Κυριακή, 22 Ιουνίου 2008

Από κορίτσι στη μοναχική ζωή...


VIRGINIA NICHOLSON
"SINGLED OUT.
HOW TWO MILLION WOMEN SURVIVED
WITHOUT MEN AFTER THE FIRST WORLD WAR"
VIKING

(Το παρακάτω δημοσιεύτηκε στην Dagens Nyheter στις 11 Μαϊου 2008. Υπογράφεται από την Oline Stig, συγγραφέας γεννημένη το 1966 .


Oταν ήμουν μικρή πίστευα ότι ήταν προ-αποφασισμένο με ποιόν θα παντευόμουνα. Όλα ήταν σχεδιασμένα, κανονισμένα, αυτός υπήρχε κάπου και με περίμενε. Ο μεγάλος μου φόβος ήταν, μήπως ο Θεός είχε υπολογίσει λάθος και με είχε λησμονήσει. Αργότερα, ο φόβος μεταβλήθηκε σε ρομαντικό όνειρο. Είχα αποφασίσει να μη παντρευτώ ποτέ. Θα μετακόμιζα στο Παρίσι, θα είχα, το λιγότερο, τρεις εραστές και ίσως μία γάτα.

Οι φαντασιώσεις της παιδικής μου ηλικίας γιά μιά μοναχική ζωή συμπίπτουν με τη γενική εικόνα που δίνουν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και η λαϊκή κουλτούρα γύρω μου. Το να ζεις μόνη παρουσιάζεται είτε σαν ενδιαφέρον και γοητευτικό - εφόσον είσαι νέα, όμορφη και ζεις σε μεγάλη πόλη- είτε σα μαρτύριο. Ειδικά γιά τις γυναίκες το Διαδίκτυο είναι πλημμυρισμένο από σελίδες γνωριμιών. Η συμβίωση είναι αυτό που παρουσιάζεται σα φυσιολογικό. Παρόλ΄αυτά, σύμφωνα με πρόσφατη στατιστική, κάθε τρίτο ενήλικο άτομο στη Σουηδία ζει μόνο. Δε λαμβάνονται υπόψη άτομα που συνοικούν με τα παιδιά τους.

Γιατί εκλαμβάνεται ακόμα η μοναχική ζωή σαν ανωμαλία; Εξαιτίας παλιών μουχλιασμένων προκαταλήψεων; Ή ονειρεύονται όλοι/ες, βαθιά μέσα τους, μιά συμβίωση; Με απλά λόγια, μπορούμε να ζήσουμε χωρίς αγάπη;

Η Εγγλέζα κοινωνιολόγος-ιστορικός Virginia Nicholson έγραψε ένα βιβλίο γι αυτές που αναγκάστηκαν, παρά τη θέλησή τους. Στο "Singled out" σκιαγραφεί την ιστορία της πρώτης στην ιστορία μεγάλης ομάδας μοναχικών γυναικών. Οι "περισσευούμενες γυναίκες" ήταν η ονομασία που δόθηκε στις Εγγλέζες γυναίκες που βρίσκονταν σε ηλικία γάμου στη διάρκεια του 1ου Παγκοσμίου πολέμου, όταν η πίστα του χορού άδειασε από νέους άντρες.

Το βιβλίο της Nicholson είναι ενδιαφέρον, σε κατακτάει όσο κι αν σε μερικά σημείο είναι μπερδεμένο. Συλλέγει περιγραφές από ιστορικά γεγονότα και παραδείγματα από τη σύγχρονη λογοτεχνία, με λεπτομερειακά προσωπικά πορτρέτα. Αλλά, παρόλο που τα τελευταία είναι υπερβολικά πολλά και κάνουν το κείμενο να χάνει τη συνοχή του, αυτές οι μικρές βιογραφίες του δίνουν ζωή. Το βιβλίο καταδεικνύει πως άλλαξε η στάση της κοινωνίας απέναντι στις ανύπαντρες γυναίκες και πως αυτές άλλαξαν την κοινωνία. Εξετάζει όμως και το πως αισθάνονταν τη μοναξιά τους, στις αρχές του περασμένου αιώνα.

