι να βγάλεις έξω την ασημαντότητά σου. ΝΑ ΜΗΝ ΕΙΣΑΙ ΣΦΙΓΜΕΝΟΣ, ΠΡΙΝ ΑΠ΄ΟΛΑ.
Τα υπόλοιπα, τα ποδοσφαιρικά ψαλίδια στον αέρα και οι συμπαραπαλαμάκηδες, είναι κακό θέατρο γιά να περνά η ώρα...

Τέλος, το «μαύρο κατσίκι» (αντί πρόβατο) το χρησιμοποιώ με την έννοια αυτού/ής που δεν ακολουθεί το κοπάδι, που πάει κόντρα, που δε δέχεται να ποδηγετηθεί. Αυτό κοστίζει εεξωτερική μοναξιά. Μέσα σου, μπορεί να αισθάνεσαι σαν ολάνθιστο περιβόλι, οι έξω όμως σε αποφεύγουν, τους χαλάς το αυγολέμονο...

Η κουδούνα που έχει κρεμάσει ο τσομπάνης στο λαιμό του κατσικιού και του αφαιρεί ένα σημαντικό κομμάτι της ελευθερίας του, συμβολίζει γιά μένα στις μέρες μας, την παρακολούθηση, τον έλεγχο.
Θέλετε να πάρετε μιά γεύση;
Κάντε κλικ στο παρακάτω και πλησιάστε, όσο θέλετε, με το ποντίκι σ΄ένα απ’ τα εκατοντάδες χιλιάδες άτομα που ήρθαν να δουν την αναγόρευση του Obama σε πρόεδρο.

http://gigapan.org/viewGigapanFullscreen.php?auth=033ef14483ee899496648c2b4b06233c
No comments…



Πάλι το μαύρο κατσίκι... (γιά το Μάρκο Βαμβακάρη)


Όταν όλοι τρέχουν προς την ίδια κατεύθυνση,
είναι συχνά το πιό σωστό να κάνουμε όπως όλοι οι άλλοι.
(όχι όμως το μαύρο κατσίκι!)

Φαίνεται πως η "βιοτεχνία" η χτισμένη στο όνομα του Μάρκου Βαμβακάρη δουλεύει καλά, αναπτύσσεται και όλο και καινούριοι πελάτες προστίθενται.
Κανείς απ΄όσους ξέρουν δεν αμφιβάλλει γιά την τόλμη, το ταλέντο, την επιμονή του Μάρκου Κανείς. Αυτός ήταν, ουσιαστικά, η διάδοχη λύση στη Μικρασιάτικη μουσική. Πάνω σ΄αυτόν πάτησαν οι άλλοι. Ήταν ο πρώτος της νέας σκυταλοδρομίας και γι αυτό, ένα είδωλο.
Μιλώντας γενικά, τα είδωλα όταν παραμένουν ακλόνητα, καταντούν επικίνδυνα. Όταν δεν υπάρχει μιά έστω και λίγο διαφορετική φωνή, καταντάει ανησυχητικό.

Η Ελλάδα - και όχι μόνο - είναι μοναδική στο να δημιουργεί και να διατηρεί είδωλα. Το να τα δημιουργεί, είναι απόλυτα λογικό. Το να τα διατηρεί ανέπαφα και να μην ακούγονται αντίθετες φωνές είναι, κατά τη γνώμη μου, σημάδι στατικότητας.

Εγώ δε θέλω να σηκώσω το λιλιπούτειο ανάστημά μου (είμαι 1,87 εκ.) απέναντι σ΄ένα είδωλο. Ποιός είμαι γώ; Θέλω μόνο να προσπαθήσω να εμβαθύνω σε κάποια πράγματα, με την ελπίδα να πάμε παραπέρα.

Είναι πολλές και ποικίλλες οι αιτίες που λατρεύεται τόσο πολύ ο Μάρκος (βλ.
http://elkibra-rebetiko.blogspot.com/2008/03/t.html και http://elkibra-rebetiko.blogspot.com/2008/05/h.html
και έχουν μέσα τους και πολλά καλά στοιχεία. Τα νέα παιδιά βλέπουν το Μάρκο, εκτός όλων των άλλων, και σα μάγκα με τα ούλα του, και αυτό είναι καλό. Γιατί ο Μάρκος είχε, κατά τη γνώμη μου, τα καλά στοιχεία ενός έξυπνου και συγκρατημένου μάγκα.

Υποθέτω πως κάποια απ΄τα βασικά στοιχεία της ταύτισης μ΄αυτό το είδωλο είναι,

η ειλικρίνειά του και το τολμηρό ξεσκέπασμα του εαυτού του,


οι πολλές σχέσεις του με γυναίκες και το τυράγνισμά του απ΄αυτές,


και ότι τα τραγούδια του είναι εύκολα, τρόπος του λέγειν εύκολα γιατί έτσι νομίζεται, απλά όμως σε σχέση με την προηγούμενη Μικρασιάτικη σχολή που ήταν ιδιαίτερα εκπλεπτυσμένη και πολύ δύσκολη να παιχτεί σε remake. Ο Μάρκος ήρθε και είπε 5 ή 205 απλά πραγματάκια και σταμπάρισε το τοπίο του ρεμπέτικου.

