Σάββατο, 31 Μαΐου 2008

Περί των "ελευθέρων" γυναικών του ΄30...(1)

Παρακάτω έχουν αναρτηθεί η μιά μετά την άλλη, οι συνέχειες και το τέλος, σχετικά με το θέμα των ρεμπετισσών του ΄30.

Οι τίτλοι των αναρτήσεων είναι :
  1. Οι ελεύθερες ρεμπέτισσες του ’30
  2. Το βιολογικό ρολόι των τότε γυναικών
  3. Το βιολογικό ρολόι σήμερα...
  4. Μάλλον μιλάμε γιά διαφορετικά πράγματα...
  5. Τα σύκα-σύκα και η σκάφη-σκάφη...
  6. Ο μπούσουλας...
  7. Η λεσβία...
  8. Οι λέξεις κάτω από μεγεθυντικό φακό...

Τετάρτη, 28 Μαΐου 2008

Οι ρεμπέτισσες του ΄30 και ο Πάνος (2)


Τίτλος : Οι ρεμπέτισσες του '30 - Οι πιό ελεύθερες γυναίκες της νεότερης Ελλάδας
ANO KATO RECORDS


Tηλ.: 2310 516 515 FAX : 2310 545 113

http://www.anokato.gr/ info@anokato.gr


Tα CD's που περιέχουν παλιά ρεμπέτικα, ιδίως αυτά που αναφέρονται στα "σμυρνέικα" υποφέρουν, συνηθέστατα, από μιά υπερβάλλουσα σοβαρότητα, καθαγιασμό και δοξολογίες, κρυμένες ή φανερές, έμμεσες, τύψεις ενοχής (και δικαιολογημένα). Ένας που δε πέφτει σ΄αυτό το λάκκο είναι ο Πάνος Σαββόπουλος.
Ο Πάνος είναι παλιός φίλος, αλλά αυτό το σημείωμα δεν είναι μεροληπτικό.

Στην Ελλάδα, από αρχαιοτάτων χρόνων, τρωγόμαστε πάντα με τα ρούχα μας και αναμεταξύ μας. Όλοι εναντίον όλων και ο καθένας μοναχός του. Η Ελλάδα καταβρόχθιζε πάντα τα παιδιά της. Γνωστά πράγματα...

O Πάνος ο Σαββόπουλος, που έχει τόσους εχθρούς όσους και συμπαθούντες φίλους, μπήκε αργά στο χώρο. Με βήματα τροχάδην, πήρε μιά θέση, όχι άνευ σημασίας. Έχει όρεξη, είναι φρέσκος, μεθοδικός στη δουλιά του, σπινθηροβόλος, απρόβλεπτος, λέει αυτά που λέει και γράφει αυτά που γράφει μ' ένα δικό του, ξεχωριστό τρόπο. Είναι ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΣ. Είναι και εφευρετικός, καυστικός, γαργαλάει και, ΚΑΤΙ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ, είναι ίσως ο μόνος που τραβάει νήματα που ενώνουν, ή προσπαθούν να ενώσουν, το τότε με το σήμερα.

Όσοι/ες διαβάζετε αυτές τις γραμμές, προφανώς, θα σκέφτεστε, "α, δε θα είσαι, είπες, μεροληπτικός, ε;"
Όχι, δεν είμαι. Λίγη υπομονή όμως...

Αυτό το CD λοιπόν, εκφράζει την άποψη που έχει ο Π. Σαββόπουλος για τις "ρεμπέτισσες" του ΄30. Εκεί, έχω να πω κάποια πράγματα...

Πριν απ' όλα, οι στίχοι των τραγουδιών που περιγράφουν κάποιες "σκληρές" γυναίκες, γράφτηκαν από άντρες στιχουργούς. Το σημειώνει, άλλωστε, και ο ίδιος. Το ότι το έκαναν, μ' αυτό τον τρόπο, τους τιμά. Σε πρώτη ματιά, φαίνεται σα νά'ναι και "αυτοκριτικοί". Σα να "γελοιοποιούν", αν θέλετε, σα να βάζουν υπό ερωτηματικό τη μαγκιά, στην οποία απευθυνόταν ο κύριος όγκος της παραγωγής τραγουδιών. Όποιοι κι αν ήταν οι λόγοι, πριν πάμε παρακάτω, μάλλον τα τραγούδια αυτά αποτελούν μοναδικό φαινόμενο, ίσως και σ' όλο τον κόσμο της μουσικής. Αν με διέκρινε μιά εθνική αυταρέσκεια θα τελείωνα κάπου εδώ, δαφνοστεφανώνοντας αυτούς που τά'φτιαξαν. Τα πράγματα όμως δε νομίζω πως είναι έτσι απλά. Πριν απ' όλα, όπως παρατήρησε κι ένας ξένος ερευνητής του ρεμπέτικου, οι στίχοι των τραγουδιών δε γράφτηκαν γιά να προσφέρουν υλικό μελέτης στους ερευνητές, αλλά γιά να πουλήσουν. Ελπίζω ότι αυτό είναι γενικά αποδεκτό.

Όσο προχωράει η έρευνα γιά το ρεμπέτικο, φαίνεται να βγαίνουν στο φως στοιχεία που αποπνέουν - πώς να το κάνουμε; - κάποιες δυσοσμίες. Μιλώντας πολύ χοντρικά, η περίοδος '3ο με '36 ήταν μιά εποχή οργασμιακής παραγωγής τραγουδιών, με τα απαραίτητα "αλληλομαχαιρώματα", κλεψίματα συνθέσεων, εκμετάλλευση θέσεων εξουσίας στις δισκογραφικές εταιρίες, "ο θάνατός σου, η ζωή μου" κλπ.
Παράξενο; Όχι, καθόλου. Δεν ήταν μόνο ότι οι εποχές που ήταν πολύ δύσκολες, η Ελλάδα ήταν πάντα έτσι και έτσι συνεχίζει...

Μιά σειρά από παραμέτρους όπως, η απελπιστικά δύσκολη οικονομική κατάσταση το 1930, η το οικονομικό κραχ, η αιμοραγούσα τραυματική εμπειρία της Μικρασιατικής καταστροφής, το σβήσιμο των ελπίδων ανάμεσα στους πρόσφυγες, οι κακιές οικιστικές συνθήκες, το πεσμένο ηθικό και η έλλειψη ελπίδων γιά έξοδο απ' το τούνελ, ο ρατσισμός των Ελλαδιτών και η σύγκρουση ανάμεσα στα εδώ αυστηρά έθιμα, σε αντιπαράθεση με τα πιό ελεύθερα του αστικού πληθυσμού των Σμυρνιωτών, η αναγκαστική έξοδος των γυναικών στην παραγωγή και η οικονομική τους "απαγκίστρωση" από την οικογένεια και τους όποιους "προστάτες", oι ψυχολογικοί μηχανισμοί που αναπτύσσει η φτώχεια γιά να μη τρελαθεί, ο πατροπαράδοτα δυσκολόκαμπτος και (αφηρημένα) αισιόδοξος χαρακτήρας του Έλληνα και της Ελληνίδας, είναι ένα μέρος από τις αιτίες δημιουργίας αυτών των τραγουδιών. Παραπέρα, το φεμινιστικό κίνημα στην Αμερική και στην Ευρώπη που ήρθε κουτσουρεμένο (ως συνήθως) στην Ελλαδίτσα, το μυαλό, οι ατέλειωτες εμπνεύσεις και η πονηριά του Τούντα - γιατί μάλλον μ' αυτόν ξεκίνησε η μόδα αυτών των τραγουδιών γιά τις "έτσι" γυναίκες, και αυτοί που τον ακολούθησαν γιατί το πράγμα είχε ζήτηση, μπορεί να αποτελούν κάποιες ακόμα εξηγήσεις.

Σ΄ότι αφορά τη ζήτηση, θα μπορούσε κανείς να πει ότι την ανδρική πιάτσα τη βόλευαν αυτά τα τραγούδια με το "ανατρεπτικό" περιεχόμενο, στο επίπεδο που "έσπρωχναν" τις γυναίκες σε παραπλήσιες "εξεγέρσεις" και συμπεριφορές. Όσο περισσότερες τέτοιες, τόσο πιό εύκολος ο τουρισμός σε γυναικείες αγκαλιές, χωρίς το φόβο της κουλούρας του γάμου.

Κάτι άλλο είναι πως, τα ρεμπέτικα ήταν, τελικά, τραγούδια της νεότητας. Στη διάρκεια της νεότητας κοστίζει πολύ λιγότερο να "περιφρονείς τα πλούτη", "νά'χεις ανοιχτή την αγκαλιά", να μη "νοιάζεσαι για το τι θα πει ο κόσμος", να "ρίχνεις πιστολιές", να προτιμάς την εργατιά, άντε και τα ψαραδάκια (που δε νομίζω ότι πείναγαν), από τους αρχοντόμαγκες, να λες, έστω και βαριεστημένα όπως το λέει η Ρίτα η Αμπατζή στο τραγούδι του Π. Τούντα "Φτώχεια μαζί με την τιμή", "να ζήσει η φτώχεια"...

Τώρα, το αν οι νεαρές "ρεμπέτισσες" του '30 δεν ενδιαφερόντουσαν γιά τα λεφτά και το γάμο, μπορώ να το δεχτώ σα τάση γιά μερικά χρόνια. Μόλις όμως αυτά άρχισαν να περνάν και τα βιολογικά ρολόγια να χτυπάνε σα γιγάντια ξυπνητήρια μέσα τους άφησαν, σχεδόν όλες, τ' αστεία και απέσυραν εαυτούς, ή τις απέσυραν οι σύζυγοι. Όχι; Και στη συνέχεια, ράψαν και το στόμα τους, γιά ευνόητους λόγους. Όχι;

Αδυνατώ να αφεθώ στη φασουλομαγκίτικη μέθη της θεοποίησης διαφόρων περιοχών του ρεμπέτικου. Καταλαβαίνω τις ανάγκες της δημιουργίας ειδώλων, άντε ας πούμε ότι καταλαβαίνω και τον σημερινό Νίκο Καρβέλα που φωνάζει με ειρωνική (;) διάθεση και σε ρυθμό ξεπερασμένου ροκ, "μη την ψάχνεις αλλού, μία είν' η λύση, τα λεφτά, το φαϊ και το γαμήσι", καταλαβαίνω ότι όλ' αυτά γαργαλάνε, αλλά...

Ανήκω σ' αυτούς που δε συμφωνούν πως το ρεμπέτικο ύμνησε τη γυναίκα (υπάρχουν, άραγε, κι άλλοι; Πού είναι;)
Πιστεύω πως το ρεμπέτικο, κύρια η Πειραιώτικη "σχολή" και μετά, ήταν μιά ανδρική ονείρωξη που κλάφτηκε, διαμαρτυρήθηκε και παρακάλεσε, από θέση αδυναμίας, τις γυναίκες. Ουσιαστικά όμως, τις χρησιμοποίησε. Οι Μικρασιάτες ήταν πιό ανθρώπινοι, πιό κομψοί, πιό ερωτιάρηδες, πιό ζουμεροί, πιό τολμηροί. Και στα στιχουργικά πειραματάκια τους και, ΣΑΦΩΣ, συνθετικά. Οι υπόλοιποι, όταν στραγγαλίστηκαν "οι άλλοι"(οι Μικρασιάτες) και ανάπνευσαν πιό ελεύθερα, γύρισαν στα πιό σίγουρα στεγανά - σ' ότι αφορά τη στάση απέναντι στις γυναίκες - που είχαν και πριν το '22.

Η κουβέντα είναι πολύ μεγάλη και θα χαθούμε. Ας τελειώσω λέγοντας πως αυτός που, κατά γενική ομολογία, "ύμνησε" περισσότερο τις γυναίκες, έχει μέσα στους στίχους του ισάριθμες προειδοποιήσεις γιά το γυναικείο ποιόν και προτρέπει, με διάφορους τρόπους, να τις αποφεύγουμε. Όχι να αποφεύγουμε να τις γευόμαστε βέβαια, αλλά ότιδήποτε άλλο. Εννοώ τον Βασίλη Τσιτσάνη

Πέρα απ' όλ' αυτά που, μάλλον, θα θεωρηθούν αιρετικά, εξυπνακίστικα, άσχετα, το CD που επιμελήθηκε ο Π. Σαββόπουλος έχει μιά έξυπνη επιλογή τραγουδιών, λίγα και ξεκάθαρα στοιχεία (απόψεις), πολύ καλό ήχο (επεξεργασία), στοιχεία που πάντα χαρακτηρίζουν αυτά που αναλαμβάνει. Το CD "Ρεμπέτισσες του ΄30" έχει άποψη. Είναι αδιάφορο, κατά τη γνώμη μου, αν συμφωνεί κανείς μ' αυτήν ή όχι. Στο κάτω κάτω, διαφέρει από τη συνταγή των τελευταίων ετών, ότι βρίσκουμε μιά σειρά από τραγούδια σε καλή κατάσταση, βάζουμε ένα τίτλο που να ψιλοπείθει ότι αποτελούν μιά θεματική ενότητα και τα σερβίρουμε στην αγορά.

Οι ελεύθερες ρεμπέτισσες του ’30 (3)

υπότιτλος : Το σιωπηλό πέρασμα της Κας Άννας Διαμαντοπούλου (υπεύθυνης του Τομέα Παιδείας του Πολιτικού Συντονιστικού Οργάνου του ΠΑΣΟΚ) μέσα απ΄αυτό το blog...


Το παρακάτω κείμενο έχει σαν "άλλοθι" το θέμα των "ελεύθερων ρεμπετισσών του ΄30", η αφορμή όμως της γέννησής του είναι άλλη. Το κύριο θέμα του είναι ο τρόπος που σκεφτόμαστε σήμερα, σε συνάρτηση με το παρελθόν και το μέλλον.


Η αναφορά στο όνομα της Κας Διαμαντοπούλου έχει να κάνει με το ότι έχει περάσει αθόρυβα και χωρίς ν΄αφήσει ίχνη απ΄αυτό το blog, πριν να συμμετάσχει στην παρουσίαση του CD "Οι ρεμπέτισσες του ΄30" στην τηλεοπτική εκπομπή της Μπήλιως Τσουκαλά.


