Τετάρτη, 17 Αυγούστου 2011







Γιατί έτζι θέλω


Δίνω στον εαυτό μου το δικαίωμα να "πλησιάζω" κάποιες περιπτώσεις ανθρώπων που δεν υπάρχουν πιά, που οι φωνή τους ή οι συνθέσεις τους σημαίνουν γιά μένα. Έτζι, το περιεχόμενο των παρακάτω αναρτήσεων γιά τη Μαρίκα Καναροπούλου, είναι προϊόν ελεύθερης φαντασίας (fiction). Βασίζεται όμως σε συνδυασμούς ελάχιστων μικρο-στοιχείων που υπάρχουν γι αυτή τη γυναίκα και άλλων που προκύπτουν από το ένστικτο, τη βαθιά ενασχόληση με τη δισκογραφία, σκόρπιες πληροφορίες από χαρτάκια που τα σηκώνει ο άνεμος.

Η Μαρίκα Καναροπούλου (Μπρούσαλη) έφυγε γιά πάντα το 1990! Η φανατική προσήλωση στα μεγάλα ονόματα του κατοπινότερου πειραιώτικου ρεμπέτικου και η ολοσχερής εστίαση στους αρσενικούς συνθέτες, αλλά και άλλες δευτερεύουσες - πλην "ελκυστικές" - περιπτώσεις, δεν άφησε καθαρό μυαλό σε κανέναν - απ΄ότι ξέρουμε - γιά να πλησιάσει γυναίκες που - εκ των πραγμάτων - είχαν ζήσει από κοντά την όλη ιστορία. Βέβαια, πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι απέφευγαν να μιλήσουν, γιά ευνόητους λόγους.

Κουβαλώντας και το δικό μου μερίδιο ευθύνης γιά την αδιαφορία πλησιάσματός τους, παίρνω έναν ιδιότυπο και μοναχικό δρόμο, αυτόν των φανταστικών συνομιλιών.Το δηλώνω όμως γιά να είμαι ξεκάθαρος. 


Μαρίκα Καναροπούλου - 
με μιά γυναίκα σ΄ένα δωμάτιο σκοτεινό... (1ο)








η εικόνα είναι του Νίκου Χουλιαρά απ΄το βιβλίο του ΣΑΡΑΝΤΑ ΣΧΕΔΙΑ, ΑΘΗΝΑ 1974 - δε τον ρώτησα...



Δωμάτιο σκοτεινό, ολοσκότεινο. Τα παράθυρα κλεισμένα, φασκιωμένα. Μου το ζήτησες.
Σε έφερα γιά λίγο μέσα εδώ, με διαδικασίες που δε μπορώ ν΄αποκαλύψω. Ήθελα να βρεθώ κοντά σου. Σ΄ακούω που κάθεσαι στην ψάθινη πολυθρόνα. Οι βεργούλες της τρίζουν απαλά. Το σώμα σου πρέπει νά΄ναι πολύ αλαφρύ. Ακούγεται κι ένα ανεπαίσθητο σύρσιμο υφάσματος. Ίσως τακτοποιείς το φόρεμά σου να μη τσαλακωθεί. Κι ο ήχος ενός βραχιολιού με κάτι σα να του κρέμονται μικρά κουδουνάκια. Ντίνγκιλα...ντίνγκιλα... Βγάζεις ένα τρεμουλιαστό αναστεναγμό. Δε ξέρω το δρόμο να σου μιλήσω. Δε μπορώ να δω ούτε το περίγραμμά σου.

Η σιωπή πλέκει ιστούς αράχνης γύρω μας.


- Μη περιμένεις να σου πω. Δε ξέρω, δε θυμάμαι, δε θέλω να θυμάμαι. Όλ΄αυτά έχουν πιά περάσει. Είναι στάχτες. Ένα μανέ μπορώ να σου πω. Θέλεις;






Ξαναπέφτει η βαριά και βροχερή σιωπή. Τα μάτια μου αρχίζουν να συνηθίζουν στο σκοτάδι. Μισοδιακρίνω την ψάθινη πολυθρόνα αλλά όχι εσένα. Σα να μη θέλεις, σα να μην αφήνεις το περίγραμμα του σώματός σου να φανεί. Ξεχωρίζω λίγο το φόρεμά σου, μισοβλέπω το βραχιόλι - ήταν τελικά βραχιόλι - και τα παπούτσια σου. Το ένα δίπλα στο άλλο και, σα κεντημένα. Νιώθω το βλέμμα σου καρφωμένο απάνω μου. Θα πρέπει τα μάτια σου νά΄ναι μαύρα και κοφτερά. Το μαύρο όμως μες το μαύρο δε διακρίνεται.

