Κυριακή, 30 Νοεμβρίου 2008

Ασκήσεις στο μαύρο... (1)

Μου λέγαν χτες γιά έναν αρχιτέκτονα Αργεντίνο που πολέμησε με νύχια και δόντια την τότε δαιμονική χούντα της χώρας του και πέθανε στα 56 του χρόνια στη Σουηδία, όπου ζήτησε πολιτικό άσυλο. Έβγαλε καρκίνο στον εγκέφαλο απ΄τα συνεχή ηλεκτροσόκ που τον είχαν υποβάλλει οι βασανιστές του, επί 2,5 χρόνια.

Όταν ήταν στα τελευταία του, χαμογελώντας στην ομάδα των αγαπημένων φίλων που ξενυχτούσαν ολόγυρά του, τους έλεγε να μη στεναχωρεθούν που θα έφευγε. Ζήτησε μονάχα να τον κάνουν ένα ζεστό μπάνιο. Οι νοσοκόμες σήκωσαν το αδρανοποιημένο σώμα του με μικρά βίντσια και τον βάλαν σ΄ένα δωμάτιο με ζεστούς ατμούς και νερά.

Ο άνθρωπος, έχοντας αγγίξει τη σοφία του επερχόμενου θανάτου, έβγαζε βαθιές ανάσες ευχαρίστησης και τους έλεγε πως αυτά, αυτά τα μικρά πράγματα είναι οι πραγματικές και ουσιαστικές χαρές της ζωής. Το ζεστό νερό πάνω στο σώμα κι όχι οι αγώνες, οι τρεχάλες να προλάβεις, οι διεκδικήσεις, οι καριέρες, το ατέλειωτο μπέρδεμα του ανθρώπινου βίου.

Όταν το κατάβρεγμα τελείωσε, έπεσε σε μιά γαλήνια νάρκη και τις πρώτες πρωινές ώρες παράδωσε το πνεύμα του.

Κάτι παραπλήσιο με τη γαλήνη που έδωσε το ζεστό νερό στο σώμα του Αργεντίνου, ήταν η περίπτωση του καλόκαρδου Κώστα Μασσέλου (Νούρου).

Η ειδικότητά του ήταν οι μανέδες. Κι ήταν πολύ μεγάλο το αποτέλεσμα μόνο όταν του έπαιζε ο Ογδοντάκης. Αυτοί οι δυό θαρρείς και γίνονταν ένα. Σε ένα-δυό μανέδες που παίζει το γλυκύτατο, αλλά κάπως "σκληρό" βιολί του Σέμση, είναι κάτι διαφορετικό. Ο Νούρος είπε και μιά σειρά άλα τραγούδια, αλλά είναι εμφανές πως εκεί έβγαινε απ΄τα νερά του.

Σήμερα, δε μπορείς να πεις σε έναν άνθρωπο απροετοίμαστο ν΄ακούσει μανέ. Είναι σα να του λες ν΄αλλάξει τον τρόπο αμφίεσής του/της και να βάλει φουστανέλλα. Δε γίνεται. Ο μανές κουβαλάει μιά σοφία που την έχουμε χάσει, παντοτεινά. Οι γηγενείς Έλληνες τους πρόλαβαν, γιά λίγο, πριν σαρωθούν τ΄αυτιά τους από δυτικές κλίμακες.

Ακόμα κι αν υπήρχε κάποιος που θα μπορούσε, κουτσά στραβά, να ξαναζωντανέψει τη μυσταγωγία που δημιουργούσε ο Νούρος (σύμφωνα με διηγήσεις κάποιων που τον πρόλαβαν), πολύ δύσκολα θα κατάφερνες ένα νεαρό ζευγαράκι να πάει να ακούσει. Θα προτιμούσαν, και είναι απόλυτα φυσικό, να πάνε σε μιά συναυλία στο Λυκκαβητό ή στο Καυταντζόγλειο ή σ΄ένα ανοιχτό χώρο στην επαρχία, ν΄ακούσουν ένα τραγουδιστή ή μιά τραγουδίστρια μαζί με χιλιάδες άλλους/ες, να νιώσουν μιά άλλη μυσταγωγία, κρατώντας ένα αναμένο αναπτηράκι που το κουνάν πέρα-δώθε.

