Κυριακή, 14 Μαρτίου 2010





Ψίθυροι πάνω σε τρεις φωτογραφίες...


Ο άνθρωπος γεννιέται, μεγαλώνει, κάτι βρίσκει κι ασχολείται μ΄αυτό στη ζωή του, γερνάει, πεθαίνει. Ασήμαντο σα γεγονός. Εξαρτάται από ποιά οπτική γωνία θα το δούμε. Μετά, μπαίνουμε στα φύλα.

Απ΄τα θηλυκά συνήθως μαθαίνουμε (βλ. ασχολούμαστε)λίγα. Ζήσαν μυριάδες γυναίκες μες τη σιωπή, κανάκεψαν, υπηρέτησαν, δούλεψαν, γέννησαν, γέρασαν και πέθαναν.

Τ΄αρσενικά ζουν έξω στον κόσμο στη χλαβοή. Η πλειοψηφία παντρεύεται κι αυτό τους σώζει απ΄την καταστροφή και τη ξεδοντιασμένη μοναξιά. Αυτοί που δε το κάνουν τελειώνουν σε μιά θαμπάδα...

Τους ανθρώπους, όταν φεύγουν, τους θυμόμαστε απ΄αυτά που αφήνουν πίσω τους. Καλές ή κακές αναμνήσεις. Όσους δημιούργησαν κάτι και έμεινε, τους θυμόμαστε πιό πολύ. Όταν έχουν αφήσει τη φωνή τους και γράψει τραγούδια, είναι σα νά΄χουν αφήσει ένα ζωντανό κομάτι ανάμεσά μας.


Ο, ουσιαστικά, ξεχασμένος άνθρωπος αυτής της γαλαζωπής φωτογραφίας (απ΄το εξώφυλλο CD της σειράς Κουνάδη), είναι ξαπλωμένος σε μιά εξοχή και ακουμπάει το σώμα στον αγκώνα του. Τα δυό του μάτια είναι σκιασμένα, κάτι που γίνεται στις φωτογραφίες αλλά, στην περίπτωσή του, συνέβαινε και στην πραγματικότητα. Η όρασή του ήταν περιωρισμένη, μαθαίνουμε από ένα βιαστικό και λειψό βιογραφικό που άφησε ο Τ. Σχορέλης.

Υπάρχει και αυτή η φωτογραφία που, ίσως, είναι κατοπινότερη,




Και τέλος αυτή, όταν είχε περάσει στο περιθώριο, στις "πίσω θέσεις", μεγάλος πιά (στη δεύτερη σειρά, δεξιά, μ΄ένα καλοκάγαθο χαμόγελο)



Ο άνθρωπός μας λεγόταν Κώστας Καρίπης, ή Καριπόπουλος, ή Καριπάκι
και ανήκε στην πρώτη σειρά των μεγάλων Μικρασιατών συνθετών και τραγουδιστών.
Ήρθε στην Ελλάδα το 1922, έχοντας πίσω του μιά 40ετή θητεία στη μουσική, μπήκε ενεργά στη δισκογραφία to 1925 και μετά τη λογοκρισία ανήκε σε μιά τετράδα (Νούρος, Νταλκάς, Σωφρονίου) που, πιστεύεται, δε μπόρεσαν να προσαρμοστούν στις νέες συνθήκες. O Kαρίπης όμως σταμάτησε απλώς να τραγουδάει, δε σταμάτησε να παίζει, ούτε να συνθέτει. Η κιθάρα του ακούγεται σ΄ένα καθοριστικά μεγάλο κομμάτι του πειραιώτικου ρεμπέτικου, στους δίσκους Columbia.
Mετά το 1950 (;) και μέχρι το θάνατό του το 1952 (;), έχω διαβάσει κάπου ότι απομονώθηκε, κανείς δεν ήξερε που μένει, χάθηκε. Αυτό ήταν. Προφανώς, πέθανε μόνος του όπως τόσοι και τόσοι. Συγγενείς; "Φίλοι" που τον έψαξαν; Άγνωστο. Δε παντρεύτηκε, βλέπετε...

Σκέφτομαι καμιά φορά, καλά οι "άλλοι" που αδιαφόρησαν γιά τους Μικρασιάτες μουσικούς. Οι πατριώτες τους; Πως γίνεται να μην υπάρχει κάποιο Ίδρυμα με συγκεντρωμένη την προσφορά όλων αυτών των ανθρώπων; Θύματα της "εκστρατείας ντροπής" που εξαπέλυσε το ελληνικό "κράτος" και οι παρακεντέδες του...
Τώρα θα σας δώσω τρία μικρά δείγματα της τέχνης του Κώστα Καρίπη.
Το πρώτο, η "Γειτονοπούλα", ένα τρυφερό ερωτικό τραγούδι του παλιού καιρού, στην ατμόσφαιρα των τραγουδιών της Σμύρνης:

Το δεύτερο, το γνωστό "Μάγκικο", στην εκτέλεση με τη Ρίτα Αμπατζή:


Και το τρίτο, το "Κατινάκι", ένα από τα δυό-τρία ρεμπέτικα όπου "μιλάει" ένα ήδη εκλιπών...
Αστείοι είναι οι άνθρωποι. Λατρεύουν πρώτα κάποιον/α σαν είδωλο, κατόπιν τον/την ξεχνούν και μετά, τον/την ξανανακαλύπτουν (όταν το κάνουν), στα γεράματα.
Στην περίπτωση όμως του Καρίπη, όπως και μ΄όλους/ες τους/τις Μικρασιάτες/σσες, πλην της Ρόζας, δε συνέβη κάτι τέτοιο. Παράξενο; Όταν τους θυμήθηκαν αυτοί/ές βρίσκονταν από πολλά χρόνια πριν στα χορταράκια...


Τέλος, γιά την περίπτωση (και όχι μόνο) του Καρίπη-κιθαρίστα, είναι γνωστή η αχαριστία και η υποτίμηση της κιθάρας, δίπλα στο ,"όλα τα σφάζω, όλα τα μαχαιρώνω", μπουζούκι, όταν η κιθάρα είναι απαραίτητο συμπλήρωμά του και πολύ πιό δύσκολο όργανο απ’΄αυτό. Σπανιότατα, στις μέρες μας, μπορείς ν΄ακούσεις άξια και στιβαρή ρεμπέτικη κιθάρα.

Θαυμάζω τους ανθρώπους που, ενώ θα μπορούσαν να περάσουν σε όργανο που θα τους φέρει στις "πρώτες θέσεις", προτιμούν να μείνουν στις δεύτερες και στος τρίτες.

1 σχόλιο:

ΑΛΚΙΒΙΑΔΗΣ ΜΑΥΡΟΣ είπε...

πως γίνεται ένας τόσο μεγάλος τραγουδιστής σαν τον Καρίπη να σταματάει το τραγούδι και μόνο να παίζει; στο "θα σπάσω κούπες" δείχνει το πόσο "τεράστιος" είναι.
επίσης ΄και σπουδαίος αμανετζής.