Αλλάζεις στάση και ξανακούεται το ελαφρό τρίξιμο της πολυθρόνας.


- Δε θα μου πεις τίποτα;
- Σου είπα, μου λες μονολεκτικά.
- Είσαι τελείως άγνωστη. Μόνο η φωνή σου υπάρχει τυπωμένη. Τίποτα άλλο. Ούτε μιά φωτογραφία, τίποτα...
- Και σε τί θα ωφελούσε; Σάματι ενδιαφέρεται κανείς; Δεν έχει νόημα. Σκιά ήμουν και πέρασα. Ότι ήμουν, ότι είδα, ότι πέρασα, υπάρχει μες τη φωνή μου. Τα άλλα ας μείνουν στο σκοτάδι...


Η πολυθρόνα τρίζει. Σηκώνεσαι.


- Θέλω να φύγω. Με περιμένουν. Τα λέμε, τραγουδάμε, παίζουμε εκεί...
- Πού εκεί;
- Τί σημασία έχει; Μη μου ξαναζητήσεις να γυρίσω. Σ΄ευχαριστώ που θυμάσαι μιά Μαρίκα Καναροπούλου.
- Άσε με να σου δώσω αυτό, σου λέω και απλώνω την παλάμη μου προς τη μεριά σου. Σου δίνω ένα αστράκι με πούλιες ασημένιες.
- Όταν το ζουπάς θα φωτίζει αχνά...


Νιώθω το χέρι σου ν΄απλώνεται. Ακουμπάς το δικό μου. Είναι ζεστό το χέρι σου και ψιλοτρέμει. Παίρνεις το άστρο και με μιά γρήγορη και απαλή κίνηση μου αφήνεις την αίσθηση ενός τρυφερού χαϊδέματος.



- Κουράγιο πατριώτη, μου λες και η εμπροσθοφυλακή της ανάσας σου φτάνει ως το πρόσωπό μου.


Μυρίζεις θυμάρι, Μαρίκα Καναροπούλου...



/////////////




Μετά τη δημοσίευση της 1ης εξομολόγησης ήρθες πάλι, με δική σου πρωτοβουλία. Ήρθες απρόσμενα, τη στιγμή που έκανα το πρώτο βήμα μέσα στη φούσκα της Ούλτρα-μαρίνας.

- Να μπω κι εγώ μαζί σου, ρώτησες κι εγώ ανασήκωσα σιωπηλός τους ώμους. Δε μπορούσα να κάνω τίποτα καλύτερο. Ένιωσα πως σου φερνόμουνα αχάριστα, αλλά ήταν η ώρα που παύω, που αναχωρώ, που κλείνω κατάμουτρα την πόρτα σε κάθε επαφή με τα ανθρώπινα. Τότε που παίρνω τη λευκή καρδιά μου και χρειάζομαι να είμαι μόνος και να περπατώ σε ερημιές.

Κοίταξα προς το μέρος σου και διάκρινα μόνο τα μάτια σου, με μιά προσμονή μέσα τους.
- Έλα, είπα, δε ξέρω όμως πόσο μπορώ...
- Δε πειράζει, το θέλω. Τό΄χω ανάγκη...

Μπήκαμε μαζί μέσα, όλα γίναν μπλε και στη διαφάνειά του φάνηκε καθαρότερα το σώμα σου. Τα μάτια μου, από μόνα τους, το περιδιάβηκαν και σταμάτησαν στο κάτω μέρος των ποδιών σου που ήταν παχουλά.