Πέρα απ΄όλ΄αυτά, γύρω απ΄τη ζωή του Μάρκου έχει χτιστεί και αναπτυχθεί μιά δακρύβρεκτη ψευτο-φιλολογία του ανθρώπου που μαρτύρησε.

Ο Μάρκος ξεκίνησε από μεγάλη φτώχεια (τόσο μεγάλη και τόσο ασυνήθιστη;) και βρέθηκε "ορφανός" (ήταν ο μόνος;) στο λιμάνι του Πειραιά, δούλεψε στα σφαγεία (αυτό πιά κι αν είναι τρομερό), μπλέχτηκε με το χασίσι που τον κυριάρχησε, σύρθηκε στους τεκέδες, συνάντησε μιά γυναίκα που τον βασάνισε και δε μπορούσε να την ξεχάσει (απίστευτα περίεργο κι ασυνήθιστο...) μεσουράνησε και κάποια στιγμή άρχισε να δύει και να ξεπερνιέται (πράγμα επίσης ασυνήθιστο...), οι "φίλοι" τον ξέχασαν (επίσης ασυνήθιστο...), αργότερα τον "ξανανακάλυψαν" και άρχισε η δεύτερη πράξη της ιστορίας του. Στο μεταξύ είχε αρρωστήσει (πράγμα απόλυτα λογικό, λόγω και κακής ζωής). Σ΄αυτή την περίοδο ο Μάρκος, με σπασμένα τα φτερά και μη καταλαβαίνοντας (βλ. μη θέλοντας να χωνέψει) ότι οι καιροί είχαν αλλάξει αλλά ο ίδιος όχι, δέχεται να πει τα παρακάτω λόγια στο εισαγωγικό ταξίμι του δίσκου 33 στροφών "Μάρκος Βαμβακάρης- 40 χρόνια":

http://www.fileden.com/files/2008/6/6/1947074/01%20Eisagogi.mp3


Σαράντα ολόκληρα χρόνια πέρασαν από τότε που ετραγούδησα γιά πρώτη φορά, με το γλυκό μπουζούκι μου, μπροστά σε χωνί φονογράφου. Το θυμάμαι καλά. Ήταν ο φονόγραφος της ODEON. Και ήρθαν όμορφες εποχές, και ήρθαν άσχημες, που ο Μάρκος μπήκε παραπονούμενος στο περιθώριο. Εγώ όμως, όλο κι έφτιαχνα στιχάκια και μουσικές. Έλεγα: κάλιο, Μάρκο, να σβύσεις όρθιος, ζωντανός, με ένα τραγούδι στο στόμα. Σήμερα, μετά από 40 χρόνια, με φώναξαν να τους δώσω τα τραγούδια μου τα ωραιότερα κι εγώ, άκουσα το κάλεσμά τους. Ήταν σα βάλσαμο στην πονεμένη και πικραμένη ψυχή του Μάρκου...

Θυμάμαι, όταν το πρωτάκουσα, πόσο με πλήγωσε. Μου χαλούσε την εικόνα που είχα γι αυτόν, αυτή η σχεδόν ζητιάνικη ευγνωμοσύνη. Δε στρέφομαι εναντίον του, τον καταλαβαίνω. Είναι η ζωή έτσι και πως μας κάνουν. μας χτυπάνε ακατάπαυστα, μας διαλύουν την προσωπικότητα, μας κλέβουν την αξιοπρέπεια, μας κάνουν να αισθανόμαστε ευγνώμονες, δίνοντάς μας κουρέλια και μπουκιές. Κάτι αντίστοιχο πρόκειται, μάλλον, να γίνει τα επόμενα χρόνια με τη χιονοστιβάδα της "οικονομικής κρίσης" που ανοίγει το δρόμο γιά επαναδιάρθρωση και ξεσκαρτάρισμα...
Εκεί, σ΄εκείνο το σημείο, όσο κι αν ακούγεται ρομαντικό, γκρεμίστηκε ο υπερμεγέθης Μάρκος μέσα μου και το μεγάλο σώμα του σήκωσε ένα κουρνιαχτό σκόνης.


Τηρουμένων των αναλογιών, ο Μάρκος όπως κι άλλοι, ήπιαν το ίδιο πικρό ποτήρι που είχαν πιεί παλιότερα οι Μικρασιάτες συνθέτες, στιχουργοί και τραγουδιστές. Απ΄αυτούς όμως δεν έμειναν παρά σκόρπιες πληροφορίες. Γκρεμίστηκαν μόνοι και ξεχασμένοι μέσα στο σκοτάδι. Έμεινε μόνο η διήγηση γιά τον αυτοκαταστροφικό, περήφανο και πεισματάρη Βαγγέλη Παπάζογλου:

"Του τα κόψανε γιατί δεν δέχτηκε ν΄αλλάξει ούτε ένα λόγο. Στον "Μπατίρη" αυτό ο λόγος ήτανε όλο το νόημα του τραγουδιού. Εκεί που λέει "Ελεύθερος να ζήσω" του το σημειώσανε να το σβήσει και να γράψει "χαρούμενος να ζήσω" και μάλιστα τό΄γραψε εκεί μπροστά τους.