"Μόνο ένα στα δέκα κορίτσια μπορεί να ελπίζει σε γάμο. Δε πρόκειται για γρίφο, είναι καθαρά στατιστικά στοιχεία. Οι άντρες που θα παντρευόσασταν είναι νεκροί. Πρέπει να τα καταφέρετε στη ζωή όσο πιό καλά μπορείτε".

Αυτα τα πικρά λόγια ειπώθηκαν από τον διευθυντή του σπουδαστήριου Bournemouths στα κορίτσια του 1917. Τέσσερα χρόνια αργότερα επισημοποιήθηκε από την Απογραφή το πλεόνασμα των γυναικών με αριθμούς: 1.720.802. Ο Τύπος στρογγυλοποίησε αμέσως τον αριθμό προς τα πάνω. "Δυό εκατομμύρια γυναίκες δε θα γίνουν ποτέ σύζυγοι", ήταν ο τίτλος στην Daily Express. Οι συζητήσεις γιά το γυναικείο πλεόνασμα πήραν ένα τραγικό περιεόμενο και συνεχίστηκαν γιά μήνες. Γελοιογραφίες με αντικείμενο ομάδες απελπισμένων γυναικών που κυνηγούσαν μοναχικούς άντρες εναλάσσονταν με κάθετες συμβουλές και θεωρίες γιά αφανισμό. Κάποιοι υποστήριζαν ότι η Απογραφή είχε κάνει λάθος, άλλοι συμβούλευαν τις γυναίκες να μεταναστεύσουν. "Ένα πλεόνασμα δύο εκατομμυρίων γυναικών είναι τόσο τεράστιο και ανεξέλεγκτο που λίγοι αντιλαμβάνονται τη σοβαρότητά του" έγραφε ο κύριος αρθρογράφος των Times.

Πώς επηρρεάστηκαν οι γυναίκες απ΄αυτό το διάλογο; Χωρίς αμφιβολία τους δημιούργησε άγχος. Πολλές είχαν χάσει συγγενείς και αγαπημένους στον πόλεμο, οι περισσότερες ήταν ανεκπαίδευτες και δεν είχαν δικαίωμα ψήφου. Επιπλέον, άκουγαν ότι αποτελούσαν και πρόβλημα. Ήταν πολλές και χωρίς μέλλον. Η May Wedderburn Cannan που αργότερα έγινε συγγραφέας, διηγείται πως ενώ βρισκόταν στο μετρό, επιστρέφοντας στο σπίτι της από διάφορες δουλιές (με ιώτα) του ποδαριού, άκουγε τις γραμμές του τρένου να τραγουδάνε: "γυναίκες, περισσεύετε...γυναίκες, περισσεύετε...γυναίκες, περισσεύετε".

Τις είδαν και σαν απειλή. Πολλές είχαν αρχίσει να εργάζονται στη διάρκεια του πολέμου, οι σουφραζέτες είχαν ανοίξει το δρόμο στο φεμινισμό, δεν ήταν καθόλου γενική η άποψη ότι όλες έβλεπαν σα σκοπό της ζωής τους να γίνουν νοικοκυρές. Όταν οι στρατιώτες επέστρεψαν από τον πόλεμο τραυματισμένοι και ανάπηροι, οι γυναίκες τους ανταγωνίζονταν στην αγορά εργασίας. Η αντίδραση από τον απειλούμενο ανδρισμό ήταν πικρή και απόπνεε μισογυνία. Ψυχολόγοι και φιλόσοφοι έγραφαν εγχειρίδια γιά το πως έπρεπε να χειριστούν τη μοντέρνα γυναίκα και πως θα την έκαναν να πειθαρχήσει. "Οι ιδέες κοχλάζουν στο μικρό και φορτωμένο εγκέφαλό της/... Δε θέλω να παντρευτώ, λέει με αποστροφή. Θέλω να ζήσω τη ζωή μου/... Προσπαθεί να κρύψει το σεξουαλικό μαγνητισμό της με άθλια ρούχα, απεριποίητα μαλλιά, φοράει χοντροπάππουτσα και παίρνει άκομψες πόζες".