Άρχισα να προχωράω και μ΄ακολούθησες πειθήνια, κρατώντας μου το χέρι. Εκπέμπεις μιά βαριά αντολίτικη, κίτρινη μυρωδιά ιδρωμένου κοριτσιού. Σε τραβάω προς το βάθος, σα να κατεβαίνουμε αργά σ΄ένα βυθό. Δε με παραξενεύουν αυτά που συναντάμε, τά΄χω εφεύρει χρόνια πριν. Τέσσερα ποτήρια μ΄ένα φρέσκο κρεμμύδι στο καθένα τους, ένα ολόφωτο Σαράι που πετάει, μιά δίκανη πιστόλα που πετάει άδειες σφαίρες, ένας μαύρος μεταλλικός δίσκος που κυλάει αργά τρίζοντας, ένα άγημα από χοντρούς βαθμοφόρους και αδύνατους κελευστές που περπατάν με βήμα στρατιωτικό. Τα είδα, τα ξέρω από παλιά, βαρετές επαναλήψεις. Εσύ όμως;

- Δε τα ξέρω ΄γω αυτά τα πράγματα. Πού με πας; Πώς βρέθηκα εγώ σε τέτοιους τόπους, Παναϊτσα μου; Δε ξέρω ΄γω από τέτοια πράγματα... Αλιώτικες, ολότελα αλιώτικες ήταν οι δικές μου μέρες. Και τώρα εσύ, άξαφνα, γιά πού;

Δεν απαντάω. Δε ξέρω τι να πω. Ταχύνω το βήμα, αρχίζω να τρέχω, κρατώντας πάντα το χέρι σου. Νιώθω πως το σώμα σου δεν έχει βάρος. Σηκώνεται πλάγια στον αέρα, με τη μηδενική αντίσταση ενός μπαλονιού.

- Δεν είμαι στα καλύτερά μου, Μαρίκα. Είμαι πιεσμένος και παραλυμένος, χωρίς επιλογές. Ας μη μπούμε σε λεπτομέρειες. Πες μου ένα τραγούδι, μπορεί να νιώσω καλύτερα...
- Τραγούδι να σου πω, αλλά η λύση δε βρίσκεται εκεί. Το τραγούδι είναι υποκατάστατο, λησμονιά και παρηγοριά. Σα να γυρίζεις το βλέμμα σου αλλού, γιατί θες ν΄αποφύγεις το πραγματικό πρόσωπο του σεβντά.

Άναυδος. Δε στο δείχνω όμως.

- Άλα, Μαρίκα, έτσι δε μού΄χεις ξαναμιλήσει.
- Με υποτιμάς. Ξέρω όμως πως δεν είσαι από τέτοια πάστα. Μπορείς να πεις τι θέλεις; Όχι από μένα, απ΄τη ζωή σου. Μίλα ανοιχτά, πες τι θέλεις.
- Είναι πολύ δύσκολο σήμερα να ξέρεις τι θέλεις. Ιδιαίτερα όταν ξέρεις ποιά πράγματα έχουν περιθώρια να πραγματωθούν. Μπορώ όμως να ξέρω καλά τι ΔΕ ΘΕΛΩ.
- Πάλι υπεκφεύγεις. Πολυτελή προβλήματα έχετε στις μέρες σου. Μήπως είναι άσκοπες οι συναντήσεις μας; Είμαστε από δυό ολότελα διαφορετικούς κόσμους, αγεφύρωτους. Μη μου σφίγγεις έτσι το χέρι, με πονάς... Στάσου! Σταμάτα! Έχω μιά άλλη γνώμη. Ν΄αλλάξουμε ρόλους. Να μου δώσεις εσύ το χέρι σου, να σε βγάλω έξω απ΄όλ΄αυτά τα μπερδεμένα. Να σε πάω σε μιά απ΄τις δικές μου μέρες, τις περασμένες. Έλα...

Σου δίνω εγώ τώρα το χέρι μου. Με τραβάς εσύ κι είναι το δικό μου σώμα που σηκώνεται πλάγια στον αέρα. Νιώθω ένα μούδιασμα ν΄απλώνεται μέσα μου κι αρχίζουμε κι οι δυό να διαλυόμαστε σε μόρια σκόνης...







1934. Μ΄ανεβάζεις κάτι φαρδειές σκάλες και μπαίνουμε στην αίθουσα φωνοληψίας. Νάτοι! Οχτώ άνθρωποι κι ΕΣΥ! Ένα ξεκάθαρο αντίτυπό σου, δίπλα στο μικρόφωνο. Μιά εικόνα "παγωμένη". Τίποτα, κανένας δε κινείται.