Ας ξεκαθαρίσω απ’ την αρχή τη θέση μου. Τοποθετούμαι στ΄αριστερά (γενικά και αόριστα), αριστερότερα του τρέχοντος φεμινισμού, θετικά διακείμενος απέναντι στις γυναίκες (τα blogs μου, υποθέτω, το υπερ-αποδεικνύουν) και τέλος, έχω μιά ψύχραιμη και ουδέτερη στάση στο πολιτικό πρόσωπο Άννα Διαμαντοπούλου. Σε καμιά περίπτωση δε θέλω να παίξω τον έξυπνο. Είχα πάντα την άποψη ότι, όταν γίνει κάποιος/α πολιτικός, μετέχει στη γνώση των παρασκηνίων (με την καλή έννοια). Μαθαίνει και πληροφορείται λεπτομέρειες καταστάσεων και αναγκάζεται να τηρεί ισορροπίες και συμπεριφορές που σ΄εμάς τους απέξω παραμένουν άγνωστες και μας φαντάζουν αλλόκοτες. Αυτό δε σημαίνει ότι δίνω συγχωροχάρτι και πράσινο φως σ΄όποιον/α γίνεται πολιτικό πρόσωπο. Όμως, ακόμα κι αν έπαιζα καρπαζιές μ΄ένα άτομο που μπαίνει μέσα στα πλέγματα της εξουσίας, παίρνω κι εγώ κάποιες φιλικές αποστάσεις, τρέφω κάποιο ελεγχόμενο σεβασμό, κρατώ τις αντένες μου τεντωμένες και η φιλία περνάει σ΄ένα άλλο επίπεδο.


Θέλω ακόμα να πω ότι θεωρώ πως το συγκεκριμένο CD είναι απ΄τις πιό υπεύθυνες δουλιές (με ιώτα) , ηχητικά και αισθητικά, που έχουν γίνει και το κυριότερο, έχει άποψη. Αυτή την άποψη που έχει. Το συστήνω ανεπιφύλακτα, όσο μου πέφτει λόγος.


Τέλος, το αντικείμενο αυτού του κειμένου είναι μικρής σημασίας, αυτό καθ΄αυτό. Γίνεται όμως σημαντικό αν προεκτείνουμε τα νήματα στο σήμερα και στο αύριο.

Το βιολογικό ρολόι των τότε γυναικών...(4)

Βλέποντας το τηλεοπτικό πρόγραμμα της Μπήλιως Τσουκαλά "Έχει γούστο", άκουσα την Κα Άννα Διαμαντοπούλου να λέει ότι μπήκε σε διάφορα blogs και είδε πως ανταλάσσονταν επιχειρήματα σ΄ότι αφορούσε το θέμα ότι οι "ρεμπέτισσες" τραβήχτηκαν από τη δισκογραφία όταν χτύπησε μέσα τους το βιολογικό τους ρολόι, πράγμα με το οποίο δε φάνηκε να συμφωνεί. Σαν απόδειξη ανέφερε τη Ρόζα, τη Γεωργακοπούλου και την Μπέλλου.

Μέχρι εδώ θα ήθελα να σχολιάσω ότι, πληκτρολογώντας "βιολογικό ρολόι" στο Google δε βρήκα συζητήσεις γύρω απ’ το συγκεκριμένο θέμα. Εγώ έκφερα αυτή την άποψη και η Κα Διαμαντοπούλου έπεσε μέσα στο blog μου
"Thorax and mind".

Όσο αφορά τα τρία ονόματα, δεν έχει άδικο. Η Ρόζα συνέχισε ως το τέλος, ακόμα και γιατί άργησε πολύ να την εγκαταλείψει η φωνή της. Η Γεωργακοπούλου συνέχισε μέχρι κάποιο σημείο. Μετά, είχε τεντωμένες τις κεραίες της και επενέβαινε όταν ειπωνόταν κάτι που την αφορούσε και η ίδια δε συμφωνούσε. Η Μπέλλου συνέχισε, τραγούδησε και άλλα τραγούδια, στάθηκε τολμηρή, όπως σ΄όλη τη ζωή της.

Το βιολογικό ρολόι που λέγαμε...
Αυτό που έλεγα στο blog και, μάλλον, δε το κατάλαβε η Κα Διαμαντοπούλου ήταν ότι (με δυό κουβέντες) η συντριπτική πλειοψηφία των τραγουδιστριών του Μικρασιάτικου και του πρώιμου ρεμπέτικου αποσύρθηκε, από τη δισκογραφία κυρίως.
Μιλάμε γι αυτές που το συγκεκριμένο CD αναφέρεται. Παντρεύτηκαν, βαρέθηκαν, τα χρόνια περνούσαν, δε το βρήκαν ιδιαίτερα προσοδοφόρο, δεν είδαν φως στο βάθος του τούνελ, τις απέσυραν οι άντρες τους, άλλαξαν οι εποχές και άρχισαν να ντρέπονται, κάποια απ΄όλ΄αυτά ή και όλα μαζί συνέβηκαν. Στην επιφάνεια των πραγμάτων. Η προσωπική μου άποψη είναι πως οι γυναίκες είναι προικισμένες απ’τη φύση με διορατικότητα και δεν είναι αυτοκαταστροφικές. και το ρεμπέτικο, η πορεία μέσα σ΄αυτό, το τραγούδισμα στα μαγαζιά κλπ. κλπ., κουβαλάει πολύ αυτοκαταστροφικό μέσα του.
Διαφωνείτε;

Το βιολογικό ρολόι σήμερα...(5)

Το να αρνείται μιά γυναίκα, άμεσα ή έμμεσα, τις λειτουργίες του βιολογικού της ρολογιού (σ΄ότι αφορά στην τεκνοποιία, δηλαδή στη συνέχιση της ζωής) και να το βιώνει σαν αρνητικό παράγοντα, σα καθυποταγή σε μιά σκλαβιά είναι, κατά τη γνώμη μου, μιά εφηβική και τυφλή αντίδραση. Γιά να μη παρεξηγούμαστε, δε μιλάω γιά προγραμματισμό του πότε θα κάνει παιδιά, ούτε καν αν θα μπει σ΄αυτή τη διαδικασία. Αν μιλήσουμε γιά γυναίκες που αφιερώνουν τη ζωή τους σ΄ένα όραμα ή σε μιά καριέρα, είναι προσωπικό τους δικαίωμα. Αν μιλήσουμε όμως γιά διπλά παιχνίδια, γιά καριέρα με εντατικούς ρυθμούς και οικογένεια, το ένα από τα δύο υπολειτουργεί και αυτό είναι συνήθως τα παιδιά. Αυτά πληρώνουν το τίμημα. Αυτό δείχνει καθημερινά αυτή η πρακτική. Τα παιδιά χρειάζονται μιά μάνα και ένα πατέρα. Τα οράματα, οι ιδεολογίες, οι καριέρες τους είναι παντελώς αδιάφορα. Η βασική ραχοκοκκαλιά του κόσμου μας που φτιάχτηκε απ΄τους άντρες είναι ένα εκτρωματικό και νευρωτικό αδιέξοδο και μοναδική του κατάληξη είναι η ολική καταστροφή. Αν υπάρχει αντι-πρόταση, ας βγει στον αέρα. Αυτό είναι, άλλωστε, αυτό που χρειάζεται ο κόσμος μας σήμερα. τη γυναικεία αντι-πρόταση!

Το τρέχον μοντέλο σήμερα είναι μιά σούπερ-γυναίκα που παλεύει, εναγωνίως, να αποδείξει ότι μπορεί να συμβαδίσει με ανδρικούς ρυθμούς, υιοθετώντας ανδρικές πρακτικές και συμπεριφορές. Ας το παραλληλίσουμε με το αναμενόμενο ότι, το 2050 το 75% του παγκόσμιου πληθυσμού θα ζει σε Μεγαπόλεις. Ήδη αυτή τη στιγμή ογκούται το τεράστιο πρόβλημα εγκληματικότητας από τη μεριά μπερδεμένων παιδιών χωρίς ιδεολογία, χωρίς μοντέλα με τα οποία να εναρμονίζονται, με γονείς που δε ξέρουν, δε καταλαβαίνουν και δε προλαβαίνουν, απλώς τρέχουν. Τα έτοιμα χρήματα και η ιδιοκτησία που παραδίδονται σε παιδιά με συναισθηματικά κενά είναι ότι χειρότερο μπορεί να τους συμβεί.

Τέτοια πράγματα εννοούσα όταν έγραφα γιά το βιολογικό ρολόι εκείνων των γυναικών που ήταν "ελεύθερες ρεμπέτισσες" και αποσύρθηκαν. Σ΄εκείνες οδηγούσε το ένστικτο...

(συνεχίζεται)

Μάλλον μιλάμε γιά διαφορετικά πράγματα...(6)

(συνέχεια του θέματος των "ελεύθερων" γυναικών του ’30)

Υπάρχει ένας επικρεμάμενος κίνδυνος όταν ξεδιπλώνει κανείς συλλογισμούς σε άλλους ανθρώπους ή όταν γίνεται μιά κουβέντα. Τι σόι πράμα είναι ο/η συνομιλητής/τρια. Πόσο πλατιά γνωρίζει το θέμα, πόσο έχει επεξεργαστεί αυτά που ξέρει. Ο κίνδυνος αυτός είναι σαφής και εμφανής όταν γίνεται κουβέντα γιά το ρεμπέτικο. Αν ο/η συνομιλητής/τρια έχει επικεντρώσει/εστιάσει σε τραγούδια-σύμβολα (του τύπου "Σφυρίζει η φάμπρικα", "Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι", "Συννεφιασμένη Κυριακή", μόνο στα τραγούδια του Μάρκου, κυρίως στα χασικλίδικα τραγούδια κλπ.) η κουβέντα πάει γιά βρούβες. Μπορεί κανείς μέχρι να υποστηρίξει ότι γίνεται κουβέντα γιά διαφορετικά πράγματα. Όταν εγώ, γιά παράδειγμα, προτάσσω το συλλογισμό ότι η συντριπτική πλειοψηφία των παλιότερων γυναικών τραγουδιστριών εξαφανίστηκε από τη δισκογραφία, εννοώ μιά μεγάλη σειρά σα τις παρακάτω: Χρύσα Βαβδύλα, Στέλλα Γαέκου, Αννίτσα Νικολάου, Αυγή Τομπούλη, Μαρία Πανδρά, Τασία Βρυώνη (που συνέχισε σα Σούλα Πασσαλάρη), Κατ. Τσακίρη, Μαρίκα Σμυρνιά, Στέλλα Βογιατζή, Μαρία Βασιλειάδου, Δήμητρα Μπουρνοβαλιά, Νότα Καλέλη, Λέλα Οικονομίδου, Μαρίκα Καναροπούλου, Κατίνα Χωματιανού κλπ. Αν ο συνομιλητής/τρια μου αντιπαρατεθεί φέρνοντας σα μοναδικά δυόμιση παραδείγματα τη Ρόζα, τη Γεωργακοπούλου και τη Μπέλλου, η "κουβέντα" τινάζεται στο αέρα και τα επιχειρήματα παίρνουν το βάρος των ανθών των τσουκνίδων...

Τα σύκα-σύκα και η σκάφη-σκάφη...(7)

(συνέχεια γιά τις "ελεύθερες" γυναίκες του ΄30)
Επειδή αυτές οι γυναίκες όχι μόνο εξαφανίστηκαν αλλά σιώπησαν κιόλα, επειδή δε θέλησαν ή δε τους δόθηκε η ευκαιρία να μιλήσουν, αναγκαζόμαστε να ψάχνουμε με το φακό γιά να βρούμε θραύσματα. Ανασύρω εδώ αποσπάσματα από το χρήσιμο βιβλίο του Κώστα Βλησίδη "Σπάνια κείμενα γιά το ΡΕΜΠΕΤΙΚΟ, (1929-1959), εκδ. του ΕΙΚΟΣΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ:
1. Σώτος Πετράς - τα υπαίθρια καφωδεία στην παραλία Τζιτζιφιών
"... Δουλεύουν και τα δύο (μαγαζιά) θαυμάσια. Πιέννες άγριες και χωρίς έξοδα. Ένα παληοσανιδένιο πάλκο, ένα σαντούρι Σμυρνέικο και ένα βιολί - ο Θεός να βάλει το χέρι του. Αυτή είναι η ορχήστρα του. Δυό φώτα όχι και τόσο δυνατά γιά να μη φωτίζονται και πολύ τα πρόσωπα των νεαροτάτων δεσποινίδων Καθηγητριών του Καφ-ωδείου και φαίνονται τα μπαλώματα από τα κοκκινάδια και τις πούντρες, που μοιάζουν με άτεχνα ασβεστωμένους τοίχους παλιών σπιτιών (...)... Τρία κορίτσια μικρά-μικρά τα καϋμένα που βγήκαν στο κλαρί γιατί είχαν μεγάλον έρωτα στην τέχνη, στη μουσική και στο τραγούδι, τρεις αστέρες. Η δίς Σερανούς, διεθνής υψίφωνος της Αυτοκρατορικής όπερας της Ρώμης επί Νέρωνος. Ξανθή από οξυζενέ και κόκκινη σαν παπαρούνα από το κοκκινάδι. Το δεξί της και το αριστερό μπράτσο της στολίζουν δύο μεγάλαι (...) σφραγίδες πτυχεία προφανώς τα οποία πήρε στο χέρι από τα Καφ-ωδεία που έχει σπουδάσει. Δίπλα στην κ. Σερανούς φιγουράρει η νεαρά δεσποινίς Ζαμπέρα παιδική φίλη του Ζάρο Αγά, τελειόφοιτος και αυτή. Είνε ανεψιά (...) της κ. Σερανούς αν και οι θαυμασταί της λέν ότι είνε θεία! Είναι όλο ευγένεια το πουλάκι μου. Αν και δε ξέρη καλά ακόμα την Ελληνικήν γλώσσαν εν τούτοις, συνεννοείται μιά χαρά με όλη την πλατείαν, κλείνει το μάτι σ΄όλους κι αν κανένας την πειράξη, περιορίζεται εις το να του απαντήση με το "στερεότυπον" "Σκάσε, ρε, συ". Το κορίτσι όπως βλέπετε τόσο φιλόμουσο είνε, ώστε και στο θυμό της επάνω μεταχειρίζεται φθόγγους της μουσικής κλίμακος... "Ρε"..."Σύ"! Δίπλα στην Ζαμπέρα να και η τρίτη δεσποινίς η "πριμαγκιόσσα" κατά τους θεατάς της γαλαρίας - τους όρθιους δηλαδή τζαμπατζήδες - η Δις Ελένη ντιζέζ "τενοροβαρυτονόμπαση" κατά το βάφτισμα που της έχει δώσει κάποιος νωματάρχης της θαλάσσης- έτσι τον λένε τα γκαρσόνια του μαγαζιού - συγκεντρώνει τις περισσότερες συμπάθειες ιδίως δε αρέσει την ώρα που παίζει το ντέφι και αυτή χορεύει το χορό της κοιλιάς...
(Η Βραδυνή, 25 Ιουλίου 1930)
(Παρένθεση/σχόλιο)
Αν θέλει κανεις να τον παίρνουν στα σοβαρά πρέπει να αυτοκυριαρχείται (αν και αυτό είναι πολύ σχετικό και, συνηθέστατα, το αντίθετο ισχύει εξίσου). Προσπαθούσα πάντα να το κάνω, όχι με μεγάλη επιτυχία, ομολογώ. Φτάνει όμως κάποια στιγμή στη ζωή που σκάζει κανείς απ’ την ανάγκη να πει τα σύκα-σύκα και τη σκάφη-σκάφη. Αυτό θα κάνω τώρα...
Αυτή τη γελοία φυλλάδα τη "Βραδυνή" τη θυμάμαι από τότε που ήμουνα μικρός και δεν ήξερα που παν τα τέσσερα. Θυμάμαι πως από τότε την απεχθανόμουνα. Αυτοί όλοι οι φτηνοδημοσιογράφοι, οι συμπλεγματικοί απέναντι στη Δύση και κουβαλώντας μέσα τους κολοβομένο το "αρχαίον κλέος", με τη σαχλεπίσαχλη δήθεν καθαρεύουσα (αι σοβαραί ανεψιές...) και τον άκρατο μισογυνισμό τους... Όλος αυτός ο εσμός που κατηφόριζε γιά να παρατηρήσει ανθρώπους ξεριζωμένους (λόγω Ελλαδικών τρύπιων ονείρων) και φτωχούς, να κρίνει αφ΄υψηλού (οι ηλίθιοι νε(κ)ροκέφαλοι) την παράδοσή τους που μ΄αυτή μεγαλώσαν, να ειρωνευτεί τα κοριτσάκια που δεν είχαν στον ήλιο μοίρα και ονειρεύονταν κάποια κάποια πιθανά "μεγαλεία" βάζοντας πούντρες και κοκκινάδια. Ναι, αυτή ήταν η λαϊκή ψυχή! Κι αυτές οι γυναίκες, οι λαϊκές γυναίκες που πλημμύριζαν από ζωικούς χυμούς, που ξέραν ν΄αγαπάνε, που ξέραν να δίνονται, αυτές ήταν(και είναι, γιά όσες ακόμα τολμούν) αι πραγματικαί γυναίκες (γιά να μιμηθώ την πιθηκοκαθαρεύουσα του δημιουργού του "Τζογέ" της Βραδυνής. Λυπάμαι πραγματικά όσους δεν είχαν την ευτυχία να αγαπηθούν από αυτές τις γυναίκες και να τις γευτούν. Το ήδη σημερινό και ταχέως επερχόμενο γυναικείο μοντέλο μπορείτε να το δείτε στην ανάρτηση "Τα πλάσματα της αύριον" στο http://www.elkibra-machine.blogspot.com/
(τέλος της παρένθεσης)
Κι ακόμα ένα, πάλι από το΄ίδιο βιβλίο, δημοσιευμένο πάλι στη Βραδυνή, 9 Αυγούστου 1946. Είναι γραμένο από το γνωστό λογοτέχνη Μ. Καραγάτση.
"... Όπου και να κοιτάξης, μόνο μάτια βασιλεμένα σε τοξινωμένους ορίζοντες αντικρύζεις. Έξαφνα, μιά στριγκιά γυναικεία φωνή μας μαχαιρώνει.
- Αφού μου κάνει κόνξες ο τοιούτος, κι εγώ θα τα μασήσω με όποιονα μου γουστέρνει! Βάρα τον, Μάρκο, το μπαγλαμά!
Ταύτα εφθέγξατο το έξαλλο θηλυκό με τα οξυζεναρισμένο, τα χαυνωμένα μάτια, το ξοανικό φτιασιδωμένο πρόσωπο. Χυμάει στην πίστα κι αρχινάει να χορεύη το χορό της ερωτικής απελπισίας. Ηλεκτρική εκκένωσις συνταράζει την πελατεία. Τ΄άπιαστα θολά μάτια έχουν τώρα στόχο το νευροσπαστούμενο κορμί της. Χόπαλα! Χόπαλα!..."
(συνεχίζεται)