Η διάγνωση γιά τις γυναίκες που δεν είχαν γευτεί που δεν είχαν γευτεί τη συζυγική ευτυχία του γάμου ήταν, σύμφωνα με τον Walter M. Gallichan, ψυχική σκλήρυνση που εκφραζόταν με κυριαρχική, τυραννική και παγωμένη διάθεση. Τα στατιστικά στοιχεία δείχναν ότι η κακή υγεία, η εγκληματικότητα, οι τρέλα και οι αυτοκτονίες ήταν πολύ πιό συνηθισμένες στις νέες αυτές γυναίκες. Ο φιλόσοφος Anthony M. Luduvici προχώρησε ακόμα πιό πέρα, προφητεύοντας ένα μελλοντικό πόλεμο ανάμεσα στα δύο φύλα όπου οι γυναίκες θα έβγαιναν νικήτριες, κάνοντας τους άντρες αδύναμους δότες σπέρματος. Η εξέλιξη του ανθρώπινου είδους θα δημιουργούσε μιά αποσεξουαλικοποιημένη γυναίκα όπου "μόνο η έλλειψη τριχοφυίας και τα σεξουαλικά της όργανα θα δείχναν ότι κάποτε υπήρξε μιά σύζυγος".

Οι προκαταλήψεις όμως συνάντησαν και αντίσταση. Το γεγονός ότι κάθε τέταρτη γυναίκα στην Αγγλία ήταν μόνη στη διάρκεια της δεκαετίας του ΄20, βιώθηκε μεν σαν απειλή και σα κοινωνικός κίνδυνος, αλλά ήταν ταυτόχρονα και μιά πραγματικότητα που η κοινωνία ήταν αναγκασμένηνα τη δεχτεί. Πολλοί συζητητές υποστήριζαν, και με το δίκηο τους, ότι δεν ήτανε λάθος των γυναικών ότι οι άντρες είχαν εξοντωθεί στον πόλεμο.

Κι έτσι, άρχισε ο μακρύς δρόμος προς ένα κόσμο πιό δίκαιο. Οι γυναίκες άνω των 30 απόκτησαν δικαίωμα ψήφου, νέες ευκαιρίες εκπαίδευσης ξεκίνησαν, σύνταξη έλαβαν και οι ανύπαντρες. Ένα μεγάλο μέρος απ΄τις "περισσευούμενες" γίναν δασκάλες, σχεδόν 80% απ΄αυτές πήραν πτυχίο απ΄τα πανεπιστήμια του Cambridge και Oxford το 1920 και αφιερώθηκαν στο επάγγελμά τους.

Το να είσαι ανύπαντρη δε σήμαινε πιά ότι σε βλέπαν σα μιά γελοία γεροντοκόρη που καθόταν και μπάλωνε κάλτσες, θρηνώντας τη χαμένη ζωή της. Η Nicholson εννοεί ότι αυτές οι γυναίκες συνήργησαν σε μεγάλο βαθμό στο να εδραιωθεί η ισότητα των φύλων στην Αγγλία με όλ΄αυτά που πέτυχαν, αλλά και έχτισαν μιά εικόνα καλού παραδείγματος γιά τις επόμενες γενιές. Βάζει το ερώτημα, τί θά΄χε συμβεί αν οι στρατιώτες δεν είχαν χαθεί στον πόλεμο; Δυό εκατομμύρια νοικοκυρές δε θα είχαν παίξει το ρόλο που έπαιξαν στην κοινωνική εξέλιξη.