"Έτσι σας αρέσει;" τους ειπε. Του είπανε "Ναι". "Ε...εμένα έτσι δεν μ΄αρέσει. Εγώ δεν είμαι χαρούμενος αν δεν είμαι λεύτερος. Εγώ άμα έχω σκλαβιά πάνω απ΄το κεφάλι μου δε γελάω".

Και γύρισε και είπε στην ξανθιά, την αντιπαθητικιά, την γεροντοκόρη την κανκάγια, που ήτανε μέσα εκεί;

"-Είδες που με ρώτησες προηγουμένως γιατί τελειώνειο το επίθετό μου σε -ογλου και δεν σου απάντησα; Σου απαντάω τώρα. Εγώ γεννήθηκα μέσα στην Τουρκιά... και δεν ηγέλασε ποτέ τ΄αχείλι μου εκεί πέρα. Εγώ δεν γελάω άμα δεν είμαι λεύτερος. Έτσι είμαι μαθημένος. δεν τα δίνω τα κομμάτια.

"- Μα οι άλλοι όλοι, Ορίστε! Εδώ είναι τα κομμάτια! Πώς τα δώσανε; Δεν είναι τίποτα. Ένα λογάκι. Μην κάνεις έτσι!

"-Δεν μ΄ενδιαφέρει τι κάνουνε οι άλλοι. Εγώ είμαι αυτός που είμαι. Δεν κάνω ότι κάνουνε οι άλλοι.

"- Και τι θα κάνεις; του είπανε.

"- Δεν ξέρω τι θά΄κανα αν δεν έσιαζα τραγούδια, αν δεν έπαιζα, αν δεν τραγουδούσα. Με τα τραγούδια δεν παίζω, δεν κάνω αστεία... Χαίρεται!

"-Έλα δω, του λένε. Γύρνα πίσω, έλα δω! Γιατί μας χαιρέτησες στρατιωτικά;

"- Πώς στρατιωτικά;

"-Τώρα, τώρα, έτσι που μας χαιρέτησες, τί ήτανε αυτό;

"-Α, γι αυτό λέτε; Δεν είπαμε πως είμαι τουρκομερίτης; Δεν είπαμε πως τελειώνει το επίθετό μου σε -ογλου; Έτσι χαιρετάμε εμείς στο σιχτίρ πιλάφι όταν αποχαιρετάμε τελευταία φορά!"

Πέμπτη, 5 Μαρτίου 2009

Τάνγκο και ρεμπέτικα* - δυό παράλληλοι δρόμοι πνιγμένοι στα δάκρυα...(1)


* Τα στοιχεία αυτού του κεφαλαίου, αυτά που αναφέρονται στο τάγκο είναι παρμένα από το πολύτιμο βιβλίο του Carl-Gunnar Åhlén, Det mesta om tango. Οι μεταφράσεις των στίχων από τα σουηδικά, έγιναν από τον συγγραφέα του παρόντος βιβλίου

(το παρακάτω είναι ανάτυπο από το βιβλίο "Οι κακόμοιροι οι άνδρες...", εκδ. ΕΞΑΝΤΑ, 2001, του Κώστα Λαδόπουλου που μπορείτε να το βρείτε στις διευθύνσεις:
,(http://www.books.gr/ViewShopProduct.aspx?Id=61252)στο βιβλιοπωλείο ΛΕΜΟΝΙ. ( http://www.lemoni.gr/shop/details.asp?ProductID=57248 ,στο http://www.florasfun.gr/index.phpΘα υπάρχει σιγουρα και αλλού.

Ο πολιτισμός των μαύρων, γιά λόγους που ξέρουμε ή φανταζόμαστε, είναι ακόμα ένα άγνωστο κεφάλαιο. Το ταγκό εδραιώθηκε στην Αργεντινή. Η Αργεντινή έχει ελάχιστους μαύρους σε σύγκριση με την γειτονική Ουρουγουάη ή τη Βραζιλία, κι όμως το ταγκό της Νότιας Αμερικής δημιουργήθηκε με τη συμμετοχή των μαύρων. Αν δούμε στο χάρτη το κάτω μέρος της Νότιας Αμερικής και το φανταστούμε σαν ένα πρόσωπο που κοιτάζει ανατολικά, η "μύτη" αυτού του προσώπου ανήκει στην Ουρουγουάη. Πάνω στη "μύτη" ακουμπάει η Βραζιλία το νότιο άκρο της και, στο σημείο ενός "υποτιθέμενου μουστακιού", περνάει και ρίχνει τα νερά του στον Ατλαντικό Ωκεανό ο ποταμός Ρίο ντε λα Πλάτα.