Ο μπούσουλας...(8)

Πρώτα, θά΄θελα να πω ότι αυτό που έκανε ο Πάνος Σαββόπουλος με το CD "Οι ρεμπέτισσες του ΄30" είναι μοναδικό στην ιστορία της αρθρογραφίας του ρεμπέτικου. Κανεις άλλος δεν εστίασε επάνω τους πρωτύτερα, μ΄αυτό τον τρόπο. Τo ενδιαφέρον CD's "Women in rebetico" και το ελληνικό του αντίστοιχο με τον άτυχο τίτλο "Οι μεγάλες κυρίες του ρεμπέτικου" είναι κάτι άλλο. Ο Σαββόπουλος μπήκε από μιά άλλη πόρτα στο θέμα και, προφανώς, γι αυτό ενδιαφέρθηκε η Κα Άννα Διαμαντοπούλου.


Τι υλικό έχει στα χέρια του κάποιος που θέλει να κάνει μιά τέτοια δουλιά(με ιώτα);

α. τους δίσκους (τραγούδια, στίχοι)
β. συνεντεύξεις, τα όσα έχουν υπαγορεύσει ή γράψει οι ίδιοι οι ρεμπέτες και η διασταύρωση
των στοιχείων
γ. κείμενα με θέμα τα ρεμπέτικα που γράφτηκαν εκείνη την εποχή και αποσπάσματα από τον
τύπο.
δ. συμπληρωματικές πληροφορίες που δόθηκαν απ΄όσους/ες πρόλαβαν να μιλήσουν και έτυχε
να ερωτηθούν.
Το κύριο όμως υλικό που χρησιμοποιείται είναι οι ίδιοι οι δίσκοι.

Υπάρχει ένας τρόπος, ένας μπούσουλας που ακολουθείται ευρέως. Είναι η μέθοδος της επιλεκτικής ανάσυρσης τραγουδιών και στη συγκεκριμένη περίπτωση θα μπορούσε να είχε εφαρμοστεί έτσι: Σε κάποια τραγούδια μου κάνει εντύπωση το περιεχόμενο των στίχων. Βρίσκω πως υπάρχουν πολλά που οι στίχοι έχουν το ίδιο ή παραπλήσιο θέμα και τηρούν την ίδια στάση. Βρίσκω τα τραγούδια αυτά και συγκροτώ μιά ενότητα. Το θέμα είναι, οι
ρεμπέτισσες
του ΄30. Οι στίχοι είναι όλοι γραμένοι από άντρες. Το αναφέρω, το παρακάμπτω.

Τα τραγούδια έχουν τραγουδιστεί από γυναίκες. Οι πληροφορίες γιά τη συντριπτική πλειοψηφία αυτών των γυναικών είναι από έλάχιστες έως μηδαμινές. Δε με προβληματίζει, το παρακάμπτω. Βγάζω συμπέρασμα: αφού αυτό λένε οι στίχοι έτσι και θα συνέβαινε. Ότι δηλαδή οι συνθέτες/στιχουργοί "εικονογραφούσαν" αυτό που έβλεπαν γύρω τους. Εκείνο που δε λαμβάνεται υπόψη είναι τα "παιχνίδια" των στιχουργών, οι υπερμεγενθύνσεις γεγονότων γιά να "βγάλουν λαβράκι", να πουλήσουν. Αυτός ήταν και ο σκοπός, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι εικόνες των στίχων είναι, από χέρι, πλαστές. Όταν ο Μάρκος Βαμβακάρης φτιάχνει το τραγούδι "Τραγιάσκες" (1933), έχοντας το στίχο "και οι γκόμενες φορέσανε τραγιάσκες", εννοεί τη γενικότερη υιοθέτηση ανδρικών, μαγκίτικων τρόπων ένδυσης και συμπεριφοράς από κάποιες γυναίκες της πιάτσας. Αυτό δε σημαίνει ότι οι "ελεύθερες" γυναίκες του ΄30 τριγυρνούσαν με μιά τραγιάσκα στο κεφάλι. Το καλύτερο όμως παράδειγμα θα το δείτε στην επόμενη ανάρτηση με τον τίτλο "Γίνομαι άντρας"...

(συνεχίζεται)


Οι λέξεις κάτω από το μεγεθυντικό φακό...




Τέλος, ας πάμε στα προσεκτικά, ζυγισμένα και λακωνικά γραπτά που υπάρχουν στο ένθετο του CD που επιμελήθηκε ο φίλος Πάνος Σαββόπουλος. Παίρνω το μεγεθυντικό φακό και εστιάζω πάνω σε λέξεις/έννοιες...

ακραία εδώ υπάρχει ένα "παιχνίδι" με το επίθετο. Εγώ δε θεωρώ ακραίο το να είναι μιά γυναίκα λεσβία, αν ήταν η περί ου ο λόγος. Ούτε ο Πάνος το εννοεί. Εκείνο που, έμμεσα,
επισημαίνει είναι, η τόλμη που χαρακτήριζε τα ρεμπέτικα. Αν ο λεσβιακός έρωτας είναι ακραίος, τότε θα πρέπει να πάψουμε να μιλάμε με θαυμασμό γιά τη Σαπφώ. Ούτε θεωρώ ακραίο το μοίρασμα ενός άντρα από δυό γυναίκες. Οι στάσεις αυτές είναι καθαρά αντροκρατικές και υποννοούν, "εμείς φτιάξαμε τον κόσμο, εμείς κάνουμε ότι γουστάρουμε. Όταν κάνουν και οι γυναίκες το ίδιο, τότε το θεωρούμε ακραίο".

σπαρταριστές, αποκαλυπτικότατες περιπτώσεις το σπαρταριστές με παραπέμπει στην πλάκα γιά τα πάντα, χαρακτηριστικό της ελληνικής κοινωνίας. Πέρα απ΄αυτό όμως με στέλνει ξανά πίσω στο χαρακτηρισμό "ακραία". Αυτό που είναι "ακραίο" γιά μας τους άντρες, αποτροπιαστικό και ότι άλλο, είναι και "αστείο", με την έννοια ότι του λείπει η σοβαρότητα. Την έννοια της σοβαρότητας εμείς την ορίζουμε πάλι. Όπως είναι γνωστό, οτιδήποτε περιβάλλεται με γέλιο απομυθοποιείται, χάνει βάρος, "κλαδεύεται". Δεν ανήκω στην κατηγορία αυτών που πιστεύουν ότι τα ρεμπέτικα είναι αστεία/πλακατζίδικα, μ΄αυτό τον τρόπο...

αποκαλυπτικότατες περιπτώσεις Αποκαλυπτικότατες, τί; Ότι υπήρχαν λεσβίες; Πάντα υπήρχαν όπως και πάντα υπήρχαν και ομοφυλόφιλοι άντρες, παντού. Άσχετα αν κάνουμε πως δε το βλέπουμε.

αντί να τη "συγυρίσουν" γιά την προσβολή Εδώ υπάρχει ένα "παιχνίδι" ακόμα με τη συμβολική έννοια του ρ. τριγυρίζω, που σημαίνει τιμωρώ και στην περίπτωσή μας, το ρήμα και ο επιμελητής εννοούν αυτό που λέει η Αγγελίτσα Παπάζογλου, να της βάλουν χέρι (ή να
τη βιάσουν, όχι γιά να την τιμωρήσουν, αλλά γιά να της δώσουν αυτό που πίστευαν - και πιστεύουν- ότι πραγματικά, στο βάθος του εαυτού της, επιζητούσε). Ο Π. Σαββόπουλος χτίζει
το συλλογισμό ότι οι γυναίκες του ’30 ήταν ισότιμες με τους άντρες και αυτοί τις δέχονταν. Έτσι, ενώ η αυτόματη αντρική αντίδραση θα ήταν να τη "συγυρίσουν" αυτή τη γυναίκα, "την πήραν με τις αγκαλιές και τα σορόπια" και μάλιστα τη φώναζαν "αγοροκοριτσάρα". Τελικά, εγώ δε συμφωνώ καθόλου ότι αυτή η γυναίκα ήταν λεσβία, όπως και δε πιστεύω ότι αυτές που αντίκρυζε ο Μάρκος να φοράν τραγιάσκες, ήταν λεσβίες. Απλά, το "γαργάλημα" του Τούντα με το "κι έχω γκόμενα μιά δούλα" είναι που το κάνει να φαίνεται έτσι, και αυτό εννοώ όταν λέω ότι δε μπορούμε να εμπιστευόμαστε τους στίχους των τραγουδιών και να εξάγουμε συμπεράσματα. Μιλάμε γιά εμπόριο και πωλήσεις...
Ακόμα, η φωτογραφία του ζεύγους Παπάζογλου είναι παραπλανητική σε τ σχέση με τα κείμενα. Η Αγγέλα Παπάζογλου, σύμφωνα με ότι εξάγεται από τις διηγήσεις της, ήταν μιά περήφανη, δυναμική και πεπειραμένη γυναίκα. Δε ξέρω αν της ταιριάζει ο όρος "ρεμπέτισσα", με όλη τη μυθολογία που κουβαλάει η λέξη. Έμεινε κοντά στον άντρα της, τον άκουγε, φονογράφησε ελάχιστα κομάτια. Προφανώς, δε την άφηνε ο άντρας της γιά να την προστατεύσει από τη βρωμιά του κυκλώματος και, ίσως να μην ήθελε και η ίδια, ενώ ήταν πολύ ικανή. Το ζεύγος δεν είναι καθόλου αντιπροσωπευτικό της άποψης που έχει το κείμενο του CD. Κάτι παραπλήσιο ισχύει και γιά τη Μαρίκα Φραντζεσκοπούλου (Πολίτισσα) γιά την οποία δε ξέρουμε τίποτα.
πίστη, απιστία, γάμος και προίκα Η πίστη και η απιστία είναι πολύ ρέουσες έννοιες, άπιαστα πουλιά. Η προίκα όμως, αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς με τον εαυτό μας, ήταν μιά κοινωνική στρατηγική, υπαγορευμένη από πολύ συγκεκριμένες καταστάσεις. Αυτοί/ές που υποστηρίζουν ότι σήμερα, τηρουμένων των αναλογιών, η προίκα (δηλ. αυτά που κατέχει η νύφη) δεν επηρρεάζουν, ψεύδονται ασυστόλως. Άλλωστε, η προίκα ήταν και ένα έμμεσο "φρένο" στο πιθανό διαζύγιο ( η σχέση των διαζευγμένων προς τους παντρεμένους, από 1 προς 108 που ήταν το 1951, αυξήθηκε στο 1 προς 40 το 1991 - βλ. http://www.iatrikionline.gr/IB_88/eidiko.htm) που θα οφείλονταν σε οικονομική στενότητα. Τέλος, ας μη ξεχνάμε ότι τότε (μόνο τότε;) η αγάπη δεν ήταν το πρώτο και κύριο έρισμα γιά την ένωση δύο ανθρώπων.
Ένα ακόμα θέμα είναι, οι περισσότεροι του ενός αγαπητικοί (γιαβουκλήδες) που αναφέρουν πολλά τραγούδια. Εκεί, χωρίς να είναι το ίδιο το γεγονός ακραίο ή σπαρταριστό, ανοίγονται κάποια άλλα παρακλάδια. Γιά να γίνω λίγο πιό ελαφρύς, αν μιλάμε γιά μέχρι τον αριθμό των δύο, το πράγμα είναι απόλυτα κατανοητό. νΈνας είναι αυτός που προτείνεται από την οικογένεια ή την προξενήτρα, γιά το καλό όλων, που σημαίνει αυτονόητα ότι είναι τακτοποιημένος και με καλές προοπτικές. Ο δεύτερος είναι η πραγματική αγάπη, ο έρωτας. Όταν πάμε και σ΄έναν τρίτο, σύμφωνα με τις γενικότερες κοινωνικές εμπειρίες, αν δεν είναι μιά ευκαιριακή σαρκική έλξη αλλά κάτι πιό σταθερό, πάμε κάπου αλλού. Δεν εκφράζω προσωπικές απόψεις.
Με όλα τα παραπάνω, δεν αρνούμαι ότι κάτι σημαντικό συνέβαινε στη δεκαετία του 30, όταν κατακάθησε λίγο ο κουρνιαχτός της Μεγάλης Καταστροφής του ΄22. Εξηγήσεις μπορούν να δοθούν πολλές. Ακόμα κι αν ήταν ένα θέμα μόδας το να γράφονται τραγούδια γιά γυναίκες που επαναστατούσαν, η ικανότητα, ο ζήλος και η "αυτοκριτική" των αντρών στιχουργών είναι αξιοσημείωτες, μέχρι μοναδικές. Γιά τα τραγούδια που περιγράφουν "μετωπικές συγκρούσεις", σα τα πραγματικά υπέροχα που διάλεξε ο Π. Σαββόπουλος, έχω πολλές υποψίες. Ένα που με πείθει πολύ περισσότερο είναι ένα κατοπινότερο τραγούδι του Στ. Χρυσίνη με τον τίτλο "Έξυπνη γυναίκα", τραγουδισμένο από την "εξαφανισθείσα" Δέσποινα Δοάνου και τον Βασίλη Τσιτσάνη, με τους παρακάτω στίχους:
Είμαι έξυπνη γυναίκα, σε παγίδες δε τσιμπώ
οι άντρες που εγνώρισα δε φέρθηκαν εντάξει
κι ο άτακτος ο θείος μου πολλά μ΄έχει διδάξει
Σ΄ότι λες δε δίνω βάση, κι άλλοι μου τα έχουν πει,
όλοι χρυσάφια τάζουνε, παλάτια και στολίδια,
βαρέθηκα ν΄ακούω πιά τα ίδια και τα ίδια.
Ασ΄το πονηροψιθύρι και στο κόλπο δε θα μπω,
είμαι γυναίκα έξυπνη και βάλτο στο μυαλό σου,
παράτησέ με ήσυχη και, άντε στο καλό σου