- Κάτσε σε μιά γωνιά και μη μιλάς, μου λες.
Προχωρείς, πλησιάζεις το "παγωμένο" αντίτυπό σου, μπαίνεις μέσα του και όλα ζωντανεύουν. Ο τυφλός Χρυσίνης με τα μαύρα γυαλιά του, ξύνεται στο σβέρκο και κάθεται έτοιμος με την κιθάρα του. Ο Βαγγέλης Παπάζογλου με το κοφτερό βλέμμα κρατάει τη δική του, και ένας που δε γνωρίζω, έχει σκαλωμένο ένα μπεγλεράκι σ΄ένα απ΄τα κουμπιά του σακακιού του και κρατάει ένα κρασοπότηρο. Είχα κάνει λάθος, έχοντας ακούσει την πλάκα, νομίζοντας πως ο Παπάζογλου το κρατούσε.

- Μαρίκα, στάσου λίγο πιό μακριά απ΄το μικρόφωνο, λέει ένας τεχνικός.
Φαίνεται σα νά΄χετε κιόλας κάνει την πρόβα.

Σε βλέπω καθαρά γιά πρώτη φορά. Θα φτάξω ένα σκίτσο σου, σκέφτομαι, μιάς και δεν υπάρχει φωτογραφία σου.
Φοράς ένα λουλουδάτο φορεματάκι και μαύρα, χαμηλά γοβάκια. Το δέρμα σου είναι σκοτεινό κι έχεις κι ένα χρυσό δαχτυλιδάκι που πετάει μικρές ανταύγειες, καθώς εξοστρακίζεται πάνω του μιά αχτίδα από το δυνατό ήλιο που καταφέρνει να τρυπώνει απ΄τη μισάνοιχτη κουρτίνα.

- Μαρικάκι, να σου πω, κορίτσι μου, σου λέει ο Παπάζογλου. Εκεί, στην επανάληψη του "βάλε με", δε σηκώνεις τη φωνούλα σου να πάει ψηλότερα;
- Ναι, του λες. Έτσι; Βάλε μεεε...;
- Έτσι, να σε χαρώ, μάτια μου. Έτσι, ακριβώς. Να το πάμε;

Με φυλακίζει το βλέμμα σου το σπαθάτο. Κοιτάς γύρω σου με γλήγορες, καυτές ματιές και βγάζεις ένα γάργαρο γέλιο σαν σου λέει ο Χρυσίνης:
- Κι αν έβαζες 500 δραμάκια πάθος ακόμα, ακόμα πιό καλό θά΄ταν. Ε, Βαγγέλη;
- Ναι, ναι, ξέρει η Μαρίκα! Άντε να το πάμε... 3...2...1!

http://www.fileden.com/files/2008/6/6/1947074/Vale%20me%20stin%20angalia%20sou%20II.mp3

- Γειά σου, ρε Μαρικάκι, μου ξεφεύγει και σου φωνάζω. Ήχος όμως δε βγαίνει απ΄το στόμα μου. Σα στα όνειρα. Εσύ όμως τ΄ακούς. Γυρίζεις, γέρνεις λίγο το κεφάλι και μου χαμογελάς.
Ο τρόπος που λες το τραγούδι είναι πολύ καλύτερος κι απ΄της Ρόζας, κι απ΄του Στελλάκη. Εκείνο που σου υπόδειξε ο Παπάζογλου, ίσως, κάνει τη διαφορά.

Το τραγούδι τελειώνει. Το μούδιασμα ξανάρχεται. Όλοι από μπροστά μου, τα λουλούδια απ΄το φόρεμά σου σαρώνονται, σα να γυρίζει μιά σελίδα. Επιστρέφομαι σα πακέτο, μόνος κι έρημος, να μασάω τα νύχια μέσα στη φούσκα μου της ουλτραμαρίνας...

Τα φώτα ανάβουν
αλλά εις μάτην,
γιατί εγώ πάντοτε στην έπαρση της σημαίας μασούλαγα βερύκοκα
και στην υποστολή χάζευα τα πουλιά...