Αν τους κατάφερνες και υπήρχε ο κατάλληλος τραγουδιστής μανέδων (όχι σα κάποιους που αμολάνε κάτι κοτρόνικες κορόνες σ΄ένα ανασούμπαλο και κακόγουστο remake) τότε, το βλέπω, θα της κρατούσε εκείνος το χέρι και το κλίμα θα τους σήκωνε ψηλά, σε άγνωστες γι αυτούς διαστάσεις. Κάτι τέτοιο όμως δεν υπάρχει...

(συνεχίζεται)

Ασκήσεις στο μαύρο... (2)

Το μαύρο και η φωτιά (nuro στα συριακά σημαίνει φωτιά. Στα τούρκικα δεν υπάρχει αυτή η λέξη) είναι τα χαρακτηριστικά του Νούρου. Ο μεγάλος αυτός τραγουδιστής έβγαζε μαύρους ήχους. Μαύρους όμως, όχι με την έννοια του πένθιμου. Το μαύρο δεν είναι πένθιμο. Το μαύρο σ΄εμάς, ήδη απ΄την εποχή του Ομήρου, κουβαλάει την έννοια του θανάτου, ακόμα και γιατί έχουμε πολύ δυνατό φως στη χώρα μας. Ίσως, κυρίως γι αυτό έχει χτιστεί μιά μελαγχολική μυθολογία. Το φοβόμαστε γατί είμαστε κακομαθημένοι από το φως.

Σε πολλές άλλες χώρες σερβίρουν σε μαύρα πιάτα, φτιάχνουν μαύρα κεριά και τα θεωρούν sic, ντύνουν στα μαύρα μικρά παιδιά, το μαύρο κυριαρχεί στο design.

Ότι και να λέμε όμως, έχουμε μάθει να πιστεύουμε ότι το μαύρο έχει να κάνει με το θάνατο, με το άγριο σκοτάδι. Μ΄αυτή την αίσθηση είμασταν πάντα εξοικειωμένοι εμείς οι Έλληνες, τώρα όμως αρχίζουμε να ξεχνάμε. Ξεχνάμε ότι ο θάνατος κυκλοφορεί και παραμονεύει μέσα στο άπλετο φως παντού, σε καθημερινή βάση. Ξεχνάμε ότι είναι ενσωματωμένος και στο απαστράπτον λακ των δρεπανηφόρων αρμάτων που καβαλάμε και τα γκαζάρουμε γιά να ξεπεράσουμε εσωτερικά μπερδέματα και αδιέξοδα και γιά να δείξουμε ότι είμαστε άφοβοι και ηλίθια σίγουροι λεβέντες...

Πίσω στο Νούρο.
Οι μαύροι, εσωτερικοί, τρεμουλιαστοί, κυματιστοί και αδιαπραγμάτευτοι ήχοι που βγαίναν απ΄το στόμα του ήταν ήχοι που δε μοιάζαν, ούτε και μοιάζουν, με κανενός άλλου τραγουδιστή.
Είναι η πεμπτουσία των δυνατοτήτων της ανθρώπινης φωνής.