Κυριακή, 25 Μαΐου 2008

Η κατάστασή μου είναι τραγική...

Το να έχει κανείς ένα blog μόνο γιά το ρεμπέτικο και να γράφει όπως γράφω εγώ, ισοδυναμεί με το να δολοφονεί το χρόνο του. Το να θέλεις να πεις κάποια πράγματα με διαφορετικό τρόπο, είναι το ίδιο απίθανο να σε "ακούσουν", όσο και το να συναντήσεις μιά καμηλοπάρδαλη μέσα στην τουαλέττα, ή να συμμετέχεις σε δρόμο ταχύτητας 100μ. φορώντας βατραχοπέδιλα. Ο κόσμος που μπαίνει μέσα στα blogs είναι, κατά κανόνα, νεανικός και εστιάζει σε άλλα πράγματα. Το να γράφεις, όπως κάνω εγώ, κυρίως γιά το Μικρασιάτικα και να μην εστιάζεις μονάχα πάνω στα υπέροχα χασικλίδικα τραγούδια, κάνει το πράγμα ακόμα πιό ουτοπικό. Τα τραγούδια αυτών των ανθρώπων είναι, στην πλειονότητα, άγνωστο τοπίο. Το να τραβάς παράλληλα νήματα ανάμεσα στη δεκαετία του 30΄και το σήμερα, κάνει το όλο εγχείρημα ακόμα πιό αφηρημένο και φευγάτο. Έτσι, αν το blog "Thorax and mind" υποβαλλόταν σε μιά ακτινογραφία, υποθέτω πως ο/η γιατρός θα έλεγε, "η κατάστασή σου είναι τραγική..."

Το όλο εγχείρημα μου θυμίζει μιά πολύ ιδιαίτερη και προωθημένη τηλεοπτική διαφήμιση των αυτοκινήτων SAAB. Ο τηλεθεατής αντικρύζει τη σκηνή ενός θεάτρου, τη στιγμή ακριβώς που οι κόκκινες κουρτίνες κλείνουν. Ακούγεται ΕΝΑ χειροκρότημα, η κάμερα γυρίζει και μας δείχνει ΕΝΑ ΚΑΙ ΜΟΝΑΔΙΚΟ ΘΕΑΤΗ. Είναι ένας νέος άντρας ντυμένος με σμόκιν που στέκεται όρθιος και δείχνει ότι εκτίμησε ιδιαίτερα το έργο. Η εικόνα παγώνει και πέφτει το σλόγκαν "ΤΑ SAAB ΕΧΟΥΝ ΛΙΓΟΥΣ ΠΕΛΑΤΕΣ ΑΛΛΑ ΕΚΛΕΚΤΟΥΣ"

Δηλαδή, γιατί το γράφω όλο αυτό; Παραπονιέμαι που δεν υπάρχει επικοινωνία; ’Αμπα. Αφενός, πιστεύω πως μόνοι/ες γεννιόμαστε και μόνοι/ες πεθαίνουμε και, τίποτα τραγικό δεν υπάρχει σ΄αυτό. Μόνοι/ες ακόμα κι αν αποφασίσουμε ν΄αυτοκτονήσουμε ζευγαρωτά, όπως έκανε το ζεύγος
Coestler (Arthur Coestler) που αυτοκτόνησαν κρατημένοι από το χέρι, στο νοικιασμένο δωμάτιο ενός ξενοδοχείου. Αφετέρου, έχω περάσει κάπου αλλού. Το ρηθέν του J.L. Baudrillard "ποιός ο λόγος να μιλάμε όταν μπορούμε να επικοινωνούμε;", το καταλαβαίνω απόλυτα και το έχω καταπιεί με δική μου θέληση. Κατόπιν, έχω δεχτεί τη φύση γύρω μου. Ένα έντομο που πετάει πάνω από ένα άνθος, δε χολοσκάει γιά καμιά ιδιαίτερη επικοινωνία, απλά φροντίζει τον εαυτό του. Δυό ερωτευμένες ζέβρες που τρέχουν παράλληλα ανάμεσα σε χιλιάδες άλλες, κάνουν παρόμοια. Ποιός λοιπόν ο λόγος γιά ανησυχίες, στεναχώριες κτρ.; Άλλωστε, σήμερα είναι Κυριακή 25 Μαϊου του 2008, της Σαμαρείτιδος, Γ΄Ευρέσεως κεφ. Προδρόμου, με ανατ. Ηλίου 05:08, δύση Ηλίου 19:37, η Σελήνη είναι 20 ημερών και είμαι απόλυτα ικανοποιημένος που μπορώ να "οράν φάος ηελίειο" (ομηρ. = ζω)

ΥΓ. Επιπλέον, δεν είναι μόνο το θέμα του περιεχομένου του blog, είναι και το θέμα της γλώσσας. Είχαμε έναν Ηλία Πετρόπουλο που τά΄λεγε έξω απ’ τα δόντια γιά όλα, όλους/ες. Ο Πετρόπουλος είχε στιλ, ήταν ικανός. Ο καθένας που πετάει σήμερα στο Διαδίκτυο τις φασουλομαγκίτικες εξυπνάδες και τα "πλαστικά νταηλίκια", όπως είπε ένας σεμνός φίλος, είναι γιά να περνάει η ώρα. Ούτε καν σκόνη δε σηκώνεται...
Ο πάσα ένας βρίζει στην Ελλάδα, νταηλίζει, καταργεί, αργοσχολεί, ξύνεται και λιάζεται. Ή, δοξολογεί, ειδωλοποιεί, δραματουργεί με φρέσκα κρεμυδάκια, "γονυπετεί" ραγιάδικα... Έχει πιά περάσει ο καιρός, τα γεγονότα μας έχουν προ πολλού ξεπεράσει, αλλά ποτέ δεν είναι αργά. Ποτέ δεν είν΄αργά γιά μιά γλώσσα αξιοπρεπή, σοβαρή, ήρεμη, με επιχειρήματα. Όσοι έχουν να πουν κάτι, το λένε. Οι άλλοι ας ακούνε, ώσπου νά’ρθει η σειρά τους να έχουν κι αυτοί κάτι να πουν. Έτσι ήταν πάντα η ιστορία του ανθρώπου, κι αυτό το λέγαν σεβασμό. Ποτέ άλλοτε δε μιλούσαν ΟΛΟΙ. Όταν λέω επιχειρήματα δεν εννοώ γονυκλισίες απέναντι στα "αγιοποιημένα" "στοιχεία".
Ποιά στοιχεία; Στοιχεία αποτελούν μόνο οι δίσκοι, μόνο αυτό που ακούμε. Ούτε καν οι ετικέτες δεν αποτελούν ατράνταχτα στοιχεία. Όλα τ΄άλλα, ότι ειπώθηκε από τους "αγίους", ότι γράφτηκε, είναι όλα σχετικά, υπαγορευμένα από τη διάθεση των ατόμων εκείνη τη στιγμή, από ψυχολογικές διεργασίες μέσα τους, από το σε ποιόν/άν μιλούσαν, τι ήθελαν να κρύψουν. Πηγές, ουσιαστικά, δεν υπάρχουν, υπάρχουν ερμηνείες και στοχασμοί πάνω στις "πηγές". Κι όταν λέω άλλη γλώσσα κι άλλο τρόπο αντιμετώπισης εννοώ, γλώσσα και συμπεριφορά μάγκικη, ΜΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΙΝΗ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΛΕΞΗΣ. Και ποιά είν΄αυτή; Όλο αυτό το γνήσιο, αντρικό, μάγκικο και όχι κουτσαβάκικο, και ταυτόχρονα τρυφερό κι ερωτικό που ξεπετάγεται από τους στίχους του παρακάτω, γιά παράδειγα, τραγουδιού. Ενός τραγουδιού που είναι γραμένο γιά άντρα, αλλά το τραγουδάει λεβέντικα η υπέροχη Μαρίκα Μπρουσαλιά Καναροπούλου

Τούρνα/ Μαχμούρικο (1934)
Περιστέρη/στίχοι Μάτσα-Περιστέρη

Βρε μαχμούρικο γιαβρί, η καρδιά μου σε πονεί
πες μου, όταν σ΄αντικρύζω, κούκλα μου, γιατί δακρύζω ;
Κλαίω, μικρό μου, αχ μωρό μου,
με πήρες στο λαιμό σου, κούκλα μου, στο Θεό σου,
βρε, δε με λυπάσαι, (αχ) κακιά, πανάθεμά σε!

Έχεις ένα σεβνταλή, έχεις μ΄ ένα μερακλή
και μου έκαμαν καρτέρι, κούκλα μου, στο Περιστέρι
με τα μαχαίρια, αχ, στα χέρια,
θέλουν να με ξεκάνουν, κούκλα μου, να σε πάρουν(;)
βρε, δε με λυπάσαι, αχ, παναθεμά σε,
αχ, δε με λυπάσαι, κακιά, πανάθεμά σε!

Ωωωχ, γειά σου Μαρίκα Μπρούσαλη!

Δευτέρα, 19 Μαΐου 2008

Η "ερμηνεία"

Ένα από τα προβλήματα στην έρευνα του ρεμπέτικου είναι και ο κίνδυνος να κρίνουμε, ασυνείδητα, λεπτομέρειες εκείνου του καιρού με σημερινά κριτήρια. Μιλούσα με ένα φίλο γιά τη Ρίτα Αμπατζή, προέκυψαν κάποια ερωτηματικά/σκέψεις και σκέφτηκα πως μπορεί να είναι ενδιαφέροντα και γιά άλλους/ες. Πρόκειται γιά δύο θέματα:

α. αν μιά τραγουδίστρια της εποχής του ΄30 ήταν "ερμηνεύτρια" ή κάτι άλλο και,
β. αν το άκουσμα/η ακρόαση των τραγουδιών, στο επίπεδο που θέλει κανείς να διεισδύσει βαθύτερα και όχι μόνο ν΄ακούσει με την ψυχή, μπορεί να ονομαστεί ακαδημαϊσμός.

Γιά το πρώτο θέμα της ερμηνείας και αν η λέξη μπορεί να φορεθεί στο τότε, αναδημοσιεύω ένα άρθρο του ακαδημαϊκού καθηγητού Πολιτισμού και Επικοινωνίας του Πανεπιστήμιου Αθηνών, Βασίλη Καραποστόλη. Το άρθρο έχει τον τίτλο "Η ασφάλεια του τραγουδιστή"...

Η ΑΣΦΑΛΕΙΑ ΤΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΗ - Βασίλης Καραποστόλης




Από το πάλκο και την ακίνητη ορχήστρα, στο σημερινό "είδωλο" που, αεικίνητο, "ερμηνεύει".