Και η αγάπη; Το βιβλίο της Nicholson ξεχειλίζει απ΄αυτήν. Δυστυχισμένες ή ευτυχισμένες, λεσβίες ή όχι, μέσα κι έξω απ΄τη ζωή. Καμιά απ΄τις γυναίκες που τους πήρε συνεντεύξεις δε λέει ότι έζησε χωρίς αγάπη. Απλώς, αυτή πήρε διάφορες μορφές. Μιά γυναίκα λέει ότι βίωσε τον πρώτο της κεραυνοβόλο έρωτα στα 82, μιά άλλη δεν έπαψε ποτέ να αγαπάει κάποιον που παντρεύτηκε μιά άλλη, μιά τρίτη έζησε ευτυχισμένη με μιά άλλη γυναίκα, αν και η αγάπη τους κρυβόταν στο σκοτάδι. Μερικές παντρεύτηκαν, παρά τις αντίξοες συνθήκες. Μερικές αγάπησαν μόνο την εργασία τους. Καμιάς η ζωή δεν έμοιζε κάποιας άλλης κι αυτό δε προξενεί έκπληξη.

Το βιβλίο της Nicholsonδείχνει πως ο μύθος της μόνης γυναίκας αναπροσαρμόστηκε σε μιά περίοδο κοινωνικών αλλαγών. Πολλά πράγματα είναι πιά διαφορετικά, τουλάχιστο στο κομμάτι του κόσμου που ζούμε. Οι σημερινοί μόνοι άνθρωποι δεν αποτελούν μιά καθορισμένη ομάδα. Καλώς ή κακώς. Κανείς δε τους αμαυρώνει, κανείς δε τους αρνείται το δικαίωμα να υπάρχουν. Αλλά, απ΄την άλλη μεριά, πότε ακούσαμε πρόσφατα ένα πολιτικό να μιλάει γιά τα δικαιώματα των μοναχικών; Και οι μύθοι γιά τη μοναχική είναι, στο βάθος, άθικτοι. Συνεχίζουν να βιώνονται με κάποια λύπηση.

"Είναι οι Σουηδοί ο πιό μοναχικός λαός του κόσμου;". Έτσι ήχησε η ρητορική ερώτηση όταν η στατιστική των μοναχικών νοικοκυριών παρουσιάστηκε στα δελτία ειδήσεων. Υποθέτω ότι ήθελαν να μας κάνουν να νιώσουμε ένα κρύο ρίγος στη ραχοκοκκαλιά.

Ποιός μας λέει ότι αισθανόμαστε μόνες και δυστυχείς επειδή ζούμε μιά μοναχική ζωή;

OLINE STING

Δευτέρα, 16 Ιουνίου 2008

Μέρα χαράς και ένα τεχνικό πρόβλημα...

Δεύτερη φορά στη ζωή μου που χρησιμοποιώ την ελληνική σημαία...


Σήμερα, ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ, κατάφερα να "κατεβάσω" τραγούδια. Μπορείτε να τ΄ακούσετε στο http://www.elkibra-rebetiko.blogspot.com/ (ανάρτηση: "Γειά σου, ρε, Κατινάκι"), στο http://www.elkibra-ritaabadzi.blogspot.com/ (ανάρτηση: "Σε βλέπω, Αμπατζή... (σκηνή από φονοληψία) και στο http://www.elkibra-nouros.blogspot.com/ (ανάρτηση: Ο Παναγιώτης Τούντας και τ΄"αγόρι" Νούρος)
Πρόκειται γιά τα τραγούδια: 1. Το Κατινάκι ξέχασες, 2. Ο ψύλλος, 3. Κατινάκι, φίλησέ με

Χρησιμοποίησα το http://www.fileden.com/. δυό προβλήματα έχω ακόμα: 1. το τραγούδι, όχι πάντα, αργεί να "κατεβεί". Σε τι οφείλεται; 2. Το κλικ γίνεται πάνω σε μιά μακρουλή αράδα. Πώς μπορώ να την αντικαταστήσω με ένα "εδώ"; Ή με ένα μηχανάκι όπου πατάει κανείς απλά το play;