Είναι η φωνή του κατασταλαγμένου, οριστικά και αμετάκλητα, γαλήνιου ανδρόγυνου πλάσματος (εννοώ πάντα την αίσθηση που βγάζει η φωνή του, δεν εννοώ τον ίδιον. Άλλωστε, οι τόνοι της φωνής του ήταν δέκα φορές πιό ανδρικοί απ΄όλα τα σημερινά, μπερδεμένα - και με το δίκηο τους - αγοράκια που πασκίζουν να τραγουδήσουν rap στα ελληνικά...),

είναι η τελειωτική σύζευξη και κατάθεση των όπλων που βάζει τέρμα στην αντιπαλότητα των δύο φύλων,

είναι το λύγισμα των γονάτων του όρθιου, ντούρου ανθρώπινου πλάσματος και η παραδοχή της ένωσης με το μαγικό κόσμο που απλώνεται πέρα απ΄τα κλειστοφοβικά κουτιά του "πολιτισμού" που χτίσαμε και που μας καταστρέφει νύχτα-μέρα,

είναι η ανύψωση του καθαρού βλέμματος στο φωτεινό ουρανό ή στο σκοτάδι της νύχτας, η εκλείανση της βαρυμένης και αηδιασμένης καρδιάς μας, το άδειασμα του νου από τους όγκους άχρηστης γνώσης και ανούσιων πληροφοριών.

Ο Νούρος είναι το εισιτήριο επιστροφής στον ήσυχο και υγρό παράδεισο της Μήτρας...
Κλείστε τα μάτια σας, ακούστε τον και θα με θυμηθείτε (αν όχι τώρα, αργότερα, όταν θα κατεβάσετε ταχύτητες...)

Σάββατο, 8 Νοεμβρίου 2008

Ο φρόνιμος Νίκος Φρονιμόπουλος



Είναι κάποιοι άνθρωποι που το ίδιο δευτερόλεπτο που τους γνωρίζεις, νιώθεις ένα σεβασμό γι αυτούς. Ο Νίκος Φρονιμόπουλος ανήκει στη κατηγορία αυτή των ανθρώπων. Τον έχω συναντήσει ελάχιστες φορές και θυμάμαι ότι ήταν μετρημένος - με την καλή έννοια - σε όλα του.
Ανοίγοντας το blog του νώθεις ένα είδος καλοκάγαθης ζήλειας (εννοώ θαυμασμό) γιά τη γαλήνη και τη μεθοδικότητα που αποπνέει σαν άνθρωπος, αλλά και σ΄αυτά που βγαίνουν από τα χέρια του.
Νιώθεις σα να γυρίζεις πίσω πίσω σ΄έναν ήσυχο, μερακλίδικο κόσμο τεχνιτών που τίποτα δε μπορούσε να ενοχλήσει το πρόγραμμα της δουλιάς (με ιώτα) τους.
Δε φτάνουν οι γνώσεις μου γιά να σχολιάσω την τέχνη του. Νιώθω όμως ξεκάθαρα πως έχει την ηρεμία και τη σχολαστικότητα ενός ωρολογοποιού και ένα απόλυτα πειθαρχημένο μεράκι.
Θα ήθελα να μπορούσα να του αναθέσω την οργάνωση, κόλλημα, ξύσιμο, λείανση και στόλισμα του διασπασμένου μου εγκέφαλου κι ακόμα, της καρδιάς μου.
Τον ευχαριστώ γιά την τιμή να βάλει το όνομά μου στο blog του.

Τετάρτη, 5 Νοεμβρίου 2008

Ξεφλουδίζοντας μύθους...



Όταν «αποφασίσουμε» γιά το «αντικείμενο» (περιλαμβάνονται και οι άνθρωποι στη λέξη) που θα δώσουμε την αγάπη μας, συμβαίνουν περίεργα πράγματα. Έτσι θεωρούμε...

Ένα κομμάτι αυτής της διαδικασίας είναι αυτοκινούμενο, όταν αφορά ανθρώπους, αποφασισμένο από μηχανισμούς της φύσης. Αμέσως μετά, έπονται όλα τα πολύπλοκα, τα δικά μας εφευρήματα. Αυτά, όταν τα ψάχνουμε και θέλουμε να τα αρθρώσουμε γιά δικό μας λογαριασμό και γιά τον κοντινό μας περίγυρο, τα «καπλαντίζουμε» (= τοποθετούμε προστατευτικό κάλυμμα – τουρκ. kaplamak) με χίλιες δυό δικαιολογίες.