Άλλοτε οι λαϊκοί τραγουδιστές νοιάζονταν μόνο γιά τη φωνή τους. Η έγνοια του ήταν ν΄ακουστούν καλά και δεν ανησυχούσαν διόλου γιά το πως θα γίνει δεκτή η όλη τους παρουσία. Ζήτημα αποδοχής δεν υπήρχε· με τους ακροατές και θεατές ήταν γνώριμοι, συνένοικοι ενός κόσμου που τραγουδούσε μέσα στη φωνή πριν ακόμη ακουστούν οι πρώτοι φθόγγοι.
Μέχρι την ώρα εκείνη, στην αίθουσα με τους καπνούς, οι ψυχικές διαθέσεις έπαιρναν την κατεύθυνσή τους, προετοιμάζοντας δίχως την ένταση της αναμονής που καλλιεργείται σήμερα στο ακροατήριο ώσπου να εμφανιστεί ο μουσικός. Ο παλιός τραγουδιστής δεν κατέφθανε από κάπου κι ούτε ήταν απαραίτητο να τον λούσουν τα φώτα γιά ν΄αρχίσει να γίνεται μαγικός. Σαν να βρισκόταν πάντα στη θέση του, ριζωμένος, απόφυση εξαιρετική του κόσμου που αυτός τον άρθρωνε και οι θαμώνες του πρόσφεραν τα νεύρα γιά να αντηχήσει. Η έκφραση είχε έτσι εξασφαλισμένη την ευστοχία. Αποτεινόταν σε κάτι που ήταν κιόλας διάχυτο, περιμένοντας μιά μεσολάβηση, ένα λαρύγγι, τις χορδές, τ΄αυτιά διάπλατα στο οικείο, γιά να γίνει μελωδία και ρυθμός.
Όλα σχεδόν φαίνονταν εγγυημένα. Ίσως γι αυτό δεν χρειάζονταν πολλές κινήσεις μετάδοσης, υποβολής. Οι τραγουδιστές ήταν καθισμένοι, το ίδιο και οι οργανοπαίκτες. Καθιστή ορχήστρα, βιδωμένη θά΄λεγες, που ωστόσο κρατούσε το ακροατήριό της χωρίς να ζητά να μικρύνει τη φυσική απόσταση απ΄αυτό ή να γεμίσει τον ενδιάμεσο χώρο με τη χορογραφική παραλλαγή της. Η φωνή καθώς έβγαινε από το στόμα δεν καταπονούσε το πρόσωπο. Τα χαρακτηριστικά, οι γραμμώσεις, οι αναλογίες αλλοιώνονταν μόνο όσο χρειαζόταν γιά να παραχθεί η φωνή, κι ήταν τότε, μέσα σ΄αυτό το άκουσμα, που αναδυόταν η βαθύτερη σιγουριά που τη στήριζε. Από την πλευρά του, ο ακροατής, μπροτά στην απουσία αυτή αποτυπώσεων της συγκίνησης, ξαναγύριζε σε ότι ένιωθε και στο νόημα που αυτός θα του έδινε. Αδύνατο έτσι να "ερμηνεύσει" ο καλλιτέχνης το κοινό του, με την κούφια έννοια που δίνουν στις μέρες μας στη λέξη ερμηνεία. Ο τραγουδιστής φανέρωνε μιά προϋπάρχουσα κοινότητα, δεν ερμήνευε εκείνους που τον άκουγαν. Από μόνοι τους αυτοί αναλάμβαναν τις συγκινήσεις που τους προκαλούσε η μουσική. Η μουσική, η φωνή είχαν διεγείρει συναισθηματικά, αλλά χωρίς να φιλοδοξούν να προκαθορίσουν τις ειδικότερες σημασίες που θα είχαν γιά τους δέκτες της. Εκεί, στο πάλκο, στεκόταν ένα πλάσμα με διαφορετικό προορισμό. Θα μεταστοιχείωνε το παρελθόν, το διάσπαρτο σε κείμενα, σε ομιλίες και όνειρα, σε κάτι ακαριαία υλικό, παγιδευμένο μέσα στη στιγμή της εκφοράς. Επρόκειτο γιά έναν προορισμό που επέτρεπε στον καλλιτέχνη να ασκεί την τέχνη του περίπου σαν ένα ζωντανό σύμβολο, με την ασφάλεια δηλαδή που χαρίζει η αναφορά σε κοινές στάσεις, κι ακόμα με την αίσθηση, που τόσο λείπει από το σημερινό "είδωλο", πως ότι έκανε του είχε κατά κάποιο τρόπο ανατεθεί. Είχε έτσι γλυτώσει από την ανησυχία, λίγο τον απασχολούσε αν θα πείσει, αν θα παρασύρει. Μολονότι ακίνητο το σώμα μπορούσε να απευθύνεται, μάλιστα αυτή η καθήλωση το καθιστούσε πιό συμπαγές, πιό ικανό να θρέψει μιά εύγλωττη ομιλία.
Καθώς το σώμα διοχετευόταν στη φωνή, η ενέργειά του, η υφή του γινόταν πιά δικά της. Αυτό ήταν χαρακτηριστικό στις παλιότερες φωνές. Σε σύγκριση με εκείνες, οι σημερινές ακούγονται πολύ πτητικές.
Σηκώνονται πολύ ελαφρά και σκορπίζουν, σαν να έχουν αδειάσει από οτιδήποτε στερεό. Οι ήχοι φεύγουν μακριά από το σώμα που τρέχει πίσω τους γιά να εξασφαλίσει τη δηλωτική τους αξία. Για τούτο μοιάζει τόσο παράξενο σήμερα που ο παλιός τραγουδιστής δεν έσπευδε να τονίσει τη συντριβή ή τον πόθο των στίχων που πρόσφερε. Το λαϊκό όμως αίσθημα ήταν τότε δεδομένο, σήμερα όχι. Είναι ανάγκη επομένως να το βρουν. Αυτό ψάχνει η σπασμωδικότητα της σύγχρονης έκφρασης που αποκόπηκε από το εκφραζόμενό της και έμεινε μετέωρη. Χέρια, πόδια, χαίτες που τινάζονται, μάτια που παριστάνουν πως δακρύζουν, μιά πληθωρική προσπάθεια να δειχτεί πως ο τραγουδιστής ανήκει σ΄αυτές τις νότες και σ΄αυτές τις λέξεις. Θα πουν ίσως πως με το show έσπασε η παλιά ακαμψία, έλειψε ο πουριτανισμός της καρέκλας. Ο τραγουδιστής λύθηκε, είναι ελεύθερος να παίξει, να μιμηθεί.
Αλλά ακριβώς το ζήτημα είναι ότι δεν μπορεί παρά να μιμείται, να αναζητά φανταστικά άτομα που θά΄λεγαν τα λόγια του και θα δοκίμαζαν αντίστοιχα συναισθήματα. Μιά προσπάθεια να "υποκριθεί" το κοινό του, συλλαμβάνοντάς το με τα μέσα μιάς σκηνικής τακτικής, μιάς θεατρικής ψυχολογίας. Ανάλογες λοιπόν είναι και οι κινήσεις του: επιχειρούν, αντί να αναδίδουν.

Επίλογος...

Ήταν ένα ακαδημαϊκό κείμενο; Ναι, ήταν. Ένα κείμενο που μιλάει γιά την επικοινωνία σαν τέτοια. Είναι ένα ανθρώπινο κείμενο. Ίσως θα πρέπει ν΄αναρωτηθούμε γιά τα κείμενα που γράφονται γιά τα ρεμπέτικα. Αν δεν είναι "ξύλινα" είναι δημοσιογραφικά, μοιρολατρικά, δραματουργικά στο πόδι, "νοσταλγικά", ανακυκλούμενα, αδιέξοδα, άδεια. Ας μη πούμε εύκολα πράγματα σαν, "τα ρεμπέτικα ακούγονται με την καρδιά κι όχι με το μυαλό". Ναι, αν το μυαλό καταργεί την καρδιά και η καρδιά δεν έχει κοινωνικές εμπειρίες, σωστά βιωμένες. Αν όμως μοναχά φλέγεται η καρδιά και τίποτα περισσότερο, αν το μυαλό τ΄αφήνουμε στο ψυγείο όταν ακούμε ρεμπέτικα τότε, καρφώνουμε τον εαυτό μας σ΄ένα σταθερό σημείο και δε μετακινούμαστε ποτέ απ΄αυτό. Και μιά ζωή χωρίς "μετακίνηση" είναι μιά ζωή τυφλή, βαλσαμωμένη...

Το "Εγώ" και το "Αυτό"...

Ο Γιάννης Παπαϊωάννου ανήκε στη παλιά στόφα των τραγουδιστών. Κάποια στιγμή σηκώθηκε από το πάλκο, ενώ ο φίλος του ο Βασίλης Τσιτσάνης έμεινε μέχρι τέλους καθισμένος στην καρέκλα.

Μου αρέσει αυτό το κείμενο γιά την "Ασφάλεια του τραγουδιστή". Παλιά, όταν ήμουνα "φύλλο και φτερό" μέσα στη δίνη του ρεμπέτικου, μπορεί πάλι να με άγγιζε αλλά, πού καιρός γιά τέτοια... Τότε, αυτό που μετρούσε ήταν πως παίζει ο Μάρκος την τάδε πενιά, τι λέει ο τάδε στίχος κλπ.
Τα "ακαδημαϊκά" κείμενα, όταν είναι ώριμα και όταν αυτός που τα γράφει σκέφτεται αυτούς που τα διαβάζουν, είναι χρήσιμα γιατί "βάζουν τα πράμματα στη θέση τους", όπως έλεγε ο Γιάννης Παπαϊωάννου. Μπορεί να είναι πολύλογα (όπως είμαι κι εγώ), αλλά βάζουν τάξη. Όμως, είναι εκτεθειμένα σε κινδύνους και δυό απ΄αυτούς είναι:

α. να μη διαβαστούν
β. να πάρει το πάνω χέρι το "Εγώ" πάνω στο "Αυτό".

Το "Εγώ", στην περίπτωσή μας, είναι το να πέσει κανείς στην παγίδα του "εγώ βλέπω, καταλαβαίνω τι λάθος έχει γίνει και το κοινοποιώ). Το "Αυτό" είναι ο κοσμάκης. Ο κοσμάκης είναι το θύμα. Εγώ, βρήκα μιά σανίδα στο πέλαγο και σώθηκα. Ο κοσμάκης άγεται και φέρεται. Και έτσι είναι. Σε όλα όμως τα πράγματα στη ζωή υπάρχει ένα "γιατί", ένας ή πολλοί λόγοι. Αν πλησιάσουμε στο θέμα "αφήνω την καρέκλα του πάλκου και σηκώνομαι γιά να παίξω όρθιος", τα "γιατί" είναι πολλά. Το πιό απλό είναι ότι ο κοσμάκης, από τη μιά, έχει πάντα ανάγκη από μικρότερες ή μεγαλύτερες αλλαγές. Η ανάγκη αυτή γίνεται πολύ πιό έντονη όταν επέρχεται μιά κούραση από τα "παλιά", ιδιαίτερα όταν έχουμε μόλις βγει από μιά περιπέτεια προσωπική ή συλλογική. Ο θάνατος ενός αγαπημένου προσώπου, ένας πόλεμος και στην περίπτωσή μας, ένας εμφύλιος. Ή και τίποτα απ΄όλ΄αυτά. Ξυπνάει κανείς ένα πρωί, το μυαλό ξελαμπικάρει και λέει "θέλω ν΄αλλάξω ζωή". Δεν έχει σημασία πόσο το βάζουμε στην πράξη, πόσο θα το καταφέρουμε. Το σήμα δόθηκε απ΄τον μέσα κόσμο μας.
Μιά αντίστοιχη διαδικασία περνάν οι "διακανονιστές", αυτοί που κρατάνε μιά εξουσία που έχει να κάνει με τη διασκέδαση των άλλων. Αν αυτοί δεν είναι καθηλωμένοι, πιάνουν στον αέρα το σήμα της κούρασης που εκπέμπεται απ΄τον κοσμάκη και προσφέρουν κάτι καινούριο που, εκτός των άλλων, θα τους φέρει και χρήματα στο μπαγιόκο τους. Αυτό το σήμα είχαν πιάσει οι, ας πούμε, Τσιτσάνης, Χιώτης, Παπαϊωάννου, Ζαμπέτας, και το βάλαν στην πράξη. Αυτό το σήμα δε μπόρεσαν να το πιάσουν οι άλλοι. Ήταν, όχι αναγκαστικά ηλικιακά αλλά ψυχολογικά, πολύ "βιδωμένοι" στην καρέκλα τους στη ζεστασιά του παλιού. Το νέο αίμα είναι πάντα αυτό που τραβάει τα πράγματα ΄"μπροστά". Μπορεί σ΄εμάς τώρα να μη μας αρέσει αλλά η ανάγκη της αλλαγής πλανιόταν στον αέρα και όλα τ΄άλλα είναι αδιάφορα.
Πιάνω τον εαυτό μου τον τελευταίο καιρό να βγαίνει απ΄τα γραφτά μου στα blogs μου μιά αηδία γιά την τότε και τη συνεχιζόμενη "εκδυτικοποίηση" της Ελλάδας. Είναι μιά παίδα, μιά τρύπα που πάω και πέφτω μέσα της. Τελείως κωμικό και ανεδαφικό. Η εκδυτικοποίηση είχε πολλές βαθιές αιτίες και, άσχετα αν οδήγησε και οδηγεί στην πλήρη αλλοτρίωση, περιέχει μέσα της μιά πλαστή αλλά Σειρηνοφόρα δροσερή φρεσκάδα που όλοι/ες τη "χρειάζονται". Η Δύση, με ότι εμπεριέχεται σ΄αυτή την έννοια, είναι κάτι αέναα μεταβαλλόμενο, μιά μηχανή που δουλεύει μέρα-νύχτα, κάτι ζωντανό, πάλλον, δημιουργικό, δαιμονικό, δύσκολο να του αντισταθείς, ακόμα και γιατί δεν υπάρχουν ορατές εναλλακτικές λύσεις. Το ν΄ασπαστεί κανείς μιά εξωτική θρησκεία, το να μπει κανείς γιά τα καλά μέσα στον κόσμο του "πεθαμένου" ρεμπέτικου και να κλείσει το καπάκι από πάνω του, δεν είναι λύση και, αμφίβολο κατά πόσο είναι και αντίσταση. Είναι απλά μιά προσωπική απόδραση, όπως απόδραση, απόλυτα φυσιολογική και υγιής, είναι η τρέλα. Και, τελικά, είναι μιά εύκολη λύση το να ζεί κανείς "Δυτικά" (μ΄ότι αυτό συνεπάγεται), να χρησιμοποιεί τις ανέσεις που παρέχει η κρεατομηχανή, με αντάλλαγμα την ψυχή, και να γκρινιάζει ή να εκστασιάζεται με τα γλυκάδια μιάς "στατικής" Ανατολής...
Παρόλ΄αυτά συνεχίζω, εγώ τουλάχιστο, αυτό το ενσυνείδητο ταξίδι μέσα στο ρεμπέτικο...

Τρίτη, 13 Μαΐου 2008

"Αντίλογος" στο "γιατί αυτό;"...

... Περνώντας, εν μέρει, στην απέναντι όχθη του ποταμού και θέλοντας να μαλακώσω τις λέξεις "γκρίνια" και "κλάψα" που χρησιμοποίησα στην αμέσως προηγούμενη ανάρτηση, θά΄θελα να πω τα παρακάτω:

Τα ρεμπέτικα είναι τραγούδια που, πρωτίστως, αναφέρονται στην αντρική μοναξιά και στο άλυτο "πρόβλημα" της έλξης στο γυναικείο φύλο.

Οι άντρες είναι το μοναδικό ον του πλανήτη που, έστω και στιγμιαία, αναρωτιέται γιατί έλκεται από το θηλυκό...