Έχει κανείς/μιά όρεξη να με βοηθήσει;

Δευτέρα, 2 Ιουνίου 2008

Λόγος επεξηγηματικός γιά το ρεμπέτικο...(1)

Αισθάνομαι πως το παρακάτω κείμενο είναι μιά πράξη που δε θα την επαναλάβω στο υπόλοιπο της ζωής μου. Θα προσπαθήσω, με διαφορετικούς ελπίζω τρόπους από τους συνηθισμένους, να εξηγήσω γιατί πολλοί άνθρωποι βαρυούνται, σιχαίνονται, μισούν τα ρεμπέτικα.

Ξανακοιτάζοντας το βιβλίο του Κώστα Βλησίδη "Σπάνια κείμενα γιά το ΡΕΜΠΕΤΙΚΟ" (1929-1959), νιώθω ότι πολλά από τα εχθρικά κείμενα που περιέχει θα μπορούσαν, κάλλιστα, να είχαν γραφτεί σήμερα. Κάντε τον κόπο να διαβάσετε την παρακάτω επιστολή που έγραψε μιά Ελληνίδα από το Κάιρο, η Π. Χαντ, στις 13 Μαρτίου 1954.
(Η ορθογραφία είναι του ίδιου του κειμένου)



Η ηθική του ρεμπέτικου τραγουδιού - Δεν θέλω μόνο να διαμαρτυρηθώ γιά την κακή ποιότητα του "τραγουδιού", που μας πλασέρνουν γιά "νέο", από κοινωνική πλευρά. Σαν γυναίκα, θέλω να εκφράσω την αηδία και την απογοήτευση που προξενούν μερικά απ΄αυτά τα τραγούδια. Τα περισσότερα δεν είναι παρά εκδήλωση αντρικής υπεροχής στην πιό ανόητη, γιά να μην πω αισχρή της μορφή.
Ζούμε στον εικοστό αιώνα. Στον αιώνα που η ανθρωπότητα αγωνίζεται ν΄αποκαταστήσει την ειρήνη και την ευτυχία. Η γυναίκα στέκεται στο πλευρό του άντρα τολμηρή και όμορφη. Το εργοστάσιο, το γραφείο, η πάλη, είναι μισιακά. Ιδιαίτερα στην Ελλάδα, η γυναίκα αγωνίζεται σκληρά γιά την προκοπή, πολέμησε τον εχθρό του 1940, όπως και του 1821. Αντί να εκτιμηθή η προσπάθειά της, διασύρουμε την αξιοπρέπειά της στα "μάγκικα" ή "ρεμπέτικα" τραγούδια. Ακούς τα τραγούδια αυτά και θλίβεσαι. Δεν είναι ο σκοπός τους μόνο που, σαν θλιβερή ψαλμωδία, πάει να σε κάνη να κλαίς ή να το ρίξεις στη μοιρολατρεία. Είναι τα λόγια τους τα ίδια, που δεν έχουν καμμιά ηθική έννοια.
Ποιός μπορεί να πει ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να δημιουργήση όμορφο και άξιο τραγούδι, όταν ο λαός της ο ίδιος είναι ένα περήφανο τραγούδι, όταν ο αγώνας της είναι μιά συμφωνία; Η παρεξηγημένη μουσική αντίληψη μας προσφέρνει όμως τραγούδια σαν κι αυτό: Μιά πρόσκληση μου στείλανε απ΄την Αμερική.../να παντρευτώ την Αγγελική/Με τρέλλαναν τα...τάλλαρά της/και η τόση ομορφιά της!!! Κι εξακολουθεί ο...περιβόητος γαμπρός να λέη πως, μιά κι η Αγγελική έχει αδέλφια στην Αμερική, να στέλνη δέματα και λεφτά στην πατρίδα. Η παντρειά αγοράζεται με την πρόσκληση, γεμίζουμε τις τσέπες μας "ταλλάρα" και...ζήσανε αυτοί καλά και μεις καλύτερα.