Στο θέμα του έρωτα δε χωράνε τρίτες γνώμες. «Τι του/της βρίσκεις;», «δε βλέπεις ότι δεν είναι ο σωστός άνθρωπος γιά σένα;» και άλλα τέτοια κωμικά που εκτοξεύονται στο όνομα του ενδιαφέροντος γιά τον/την «παθούσα»...

Οι άλλοι/ες που κάνουν τον/την έξυπνο/η, εκτός απ΄το ότι είναι εκτεθειμένοι/ες στους ίδιους «κινδύνους», διϋλίζουν αυτό που βλέπουν μέσα από τα δικά τους χημικά υγρά, ιδεολογίες, πεποιθήσεις, κοινωνική διαστρωμάτωση, όλες αυτές τις αηδίες που έχουμε εφεύρει γιά να τυραννιόμαστε και να τυραννάμε.

Κανείς/μιά άλλος/η δε ξέρει καλύτερα από μας και μεις ξέρουμε, συνήθως πολύ λίγα. Διακρίνουμε όμως, μέσα στην όμίχλη που μας δέρνει, κάπως καθαρά τις ανάγκες μας.

Γιά να μη μακρυγορώ, ακόμα κι αν η επιλογή του/της άλλου/ης αφορά ΜΟΝΟ ΚΑΙ ΜΟΝΟ την «παρηγοριά» μιάς μοναξιάς που μπορεί να νιώθουμε, αυτό αρκεί και αφορά ΜΟΝΟ ΕΜΑΣ . Και, γιά να συνεννοούμαστε, η μοναξιά έχει πολλά πρόσωπα, σα τη μαγική θεά Εκάτη.

(συνεχίζεται)

Ξεφλουδίζοντας μύθους...(2)

Γυρίζοντας, ως συνήθως, τα πανιά προς το λιμάνι του "ρεμπέτικου", και στο επίπεδο που είναι πλέον επιτρεπτό να μοιράζεται κανείς σκέψεις μ΄ένα άγνωστο "διαδικτυακό υπερπέραν", τρέφω μιά σχέση "έρωτα" με δυό πρόσωπα αυτής της ιστορίας. Με τη Ρίτα Αμπατζή και τον Κώστα Μασσέλο (Νούρο). Γιά τελείως διαφορετικούς λόγους.
Τους έχω "πλησιάσει" πολύ αυτούς τους δυό πεθαμένους ανθρώπους κι έχω κάνει διάφορες εικασίες. Μπορεί νά΄ναι σωστές, μπορεί νά΄ναι λάθος, δεν έχει σημασία. Μπορεί να προβάλλω πάνω τους δικά μου διανοητικά κατασκευάσματα, πάλι δεν έχει σημασία. Μπορεί νά΄ταν κι οι δυό κάτι τελείως διαφορετικό απ΄αυτό που (θέλω να) νομίζω κι ακόμα μιά φορά, δεν έχει σημασία.

Αυτό που βγάζουμε προς τα έξω, είτε με τη μορφή του λόγου, είτε με τη φωνή, με κινήσεις ή με την ακτινοβολία μας, μπορεί να"το παίζουμε". Φοράμε μιά μάσκα και υποδυόμαστε ένα τεχνητό, προσχεδιασμένο ρόλο ή, βγάζουμε αυθόρμητα αυτό που είμαστε. Κάνοντάς το, βγαίνουν και πλευρές του χαρακτήρα μας που δε τις ελέγχουμε. Οι άλλοι/ες μπορεί να τις συλλαμβάνουν ή όχι. Στην πραγματικότητα, οι κεραίες συλλαμβάνουν πολύ περισσότερα απ΄ότι νιώθουμε, απλά δεν επεξεργαζόμαστε τα σήματα.

