Πέμπτη, 24 Απριλίου 2008

Βραδυάζει κι απελπίζουμαι...


"Βραδυάζει κι απελπίζουμαι,
νυχτώνει και δακρύζω..."

1937
Το κακό παραπήγε... Οι Μικρασιάτες λύνουν και δένουν μέσα στις εταιρίες δίσκων, μ΄όλ΄αυτά τα μαραζιάρικα... Η Ελλάδα πρέπει να πάει μπροστά, ν΄αναπτυχθεί. Η οικονομία πρέπει να τρέξει. Άσε που. έτσι και νικήσει ο Χίτλερ θα είμαστε και ανάμεσα στα εκλεκτά έθνη... Δε γίνεται να καθόμαστε και να φιλοσοφούμε... ΛΟΓΟΚΡΙΣΙΑ! Τέλος (εν μέρει...). Ο μανές απαγορεύεται στην Ελλάδα, επειδή θυμίζει Τουρκία. Ο μανές απαγορεύεται στην Τουρκία, επειδή θυμίζει Ελλάδα...

2012
Παγκοσμιοποίηση. Οι οικονομίες πρέπει να τρέξουν ακόμα περισσότερο. Πιό γρήγορα, πιό γρήγορα, πιό γρήγορα...(ως το γκρεμό...) Οι νέοι επιχειρηματίες εκπαιδεύονται από coach του μπάσκετ και του ποδοσφαίρου, γενικώς του αθλητισμού. Ο πήχυς, όσο πιό ψηλά γίνεται. Αποτελεσματικότητα! Δε χρειάζεται, πλέον, ν΄απαγορευτεί τίποτα. Όλα ενσωματώθηκαν στη φρενίτιδα του παιχνιδιού. "Τα θέλεις όλα δικά σου!" Θες ν΄ακούς μανέδες; Άκου τους. Η μηχανή δε βλάπτεται, είναι αυτοτροφοδοτούμενη. Άκου ότι θες, το πρωί όμως θα γυρίσεις στην (κρεατο)μηχανή... ΟΚ?

Και μην ξεχνάτε πως, "ο όγκος των εμπορικών ανταλλαγών είναι σήμερα σαράντα πέντε φορές λιγότερο σημαντικός από τον όγκο κίνησης των κεφαλαίων"..."διότι ο κινητήρας (της οικονομίας) δεν είναι πιά η υποδομή της υλικής παραγωγής, ούτε η υπερδομή, αλλά η αποδόμηση της αξίας, η αποσταθεροποίηση των αγορών και των πραγματικών οικονομιών, ο θρίαμβος μιάς οικονομίας απαλλαγμένης από τις ιδεολογίες, τις κοινωνικές επιστήμες και την ιστορία, μιάς οικονομίας απαλλαγμένης από την Οικονομία και παραδομένης στην καθαρή κερδοσκοπία, μιάς δυνητικής οικονομίας απαλλαγμένης από τις πραγματικές οικονομίες (όχι βεβαίως πραγματικά αλλά δυνητικά - σήμερα όμως αυτό ακριβώς συμβαίνει: τη δύναμη δεν την κατέχει η πραγματικότητα, αλλά η δυνητικότητα μιάς μολυσματικής οικονομίας που συναντά έτσι όλες τις άλλες μολυσματικές διαδικασίες. Η οικονομία ξαναγίνεται το παραδειγματικό θέατρο της επικαιρότητας με την έννοια αυτή - ως χώρος ειδικών εφέ, απρόβλεπτων συμβάντων ενός ανορθολογικού παιχνιδιού". (Η διαφάνεια του κακού - Jean Baudrillard, σελ. 44, εκδ.ΕΞΑΝΤΑΣ-ΝΗΜΑΤΑ)

M. Σάββατο - Η εις Άδου κάθοδος...

Η φωτογραφία είναι δανεισμένη από το βιβλίο του Γιώργη Παπάζογλου "Τα χαϊρια μας εδώ"
Αντίτυπο της φωτογραφία αυτής χρησιμοποιήθηκε γιά το δελτίο ταυτότητας του Βαγγέλη, με ημερομηνία 19-4-1941. Η ηλικία του είναι 48 χρονώ και το επάγγελμα, παλαιοπώλης.
Είναι ήδη καταπονημένος και άρρωστος. Σε δυό χρόνια, στις 27 Ιουνίου 1943 φεύγει απ΄αυτόν τον κόσμο...
ΚΑΛΟ ΠΑΣΧΑ


Τρίτη, 22 Απριλίου 2008

Περί του τι είναι ρεμπέτικο και τι όχι - μιά μπηχτή...