Είναι ανήθικο να κοροϊδεύη κανείς την παντρειά. Να ειρωνεύεται τη βάση της κοινωνίας, την οικογένεια την ίδια, κάνοντας τον γάμο εμπόριο. Ακούστε το πιό καινούργιο γελοιογράφημα του "ρεμπέτικου", που τα Κυριακάτικα ελληνικά προγράμματα γιά τον απόδημο ελληνισμό μας φέρνουν σαν κάτι που περιμέναμε με...λαχτάρα απ’ την Ελλάδα. Σ΄αυτήν την περίπτωση τραγουδάει η... "μάγκισσα" γιά τον νεαρό της φίλο: Με δίχως παρεξήγηση Γιωργάκη μου/είσαι μικρός ακόμα!/Θέλω άντρα ντερμπεντέρη να...σηκώνη και το χέρι.
Ποιά γυναίκα στα καλά της, με το αίσθημα της ανθρώπινης και της γυναίκιας αξιοπρέπειας
θα τολμούσε να προφέρη τέτοια βλαστήμια, τέτοια κατάρα εναντίον της κοινωνίας;
Ποιά θα μπορούσε να φανταστή τη ζωή της έτσι; Αυτός που έγραψε τους στίχους δεν έχει ιδέα από την ηθική του γάμου, από τη συντροφική όμορφη ζωή των παντρεμένων, όταν το σέβας, η αγάπη, η κατανόηση και η αξιοπρέπεια βασιλεύουν στο σπιτικό μας.
Προσωπικά, θα προτιμούσε να μου συνέβαινε οτιδήποτε, παρά να ξεστομίσω κάτι τέτοιο. Και, γιά να λέω την αλήθεια, δεν έχω συναντήσει στη ζωή μου γυναίκα που να της αρέση αυτή η..."ασυμφωνία χαρακτήρων", ούτε καν "μάγκισσα".
Εδώ και δυό χρόνια μας είχαν φέρει το άλλο τερατούργημα. Θέλω άντρα ν΄αγαπάη και να δέρνη... Αυτός που τόγραψε, ξέχασε πως ο άντρας παύει να είναι "άντρας" τη στιγμή που σηκώνει το χέρι, και γίνεται κτήνος.
Αισθάνομαι αηδία , ν΄ανοίγω το ραδιόφωνο γιά τα ρεμπέτικα ελληνικά προγράμματα. Ποτέ στην ιστορία του ο ξενητεμένος Έλληνας δεν διασκέδασε με τέτοια σκουπίδια, όπως αυτά που μας προσφέρουν σήμερα. Σαν Έλληνες έχουμε τον τρόπο να διασκεδάσουμε, να εκπολιτιστούμε, να μορφωθούμε με καλύτερη και πιό ηθική μουσική, χωρίς "ξύλο από...μάγκες".
Και το πιό λυπηρό είναι, ότι ο κόσμος νομίζει, πως αυτά είναι τα αληθινά τραγούδια της Ελλάδας. Σαν άνθρωπος, σα γυναίκα, σαν Ελληνίδα, αισθάνομαι την ανάγκη να διαμαρτυρηθώ και να φωνάξω: ΄Οχι! δεν είναι αυτά τα τραγούδια μας. Η Ελλάδα έχει το πνεύμα, την καρδιά, το κλίμα, το αίσθημα να δημιουργήση τραγούδι και μουσική. Καθαρίστε το χώρο της από τα σκουπίδια και θα δείτε τι μπορεί να μας δώσει!
(συνεχίζεται)

Όλα είναι θέμα προσωπικών συνειρμών...