Τα ρεμπέτικα, εκτός από κάποιες περιπτώσεις κύρια από τον Β. Τσιτσάνη που δείχνει συχνά ν΄"αδιαφορεί", θα μπορούσαν να υπαχθούνε κάτω από μιά πινακίδα που θα έγραφε:

"κάν΄ένα ψυχικό, λίγο να μ΄αγαπήσεις"

Όλο το «ρεμπέτικο», με τις παλινδρομήσεις του, με τη στάση του απέναντι στις γυναίκες, την «αθέλητη» εξάρτηση απ’ αυτές, την καχυποψία, το «μαζοχισμό» και τους ψυχολογικούς καταναγκασμούς που χρησιμοποίησε εναντίον τους, κλείνονται, κατά τη γνώμη μου, μέσα σ’ ένα τραγούδι. Είναι η « Αμαρτωλή » του Σταύρου Καλούμενου με στίχους του ίδιου (;), «χτυπημένο» το Νοέμβρη του 1931 στη Νέα Υόρκη, με την ορχήστρα Σακελλαρίου. Ένα μακάμ ουζέλ – ήχος πλάγιος του δεύτερου – σε ρυθμό καλαματιανό, μέτρο 7 χρόνων.

« Αμαρτωλή »

Δεν θέλω στον Παράδεισο να πάω σαν πεθάνω,
το ξεύρω ότι δε θα σε βρω και τότε, τί θα κάνω;

Θέλω να πάω στην Κόλαση, τη χάρη αυτή γυρεύω,
γιατί εκεί θε να σε βρω, αμαρτωλή, το ξεύρω!

γιάλα!

Γιατί ποτέ στη ζήση σου, ποτέ δε μ’ ελυπήθης,
να κάνεις ένα ψυχικό, λίγο να μ’ αγαπήσεις

γιάάάλα, όπα!

Αμαρτωλή, μες τις φωτιές θα ψήνεσαι, θα λειώνεις,
δεν οφελεί, κακούργα μου, αν τώρα μετανιώνεις

Μαζί κι εγώ με σένανε στην Κόλαση αν λειώνω,
με τους διαβόλους συντροφιά, ΄σένα να βλέπω μόνο

Και πεθαμένους συντροφιά, διαβόλους θά’χω έτσι,
και στη ζωή με διάβολο, ο δόλιος, είχα μπλέξει

γιάλααα, όπλα!
γειά σου, Σταύρο!

Φαίνεται καθαρά η μεγάλη ειλικρίνεια των στιχουργών και η αμήχανη στάση απέναντι στο φαινόμενο της αγάπης.Ας μη ξεχνάμε ότι τα συντριπτικά περισσότερα τραγούδια γράφτηκαν από νέους ανθρώπους, τουλάχιστο με τα σημερινά δεδομένα. Και μάλιστα, ανθρώπους που βρίσκονταν, καθαρά πρακτικά, σε απόλυτα "πλεονεκτική" θέση, με την έννοια της υπερπληθώρας γυναικών (βλ. ανάρτηση "Οι χήρες έρχονται στην Ελλάδα - 2 Απριλίου 2008). Κι όμως, αγάπησαν βαθιά, ικέτευσαν, πόνεσαν, συντρίφτηκαν...

Η πιό γλυκιά, η πιό ειλικρινής και τρυφερή λέξη που χρησιμοποίησαν γιά τη γυναίκα ήταν το ουσ.
"μπαμπέσσα". Είναι η λέξη που δηλώνει απορία γιά τη διαφορετική συμπεριφορά, αυτή που δε μοιάζει με τη δική τους, είναι λέξη παρακαλεστική, ικετευτική γιά ένταξη στις "γνωστές", τις "παραδεδεγμένες" συμπεριφορές. Και το πιό αντιπροσωπευτικό τραγούδι που τα δείχνει καθαρά όλ΄αυτά είναι ένα από τα αριστουργήματα του πρώιμου Μανώλη Χιώτη, το "Βουνό με βουνό δε σμίγει".

ΒΟΥΝΟ ΜΕ ΒΟΥΝΟ ΔΕ ΣΜΙΓΕΙ (1949)
Λεμονόπουλος, Μπέμπης, Χιώτης
τραγούδι : Στελλάκης Περπινιάδης

Ένα μήνα σ΄έχω χάσει, ρε μπαμπέσσα,
κι όποιο κέντρο και να βρω μπουκάρω μέσα,
θα σε βρω, πού μου πας, κι αν έχεις φύγει,
το βουνό με το βουνό μόνο δε σμίγει.

Τι σου φταίω κάθε βράδυ κι είμαι σούρα
και οι φίλοι να μου κάνουνε καζούρα,
να μου λενε, θα τη βρεις κι αν έχει φύγει,
το βουνό με το βουνό μόνο δε σμίγει

Σάββατο, 10 Μαΐου 2008

Δυό επιστολές στη Ρίτα Αμπατζή (1η)

http://www.fileden.com/files/2008/6/6/1947074/Arhondoyios%20pantevetai%201934.mp3






Απέναντι στο δέντρο κάθεται και με κοιτάζει επίμονα
ένα πουλί. Δε ξέρω τι θέλει, ούτε τι σκέφτεται.
Επιμένει. Το κάνει κάθε μέρα.
Στο τέλος, αποφασίζω να γράψω ένα γράμμα
στη
Ρίτα την Αμπατζή,
σ΄ότι έχει απομείνει απ' αυτό το γλυκό κορίτσι...

Ριτάκι, αγαπημένο!

Πρώτα, ζητάω συγνώμη, από σένα και απ' όλους/ες άφησες πίσω σου, γιατί σου απευθύνομαι μ΄αυτό τον τρόπο. "Ριτάκι μου" έλεγες εσύ στον εαυτό σου μέσα στα τραγούδια. Οι άλλοι, οι παρόντες στις φωνοληψίες που θαύμαζαν τη φωνή σου, δε προχωρούσαν πέρα απ' το "Ρίτα", εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις. Κάτι μου λέει πως δεν έδινες παραπέρα δικαιώματα, εκτός σε ορισμένους, δηλαδή τι ορισμένους, τους κοντινούς σου Μικρασιάτες εννοώ που σε νιώθαν, σα το Μήτσο τον Ατραϊδη που του έλεγες με σίγουρη και αποφασιστική φωνή, "γειά σου, Ατραϊδη μου ντερβίση" κι εκείνος, στην επόμενη στροφή σου ανταποδίδει, "να χαρώ το στοματάκι σου, Ριτάκι μου". Θυμάσαι γιά ποιό τραγούδι σου μιλάω; Το "Ντερβίσης και Ρίτα" του Ιάκωβου Μοντανάρη.

Σου στέλνω αυτό το γράμμα, όπως πετάμε μιά βουλωμένη μποτίλια στο πέλαγο με μιά επιστολή. Νιώθω πως αυτό που έχει απομείνει από σένα, κάπου πλανιέται και μπορεί να μ' ακούσει. Γι αυτό το κάνω.

Το σόι του πατέρα μου ήταν Σμυρνιοί. Εφτά χρονώ ήταν όταν ήρθε εδώ. Ποτέ κανένας τους δε μου μίλησε γιά τον κόσμο τους, ούτε κι εγώ σκέφτηκα να ρωτήσω ποτέ μου. Σα να μην είχε συμβεί τίποτα... Όμως απ' τη ζωή μου, πριν ξυπνήσω, θυμάμαι έντονα δυό σημεία. Ένα χοντρό καυγά με προσβλητικά λόγια στη μάνα μου που ήταν Bορειοελλαδίτισσα, επειδή επέμενε να με πείσει γιά τα καλά της Δύσης κι εμένα να της αντιπαραθέτω, βίαια, την Ανατολή, χωρίς να ξέρω ακριβώς γιατί το κάνω. Το άλλο είναι μιά αίσθηση οικειότητας, ένα λύσιμο της καρδιάς, κάθε που το πλοίο των διακοπών έφτανε σε νησί του ανατολικού Αιγαίου. Δε πολυέψαχνα το γιατί, δε μπορούσα να το αναλύσω. Πολλά χρόνια αργότερα μου λέει ένας φίλος, "θα σου βάλω ν΄ακούσεις ένα CD της Heritage, να δεις τι υπέροχα καθαρό ήχο έχει". Μου είπε να στηθώ δίπλα σε δυό ηχεία και ν΄ακούσω τα τραγούδια σου. Τα τραγούδια τά'ξερα, τα είχα από χρόνια, αλλά η καθαρότητα του ήχου ήταν απίστευτη. Μπόρεσα ν΄ακούσω ως και την ανάσα σου! Εκείνη τη στιγμή συνέβη κάτι σημαντικό γιά μένα που το κατάλαβα αργότερα. Η φωνή σου έκανε να λυθεί ένας σφιγμένος και κρυμένος κόμπος μέσα μου. Ένιωσα να φωτίζεται και να βλέπω καθαρά το βαθύτερο παρελθόν της περίπτωσής μου και πήρα, από τότε, το δρόμο που οδηγάει κοντύτερα σ΄αυτό.

Όλες οι σκέψεις που ξεδιπλώνονται παρακάτω ακουμπάνε στο συναίσθημα. Ξέρουμε ελάχιστα πράγματα γιά σένα κι έτσι, απομένει το αφούγκρασμα της μαγικής σου φωνής, η φαντασία, το ένστικτο και ο συνδυασμός με τα ψήγματα πληροφοριών...

Είμαι σίγουρος πως καθόλου εύκολος δεν ήταν ο δρόμος που διάνυσαν οι γυναίκες τραγουδίστριες μέσα στον κόσμο των ρεμπετών και των εταιριών δίσκων. Δε ξέρω καθόλου πόσο σκληρή μπορεί να ήσουνα, ή πόσο εύθραυστη. Εύθραυστη, είναι σχεδόν αδύνατο να μην ήσουνα. Η εμπειρία της Σμύρνης στα 13 (;) σου, τι είδες και τι έζησες εκεί, δε θα το μάθει κανείς ποτέ. Η εξαφάνιση του πατέρα σου, το άτακτο φευγιό, οι συνθήκες των πρώτων χρόνων στην Ελλάδα, πρέπει να άφησαν ανεξίτηλα σημάδια στο χάρτη της καρδιάς σου. Όλ' αυτά πρέπει να πέρασαν, με κάποιο τρόπο, μέσα στις συμπεριφορές, ακόμα και μέσα στη φωνή σου.

Οι έντονες ψυχικές εμπειρίες σε πρώιμη ηλικία, μελανώνουν και θαμπώνουν γιά πάντα τη συναισθηματική ζωή. Διαφορετικά στο κάθε φύλο, ιδιαίτερα σοβαρά στις γυναίκες. Μόλις τα τελευταία χρόνια έχει σκύψει, πιό υπέυθυνα, η ψυχιατρική έρευνα πάνω σ΄αυτό το θέμα, κύρια εξαιτίας της ενδυνάμωσης του φεμινιστικού κινήματος και της προώθησης του συνθήματος, "τα προσωπικά είναι πολιτικό θέμα". Oι έρευνες είναι, ακόμα και ως συνήθως, περισσότερο προσανατολισμένες στο αντρικό φύλο, ιδιαίτερα στις μετατραυματικές καταστάσεις στρατιωτών διαφόρων πολέμων. Χαρακτηριστικά αναφέρω ότι, στρατιώτες του Α' Παγκόσμιου Πόλεμου που ήταν εγκλωβισμένοι στα χαρακώματα, υπόφεραν από υστερικά συμπτώματα, απώλεια μνήμης και απάθεια. Το άτομο πέφτει κάτω από τον έλεγχο αμυντικών μηχανισμών που απωθούν και εθελοτυφλούν στα κύματα των τραυματικών αναμνήσεων. Είναι μιά φυσιολογική ανθρώπινη τάση το να μη θέλει κανείς να θυμάται και να προσπαθεί να "ξεχάσει". (βλ. απωθήσει) αυτά που τον/την πλήγωσαν. Μήπως αυτό μας λέει κάτι σε σχέση, αφενός με την παρατεταμένη σιωπή των προσφύγων και αφετέρου, γιά τις αντιδράσεις του ελληνικού λαού μετά τον εμφύλιο, αντιδράσεις σ' όλα τα επίπεδα; Από το ξεπούλημα των επίπλων, προσωπικών αντικειμένων και ενθυμήσεων στους παλιατζήδες (που όργωναν την Ελλάδα) και την αντικατάσταση των επίπλων με απρόσωπους, φτηνούς καπλαμάδες, ως και την ανάγκη νέων μουσικών και ρυθμών; Αυτά τα πράγματα είναι ως αδύνατο να γίνουν καταληπτά από γενιές που μεγάλωσαν σε ειρηνικές συνθήκες. Ακόμα, αν δεν έχει βιώσει κάποιος/α προσωπικά, συνθήκες μετανάστευσης (ιδιαίτερα βίαιης μετανάστευσης), είναι αδύνατο να καταλάβει τι σημαίνει ξερρίζωμα από το μητροπατρογονικό περιβάλλον και τη μεταφορά σ' ένα ξένο τόπο όπου σε κοιτάζουν με λύπηση ή, συνηθέστατα, με αντιπάθεια ("ξενητειά, τα πλούτη σου δε τα ζηλεύω").

Tί αισθανόσουν άραγε όταν τραγουδούσες στα 1934, σε ηλικία 31 χρονώ, το παραδοσιακό "Αρχοντογιός παντρεύεται";

Αρχοντογιός παντρεύεται
και παίρνει προσφυγούλα,
προσφυγούλα μαυρομάτα μου
και παίρνει προσφυγούλα,
προσφυγούλα, σε κλαιν τα μάτια μου.

Σαν τ' άκουσε, σαν τ' άκουσε η μάνα του
τα δέντρα ξερριζώνει,
προσφυγούλα, μαυρομάτα μου,
τα δέντρα ξερριζώνει,
προσφυγούλα, σε κλαιν τα μάτια μου

Πιάνει δυό φί -, πιάνει δυό φίδια ζωντανά.
πιάνει τα τηγανίζει,
προσφυγούλα, μαυρομάτα μου,
πιάνεθ τα τηγανίζει,
προσφυγούλα, σε κλαιν τα μάτια μου

Και με την πρώ - και με την πρώτη πηρουνιά
καρδιά της φαρμακώθη
προσφυγούλα, μαυρομάτα μου,
καρδιά της φαρμακώθη,
προσφυγούλα, σε κλαιν τα μάτια μου
Το 1934 ήταν η χρυσή σου χρονιά και ήσουν ήδη μιά απόλυτα καθιερωμένη τραγουδίστρια. Σε τραγούδια παραδοσιακά σαν κι αυτό, μπορεί κανείς πραγματικά να σ' απολαύσει γιατί στα παραδοσιακά φαίνεσαι να ξεδιπλώνεις, στο έπακρο, όλες τις φωνητικές σου δυνατότητες. Εκεί αισθανόσουν πιό αυτεξούσια, μην έχοντας το συνθέτη από πάνω σου.
Μιλώντας γιά συνθέτες, ο Τούντας γιά παράδειγμα, δεν είχε ο ίδιος οικονομικά προβλήματα και του ήταν εύκολο να "χαϊδεύει" το αγοραστικό κοινό με τραγούδια σα το "Φτώχεια μαζί με την τιμή" (στα 1934, Columbia DG-498) όπου, προφανώς σου υπέδειξε(;) να πετάξεις εκείνο το "να ζήσ' η φτώχεια", που το λες τελείως ανόρεχτα... Γιατί, τίποτα δε μπορεί να με πείσει ότι εσύ και οι τραγουδίστριες της εποχής σου, ακόμα και οι πιό τσαχπίνες και επαγγελματίες σα τη Ρόζα, γούσταραν, μέσα τους, να τραγουδάνε στίχους που τις εμφάνιζαν μόρτισσες, που είχαν καθήσει φυλακή, που περνούσαν πιό καλά στη φτώχεια, που ξέραν να ρίχνουν πιστολιές κτρ.
Παρένθεση 1. Το "περνάω καλύτερα στη φτώχεια" είναι ένα πολύπλοκο θέμα. Αν ζω μέσα στη φτώχεια και μου "προτείνουν", μου δοθούν δηλαδή ευκαιρίες εξόδου απ' αυτήν, η απάντησή μου εξαρτάται από το τί είδους είναι αυτές οι ευκαιρίες. Αν πρόκειται να πουλήσω την ψυχή μου, ν' απαρνηθώ μιά αγάπη, να μπω σ' ένα περιβάλλον που με κάνει να αισθάνομαι άβολα και που με βλέπουν σα ξένο σώμα τότε, έχω λόγους να προτιμήσω τη φτώχεια μου, την τιμή και την αξιοπρέπειά μου.