Από το βιβλίο του Γ. Παπάζογλου "Τα χαϊρια μας εδώ" (μεταφορά διηγήσεων της Αγγελικής Παπάζογλου), σελ. 49.

" ...Τα τραγούδια που έγραψε ο Βαγγέλης κι ήλεγε πως να ξεφύγουμε από την κακοριζικιά, αυτά ήτανε τα ρεμπέτικα. Δεν υπάρχουνε ρεμπέτικα χασικλίδικα... Δεν υπάρχουνε ρεμπέτικα βρώμικα... Δεν υπάρχουνε ρεμπέτικα τση καταστροφής... Τα ρεμπέτικα πρέπει να λένε πως να ξεφύγουμε απ΄τον θάνατο... πως να γελάσουμε... πως να ζήσουμε... να χαρούμε... Αν δεν έχει αυτό το νόημα δεν είναι ρεμπέτικο. Είναι μοιρολόι... Το ρεμπέτικο σε παίρνει από τη δυστυχία και σε κάνει ευτυχισμένο. Σου λέει να παλέψεις με τη μοίρα σου και να ζήσεις... να μην πεθάνεις... Τα χσικλίδικα και τα ψευτομάγκικα δεν είναι ρεμπέτικα. Όλα τα τραγούδια δεν είναι ρεμπέτικα βρε αδρεφέ... Ρεμπέτικα δεν είναι τα λαϊκά τση φυλακής και τση χάψης... Γι αυτό δεν του περνούσανε τραγούδια του Βαγγέλη και είχανε λυσσάξει, γιατί ο Βαγγέλης δεν τους έκανε τα χατήρια... δεν πουλιούντανε... δεν έβαζε μυαλό, και προτιμούσε να βγάζει στα κέντρα πιατάκι και να πεινάει, παρά να πουληθεί και να τα κονομάει... Πέθανε και δεν άλλαξε κεφάλι... Καλά έκανε και δεν πρόδωσε ούτε τον εαυτό του, ούτε εμάς... Γι αυτό τον αγαπούσα και τον λάτρευα και τα τράβαγα μαζί του όλα... Ήλεγε: "Άμα τραγουδάς τον πόνο του κόσμου, τραγουδάς και τον δικό σου τον καημό... Άμα λες μόνο το δικό σου το ντέρτι, δεν είσαι ρεμπέτης... Είσαι λαϊκός...".
Αναρωτιέμαι καμιά φορά - τρόπος του λέγειν, αναρωτιέμαι - τι σκέφτονται οι "ερευνητές (του ρεμπέτικου) με τα λευκά γάντια" όταν συναντάνε γραφτά σαν αυτό, παραπάνω. Παθαίνουν, άραγε, λόξυγγα; Μιλάω γι αυτούς που "σκαρφαλώνουν πάνω στο κεφάλι τους" και σκαρώνουν "κοινωνιολογικούς" ορισμούς, περί του, τι είναι ρεμπέτικο και τι όχι. Δεν είμαι καθόλου ενάντια στις επιστήμες, ούτε στη μεθοδολογία. Θυμάμαι μονάχα μιά απ΄τις πολλές πετυχημένες γελοιογραφίες του Δημ. Μητρόπουλου. Στο δεύτερο πλάνο, στο βάθος, πάνω σ΄ένα λοφάκι, πάει ένα γαϊδουράκι. Πάνω του κάθεται η Παναγία, κρατώντας στην αγκαλιά της το βρέφος-Χριστό. Από πίσω ακολουθεί ο φουκαράς ο Ιωσήφ... Στο πρώτο πλάνο, περνάει μιά μαύρη κούρσα με οδηγό και στο πίσω κάθισμα ένας υψηλά ιστάμενος κληρικός που κοιτάζει σοκαρισμένος προς τη μεριά του Θείου ζεύγους...