Εκεί, στις δυό όχθες του ποταμού, τοποθετείται η γέννηση του ταγκό. Οι δυό χώρες, Αργεντινή και Ουρουγουάη, είναι δεμένες μεταξύ τους με πολιτιστικούς και ιστορικούς δεσμούς. Το Μπουένος Άϊρες όμως, μιά πρωτεύουσα με πληθυσμό πιά όσο περίπου και η Ελλάδα, είναι ο γίγας στη μιά μεριά του ποταμού, ενώ το Μοντεβιδέο (1,5 εκ. κάτοικοι) στην άλλη όχθη, ένα είδος "φτωχού συγγενή" και επόμενο ήταν να έλκει πολλούς φτωχούς Ουρουγουανούς. Αντίστοιχα, και τηρουμένων των αναλογιών με την Αθήνα στις αρχές του 1800, το Μπουένος Άϊρες ήταν μιά φτωχή, ελώδης περιοχή με κακό κλίμα. Η καθεστηκυία τάξη έμενε στην πόλη Τουκουμάν στα ΒΔ, στη Μεντόσα και στη Κόρδοβα. "Οι διαφορές ανάμεσα στις ισπανόφωνες χώρες Αργεντινή και Ουρουγουάη από τη μιά και Βραζιλία από την άλλη είναι μεγαλύτερες απ΄ότι ανάμεσα στη Γερμανία και στη Γαλλία"!

Γιά να πάρουμε μιά μικρή ιδέα της τύχης του μαύρου πληθυσμού και του πως "πέρασαν" τις πολιτιστικές τους επιρροές, μπορούμε να πούμε τα εξής: περίπου στα 1770 η πόλη Τουκουμάν είχε περίπου 45% μαύρο πληθυσμό. Στα 1810 σταματάει το καθεστώς της δουλείας στην Αργεντινή και οι μαύροι ρίχνονται ομαδικά σε καθεστώς ανεργίας. Οι φυτείες δεν είναι πλούσιες, οι Ινδιάνοι παίρνουν τις δουλειές με φτηνότερο μεροκάματο και η Εκκλησία αδιαφορεί. Οι επιλογές τους είναι πολύ λίγες και μιά απ΄αυτές ήταν η μουσική Οι περισσότεροι όμως βρίσκονται μπλεγμένοι σε μιά δεκαετή εκστρατεία, υπό την αρχηγία του στρατηγού Σαν Μαρτίν, που αποσκοπεί να βοηθήσει τη Χιλή και στη συνέχεια το Περού στον αγώνα του εναντίον των Ισπανών.

Οι μαύροι αποδεκατίζονται στον πόλεμο κι οι οικογένειές τους αποδεκατίζονται από την πείνα. Ο αριθμός τους μειώνεται δραματικά. Οι επιμιξίες με τους λευκούς θαμπώνουν ακόμα περισσότερο την παρουσία τους και την εθνική και πολιτιστική προσφορά τους. Ας μην ξεχνάμε ακόμα ότι η Νέα Ορλεάνη, γεννέτειρα της τζαζ, ανήκε στην ίδια γιγαντιαία αυτοκρατορία που απλώνονταν από τη Φλόριντα στον Βορρά έως τον Ρίο ντε λα Πλάτα στο Νότο.Η Νέα Ορλεάνη επηρεάστκε από τη γαλλική παράδοση, μιά και ανήκε στη Γαλλία την περίοδο 1718-1764, αλλά και από την ισπανική, μιά και ανήκε στην Ισπανία ως το 1800, ώσπου τρία χρόνια αργότερα την πούλησε ο Ναπολέων στις ΗΠΑ. Από κει και πέρα στην Αργεντινή συμβαίνουν τα γνωστά.

Οι λευκοί αποικιοκράτες αλληθωρίζουν προς τον Νέο Κόσμο και την Ευρώπη γιά να διώξουν μέσα τους τις παλιές μνήμες και να τονίσουν την ανωτερότητά τους απέναντι στους σκλάβους. Ταυτόχρονα, η μαύρη επιρροή στους στους μουσικούς ρυθμούς ζει, πάει κι έρχεται πάνω απ΄τον Ατλαντικό, το μίγμα γίνεται σταθερό, και αυτό που παλιότερα ανήκε στο περιθώριο αρχίζει να διαχέεται και ν΄ανεβαίνει τα σκαλοπάτια της κοινωνικής σκάλας (βλ. αντίστοιχα το χασάπικο του 1936, του Γ. Εϊτζιρίδη, άλλως Γιοβάν Τσαούς:

Παραπονιούνται οι μάγκες μας
κι αριστοκράτες όλοι,
που δε τους φέρνουνε να πιούν
μαυράκι από την Πόλη...
(συνεχίζεται)




Τάνγκο και ρεμπέτικο 
- δυό παράλληλοι δρόμοι πνιγμένοι στα δάκρυα... (1)