Τα πάντα είναι θέμα προσωπικών συνειρμών, τι κουβαλάει ο/η καθένας/μιά μέσα στο κεφάλι του/της. Κάθε φορά που χρησιμοποιώ τη λέξη ρεμπέτικο, δαγκώνομαι. Τί συνειρμός δημιουργείται σ΄αυτόν /ήν που διαβάζει τη λέξη, σκέφτομαι. Βλέπει άραγε καπνούς τσιγάρων, μελαγχολικούς και ικτερικούς φωτισμούς, αέναη επανάληψη των ίδιων και των ίδιων τραγουδιών, μπουζουκτσήδες που τραγουδούν γιά χασίσια και στίχους εχθρικούς (συγνώμη, υμνητικούς, ήθελα να πω...) γιά τις γυναίκες; "Τις γυναίκες τις κρεμάω στα μουστάκια μου", λέει ο στίχος ενός τυχάρπαστου τραγουδιού και ο /η προκατειλημένος/η, ο ανυπόμονος/η αρκεί ν΄ακούσει ένα τέτοιο στίχο γιά να πάρει δρόμο...
Ήξερα μία που όταν ο άντρας της μάζευε μπουζουκόβιους στο σπίτι τους και άκουγε διάφορα πονεμένα τραγούδια, επειδή ήξερε πως την καταλάβαινα με κοίταζε, μού΄κλεινε το μάτι, σημάδευε με το δείκτη του χεριού το μυαλό της και έκανε το χαρακτηριστικό ήχο του πυροβολισμού...

"΄Μα, όχι, δεν εννοούσα καθόλου έτσι..." φώναζε, όλο και πιό απελπισμένα, αλλά οι άνθρωποι είχαν κλειδώσει την πόρτα τους και είχαν πετάξει το κλειδί. Δεν ήθελαν ν΄ακούνε πιά..."

Οι πολέμιοι έχουν κάνει τόσο κακό, οι προσπάθειες των εταιριών να τα εκτοπίσουν γιατί δε τα χρειάζονται πιά, είναι τόσο καθοριστικές, τα κανάλια που τα παρουσιάζουν πλέουν σέ τέτοια πέλαγα βλακείας και άγνοιας, οι έμποροι των CD's αραδιάζουν τόσο ανασούμπαλα ότι βρούν, η συντριπτική πλειοψηφία των μουσικών, τραγουδιστών κλπ., κάνουν, χωρίς να το θέλουν, τέτοιο κακό με τις επιλογές τους που γίνεται πολύ δύσκολο να πείσει κανείς. Να πείσει πως το ρεμπέτικο, όπως και όλες οι μουσικές, έχει πολλά πρόσωπα. Ελπίζω πως είμαι κοντά στη στιγμή που θα κατεβάσω επιλεγμένα τραγούδια στο blog γιά να δώσω επιτέλους, δείγματα του τι, τελικά, εννοώ...

Κυκλοφορεί!


ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΛΟΓΟΥ ΚΑΙ ΤΕΧΝΗΣ
Αριστείδου 10-12 Αθήνα, Τ.Κ.105 59
ΤΗΛ: 210 5015195 – FAX: 210 5015550
e-mail:
iamvos@in.gr
http://www.iamvos-art.gr/
ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ
Κυκλοφόρησε το 19ο τεύχος του Περιοδικού Τέχνης και Πολιτισμού « ΙΑΜΒΟΣ». Πρόκειται για Ειδικό Συλλεκτικό Τεύχος με αφιέρωμα στο Ρεμπέτικο. Πλαισιώνεται από κείμενα καταξιωμένων μελετητών, ερευνητών και συλλεκτών της ρεμπέτικης δισκογραφίας, όπως: Πάνου Σαββόπουλου, Ντίνου Χριστιανόπουλου, Σπύρου Παπαιωάννου, Ηλία Μπαρούνη, Διονύση Μανιάτη, Κώστα Βλησίδη, Ηλία Βολιότη Καπετανάκη, Γιάννη Ντούνα και Κώστα Λαδόπουλου. Εμπλουτίζεται με βιογραφίες-πορτρέτα των σημαντικοτέρων εκπροσώπων του ρεμπέτικου (μουσικών, στιχουργών,ερμηνευτών), όπως ενδεικτικά αναφέρονται: Βαμβακάρης,Μπάτης,Γιοβάν-Τσαούς,Μπαγιαντέρας,Χατζηχρήστος, Παπαιωάννου, Τσιτσάνης, Μητσάκης, Καλδάρας, Χιώτης, Ρόζα, Ρίτα, Στελάκης, Κάββουρας, Μπέλλου, Νίνου κ.α. Το τεύχος ολοκληρώνεται με βιβλιοπαρουσιάσεις σημαντικών βιβλίων που αφορούν την ιστορία του Ρεμπέτικου.