Γιά τη Μαρίκα Καναροπούλου


Καθώς τουμπάρει ανάποδα η νύχτα σου, Μαρίκα,

φωσφορικά χταπόδια απλώνοντας στον ουρανό.
Υψώνεται η πάλλουσα φωνή σου
κι οριστικά διαιρεί το υπόλοιπο στα δυό.
Ένα η άδεια παρουσία σου
κι ένα γιά τα δυό σου κεντημένα πασουμάκια.
Τότε, παύει να ξεχωρίζει το άσπρο φως από το μαύρο,
το 1914 από το 1990.
Γέρνουν τα μαύρα μάτια σου
και η ψυχή σηκώνεται ανάλαφρη,
γυρίζοντας εκεί που ανήκει.





///////






επιστροφή και μονόλογος...

- Μου είχες πει να μη σε ξαναφέρω.
- Ναι. Δε σου είπα όμως τι θά΄κανα εγώ. Δε με θέλεις;»

Στο παράθυρο είναι κολλημένος ένας άγγελος από χαρτί. Σα τάμα μοιάζει. Το ικτερικό φως των λαμπτήρων χαμηλής ενέργειας από το πάρκο τον προβάλλει στο ταβάνι, ακριβώς πάνω από κει που κοιμάμαι. Ήταν τα δυό μάτια του – δυό τρυπιές με καρφίτσα – που έλαμψαν και με μισοξύπνησαν. Έκανα να σκεπάσω το πρόσωπό μου και ακούμπησα σε κάτι μαλακό δίπλα μου. Ήταν κι η μυρωδιά του θυμαριού. Κατάλαβα. Άνοιξα τα μάτια και δεν είδα τίποτα. Καθόσουν όμως πλάι μου. Αφού κίνησα το χέρι μου και έπιασα τα μαλλιά σου. Ψηλάφισα τα σκαλάκια τους με τα δάχτυλα, κατέβηκα στο λείο λαιμό σου.
- Με τρόμαξες, σου είπα.
- Δε τό΄θελα. Ήθελα να σου μιλήσω. Εξακολουθεί να με παραξενεύει ότι ενδιαφέρεσαι γιά μένα και όχι μόνο γιά τα τραγούδια μου.
- Ναι, αλλά τί ωφελεί; Μου είπες την άλλη φορά πως δεν έχει καμιά σημασία τι ήσουν, πως ήσουν.
- Ναι, έτσι σου είπα. Δε θέλω να με ρωτάς. Εγώ θα σου λέω...
 