Η λέξη tango συναντιέται για πρώτη φορά γραπτή, σ’ ένα φορολογικό έγγραφο. Αναφέρεται όμως όχι στο χορό, αλλά σε σχέση με απαγορευμένες γιορτές των μαύρων. Μόνο μετά το 1880 η λέξη δηλώνει επίσημα το συγκεκριμένο χορό. Για τη διαδεδομένη άποψη ότι το tango γεννήθηκε στους οίκους ανοχής, σημειώνουμε τα εξής : στηνΑργεντινή του 1900 υπήρχαν περί τους 2000 τέτοιοι οίκοι, όπου δούλευαν 30.000 γυναίκες, κάτι για το οποίο οι Αρχές έκαναν τα στραβά μάτια. «Η βιομηχανία του θεάματος πρόσφερε ένα μεγάλο ”κατάλογο” από γυναίκες που, είτε δούλευαν στους δρόμους, είτε πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους σα ντάμες χορών, είτε κρατούσαν συντροφιά σε κέντρα που απολάμβαναν κάποιου σεβασμού. Η τιμή σ’ ένα κοινό μπουρδέλο ήταν τρία pesos, ποσό ισοδύναμο με το μεροκάματο ενός εργάτη, αλλά ακόμα, τόσο κόστιζε ένας δίσκος γραμμοφώνου, ή η τιμή γιά μιά ώρα χορού με τις ακριβοντυμένες γυναίκες στα επονομαζόμενα casas particulares. Eκεί πήγαιναν οι νέοι των καλών οικογενειών. Συχνά νοικιαζόταν ολόκληρο το μαγαζί, μαζί με τα κορίτσια. Πίσω απ’ την πολυτελή διακόσμηση του εσωτερικού χώρου, τα casas και τα casitas ήταν μασκαρεμένοι οίκοι ανοχής, αλλά εκεί μπορούσες να χορέψεις με τους ήχους των καλύτερων ορχηστρών του Μπουένος Άιρες». Στα κοιμά μπουρδέλα, στα los prostibulos, απαγορευόταν ο χορός και το οινόπνευμα. Η πορνεία επιτρεπόταν ως το 1919 στο Μπουένος Άιρες και ως το 1936 στην υπόλοιπη Αργεντινή.
Στις 2 Μαρτίου του 1916 απαγορεύτηκε ο χορός μεταξύ ανδρών, μιά συνήθεια πολύ διαδομένη στους δρόμους, με μουσική συνοδεία οργάνου αντίστοιχου της δικής μας λατέρνας. Ο λόγος της απαγόρευσης ήταν πως θεωρήθηκε ότι οδηγεί στη διάδοση της ομοφυλοφιλίας.

Οι γυναίκες που εγκατέλειπαν τους παραδοσιακούς ρόλους και έμπαιναν στις ανδρικές σφαίρες θεωρούνταν «αμαρτωλές» και ονομάζονταν «το τρίτο φύλο». Ανάλογη αντιμετώπιση επιφυλάχθηκε και στις γυναίκες που πλαισίωσαν το δικό μας ρεμπέτικο.

Ας δούμε τώρα πέντε περιπτώσεις tango και τα «αντίστοιχά» τους – όταν υπάρχουν – ρεμπέτικα ή πρώιμα λαϊκά.

1. Margot

Σου φαίνεται, μπαμ κάνεις από μακριά,
άπιστη κοκότα πολυτελείας,
ότι σε μαχαλά είσαι γεννημένη.
Κάτι υπάρχει επάνω σου που αμέσως το προδίνει·
δε ξέρω αν είναι η ματιά σου,
η κορμοστασιά σου ή το σώμα σου
που μαθημένο ήταν στα φτωχοφούστανα.
Το σώμα σου, αυτό που τώρα λυγιέται
σε ρυθμούς που ξεμυαλίζουν,
έτσι πως γονατίζεις στο tango,
στην αγκαλιά κάποιου ξεφτίλη,
η σιλουέτα σου που ξεφαντώνει,
όπως και το χρωματιστό σου το ρούχο,
στους καπνούς και στις σαμπάνιες
του « Αρμενονβίλ». (*1)

Ήτανε τρέλα καθαρή.
Δεν ήταν κάνας μάγκας, ούτε κανένας παραλής
μα, ούτε σαϊνι νταβατζής
που σ’ έβαλε σ’ αυτό το δρόμο.
Μόνη σου έπεσες, μην κάνεις πως δε ξέρεις,
Όνειρα γιά ζωή μες τα σαλόνια
σου μπήκαν στα μυαλά,
τη μέρα που ο ματσωμένος
σ’ έβγαλε στο κλαρί.

Θυμάσαι;
Ούτ’ ένα ρούχο δεν είχες για να βάλεις
και σήμερα, στα μεταξωτά γυρνάς
με τριανταφυλλάκια ροκοκό.

Και μόνο που σε βλέπω, αηδιάζω.
Θα πλήρωνα για να μη σε αντικρίζω.
Και τ’ όνομά σου ακόμα άλλαξες,
όπως και τη ζωή σου.
Δεν είσαι πιά η Μαργαρίτα μου,
τώρα Μαργκό σε λένε !