Ένας τραγουδιστής ή μιά τραγουδίστρια μπορεί να σε "κάνουν φέτες", να σ΄αγγίζουν πολύ βαθιά με τη φωνή τους, και να είναι ολωσδιόλου ανόητοι/ες, σαν άνθρωποι, μέσα στη σχετικότητα του επιχειρήματος.

Γι αυτούς τους δυό που μιλάω, η μόνη πρόσβαση είναι η φωνή τους και τι αυτή μεταδίνει. Στην περίπτωση της Ρ.Αμπατζή μου μεταφέρεται κάτι εύθραυστο (όχι μόνο απ΄τις φωνητικές της χορδές που είχαν από νωρίς κάποιο πρόβλημα), μου μεταφέρεται κάτι που άλλαζε, ανάλογα με τη διάθεσή της, με μικρές και απειροελάχιστες αποχρώσεις, ένα κέφι, μιά εξυπνάδα.

Στην περίπτωση του Νούρου, πιάνω κάτι εσωτερικό, μοναχικό, μυσταγωγικό. Σα να τραγουδούσε γιά τον εαυτό του μόνο.

Τι έκαναν τώρα στην υπόλοιπη ζωή τους, είναι κάτι που μ΄ενδιαφέρει, αλλά δε πρόκειται ποτέ να το μάθω. Ακόμα κι αν εύρισκα άτομα που θα τους είχαν γνωρίσει από κοντά θα άκουγα, αλλά θα ήμουνα κουμπωμένος γιά τα λεγόμενά τους.

Προτιμώ τα αμυδρά σήματα του ένστικτου...

Σάββατο, 1 Νοεμβρίου 2008

Περί γυναικών, μαγκισσών και ηλικιών...


Επιδίδομαι σ΄ένα ιδιαίτερο είδους "σταυρόλεξο" στα blogs μου. Μετά από πολλά χρόνια που κατάπινα αμάσητη την "τροφή", κάτι έκανε "κλικ" κάποια στιγμή και είπα, "γιά στάσου..."
Θεωρώ πως έχουμε φορέσει παραμορφωτικούς φακούς γιά διάφορες πλευρές στο αποκαλούμενο "ρεμπέτικο" (η λέξη αντικαθίσταται με "τραγούδια του θώρακα). Ότι επιδιδόμαστε σε μιά παραμόρφωση που βολεύει.
Εγώ παίρνω ένα μεγεθυντικό φακό, ένα μολύβι και χαρτί γιά να δουλέψω. Κοιτάζω λεπτομέρειες με το φακό και κάνω προσθαφαιρέσεις με το μολύβι. Κάπου με βγάζει αυτό το ταξίδι και τις εντυπώσεις του τις περνάω και σε σας.
Η μικρή φωτογραφία που βλέπετε επάνω, εικονίζει την Καίτη Γκρέυ σε ηλικία, αν θυμάμαι σωστά, περίπου 14 χρονών. "Σε ηλικία 14 ετών θα γίνει «μήλον της Εριδος», θα παντρευτεί από συνοικέσιο, θ' αποκτήσει το πρώτο της παιδί, τον Φίλιππο, που όμως ο άντρας της θα το πάρει έντεκα μηνών με την πεθερά της και θα φύγουν" ( http://www.radiorainbow.gr/forum/showthread.php?t=1853 ). Τη φωτογραφία τη βρήκα κάπου στο Goggle αλλά δε θυμάμαι που και δε μπόρεσα να τη μεγενθύνω. Τη χρησιμοποιώ γιά να εστιάσω σ΄ένα θέμα που δε το εξετάζουμε στον προβληματισμό γιά το "ρεμπέτικο", το θέμα της ηλικίας.
Προφανώς θα έχετε προσέξει στους στίχους, και των μικρασιάτικων και στο πειραιώτικο ρεμπέτικο, τη συχνά επαναλαμβανόμενη λέξη "μικρούλα". Θυμηθείτε το, καταγόμενο από την παράδοση, τραγούδι "Δώδεκα χρονών κορίτσι" (άντε, χήρα πάει στη μάνα του...). Αν πάρετε αυτό υπόψη, την Καίτη Γκρέυ που παντρεύτηκε στα 14 της, το ότι η Ρίτα Αμπατζή παντρεύτηκε στα 16 της, η Πόλυ Πάνου ανέβηκε στο πάλκο σε ηλικία 12 χρονών, η Ρένα Ντάλλια στα 15, η Γεωργακοπούλου λίγο μικρότερη, η Μαρίκα Καναροπούλου (που δε γνωρίζουμε τίποτα γι αυτή) ακούγεται να είναι πολύ μικρή όταν τραγουδάει το τραγούδι του Β. Παπάζογλου "Βάλε με στην αγκαλιά σου", και θυμηθείτε πόσο γρήγορα ωριμάζουν τα κορίτσια των τσιγγάνων, γιατί βγαίνουν από νωρίς στη γύρα, θα προσανατολιστείτε καλύτερα σ΄ότι αφορά τη λέξη "μικρούλα".
(συνεχίζεται)