Από τότε λοιπόν που άκουσα "καθαρισμένα" τα τραγούδια σου, μού'χει σφηνώσει μιά σκέψη στο κεφάλι. Μιά αίσθηση ότι ήσουν κάπου αλλού, τις περισσότερες φορές. Σα να μη το γούσταρες όλο αυτό το νταλαβέρι ή, γιά να είμαι πιό ακριβής, τις συνθήκες και την ατμόσφαιρά του. Κάποιοι, ανάμεσα στους συνθέτες και τους τραγουδιστές δεν έχαναν την ευκαιρία, όταν οι στίχοι του τραγουδιού τους ενέπνεαν, να πετάξουν κάποιο διφορούμενο σχόλιο στην τραγουδίστρια - η αλήθεια είναι, πολύ έμμεσο - έτσι, για να δημιουργηθεί ατμόσφαιρα και να καλοπιάσουν το αντρικό αγοραστικό κοινό. Σε κανένα όμως απ' τους δίσκους σου δεν υπάρχει κάτι, εκ μέρους τους, που να υπερβαίνει τα όρια. Σα να ενέπνεες ένα σεβασμό γύρω σου. Οι διακυμάνσεις της φωνής, οι χαιρετισμοί σου, δίνουν την εντύπωση ότι επειδή ήξερες από νωρίς πως είχαν τα πράγματα, κρατούσες αποστάσεις ασφαλείας. Ότι δεν ήθελες πολλά-πολλά, έλεγες τα τραγούδια σου και έφευγες, κάτι που το συνδυάζω και με το ότι απόφευγες τα μαγαζιά... Δε ξέρω αν έχω δίκιο. Δεν αμφιβάλλω ότι υπεράσπιζες τα δικαιώματά σου, αυτό που είχες χτίσει και τη θέση που είχες μέσα στην καρδιά αυτών που σε αγαπούσαν. Ήσουν άλλωστε αυτή που, με μεγαλύτερη συχνότητα απ' όλους τους άλλους/ες, χαιρετούσες τον εαυτό σου μέσα στα τραγούδια σου. Τα "γειά σου Ρίτα/Ριτάκι/Ρίτα, παιδί μου/Ρίτα, μάγκισσα", παν κι έρχονται και καλά έκανες γιατί το άξιζες! Μάλλον υπήρχε κι άλλος που θα τον δούμε παρακάτω.

Έχω ακούσει "χιλιοστό προς χιλιοστό" τα τραγούδια που έχεις πει, προσπαθώντας να "κοιτάξω" πίσω απ' τη φωνή σου, να καταλάνω πως μπορεί να ένιωθες, πότε ήσουν κουρασμένη, χαρούμενη, απογοητευμένη. Ποιά τραγούδια σου άρεζαν, ποιά βαριόσουνα και τά'λεγες επειδή έπρεπε. Νομίζω πως κάποια πράγματα κατάφερα, αν και δεν ήταν εύκολο. Η ικανότητά σου, το ταλέντο σου, η πείρα και η ευκολία στα παιξίματα και τα τσακίσματα της φωνής σου, δεν αφήνουν πολλά περιθώρια για να "δει κανείς από πίσω"...

Το "Tchανγκαράκι" όπως το προφέρεις (1931, K. Σκαρβέλης) που είναι, ίσως, το πρώτο τραγούδι σου, πρέπει να το τραγούδησες όταν ήσουν 28 χρονώ.
Στα 29 σου (1932) φωνογράφησες το "Γαλατά Μανέ" - που δυό χρόνια νωρίτερα τον είχε πει κι ο Νούρος. Εκεί. ο Δημ. Σέμσης ο Σαλονικιός τά'χει χάσει μαζί σου και σε χαιρετάει. Εσύ του λες, με την πάντα εφηβική φωνή σου, "γειά σου Σαλονικιέ μου, να χαρώ τα δαχτυλάκια σου" που είναι το πιό τρυφερό κοπλιμέντο απ' όσα είπες μέσα σ' όλους τους δίσκους σου. Ο μανές αυτός είναι, κατά τη γνώμη μου, ο καλύτερος που έχεις πει, άσχετα αν στο "Gazeli nevah sabah", δυό χρόνια αργότερα, είσαι πιό ώριμη και βγάζεις ένα μελαγχολικό αριστούργημα.

Δυό επιστολές στη Ρίτα Αμπατζή (1η) (συνέχεια)

η Σοφίτσα Αμπατζή - Καρίβαλη

Η αδελφή σου, η Σοφία, έχει πει κάποια στιγμή με πίκρα: "πηγαίναμε στις επαρχίες. Δουλέψαμε και με τη Ρίτα μαζί, στα Βασιλικά της Χαλκίδας. Μιά δουλιά, σαν αδελφές πήραμε. Δεν ξαναδουλέψαμε μαζί. Και τον δίσκο μου όταν άκουσε δεν ξαναδούλεψε μαζί μου. Φοβήθηκε. Δόξα τω Θεώ. Όλα εδώ μένουν. Τίποτα δεν παίρνει ο άνθρωπος μαζί του".
Δε παραξενεύτηκα όταν το διάβασα. Είχα φανταστεί πως μπορεί να υπήρχαν αντιζηλίες μεταξύ σας, είναι ανθρώπινο. Αυτό το "φοβήθηκες" που είπε η αδερφή σου, δε ξέρω πόσο αληθινό μπορεί να είναι. Δε θα με παραξένευε κι αν ήταν. Ξέρω πως όλοι οι άνθρωποι μπερδεύονται όταν πέφτουν πάνω τους πολλά φώτα. Η Ρόζα Εσκενάζι είχε πει, χαμογελώντας με νόημα, ότι ζηλευόσασταν μεταξύ σας. Μπορεί η αδερφή σου να το είπε γιά να τονώσει τη δική της περηφάνεια, να είχε παράπονα από σένα γιά έλλειψη βοήθειας και γιά το μεγάλο κομμάτι της πίτας που πήρες. Η φωνή της Σοφίας ήταν πολύ καλή, αλλά η ζωή δε δίνει τα ίδια δώρα σ΄όλους τους ανθρώπους. Έτσι είναι.


Λένε πως ο κόσμος συζητούσε γιά το ποιά είχε καλύτερη φωνή, η Ρόζα ή εσύ. Πιστεύω πως ήταν ένα πλαστό δίλημμα. Γιά το μη εξοικειωμένο αυτί οι φωνές σας μοιάζαν σε κάποια τραγούδια κάπως, ή αρκετά. Δεν είναι παράξενο πού, κύρια εσύ και σε δευτερεύοντα βαθμό η Ρόζα, "σταμπάρατε" τα τραγούδια, αμολώντας τον αυτοχαιρετισμό. Είχατε όμως τελείως διαφορετικές φωνές. Της Ρόζας ήταν απόλυτα έξοχη και μ' αυτή πορευόταν. Ήταν κάπου αλλού η Ρόζα. Ευέλικτη αλλά και χωμένη βαθιά στην ανατολίτικη μουσική. Ήταν και σκληρό καρύδι. Κρατήθηκε, φωνητικά, ζωντανή ως αργά. Το 1954 τραγουδούσε ακόμα και η φωνή της έλαμπε. Η Ρόζα ήταν ένα μνημείο, ένα ανεπανάληπτο μνημείο. Ήταν και η περίπτωση της γυναίκας που δημιουργούσε ηλεκτρικές εκκενώσεις γύρω της. Αυτό πρέπει να λειτούργησε προς όφελός της, στο να πάρει επιπλέον τραγούδια. Εκφράστηκε με προσοχή γιά σένα. Είπε πως είσασταν λίγο σα τη γάτα με το σκύλο, πράγμα κατανοήσιμο.
Εσύ ήσουν πιό μπροστά στο χρόνο, ευέλικτη μ' έναν άλλο τρόπο, είχες πολλά συναισθηματικά χρώματα. Ήσουνα μιά ανεπανάληπτη περίπτωση εύθραυστης και ευαίσθητης ερμηνεύτριας. Δεν είχες μιά, είχες τουλάχιστο τρεις "διαφορετικές" φωνές. Στο "Μαριανθάκι" (1934) του Π. Τούντα, δοκιμάζεις μιά επιθεωρησιακή φωνή που δε τη χρησιμοποίησες ξανά. Σε κάποια παραδοσιακά νησιώτικα, ακούγεται μιά άλλη Ρίτα, χωρίς τα γνωστά σου φωνητικά τσακίσματα. Στο τραγούδι "Μαργαρίτα"(1937) του Σ. Χρυσίνη ακούγεται μιά "άλλη" Ρίτα κι εκεί, φαίνεται καθαρά πως είχες κι άλλες δυνατότητες.
(συνεχίζεται)

Τέλος 1ης επιστολής

Η Ρόζα ήταν ένα μνημείο, ένα ανεπανάληπτο μνημείο. Εσύ ήσουν μιά ανεπανάληπτη περίπτωση εύθραυστης, έξυπνης και ευαίσθητης τραγουδίστριας. Η Εσκενάζι εκφράστηκε με προσοχή και σεβασμό γιά σένα. Είπε πως είσασταν λίγο σα το σκύλο με τη γάτα, πράγμα κατανοήσιμο. Η Ρόζα ήταν η περίπτωση της τσαχπίνας τραγουδίστριας που δημιουργούσε ηλεκτρικές εκκενώσεις γύρω της, πέρα απ΄τη σπουδαία φωνή και την πείρα της. Αυτό λειτούργησε σίγουρα σα κάτι επιπλέον στο να την επιλέγουν. Εσύ, δε μου δίνεις την εντύπωση ότι πατούσες σε κάτι τέτοιο.


Πέρα απ΄το ότι όλοι οι αρσενικοί του ρεμπέτικου που μίλησαν, ελάχιστα πράγματα είπαν γιά σας τις γυναίκες, με την περίπτωσή σου υπάρχει μιά περίεργη σιγή. Τις προάλλες, ξαναδιαβάζοντας αυτά που έχει πει ο Μιχάλης Γενήτσαρης στον Κώστα Χατζηδουλή (Ρεμπέτικη ιστορία 1, σελ. 153-154, εκδ. Νεφέλη), πρόσεξα ότι αναφέρει κάποιον Στελλάκη, "...ο Στελλάκης της Ρίτας, τσίμπαλο. Ο Στελλάκης που λέω, δεν είναι ο Περπινιάδης, αλλά ένας άλλος Στελλάκης που έπαιζε τσίμπαλο και επειδή είχε γκόμενα τη Ρίτα Αμπατζή τον λέγαμε, ο Στελλάκης της Ρίτας". Ίσως ο Στελλάκης να ήταν ο μετέπειτα άντρας σου. Σκεφτόμουνα ότι οι άντρες δε τα μπορούν αυτά, να είναι δηλαδή στη σκιά μιάς γυναίκας. Εμένα όμως μου αρέσει που τον λέγαν έτσι. Εσύ ήσουνα το λαμπερό άστρο κι όποιος έπεφτε κοντά σου θά΄πρεπε να σε φροντίζει, να σου ανοίγει το δρόμο.


Μετά την Κατοχή σταμάτησε ο κατακλυσμός των φονογραφήσεων. Μάλλον οι εταιρίες έκριναν πως πέρασε ο καιρός σου. Τα σμυρνέικα ήταν στραγγαλισμένα, μιά προσπάθεια που έγινε το 1939 με τον Β. Τσιτσάνη ("Απόψε να μην κοιμηθείς", μαζί με τον Στελλάκη Περπινιάδη), δεν είχε συνέχεια.


Στα σημειώματα γιά σένα αναφέρεται ότι δεν έκανες άλλες φονοληψίες μετά τον πόλεμο, πράγμα που δεν ευσταθεί. Συνέχισες με παραδοσιακά και υπάρχουν και κάποια 45άρια, ακόμα και μετά το 1960. Μόνο στη λίστα των 250 τραγουδιών που διαθέτει η σελίδα sealabs υπάρχουν εφτά τραγούδια ανάμεσα στο 1949-1952. Είναι τα:


1. Μες του Χελμού τα έλατα (1949) παραδοσιακό HMV AO2884
2. Χωριάτισσα (1949) παραδοσιακό, καταχωρημένο στο όνομά σου, ΗΜV AO-2884
3. Αχ, κι εσείς λελουδικά μου (1950) παραδοσιακό, καταχωρημένο στο όνομά σου, HMV AO-2995
4. Παντρεύουνε τη Βαγγελιώ (1950) παραδοσιακό, HMV AO-2975
5. Χωριατοπούλα του Μωριά (1950) παραδοσιακό, HMV AO-2975
6. Έφυγε η αγάπη μου (1950) καταχωρημένο στο όνομά σου
7. Κούνα, κούνα το κορμί σου (1952), σύνθεση του Θ. Μπουρλιάσκου, Parlophone B-74268


Σ΄όλα τα παραπάνω τραγούδια φαίνεται καθαρά πόσο καλά κάτεχες την τέχνη του παραδοσιακού, πού η όποια κούραση της φωνής σου περνάει σε δεύτερη μοίρα. Μάταια περιμένω ν΄ακούσω κάποιο "χαιρετισμό" σου σε μουσικό, να σ΄ακούσω να λες τ΄όνομά σου, αλλά το Ριτάκι σιωπά. Είχες περάσει πιά σε μιά άλλη διάσταση, δεν άντεχες και δε "σου λέγαν" πιά αυτά που άκουγες...