Κι όλο μου βγαίνεις με τους φιόγκους σου,
θέλεις να κάνεις την κυρία
μέσα στα λουξ τα σεπαρέ,
μες το «Πετί» και στο «Ζιλιέν», (*2)
όταν η γριά, η δόλια μάνα σου
πλύστρα, για να γεμίσει το τσουκάλι
στη φτώχεια, σα καλογεράκι Φραγκισκάνος,
στη μίζερη την καμαρούλα,
στο φως της λάμπας με φιτίλι βολοδέρνει.


Παράλληλο ρεμπέτικο – τηρουμένων των αναλογιών- το «Ήσουνα ξυπόλητη». Σύμφωνα με τα ανασφαλή στοιχεία του Ηλ. Πετρόπουλου, πρόκειται για παλιό μουρμούρικο της φυλάκής. Βαρύ ζεϊμπέκικο που το λέγανε πριν το 1900. Οι πρώτες έξη στροφές περιλαμβάνονται σε δίσκο χτυπημένο πριν το 1920. Εποχές φτώχειας και κοινωνικών αντιθέσεων. Και τα δυό τραγούδια εκτοξεύουν φωτιές εναντίον μιάς γυναίκας, το ελληνικό ωστόσο, μ’ ένα υπόγειο τρόπο είναι πιό σκληρό.


Ήσουνα ξυπόλητη

Ρε, ήσουνα ξυπόλητη
και γύριζες στους δρόμους,
τώρα που σε πήρα ΄γω
γυρεύεις ιπποκόμους.

Ρε, ήσουνα αδέκαρη
και μάζευες ραδίκια,
τώρα που σε πήρα ΄γω
γυρεύεις σκουλαρίκια.

Ήσουνα ξυπόλητη
και τάιζες κοκόρους,
τώρα που σε πήρα ’γω
ζητάς αεροπόρους.


Ένα ακόμα δικό μας, πολύ κατοπινότερο, το «Ένα κι ένα κάνουν δυό» του Γιώργου Μητσάκη.

Ένα κι ένα κάνουν δυό (1948)

Μην ξεχνάς ποιά ήσουν πρώτα, πριν να σε στεφανωθώ,
ξέχασες που γύριζες στους δρόμους, στα σοκάκια ;
Τώρα που σε πήρα ’γω, μου κάνεις κορδελάκια.

Δε σου πάει για να είσαι τόσο απαιτητική·
πρέπει να συμμορφωθείς,σου τό’χω πει, κυρά μου,
σύμφωνα με τον καιρό και με τα τάλιρά μου.

Σου το λέω νέτα-σκέτα, ένα κι ένα κάνουν δυό!
Άμα εξακολουθείς να κάνεις κορδελάκια,
πρέπει να χωρίσουμε οι δυό μας τα τσανάκια.

Ας σημειώσουμε για τη Margot και το «Ήσουνα ξυπόλητη», το διχασμό που κουβαλούν οι άνδρες των λαϊκών τάξεων απέναντι σ’ αυτό που είναι και τον κρυφό θαυμασμό που εκφράζεται, με τη μάσκα της υποτίμησης, απέναντι στους πλούσιους και τις συνήθειές τους. Ξέρουμε κι από γυναικείες φράσεις πως κι εκείνες δε θα εκφράζονταν διαφορετικά. Ο χαρακτηρισμός «πλύστρα» εκστομιζόταν και εκστομίζεται συνήθως από γυναικεία χείλη, όταν θέλουν να υποτιμήσουν κάποια, ή όταν θέλουν να υπενθυμίσουν σε κάποια που «άλλαξε» τάξη, από πού κατάγεται.

(συνεχίζεται)


Τα άλλα δυό posts τα βρίσκετε εδώ:


http://elkibra-rebetiko.blogspot.com/2009/03/1.html

http://elkibra-rebetiko.blogspot.com/2009/03/3.html

Τάνγκο και ρεμπέτικο - δυό παράλληλοι δρόμοι πνιγμένοι στα δάκρυα... (3)


2. A la zul del candil
Στο φως της λάμπας του καντηλιού

Σύνθεση : Κάρλος Βισέντε Χερόνι Φλόρες
Στίχοι : Χούλιο Ναβαρίνε
Τραγούδι : Κάρλος Γκαρντέλ