"Μάγκισσες" με ημερομηνία λήξεως...

Οι ηλικίες λοιπόν... Ένα θέμα που ποτέ δε συζητιέται, ενώ είναι ένα βασικό κλειδί γιά να εξηγήσει κανεις ένα σωρό απορίες και ερωτηματικά.

Οι δίσκοι τότε, όπως και σήμερα, τρέχαν, πουλούσαν. Οι φίρμες συζητιούνταν, πολλά κοριτσάκια θα ονειρεύονταν τις δόξες της Ρίτας Αμπατζή και της Ρόζας Εσκενάζι που κυριαρχούσαν. Θα πλησίαζαν τα δισκογραφικά κυκλώματα γιά να τις δοκιμάσουν. Ποιός ξέρει πόσες δε τα κατάφεραν να περάσουν τις πόρτες των εταιριών, παρόλα τ΄"ανταλλάγματα" και τις υποσχέσεις...

Μα κι αυτές που τις πέρασαν, μιλώντας πάντα γιά τη δεκαετία του ΄30, εκτός από 7-8 που χτύπησαν, άλλες λιγότερα κι άλλες περισσότερα τραγούδια, εξαφανίστηκαν. Κι όμως, είχαν πολύ καλες φωνές, κάποιες απ΄αυτές θα μπορούσαν, ίσως, και να συναγωνιστούν τις δυό μεγάλες που αναφέρθηκαν, αν τις βοηθούσαν, αν τις δασκάλευαν σωστά. Εξαφανίστηκαν όμως. Φοβήθηκαν; Είδαν το ακριβό τίμημα του "γλυκού"; Τις απέσυραν, άλλωστε, οι οικογένειές του, οι μελλοντικοί και οι τρέχοντες σύζυγοι.


Πάντως, τα τραγούδια της δεκαετίας του ΄30 ήταν τραγούδια της νεότητας. Μιλούσαν γι αυτήν.


Γίνεται συχνά λόγος γιά τις μάγκισσες, γιά "ισότιμες ελεύθερες σχέσεις", γιά συμβίωση χωρίς γάμο και άλλα τέτοια που γαργαλάνε και υπερμεγεθύνονται. Από που αντλούν πληροφορίες τέτοιες απόψεις; Από ανύπαρκτα στατιστικά στοιχεία που αναφέρουν αριθμούς αστεφάνωτων ζευγαριών; Απ΄τους στίχους των τραγουδιών; Θά΄ταν κωμικό. Ή από τις βαρύγδουπες και κάθετες απόψεις του πρώτου διδάξαντος Ηλία Πετρόπουλου; Ο τελευταίος, έκανε ένα σωρό σημαντική δουλιά (με ιώτα), αλλά ήταν απίστευτα αφελής σε θέματα ανθρώπινα.