Ας σταματήσω σ΄ένα απ΄τα τελευταία τραγούδια σου, το "Έφυγε η αγάπη μου", που είναι ένας αργός καλαματιανός. Βρισκόμαστε στα 1950. Όταν ακούσει κανείς το τραγούδι προσεκτικά, διακρίνει ότι η φωνή σου είναι αρκετά καλή, αλλά υπάρχει μιά αισθητή αργοπορία σου να "μπεις" όταν είναι η στιγμή και ότι δυσκολεύεσαι να ξαναβρείς τη συνέχεια, μετά απ¨τα τσαλίμια που έκανες. Αυτό με κάνει να σκεφτώ ότι κάτι ένιωθες που δε σου πήγαινε καλά και παρακάλεσες να "πάτε" το τραγούδι σε αργότερο ρυθμό, ή ότι στο πρότειναν οι μουσικοί στις πρόβες, βλέποντας πως δυσκολευόσουνα. Αν αφήσω τη φαντασία μου να τρέξει μέσα στην αίθουσα φονοληψίας, βλέπω θολά το σεβασμό των μουσικών απέναντι σ΄ένα ζωντανό θρύλο, αλλά και αμήχανες ματιές στις μικρές καθυστερήσεις σου και την προσπάθεια του βιολιτζή να σε "πετάξει έξω". Θα τά΄νιωθες όλ΄αυτά, θα τά΄βλεπες με τα γλυκά και γρήγορα ματάκια σου. Τι να σκεφτόσουν εκείνες τις στιγμές; Θύμωνες με τον εαυτό σου, ή σκέπαζε τα μάτια σου μιά μεμβράνη μελαγχολίας;


Το 7, το "Κούνα, κούνα το κορμί σου", δυό χρόνια αργότερα, ίσως νά΄ναι το κύκνειο άσμα σου. Εκείνη τη μέρα είσαι 49 μόλις χρονώ, αλλά έχουν δει πολλά τα μάτια σου κι έχουν ακούσει πολλά τ΄αυτιά σου. Τραγουδάς, αλλά δε το λέει η ψυχούλα σου. Ο ήχος είναι κάτι πιά διαφορετικό, όχι εκείνο που ήξερες. Είναι ο ήχος της νέας Ελλάδας που έχει ανάγκη να ξεχάσει τα παλιά, που στήνει κάτι καινούριο, που έχουν μπει μέσα της οι αμερικάνικες Σειρήνες και την κάνουν ν΄αλλοιθωρίζει.. Το τραγούδι προσπαθεί να κρατήσει την παλιά ατμόσφαιρα, τους μάγκες, τα σουτζούκια και τα τσαντζίκια, χρησιμοποιεί φράσεις-κλισέ του παρελθόντος, μπαίνει όμως μες τους στίχους εκείνο το "και φωνάζουν να μας ζήσει το κουκλί της Κοκκινιάς, μιά και είναι το καμάρι και η σταρ της γειτονιάς"... Ναι, ξέρω, είναι ένα φιλικό πείραγμα, μιά σπόντα στην κατάσταση που έχει κιόλας επικρατήσει (και συνεχίζεται ακάθεκτη). Δε νομίζω ότι σε αφορούσαν πιά τέτοιες νύξεις. Οι άνθρωποι πιστεύουν, μετά από κάποια ηλικία, ότι δε μπορούν να παρακολουθήσουν πιά την "εξέλιξη" και, συνηθέστατα, το βιώνουν σαν ήττα, σα να άνοιξε η πόρτα των γερατειών μπροστά τους. Οι νέοι, παρατηρώντας τους, πιστεύουν το ίδιο. Εκείνο που αγνοούν και οι μεν και οι δε είναι ότι, υπάρχει μιά καθοριστική διαφορά ανάμεσα στο "δε μπορώ" και στο "δε θέλω να μπορώ". Το δεύτερο δε σημαίνει ανικανότητα αφομοίωσης, παρακολούθησης των τεκμαινομένων,δε σημαίνει αδυναμία κατανόησης των αλλαγών. Σημαίνει αποστασιοποίηση, συνειδητή αδιαφορία και απομάκρυνση. Στη δική σου περίπτωση, αν κάπως έτσι ένιωθες, θα σήμαινε κάτι σαν, "ρε παιδιά, εγώ έχω τραγουδήσει με μουσικούς που πιάναν πουλιά στον αέρα, με ανθρώπους σεβνταλήδες, με βαθύ μεράκι και μουσική μόρφωση που διαχέονταν μέχρι τον τελευταίο πόρο του σώματός τους. Αυτά τώρα τα πράγματα, τι να μου πουν;"... Πέφτω πολύ έξω, Ριτάκι;


Έτσι, απόμενε ο χώρος του παραδοσιακού τραγουδιού που τον κάτεχες πολύ καλά απ¨το παρελθόν. Συνέχισες με πανηγύρια γιατί, όσο κι αν η φωνή σου είχε χλωμιάσει, έβλεπε ο κόσμος και άκουγε μιά μεγάλη τραγουδίστρια που ξετύλιγε, έστω και με κουρασμένη φωνή, όλες τις φωνητικές και ασυναγώνιστες τεχνικές που είχε χτίσει με τα χρόνια.


Και κάποια μέρα, αυτή η μέρα που κανείς δε ξέρει πότε θά΄ρθει, αρρώστησες, τυραννίστηκες και έφυγες στα 66 σου χρόνια. Μας άφησες κληρονομιά έναν, μη καθορισμένο εντελώς ακόμα, αριθμό τραγουδιών (ίσως γύρω στα 400), σημαδεμένων από την ζεστή, λίγο βραχνή (βλ. 2η επιστολή - αδημοσίευτη ακόμα) και αισθησιακή φωνή σου.


Όταν ακούω εκείνο το υπέροχο τραγούδι του Στέλιου Χρυσίνη, τη "Μαργαρίτα", σκέφτομαι πως ίσως είναι ένα από τα απλούστερα, αλλά και καλύτερα δείγματα που τονίζουν πως όλη αυτή η ιστορία με τα "σμυρνέικα", είχε πολύ δρόμο ακόμα να κάνει. Αυτή η επαναλαμβανόμενη μελωδία, τα σίγουρα δάχτυλα του Χρυσίνη, οι πολύ καλοί στίχοι, η πάντα τέλεια φωνή σου, δείχνουν πεντακάθαρα πόσο τσαγανό υπήρχε ακόμα ανεκμετάλλευτο σ΄αυτή την ιστορία. Τί να γίνει; Οι ηλίθιοι είναι ακατανίκητοι... Το τραγούδι όμως αυτό, που γιά πολλούς/ές μπορεί να μη λέει πολλά πράγματα, ξεφεύγει από το γνωστό στιλ των "σμυρνέικων" και πάει κάπου αλλού. Η μελωδία του θα μπορούσε να είχε γραφτεί σήμερα και να μη βιώνεται σα μελωδία παλιότερων εποχών.


Πονάει πολύ που δε ξέρω περισσότερα γιά τη ζωή σου. Γιατί να προσπαθώ να μαντέψω ακούγοντας μοναχά τη φωνή σου; Σ΄ακούω στο παραδοσιακό "Τα λερωμενα τ΄άπλυτα" του 1930(;). Χαιρετάς το Σέμση, λέγοντας: "γειά σου, Σαλονικιέ μου, ποτέ να μην πεθάνεις!". Η φωνή σου, εκείνη τη στιγμή και όχι στο ίδιο το τραγούδι, ακούγεται βραχνή, κουρασμένη. Αν το τραγούδι χτυπήθηκε το 1930, εκείνη την ημέρα ήσουνα 27 μόλις χρονώ. Ήσουν απλά βραχνιασμένη από κρύωμα, ή ήταν κούραση της φωνής από άλλους λόγους; Παραπλήσια ακούγεσαι και σ΄άλλα παραδοσιακά εκείνα τα χρόνια, ενώ στα καθαρόαιμα "σμυρνέικα" του ίδιου καιρού, η φωνή σου είναι γάργαρη σα το νερό βουνήσιας πηγής. Στο επίσης παραδοσιακό "Τι έχεις βλάμη κι αρρωσταίνεις", κι αυτό του 1930, ακούγεσαι φρέσκια και κεφάτη. Χαιρετάς το Σαλονικιό κι αυτός, από το βάθος, σου ανταποδίδει, "γειά σου Ρίτα, αηδονολαλούσα!".

Δε καταφέρνω να καταλάβω... Δυό εκδοχές μπορώ να φανταστώ. Ή ότι η φωνή σου ήταν ευαίσθητη και φορτωνόταν πολύ, ή ότι οι ψυχικές σου ισορροπίες ήταν λεπτές και την επηρρέαζαν. Αν μπορούσα να μπω στη ψυχούλα σου...

Έφυγες, αφήνοντας στα χέρια του Πετρόπουλου ελάχιστες φωτογραφίες που δείχνουν μιά σοβαρή και αξιοπρεπή Ρίτα Αμπατζή. Νά΄ναι αιώνια η μνήμη σου. Σου εύχομαι να πλανιέται η ψυχή σου στα μέρη που αγάπησες, σε γλέντια ατέλειωτα μ΄αυτούς κι αυτές που σ΄αγάπησαν.
Σε βλέπω καθαρά να κάθεσαι σ΄ένα μεγάλο τραπέζι με κόσμο πολύ και νά΄σαι αφημένη και χαλαρή, εσύ απ΄τη μιά μεριά και η αδερφή σου η Σοφία απ΄την άλλη, στην αγκαλιά του πατέρα σας που τον στερηθήκατε και χάθηκε στα βάθη της Ανατολίας...


Θα σ΄έχω πάντα μέσα μου να φεγγίζεις. Θά΄σαι ως τη στερνή στιγμή μου κείνο το γλυκόλαλο, βραχνό αηδόνι που έδειξε τι θα πει τραγούδι από ψυχή και λαιμό Μικρασιάτικο...

Πέμπτη, 1 Μαΐου 2008

H φτήνεια φέρνει τον παρά...

1.

2.

Η παραπάνω φωτο. 1 απεικονίζει το εξώφυλλο του δίσκου βινύλιου με τίτλο "40 χρόνια Μάρκος Βαμβακάρης" που εκδόθηκε τον Απρίλη του 1989. Ο δίσκος αποτελεί "συλλεκτικό ντοκουμέντο"... Μετά από κάποια χρόνια θα θεωρείται "αρχαίος", όπως λένε. Σ΄αυτό το δίσκο λοιπόν υπάρχει μιά εισαγωγή. Παίζει ένα μπουζούκι και φέραν το φουκαρά το Μάρκο, που είχε περάσει στα αζήτητα, όπου διάβασε (γιατί κάνει μπαμ ότι διαβάζει) ένα κείμενο που δε ξέρουμε ποιός το "συνέθεσε". Μπορεί να γράφτηκε από κάποιον της εταιρίας, δεν αποκλείεται όμως να ήρθε κι απ΄τη μεριά του Μάρκου. Το κείμενο είναι το παρακάτω:

"Σαράντα ολόκληρα χρόνια πέρασαν από τότε που ετραγούδησα γιά πρώτη φορά, με το γλυκό μπουζούκι μου, μπροστά σε χωνί φονογράφου. Το θυμάμαι καλά. Ήταν ο φονόγραφος της ODEON. Και ήρθαν όμορφες εποχές, και ήρθαν άσχημες, που ο Μάρκος μπήκε παραπονούμενος στο περιθώριο. Εγώ όμως, όλο κι έφτιαχνα στιχάκια και μουσικές. Έλεγα: κάλιο, Μάρκο, να σβύσεις όρθιος, ζωντανός, με ένα τραγούδι στο στόμα. Σήμερα, μετά από 40 χρόνια, με φώναξαν να τους δώσω τα τραγούδια μου τα ωραιότερα κι εγώ, άκουσα το κάλεσμά τους. Ήταν σα βάλσαμο στην πονεμένη και πικραμένη ψυχή του Μάρκου..."
Αν το παραπάνω γράφτηκε από τον ίδιο το Μάρκο, μπορώ να τον καταλάβω. Ήταν πιά σπασμένα τα φτερά του και είναι κατανοήσιμη η ευγνωμοσύνη του που τον φώναξαν. Δεν έχω το δικαίωμα να εκφέρω κρίσεις.
Αν όμως γράφτηκε από τη μεριά της εταιρίας, τότε είναι καλό να ειπωθούν μερικά λόγια. Το κειμενάκι έχει τις "καλύτερες των προθέσεων". Θέλει ν΄αγγίξει καρδιές, να τις ραϊσει, να τις κάνουν ν΄αναπολήσουν, να συγκινηθούν, να δακρύσουν, με άλλα λόγια ΝΑ ΠΟΥΛΗΣΕΙ Ο ΔΙΣΚΟΣ! Έχει τα συστατικά αυτού που λέγεται δεξιά κι αριστερά. Είναι "συγκλονιστικό"...
Στην ουσία, αν δε τό΄γραψε, ξαναλέω, ο ίδιος ο Μάρκος, είναι προσβλητικό. Πήραν έναν άνθρωπο γερασμένο και κουρασμένο και τον βάλαν ν΄απγγαγγείλλει την ομολογία της ήττας και την καλή διάθεση της εταιρίας να ρίξει μερικά ψιχουλάκια γιά ν΄αγιάσουν τα μελλοντικά πεθαμένα του. Ο Μάρκος μπορεί να διάβαζε και νά΄λεγε από μέσα του, "α, ρε μπινέδες!"
Γιά να μην ακούγομαι ρομαντικός και εξωπραγματικός, εντάξει, η εταιρία αποφασίζει, γνώμονας είναι το κέρδος, η εποχή του Μάρκου είχε (τότε) περάσει. Το ότι η όλη προσπάθεια ήταν φτηνιάρικη, φαίνεται κι από το εξώφυλλο (όχι πως η πλειοψηφία των σημερινών είναι καλύτερη). Ο άνθρωπος που τό΄φτιαξε ήταν ένας πολύ κακός σχεδιαστής. Χρειάζεται ιδιαίτερο ταλέντο γιά νά΄ναι κανείς τόσο κακός... Στ΄αριστερά, το "παλληκάρι" (εργάτης...) και δεξιά μιά κακοφτιαγμένη γυναίκα. Το "παλληκάρι" είναι, βέβαια, ένα κακό αντίγραφο της φιγούρας που είχε ζωγραφίσει ο Γιάννης Τσαρούχης στο εξώφυλλο του δίσκου "Πασχαλιές μέσα από τη νεκρή γή" του Μάνου Χατζηδάκη. Στη μέση ένα "διακοσμητικό" καγκελοειδές, έτσι, γιά ατμόσφαιρα ΄"παράδοσης", γιά γαρνιτούρα. Αν πει κανείς γιά τις διασκευές των τραγουδιών, άσε...
Φουκαρά, Μάρκο, που προσπαθούν ακόμα, αλλά δε τα καταφέρνουν να σε σβήσουν...