Συχώρα με, κυρ – διαυθυντή, (αστ.)
μη με παραξηγήσεις που στριμώχνομαι.
Είμ’ ένας ξένος που βρέθηκα εδώ, στο Ροζάριο
και κρύβω μέσα μου θυμό που με τραβάει.
Ίσως για κάθαρμα με πάρεις,
είμ’ όμως ένας τίμιος gaucho, (*3)
ούτε μπεκρής, ούτε ζωοκλέφτης.
Κυρ – διαυθυντή,…εγκληματίας είμαι.
Πιάσε με, κυρ – πόλιτσμαν και πέρνα μου τα σίδερα.
Αν είμαι παράνομος, ο Θεός ας με συχωρέσει.
Ήμουνα ένας τίμιος Αργεντίνος,
Αλμπέρτο Αρένας, τ’ όνομά μου, κύριε...
Μου τη φέρανε κι εγώ τους καθάρισα.
Ύπουλη η γυναίκα μου κι ο φίλος μου δειλός.
Ενώ εγώ αλλού ήμουνα,
ντροπιάστηκα απ’ την άπιστη·
τις αποδείξεις για τίς ατιμίες τους
εδώ τις έχω, μες τη τσάντα.
Τις δυό πλεξούδες αυτηνής
και τη δική του την καρδιά.
Ησύχασε, κυρ – πόλιτσμαν και βίαιος δε θα γίνω.
Θέλω να μάθεις την αλήθεια.
Η νύχτα ήταν κατάμαυρη
και μάρτυς μου μοναδικός, το φως της λάμπας
δηλαδή, σχεδόν τίποτα.
Ένα φιλί στο σκοτάδι...
δυό σώματα που πέσαν και μιά βρισιά
κι εκεί, κυρ – διαυθυντή μου,
μη σου σου φανεί αυτό παράξενο,
θηκάρια βρήκα δυό για το γυμνό μου το μαχαίρι.
Πιάσε με, κυρ – πόλιτσμαν και πέρνα μου τα σίδερα.
Αν είμαι παράνομος, ο Θεός ας με συχωρέσει.

Υπάρχουν διάφορα ρεμπέτικα όπου ο ρεμπέτης παράνομος απευθύνεται σε αστυνόμο. Δεν παραθέτονται στίχοι, γιατί πόρρω απέχουν απ’ το παραπάνω. Ίσως το «Μες τη φυλακή στ’ Ανάπλι» του Γιβάν Τσαούς να είναι αυτό που πλησιάζει κάπως τους έντονα φορτισμένους στίχους του tango. Μιά σκηνή φόνου όμως, δοσμένη με μιά εξαιρετική παρομοίωση, συναντάμε στο ακόλουθο τραγούδι του Βασίλη Τσιτσάνη :

Ντροπιασμένος στη ζωή (1950)

Δε την πρόσεχα τα βράδυα που γυρνούσε
στο φτωχικό μας το σπιτάκι την τρελή!
Ήταν γυναίκα μου η κακούργα και πουλούσε
το κορμί της σ’ άλλον η μπαμπέσσα, η πονηρή!

Δε μπορούσα να βαστάξω σαν την είδα
αγκαλιασμένη μ’ έναν άλλον στη γωνιά.
Μες την ταβέρνα μπαίνω, σα τη νυχτερίδα
και μες την τρέλα μου την πλήγωσα βαριά!

Ντροπιασμένος στη ζωή για μιά μπεμπέκα
που μού’χε τάξει αγάπη αιώνια και χαρά,
γραφτό μου ήταν να την κάνω εγώ γυναίκα,
να με τυραννάει και να με σέρνει στα δεσμά.


3. Esta noche me emborracho
Απόψε θα γίνω φέσι

Μόνος, γερασμένος και καραβοτσακισμένος,
την είδα απ’ το καμπαρέ να βγαίνει,
το ηλιοβασίλεμα.
Σα στέκα, με ξερακιανό λαιμό,
σα κρεμάστρα για τα ρούχα
και με ντεκολτεδάκι·
στραβοκάνα, σα μπεμπέκα ήταν ντυμένη.
Μαλλί βαμένο, φλερτάροντας με τη γύμνια της,
σα κότα ήταν που καμώνεται
να δείξει τον πιτσιλωτό λαιμό της.
Εγώ, που ξέρω πότε δεν αντέχω,
έστριψα να μη με πάρουν τα ζουμιά.

Και σκέψου, πριν από δέκα χρόνια,
τρελό με είχε κάνει!
Αυτή, που η ομορφιά της στην αμαρτία μ’ έριξε,
αυτή που σήμερα είναι ένα ερείπιο,
αυτή ήταν η γλυκιά μου αγάπη
που για χατίρι της ατιμάστηκα.
Εγώ, που τρελός για την ομορφιά της,
τη μάνα μου άφηνα να τριγυρνάει νηστικιά,
χυδαίος είχα γίνει και μπαμπέσης
που δίχως φίλους ξέμεινα
και σα κακούργος ζούσα.
Εγώ, που στα γόνατά της έπεφτα
σα το ζητιάνο, σα τον άτιμο, μ’ εγκατέλειψε...
Ποτέ μου δε το πίστευα
πως θα την έβλεπα στον «τάφο»
τόσο άσπλαχνα, σαν σήμερα.
Γι αυτή την σκρόφα κατάντησα έτσι.
Αν αυτό δεν είν’ αιτία να κρεμαστώ,
πέστε το μου!
Εκδίκηση σκληρή θα πάρω
για τον καιρό που έκανε φάντασμα
αυτό που κάποτ’ αγαπούσα.

Το συναπάντημα αυτό
τόσο πολύ με τσάκισε
που αν το σκεφτώ περσότερο,
πάω να φαρμακωθώ.

Απόψε θα τα πιώ,
φέσι θα γίνω, στουπί, ως το κατώφλι του θανάτου
Να σκέφτομαι, δε το αντέχω.