Η Αγγέλα Παπάζογλου, πέρα απ΄το ότι μας άφησε κάτι ανεκτίμητο, είχε και κάτι άλλο. Είχε λόγο, και λόγο-ποταμό. Είχε άποψη. Ήταν γυναίκα με τα ούλα της, είχε την αυξημένη "όραση" και ενόραση των τυφλών ανθρώπων που βλέπουν καλύτερα από μας. Το μυαλό της ήταν ακονισμένο και πλατύ, είχε αλάθητο αισθητήριο. Πέρα απ΄όλ΄αυτά, πέρασε μέσα απ΄τα πράγματα. Δε μασούσε τα λόγια της, όπως ο Μάρκος και άλλοι, δεν είχε καβαλικεμένο καλάμι.΄Ηταν μιά περήφανη Μικρασιάτισσα γυναίκα. Ας μη ξεχνάμε, ήταν η μοναδική γυναίκα που μίλησε, ουσιαστικά, τα είπε όλα, Δε κράτησε πισινές, δε φοβήθηκε τίποτα και κανέναν, όπως κι ο άξιος άντρας της. Μα, είναι πεντακάθαρο ότι υποστηρίζει και εξυψώνει τον άντρα της, μπορεί να σκεφτεί κανείς. Και βέβαια ναι, και καλά έκανε. Αφενός ήταν γυναίκα του παλιού καιρού που ήξερε ν΄αγαπάει, να στέκεται όρθια και να στηρίζει ως το τέλος, αφετέρου ο άντρας της το άξιζε. Ο Βαγγέλης Παπάζογλου δεν ήταν απλά μοναδικός και τελείως διαφορετικός μουσικός, ήταν και ΠΕΡΗΦΑΝΟΣ! Το παρατσούκλι "αγγούρης" δίνεται σε ανθρώπους που είναι άκαμπτοι (αρνητικό στις μέρες της καθολικής συνωμοσίας και υποχώρησης στοιχειωδών ιδανικών...) δηλ., δε λυγίζουν την πλάτη, δε κάνουν διπλωματικούς ελιγμούς γιά να επιπλεύσουν. Τιμή του που τον έλεγαν έτσι!
Η κρίση της ότι τα χασικλίδικα, της φυλακής και τα ψευτομάγκικα δεν ήταν ρεμπέτικα, μπορεί να ενοχλεί, κυρίως τους νεαρούς θιασώτες που έλκονται απ΄αυτά τα τραγούδια που, ομολογουμένως, τυχαίνει να είναι υπέροχα. Όμως, η Αγγελίτσα ήταν γυναίκα και οι γυναίκες θέλουν μιά ισορροπία, μιά βόλεψη, ένα σπίτι, τον αγαπημένο τους και τα παιδιά τους. Έτσι είναι προγραμματισμένες από το μηχανισμό της ζωής και όχι όπως, γιά λόγους μόδας και ευκαιριακών φαινομένων, προσπαθούσε να πείσει ο Τούντας, γιά παράδειγμα. Αν δεν υπήρχαν γυναίκες, η συντριπτική πλειοψηφία των αρσενικών δε θα ξημεροβραδιάζονταν (όπως και κάνουν) στα "ανακυκλωτικά" καφενεία, αλλά θα σέρνονταν τύφλα στο μεθύσι και χαμένοι στο παραλήρημα των ναρκωτικών.
Τελειώνοντας, μπαίνει το ερώτημα: άσχετα αν η Αγγέλα Παπάζογλου είναι κάθετη στις απόψεις της, είναι λιγότερο αρμόδια, στο συγκεκριμένο θέμα, από τους "ειδικούς" της μελέτης των δισκογραφικών ετικετών; Απλοποιώ;

Επαναλαμβάνοντας, όταν οι γυναίκες αποφασίζουν να εγκαταλείψουν το ρόλο των χειροκροτητριών και των "παθιασμένων" ζεϊμπέκικων, ενώ τις συνοδεύουν αρσενικοί χειροκροτητές, όταν οι γυναίκες, λοιπόν, αποφασίζουν ν΄ανοίξουν το στόμα τους και να πουν δυό πράγματα γι αυτή την ιστορία, καλό θα είναι να τις ακούμε. Γι αυτό και δίνω την παρακάτω ηλεκτρ/κή διεύθυνση http://hli8iaromantikh.blogspot.com/2006/08/blog-post.html

Τρίτη, 8 Απριλίου 2008

Γειά σου 80 μου, μερακλή!

Φωτο 1. Αυτή η ευγενική φυσιογνωμία με το τρυφερό βλέμμα και το αδιόρατο χαμόγελο είναι ο μεγάλος Μικρασιάτης βιολιτζής Γιάννης Δραγάτσης (Ογδοντάκης)

Φωτο 2. Κι αυτό το γλυκό ανθρωπάκι (πρώτη σειρά, τέταρτος από αριστερά προς δεξιά) που κάθεται σαν υπάκουος μαθητής είναι πάλι Ο Ογδοντάκης, σε μεγαλύτερη ηλικία, ανάμεσα στα μέλη του Σωματείου Μουσικών

Γιάννης Δραγάτσης ( Ογδοντάκης) Σμύρνη 1886-Αθήνα 1958

Ογδόντα μου, μεγάλες βιολιτζήδες υπήρχαν άπειροι. Τί είν΄αυτό που με κάνει να λύνομαι όταν σ΄ακούω και να μη θέλω να μαζέψω τα κομμάτια μου; Δε ξέρω να μιλήσω με μουσικούς όρους, μονάχα τη γλώσσα της καρδιάς και του θώρακα γνωρίζω. Είχες ένα τρόπο να συλλαβίζεις με το βιολί σου που... δε ξέρω. Έπαιζες δαιμονισμένα κομμάτια, σα τον "Κόνιαλη" με τη Ρόζα. Τι σημασία που το τραγούδι είναι τούρκικο; Το πήρες, το στριφογύρισες και τό΄κανες κάτι αλλιώτικο. Όταν μόνο και που αγγίζεις το βιολί με το δοξάρι σου, συνοδεύοντας το φίλο σου, τον μοναδικό Νούρο, τί να πει κανείς; Πήγα να βάλω κάποιες λέξεις, να περιγράψω, και οι λέξεις αρπάξαν φωτιά, καμπύλωσαν, πήραν το χρώμα της σέπιας και καήκαν, πετώντας ψηλά. Όταν παίζεις το "Μπουρνοβαλιό συρτό" σηκώνεται ένα υγρό αεράκι και το ξέρω πως κάθε φορά που το βάζω εδώ στο Βορρά και το χαίρομαι, τα νερά του Αιγαίου το νιώθουν, πιάνουν τον απόηχο και ρυτιδιάζουν, ανατριχιάζοντας...

Μπορεί κι ο Σέμσης νά΄ταν πολύ μεγάλος στο βιολί. Με πυγμή στο παίξιμό του, έμπνευση, ατέλειωτη πείρα. Με σένα είναι κάτι αλλιώτικο. Τη δύναμή σου, την εσωτερική, δε τη βγάζεις, όπως την έβγαζε ο Σέμσης πατώντας το δοξάρι. Εσύ δε τεντώνεσαι, μόλις που ακουμπάς τις χορδές κι αυτό φτάνει γιά να σηκωθεί ένας τρεμουλιαστός, μυρωδάτος καπνός, να κουλουριαστεί σα φίδι και ν΄ανοίξει τις σάλες της έκστασης.