Κατά τη γνώμη μου, αν προσπαθούσαμε να διαγράψουμε κάποια γενικά πορτρέτα μαγκισσών, αυτές ήταν είτε γυναίκες που πέρασαν ή αναγκάστηκαν να περάσουν στην πορνεία (λυπάμαι γιά το διαχωρισμό ανάμεσα στο "πέρασαν" και "αναγκάστηκαν να περάσουν", αλλά είναι δυό αρκετά διαφορετικά πράγματα)(επιπλέον, το θέμα της πορνείας είναι άλλο ταμπού που δε κάνουμε τον κόπο να το πιάσουμε, ενώ ενδιαφερόμαστε πάρα πολύ γιά το πόσοι τεκέδες υπήρχαν και ποιά η ατμόσφαιρα εκεί μέσα...).


Μιά άλλη κατηγορία ήταν γυναίκες καθημερινές που, απογοητευμένες και πιεσμένες απ΄τη γενικότερη κατάσταση (κακή οικονομία, τσακισμένα ιδανικά, έλλειψη ελπίδας) τα βρόντηξαν και είπαν "δε πάει στο διάολο, θα κάνω ότι μου καπνίσει".

Ακόμα, νέα κορίτσια που ήρθαν απ΄την επαρχία γιά να εργαστούν σα "δούλες" (τι λέξη κι αυτή...), ή ορφανές προσφυγοπούλες και άλλα φτωχά κορίτσια που ΄"γοητεύτηκαν", παρασύρθηκαν απ΄αυτό το είδος της ζωής και μπήκαν μέσα σ΄αυτό.


Να, ένα παράδειγμα, ανάμεσα στα αρκετά, τραγουδιού περασμένου στο όνομα της Ιωάννας Γεωργακοπούλου, με στίχους που "μυρίζουν" δάκτυλο Ευθυμίας Παπαγιαννοπούλου ( http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%95%CF%85%CF%84%CF%85%CF%87%CE%AF%CE%B1_%CE%A0%CE%B1%CF%80%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%B1%CE%BD%CE%BD%CE%BF%CF%80%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%BF%CF%85 )


ΔΕΚΑΟΧΤΩ ΧΡΟΝΩ ΚΟΠΕΛΑ
Δεκαοχτώ χρονών κοπέλα πριν την ώρα στη ζωή
γνώρισα καημούς και πίκρες μεσ' στο βίο που 'χω βγει
γνώρισα καημούς και πίκρες μεσ' στον κόσμο
που 'χω βγει.
Ο μποέμικος ο δρόμος με ξεγέλασε πολύ
τον ενόμιζα διαμάντι κι αποδείχθηκε γυαλί.
Δεκαοχτώ χρονών κοπέλα τσακισμένη έχω βγει
στης ζωής τα σταυροδρόμια, παραδέρνω δυστυχής.



Και ακόμα, από πάσης φύσεως οικογένειες. Σε κάθε σόι άλλωστε, υπήρχε, υπάρχει και θα υπάρχει τουλάχιστο μιά γυναίκα που δε σκύβει το κεφάλι και τραβάει το δικό της δρόμο.

Η συντριπτική όμως πλειοψηφία (ή όχι;) μόλις άρχιζε να χτυπάει το καμπανάκι της ηλικίας αποτραβιόντουσαν κάναν ένα γάμο, παιδιά και αποσύρονταν (και καλά κάναν).


Εδώ, οφείλω να "βγάλω το καπέλο" σ΄όλους αυτούς τους αρσενικούς που, άσχετα αν θεωρηθούν σήμερα "κορόιδα" από τους βολεψάκηδες, τα τρώγαν μέχρι ψιλής και πέθαναν άφραγκοι. Δε θά΄θελα νά΄μουνα στη θέση τους αλλά, καλύτερα αυτό, παρά η σκλαβιά σε μιά απρόσωπη δουλιά και μετά μιά συνταξη, πιτζάμες, παντόφλες, άραγμα σε μιά πολυθρόνα και αναμνήσεις "μηδέν εις το πηλίκον"...