Εδώ έχουμε τη φθίση που παραμόρφωσε την εικόνα της πρώην αγαπημένης που είχε «τολμήσει» να εγκαταλείψει, πολύ πριν. Το ασυγχώρητο της πράξης της, οι θυσίες του άνδρα, η αχαριστία της που υπονοείται και η παραμορφωμένη τωρινή της εικόνα βγάζουν όλο το παλιό μίσος (βλ. πόνο) που ανακατεύεται με λύπηση και όλο αυτό το βάρος αδυνα-
τεί ο άνδρας να το επεξεργαστεί. Καταφεύγει στο πιοτό και στο μεθύσι, απελπισμένος.

Η ελληνική ρεμπέτικη αντιστοιχία είναι « Εάν δεν ήσουν φθισικιά» του Στέλιου Κερομύτη. Το τραγούδι είναι υπό μορφή διαλόγου. Στην πρώτη και την τρίτη στροφή τραγουδάει ο Κερομύτης, στη δεύτερη και τέταρτη, η Στασία Βρυώνη. Το αναφέρω αυτό γιατί αυτός ο γλυκύτατος μάγκας, παραπονιέται σα να κουβαλάει αυτός την αρρώστεια. Νομίζω πως αυτή η στάση κάτι θυμίζει στις γυναίκες...

Εάν δεν ήσουν φθισικιά
Ζεϊμπέκικο του Σ. Κερομύτη (1937)

Εάν δεν ήσουν φθισικιά, αμάν, αμάν,
μικρή ξανθομαλλούσα,
εγώ δε θά’μουν δυστυχής, αμάν, αμάν,
και ευτυχής θα ζούσα. (!)

Μην κλαις, αγάπη μου χρυσή, αμάν, αμάν,
τι θέλεις να σου κάνω ;
Ήταν της τύχης μου γραφτό, αμάν, αμάν,
για σένα να πεθάνω.

Γειά σου, Κερομύτη ασίκη !

Για δες πως εκατήντησα, αμάν, αμάν,
στους δρόμους να γυρίζω,
να σκέφτομαι καθημερνώς, αμάν, αμάν,
και πάντα να δακρύζω.

Μιά χάρη μόνο σου ζητώ, αμάν, αμάν,
μετά το θάνατό μου,
να έρχεσαι καμιά φορά, αμάν, αμάν,
στον τάφο τον δικό μου.

Γειά σου, Τασία μου !


Ο Στέλιος Κερομύτης έχει βάλει κι έναν, σπάνιο γιά τα ρεμπέτικα, τίτλο σε άλλο τραγούδι του : «Το λάθος μου αισθάνομαι» (1933) Εκεί όμως πρόκειται γιά το φόνο της αγαπημένης...
Ανάλογα παραδείγματα, όχι όμως της στιχουργικής ποιότητας των αργεντίνικων tango (μόνο η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου είχε τέτοιες δυνατότητες), έχουμε άφθονα στα ρεμπέτικα και στα πρώιμα λαϊκά. Σ’ αυτά δεν έχουμε να κάνουμε με περιπτώσεις αρρώστειας, αλλά με άρνηση σύναψης δεσμού, ή εγκατάλειψη. Η σταθερή αντίδραση είναι ο ψυχολογικός καταναγκασμός πχ., «μη θαρρείς η εμορφιά σου θά’ναι πάντα μιάς λογής, θε να μαραθεί, να πέσει σα τα λέλουδα της γης» και το μονοδιάστατο και πολύ συνηθισμένο «γύρισε πίσω κι εγώ σε συγχωρώ», αφού πάντα εκείνη βέβαια φταίει...


Ο Γ. Μητσάκης, ικανότατος στιχουργός, όχι όμως του ύψους της Παπαγιαννοπούλου, που έχει γράψει μερικούς από τους πιό τρυφερούς στίχους, είναι σχεδόν ο μόνος που έχει τολμήσει να γράψει, «πως έφταιξα τ’ ομολογώ, το σφάλμα μου συγχώρεσε», στο τρ. «Πάλι δικό σου κάνε με» (1947). Στο τρ. «Θα φύγω, θα με χάσεις» (1950) όμως, ένα τραγούδι με πολύ «θηλυκούς» στίχους που τονίζονται ακόμα περισσότερο από τη φωνή της Ιωάννας Γεωργακοπούλου, ενώ όλα δείχνουν πως είναι μιά γυναίκα αυτή που θα φύγει (πράγματα που θυμίζουν σημερινές γυναίκες που δεν αντέχουν άλλο και προειδοποιούν), ξαφνικά, στον τελευταίο στίχο της πέμπτης στροφής, ακούμε «κρίμα το παιδί, θα λες», όπου και αντιλαμβανόμαστε ότι ο προειδοποιών είναι αρσενικός. Και ο Μητσάκης, με τους δύο τελευταίους στίχους, συμπαρατάσσεται με όλους τους άλλους αρσενικούς στιχουργούς λέγοντας, «αφού
ξέρεις πως εσύ γιά όλα φταίς, μιά γιά πάντα !»