Οχτώ ήμουνα, με δυό πόδια σα καλαμάκια και τρέχαμε...τρέχαμε, μπρος η μάνα μου και γω την κρατούσα απ΄το σκισμένο φουστάνι. Πού πάμε, της φώναζα αλλά δε μ΄απαντούσε. Τρέχαν κι άλλοι μαζί μας, σα δαιμονισμένοι τρέχαμε. Τα δέντρα ακίνητα, τα σύννεφα αδιάφορα, καπνοί στο βάθος, η σπλήνα μου μ΄έσφαζε, μού΄κοβε την ανάσα... Έκαιγ΄ο ήλιος τσουρούφλιζε και η μάνα μου ήταν σα φυτό. Έβλεπα μόνο την πλάτη της, αλλά πάνω απ΄τους κυρτούς ώμους της ανέβαιναν ατμοί, μαύροι σκοτεινοί ατμοί και μέσα τους διάκρινα κάτι σαν αιμάτινες ίνες. Δεν ήξερα τότε τι είν΄αυτό. Σα νά΄βγαζε σκοτάδι απ΄το στόμα της, μες τη μέση της μέρας. Ένα δροσερό σκοτάδι που ερχόταν στο πρόσωπό μου και πάγωνε τον ιδρώτα. Μ΄ανακούφιζε. Και το βράδυ της ίδιας μέρας, τρέχοντας πάλι, εκείνη μπροστά κι εγώ πίσω, φως έβγαινε απ΄το κεφάλι της και βλέπαμε, να μη σκοντάφτουμε. Γι αυτό σου λέω πως ήταν σα φυτό η μάνα.
Αυτό το τρεχαλητό μου έμεινε γιά πάντα στο νου. Όταν φωνογραφούσαμε με τον Παπάζογλου το «Βάλε με στην αγκαλιά σου»και κρατούσε το ρυθμό μ΄ένα κομπολογάκι που έτριβε τις χάντρες σ΄ένα κρασοπότηρο, εκείνος ο γλυκός ήχος μού΄φερνε στο νου ένα τσίγκινο κεσεδάκι που κρέμονταν απ΄τη μέση της μάνας και χτυπούσε πάνω στην αλυσσιδούλα του.
Αυτό το φοβισμένο τρέξιμο που κρατούσα σφιχτά την ψυχή μου στα δόντια μη και μου φύγει, με κυνηγούσε σ΄όλη μου τη ζωή. Ποτέ δε το ξέχασα. Ποτέ δε κατακάθισε. Έκανα τον καφέ μου τα ξημερώματα, μεγάλη πιά, και γύρω και μέσα μου τα πράγματα τρέχανε. Και στα τραγούδια που είπα, το ίδιο. Το μισό μου σώμα ήταν εκεί και τ΄άλλο μισό κάπου αλλού και έτρεχε. Αν έχεις προσέξει, μέσα στο τραγούδι που σου είπα, μου λέει το Βαγγελάκι, «βάλε με, παιδί μου». Τό΄κανε και γιατί με είδε που η μισή τραγουδούσα και τ΄άλλο μισό μου έλειπε.
Γιατί εμείς οι γυναίκες δενόμαστε με τους τόπους, με τα χώματα, αλλιώτικα από σας. Εσείς μπορείτε κι τα ξαναφτιάχνετε όλα απ΄την αρχή. Εμείς δε ξεχνάμε ποτέ. Σα τη γυναίκα του Λοτ που έγραφες και έγινε αλάτι.
Τέλος. Άστο να το πάρει ο άνεμος.
Μετά, τα χρόνια παρήλθαν. Έφυγα στα 1990. Κύλησε η ζωή χωρίς να την πάρω είδηση. Δε παραπονιέμαι. Έζησα και ήσυχα χρόνια στην Αμερική.
Εμείς όλοι, από τα πέρα μέρη, τραβηχτήκαμε το ΄37. Κάποιοι έμειναν και συνέχισαν με τους άλλους. Οι πιό πολλοί όμως, οι πιό ικανοί, τραβήχτηκαν. Δε μας έλεγε το καινούριο. Είμαστε αλλιώτικοι εμείς. Είχε περάσει όμως η μπογιά μας, ή καλύτερα, μας φίμωσαν με τον τρόπο τους. Και τώρα, κάποιοι μας ξανακούνε. Τί να το κάνεις; Δε μπορούν να μας νιώσουν. Είναι σα να τραβάς ένα ξεχασμένο κέντημα από ένα παλιό μπαούλο και να το τραβάς στο φως. Ποιός μπορεί όμως να ξανασυλλαβίσει τις κινήσεις του χεριού της κεντήστρας; Δε γίνεται. Τα μάτια τους κολλάνε στα δυνατά μόνο χρώματα, στους μάγκες, στους ντεκέδες, στις αλανιάρες, αυτά τους τραβάν. Δε λέω, υπάρχουν και κάποιοι λίγοι που προσέχουν τους μανέδες που είπα. Γιατί μέσα εκεί μιλάει η αληθινή φωνή της καρδιάς μου. Τα άλλα ήταν γιά κατανάλωση. Ωραία όμως τραγούδια...

Το χέρι σου απλώνεται και βρίσκει το δικό μου. Τρέμεις. Τα δάχτυλά σου είναι μπούζι.

- Οι αιμάτινες ίνες που σού΄λεγα. Δε φτάνουν όμως γιά να με ζεστάνουν. Αλλά η καρδιά, α, η καρδιά μένει πάντα και θα μένει γιά πάντα ζεστή. Όχι ζεστή, πυρκαγιά, γιανγκίνι. Γιατί έτσι είμασταν εμείς, με πυρωμένες καρδιές. Και η δική σου φλέγεται, το νιώθω. Μη, μη μου μιλάς. Δεν έχει νόημα. Ξέρω πως είσαι και τι νιώθεις. Κράτα. Κράτα γερά. Μην την αφήσεις ποτέ να σου σβήσει η πυρκαγιά. Να την έχεις, να σε καίει. Έχεις πάρεις από κει εσύ. Μέχρι το τέλος να φλέγεσαι.
Θα σου ξανάρθω. Είναι γλυκά κοντά σου. Συνέχισε τον ύπνο σου. Η Μαρίκα φεύγει... Καλό ξημέρωμα. Είδες; Δεν είμαι τόσο απρόσιτη που νόμιζες...






Δεν υπάρχουν σχόλια: