Τετάρτη, 9 Μαρτίου 2011


Τι σόι χώρα είμαστε;

Οι παρακάτω γραμμές δεν είναι εξομολογήσεις. Μπορεί να ακουστούν μελαγχολικές, αλλά καθόλου έτσι δεν αισθάνομαι. Άγρια αισθάνομαι, αναρχικά και βίαια. Θυμό, πριν απ΄όλα, νιώθω. Όχι γιά τους ανθρώπους αλλά γιά τις καταστάσεις...
Το θέμα ξεκινάει με αφορμή μιά "γιορτή" (μάζωξη δηλαδή) σε συγκεκριμένο Σύλλογο ελληνικό του εξωτερικού, θα μπορούσε όμως νά΄ταν σε αντίστοιχο Σύλλογο οποιασδήποτε χώρας...Οι γιορτές-μαζώξεις είναι σωστές, αυτές καθαυτές. Γίνονται για να συναντηθούν οι άνθρωποι-μετανάστες, να ΄"νιώσουν λίγη Ελλάδα", να παρηγορηθούν. ΄Ολα καλά και άγια ως εδώ.
Στο συγκεκριμένο μέρος οι άνθρωποι συμπαθέστατοι, στα διαλείμματα έξω στο δρόμο γιά ένα τσιγάρο, ξετυλίγονται παλιές αναμνήσεις γι αυτούς που πέθαναν, γι αυτούς που επέστρεψαν, αυτούς που εξαφανίστηκαν, τέτοια... Πράγματα κατανοητά, ανθρώπινα. Όλοι/ες είναι κάποιας ηλικίας. Νέοι δεν υπάρχουν(τί νά΄ρθουν να κάνουν;) "Γερνάμε...είμαστε στην κάτω βόλτα", λέει κάποιος κοιτάζοντας το κενό.
Εκείνο που θέλω να θίξω είναι η μουσική που παιζόταν. Οι μουσικοί είναι δυό και ένας τραγουδιστής. Ένα μπουζούκι, όπως πάντα, που παίζει καθαρά, που ξέρει, που λειτουργεί σα μιά μηχανή. Και ένα συνθεσάϊζερ. Ο άνθρωπος που το παίζει κάθεται ανέκφραστος μπροστά του και παίζει. Ξέρει τη δουλιά (με ιώτα) του.Το συνθεσάϊζερ είναι ένα όργανο εκπληκτικών δυνατοτήτων και ένας απ΄τους φονιάδες της λαϊκής μουσικής, γιατί "όλα τα σφάζει, όλα τα μαχαιρώνει". Πατάς ένα κουμπάκι και παίζει κλαρίνο, πατάς άλλο παίζει βιολί, σαντούρι, πιάνο, ούτι, ότι θες.
Αν πας σ΄ένα Έλληνα αγρότη αδιάβαστο, αδιάφορο και πεισματάρη και του δώσεις χημικό λίπασμα, όσο κι αν του εξηγήσεις τη δοσολογία, δε ξέρεις ποτέ τι θα κάνει όταν φύγεις. Το πιθανότερο είναι να ρίξει όλο το σακκί γιά να βγάλει ντομάτες σα καρπούζια. Υπερβάλλω λίγο, αλλά ξέρετε για τι μιλάω...
Κάτι παραπλήσιο και με το συνθεσάιζερ. Οικονομία χρημάτων. Παίρνεις ένα οργανίστα και στα κάνει όλα...Θυμάμαι στο τελευταίο μαγαζί που έπαιζε ένας απ΄τους τελευταίους μερακλήδες, ο Γιάννης ο Παπαϊωάννου. Έπαιζε πενιές μπερμπάντικες, είχε κι εκείνη τη φωνή που σ΄άγγιζε βαθιά. Είχε όμως , πιό πίσω στο πάλκο, κι έναν οργανίστα που έπαιζε καταπληκτικά αλλά, τι να το κάνεις; Άλλο η σαρδέλα στα κάρβουνα, άλλο η σαρδέλα κονσέρβα...
Είμαι ρομαντικός; Μεγάλωσα και δε καταλαβαίνω την εξέλιξη; Σιγά την εξέλιξη και σιγά τα λάχανα... Το συνθεσάϊζερ έχει απίστευτες δυνατότητες αλλά στην Ελλάδα, άσε καλύτερα...
Ικανότατοι λοιπόν κι οι δυό μουσικοί, έμπειροι δηλαδή, έπαιζαν ότι παίζεται στα συγκεκριμένα πλαίσια των απανταχού κονσερβαρισμένων ρεπερτορίων. Από το "Γιάννη μου, το μαντήλι σου" μέχρι "Αρμενάκι" και μετά, βουρ στα λαϊκά. Θοδωράκης, "Δραπετσώνα"(φτάνει πιά, Ύψιστε!), Καζαντζίδης, "Τα τρένα γιά τη Γερμανία" (φτάνει ρε παιδιά, νισάφι!).Και μερακλώνονται δυό και ρίχνουν τις ζεϊμπεκιές τους...
"Ε, και που είναι το περίεργο σ΄όλ΄αυτά", θα πει κάποιος (κάποιος, γιατί οι κάποιες συνήθως δε μιλάνε). "Εσύ δεν είσαι που γράφεις γιά διατήρηση μνήμης;". Ναι, αλλά αυτό δεν είναι πιά διατήρηση της μνήμης. Αν το ίδιο πράγμα επαναλαμβάνεται συνέχεια (είμαστε στο 2011!) τότε λέγεται κόλλημα, μαζοχισμός και αδιέξοδη γκρίνια. Μιά Ελλάδα που κλαίει ή σκυλεύεται στα σκυλάδικα...
(συνεχίζεται)



Τί σόι χώρα είμαστε; - Το hüzün (τουρκ. μελαγχολία) (2)


Ένα φεγγάρι που δούλευα σα ξεναγός, με ρωτούσαν συχνά οι "ξένοι": "καλά, δεν υπάρχει κάποιο μαγαζί που να χορέψει κανείς με απαλή μουσική, ένα τανγκό, κάτι;". "Όχι, δεν υπάρχει", ήταν η απάντηση. "Μα, η Ελλάδα είναι δυτική χώρα, έτσι δεν είναι;", ξαναρωτούσαν. Δεν είχα απάντηση σ΄αυτό...

Η Αγγέλα Παπάζογλου, σύζυγος του γνωστού Βαγγελάκη Παπάζογλου, στο βιβλίο "Τα χαϊρια μας εδώ" λέει πως στη Σμύρνη οι ορχήστρες έπαιζαν τα πάντα. Από τότε έχουν περάσει πάνω από 100 χρόνια και παντού, μα παντού, βλέπει κανείς στην Ελλάδα μπαρ, καφετέριες, ταβερνάκια, κάθε είδους φαγάδικα, ακριβά μαγαζιά με φίρμες, σκυλάδικα και ρεμπετάδικα. Εντάξει, υπάρχουν και κάποια άλλα, έτσι γιά δείγμα.

Και οι ελληνικοί Σύλλογοι του εξωτερικού, στην "προσπάθεια" να "διατηρήσουμε την κουλτούρα μας", παίζουν το "Γιάννη μου, το μαντήλι σου" (ένα μικρό αριστούργημα), τα "Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι" και "Στη Δραπετσώνα πιά δεν έχουμε ζωή, κράτα το χέρι μου και πάμε, αστέρι μου, εμείς θα ζήσουμε κι ας είμαστε φτωχοί" (...) Κατόπιν, οι μερακλωθέντες, μπαίνουν στα άνετα δυτικά αυτοκίνητά τους και παν στα σπίτια τους. Δεν είναι παρανοϊκά όλ΄αυτά;



_________________________________




Τί σόι χώρα είμαστε; (3) - Ο αυτοεγκλεισμός του ρεμπέτικου...



Λέει ένας νεαρός "φορουμίστας": "τι να κατάλάβουν οι ξένοι από το τραγούδι "Παραπονιούμαι στο ντουνιά";
Αυτό είναι ένα τραγούδι του Γιάννη Παπαϊωάννου (1948) με στίχους του Γ. Γριμανέλλη και έχει τους παρακάτω στίχους:

Παραπονιούμαι στο ντουνιά και το παράπονό μου
κανείς δε το αισθάνεται και σβύνω απ΄τον καϋμό μου.

Γιά με δε βρίσκεται γιατρός, φάρμακα και βοτάνι
μ΄αρνήθηκες κι ο πόνος μου δε πρόκειται να γειάνει.

Είναι μεγάλος ο καημός του χωρισμού μας τώρα,
με τράβηξε ο ποταμός, με πήρε πιά η μπόρα.

Κανείς δε με παρηγορεί, ελπίδα να μου δώσει,
παρά κοιτάει πιό πολύ βαθιά να με πληγώσει.

Χωρίς να κάνω ατέλειωτες βυθοσκοπήσεις, είναι φανερό πως δε πρόκειται μονάχα γιά ένα ερωτικό τραγούδι χωρισμού. Σημειώνω μόνο πως, η μετάθεση των προσωπικών προβλημάτων στους "άλλους" είναι τυπική μεσογειακή αντίδραση. Ο υπερεξογκωμένος εγωισμός (βλ.λεβεντιά) δεν επιτρέπει στο άτομο να δεχτεί ότι κάνει λάθη, όσο κι αυτό ακούγεται υπεραπλουστευμένο.

Στην Ευρώπη και αλλού, είναι ένας έως άγνωστος ψυχολογικός μηχανισμός. Στα "ανεπτυγμένα τυφλά κράτη" ο μέσος άνθρωπος αυτοσυντρίβεται, συνηθέστατα, πιστεύοντας πως το λάθος βρίσκεται στον ίδιο/α.

Ούτε ο ένας μηχανισμός είναι σωστός, ούτε ο άλλος. Η ζωή είναι αυτή που είναι και η μοναδική ρεαλιστική λύση (αν δε πάρουμε σημαίες και γκλομπς να βγούμε έξω και να τα κάνουμε όλα λίμπα) είναι, να βρούμε τη δική μας θέση μέσα σ΄αυτή, προσπαθώντας να είμαστε καλά. Τετράγωνα λόγια, το ξέρω, έτσι όμως είναι.

Αν έχετε κάποια άλλη καλύτερη θεωρία, όχι κοντόφθαλμη όμως και ευκαιριακή, ελάτε να μου την πείτε και σε μένα.

Καταλαβαίνουν λοιπόν οι "ξένοι" ένα τραγούδι σα κι αυτό; Η απάντηση είναι, γιατί όχι; Δε νιώθουν οι "ξένοι" άντρες συντριβή από ένα χωρισμό; Τώρα το αν περιμένουν παρηγοριά από άλλους και δε την εισπράττουν και παραπονιούνται γι αυτό, αφείστε το καλύτερα...

Σε κάθε περίπτωση, καταλαβαίνουν καλύτερη απ΄ότι οι δικοί μας νέοι καταλαβαίνουν τη punk και τη rap μουσική και τους στίχους...

Το τραγούδι του Παπαϊωάννου είναι μελαγχολικό και, πιστεύοντας ότι οι "ξένοι" δε καταλαβαίνουν, μπαίνουμε στο επικίνδυνο γήπεδο του εθνικισμού της μελαγχολίας, σ΄αυτό που οι Τούρκοι ονομάζουν hüzün

____________________________

To hüzün

O Nομπελούχος της Λογοτεχνίας Τούρκος συγγραφέας Όρχαν Πάμουκ λέει πως γιά να καταλάβει κανείς την Τουρκία ή την Κων/λη γιά την οποία γράφει, πρέπει να καταλάβει μιά ιδιαίτερη μελαγχολία που υπάρχει εκεί. "Αναφέρομαι", λέει, "στις μπουρούδες που φωνάζουν μες την ομίχλη, στα τείχη της Πόλης που κείτονται σε ερείπια από τον καιρό της πτώσης του Βύζάντιου, στις άδειες αγορές τα δειλινά, στους άδειους τεκέδες των ντερβίσηδων" και συνεχίζει με ένα ολόκληρο κεφάλαιο που το αφιερώνει στο hüzün, την ιδιαίτερη τούρκικη αίσθηση της μελαγχολίας.

Συγγραφείς απ΄όλα τα μέρη του κόσμου έχουν γράψει αντίστοιχα πράγματα και σ΄εμάς πάμπολλοι. Αναφέρω χαρακτηριστικά τον Καρυωτάκη, το Μένη Κουμανταρέα και το Γ. Χουλιαρά που γράψαν γιά τη μελαγχολία της επαρχίας και της μεγαλούπολης.

Θα μπορούσα κι εγώ να μιλήσω γιά τη μελαγχολία της Κυριακάτικης επιστροφής από το γήπεδο, τη μελαγχολία της "Συννεφιασμένης Κυριακής", γιά τις δικές μας άδειες αγορές τα δειλινά, τη μελαγχολία που ανακλούν τα ατέλειωτα ερείπια των αρχαίων χρόνων, τη βαθιά μελαγχολία του Στέλιου Καζαντζίδη, τη μελαγχολία των χαμένων ονείρων και πάει λέγοντας...

Όσο κι αν υποστηρίξει κανείς ότι οι μελαγχολίες των διαφόρων λαών μοιάζουν, έχει ωστόσο η κάθε μιά ιδιαιτερότητες. Η μελαγχολία ενός Νεοϋρκέζου δε μοιάζει με τη μελαγχολία ενός Έλληνα, άσχετα αν κι οι δυό εδράζονται σε παραπλήσιες αιτίες. Εκεί, στην ιδιαιτερότητα, δημιουργείται το πρόβλημα και έρχεται και χώνει το ράμφος του ο συνειδητός ή ασυνείδητος εθνικισμός και η ομφαλοσκόπηση. Χωρίς να το θέλουμε, ενώ μπορεί να μιλάμε γιά τη μελαγχολία κάποιων τάδε ρεμπέτικων, όπου υποστηρίζουμε΄πως μόνο εμείς μπορούμε να τα καταλάβουμε, να τα νιώσουμε πέφτουμε, χωρίς να το θέλουμε, στο γήπεδο των ακραίων εθνικιστών.

Αυτοί υποστηρίζουν τις ιδιαιτερότητες του λαού που ανήκουν και αρνούνται διεθνείς αξίες πράγμα που, με τη σειρά του, οδηγεί στην άρνηση επικοινωνίας με διαφορετικές κουλτούρες. Οι ιστορικές μας εμπειρίες, λένε, η θρησκεία μας, τα βάσανά μας, δε μπορούν να γίνουν καταληπτά από άλλους. Οι εμπειρίες των άλλων και οι αξίες τους δεν έχουν καμιά σχέση μ΄εμάς, λένε, γιατί φοβούνται την επικοινωνία. Είναι, τηρουμένων των αναλογιών, ο ίδιος φόβος με το αφελές ανθρωπάκι Ιωάννη Παττακό που είπε κάποτε στη Τζιά: "πρέπει να κλείσωμεν τα σύνορά μας διά να μην εισέλθει ο πληθωρισμός" (!)

(συνεχίζεται)
_______________________________


Ακαδημαϊκοί από τη Ρωσσία, φουνταμενταλιστές από τον Αραβικό κόσμο και άλλοι πολλοί λένε πως, οι φιλελεύθερες ιδέες δε λειτουργούν σ΄εμάς, είμαστε διαφορετικοί. Όλ΄αυτά βέβαια είναι μεταφυσικές ανησυχίες και το παίζουν. Βολεύει, αλλά το πιστεύουν κιόλας.
Δε μιλάμε γιά μιά παγκοσμιοποίηση των αρχών του Δυτικού κόσμου με το ζόρι, μιά παγκοσμιοποίηση που αρνείται τις πολιτισμικές διαφορές. Μιλάμε γιά μιά προδευτική δημοκρατικοποίηση και φιλελευθεροποίηση των τοπικών παραδόσεων.

Έτσι και με το ρεμπέτικο. Ο ναρκισσιστικός αυτοεγκλεισμός οδηγεί στην τελειωτική μοναξιά. Η επαφή του ρεμπέτικου με τη λογοτεχνία, η ανάλυση και η εξήγηση σ΄αυτούς/ές που πιστεύουμε πως δε καταλαβαίνουν, προωθεί το ρεμπέτικο, μας ανοίγει τα μάτια και προσθέτει καινούργιους φίλους και φίλες που μπορούν να δουν πράγματα που εμείς αδυνατούμε, τυφλωμένοι απ΄τον έρωτα, να δούμε. Γιατί ο έρωτας είναι τυφλός...



1 σχόλιο:

Στο Κόκκινο είπε...

Όλα αυτά τα ορθώς γραφόμενα θα μπορούσαν να αποτελέσουν ένα υπέροχο αφιέρωμα σε έναν πολυχώρο.Σε όποια χώρα κι αν βρίσκεται αυτός.Σε όποιο μήκος ή πλάτος αυτού του τρελού πλανήτη κι αν έχει "χτιστεί".Το ρεμπέτικο,η μελαγχολία,ο φόβος,ο κακός μας ο καιρός...
Γιατί γίναμε έτσι;Γιατί χάσαμε τους εαυτούς μας και προχωρούμε άδειοι δίχως όνειρα;Γιατί οι τελευταίοι εναπομείναντες ρομαντικοί και ιδεολόγοι θεωρούνται ανόητοι;Eρωτήσεις κρίσεως φυσικά... Οι απαντήσεις υπάρχουν μέσα μας.Σε όλους μας.Μόνο που οι περισσότεροι αρνούμαστε να τις δούμε.