Περιεχόμενα

Ρεμπέτικο, σύντομη ιστορική αναδρομή............του Πάνου Σαββόπουλου
Ο Πειραιάς και τα ρεμπέτικα.............του Σπύρου Παπαϊωάννου
Τα πρόσωπα του ρεμπέτικου στη Θεσσαλονίκη.........του Ντίνου Χριστιανόπουλου
Μάρκος Βαμβακάρης.................του Γιάννη Ντούνα
Βασίλης Τσιτσάνης..................του Σώτου Αλεξίου
Βιογραφίες...........του Διονύση Μανιάτη
Το ρεμπέτικο τραγούδι μέσα από τη δισκογραφία των 78 στροφών.....του Ηλία Δ. Μπαρούνη
Γιά τη βιβλιογραφία του ρεμπέτικου..............του Κώστα Βλησίδη
Το μελωδικό χρονογράφημα του λαού μας...............του Ηλία Βολιότη-Καπετανάκη
Ο μάγκας...................του Κώστα Λαδόπουλου

Κυκλοφορεί σε όλα τα βιβλιοπωλεία και τα περίπτερα.
Με Εκτίμηση
Η Συντακτική Επιτροπή.

Οι βαρκούλες με πανάκια της ψυχής...

Το ρεμπέτικο, αυτός ο μη ιάσιμος βάκιλλος, αποτελεί προσωπικό πάθος. Το κυριότερο. Τα blogs μου απευθύνονται σε μερακλήδες ανθρώπους και σε όσους/ες είναι ανοιχτοί/ές να διώξουν την άμμο από τα μάτια και τα αυτιά. Πέρα απ΄αυτό, στο επίπεδο που αυτή η διάθεση μεταφέρεται στο Διαδίκτυο, ξέρω ότι είναι μιά πράξη αυτογνωσίας που θέλω να τη μοιραστώ. Χρησιμοποιώ λοιπόν το ρεμπέτικο σαν εργαλείο και όχι σα περίπατο στο παρελθόν ή συνομιλίες με/γιά πεθαμένους. Σαν εργαλείο γιά να ειπωθούν μερικά διαφορετικά πράγματα γι αυτό αλλά, με την ίδια όρεξη, και πράγματα που αφορούν το σήμερα. Πράγματα που έχουν να κάνουν με το βαθύτερο εαυτό μας και όχι σπατάλη με την όποια επικαιρότητα. Γι αυτό αποφεύγω την επικαιρότητα που δε μου λέει πολλά πράγματα γιατί, ότι και να συμβαίνει έξω από μας, ακόμα κι αν πρόκειται γιά ένα καταστρεπτικό σεισμό, ένα πόλεμο ή οτιδήποτε άλλο, είναι πράγματα που πάντα συνέβαιναν και είναι περαστικά. Οι βαρκούλες που κουβαλούν τις ψυχές μας κάπου αλλού σεργιανάνε. Σ΄αυτές απευθύνομαι. Με το μικρό βαρκάκι μου, μ΄ένα ελαφρό πανί, μ΄ένα κρεμύδι, λίγες ελιές και κρητικά παξιμάδια, εκμεταλλεύομαι κάθε φυσηματάκι του ανέμου γιά να ψιθυρίσω τα πέντε μου λόγια. Θυμάμαι τον Καζαντζάκη με το : Δε πιστεύω σε τίποτα, δεν ελπίζω σε τίποτα, είμαι ελεύθερος"...