Σ΄ακούω, Ογδόντα μου, στις μέσες των νυχτών, μέσα στο σκοτάδι, τότε που οι όγκοι και οι φόρμες των γύρω πραγμάτων εξαφανίζονται. Σ΄ακούω φορώντας ακουστικά που τα σφίγγω πάνω στ΄αυτιά μου γιά νά΄ρθω όσο πιό κοντά σου γίνεται. Και ανάμεσα στα ζαρώματα του μετώπου και το άνοιγμα του στόματος, καθώς βγαίνουν στίφη διάφανων αγγέλων απ΄το ηχείο του βιολιού σου, συλλογίζομαι όλα τα χρόνια που έδωσα ακούγοντας μπουζούκια. Δε λέω, δε μετανιώνω, μου δώσαν. Όμως, δεν αντέχω πιά άλλο τον εγωισμό του μπουζουκιού, ίδιον με τον εγωισμό των μυρωδάτων πεύκων που δεν αφήνουν τίποτα κοντά τους να φυτρώσει.
Προχωράω στους δρόμους, Ογδόντα μου, και βλέπω τα νέα παιδιά που απελπισμένα προσπαθούν να διαφοροποιηθούν με ρούχα μαζικής παραγωγής, κρεμώντας χαλκαδάκια στ΄αυτιά, στη μύτη, στη γλώσσα ή, σκεπάζοντας με τατουάζ τα σώματά τους. Γιατί νιώθουν την προσωπικότητά τους να πολτοποιείται μέσα στην ανωνυμία και τη βουλιμία της αγοράς που "όλα τα σκίζει κι όλα τα μαχαιρώνει". Σκέφτομαι καμιά φορά ότι αυτή η λατρεία γιά το μπουζούκι, το μπουζούκι της κενής δεξιοτεχνίας, κάτι κοινό έχει με τα παραπάνω... Ξέρω πως τα λόγια μου ακούγονται παράξενα. Το μπουζούκι όμως έχει περιορισμούς και όρια, αν δεν έχει κανείς την έμπνευση του Βασίλη Τσιτσάνη και δεν παίζει όπως το έπαιζε αυτός. Το βιολί και η κιθάρα είναι πολύ πιό πλατιά όργανα. Λες, Ογδόντα μου, να με πάρουν με τις πέτρες γι αυτά που λέω;
Τι θά΄λεγες λοιπόν στη Yona, ένα νέο κορίτσι που είναι στα πρώτα της βήματα, αλλά που ακουμπάει το βιολί με τρόπο παραπλήσιο μ΄εσένα; ................................................................... Μένεις σιωπηλός. Εγώ θα της πρότεινα ν΄αγοράσει το CD ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΝΟΥΡΟΣ της LYRA mμε τα παρακάτω τραγούδια
CD 1
ΓΑΛΑΤΑ ΜΑΝΕΣ /ΤΖΙΒΑΕΡΙ /ΜΕΜΟ /ΜΥΛΩΝΑΣ /ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ /ΤΖΙΤΖΙΦΙΩΤΙΣΣΑ/ΜΑΤΖΟΡΕ ΜΑΝΕΣ /ΑΓΟΡΟΚΟΡΙΤΣΑΡΑ ΜΟΥ /ΓΙΑ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΜΙΑΣ ΣΜΥΡΝΙΑΣ /ΠΕΙΡΑΙΩΤΙΚΟΣ /ΑΛΗ ΠΑΣΑ /ΧΑΣΙΚΛΟΥ /ΧΕΤΖΑΖ /ΡΑΣΤ
CD 2
ΤΖΙΒΑΕΡΙ /ΜΠΟΥΡΝΟΒΑΛΙΟ /ΔΟΛΟΦΟΝΙΣΣΑ /ΣΑΜΠΑΧ /ΟΥΖΟ /ΤΑΜΠΑΧΑΝΙΩΤΙΚΟ
ΤΡΕΛΟΚΟΡΙΤΣΟ /ΜΙΝΟΡΕ ΜΑΝΕΣ /ΣΤΟΥ ΣΥΓΓΡΟΥ /ΓΙΑΛΕΛΕΛΙ ΓΙΑΛΕΛΕΛΙ /ΑΡΑΠΙΚΟ
ΟΥΣΑΚ /ΡΑΣΤ /ΠΑΙΧΝΙΔΙΑΡΑ ΜΟΥ ΓΛΥΚΙΑ /ΠΕΙΡΑΙΩΤΙΚΟΣ,
να βάλει τα ακουστικά και, στη μέση της νύχτας, τότε που το μυαλό ησυχάζει, να σ΄ακούσει πως παίζεις το βιολί. Είμαι σίγουρος πως την άλλη μέρα το πρωί, όταν θ΄ανοίξει τα μάτια της, δε θά΄ναι η ίδια Υona...