Κυριακή, 24 Απριλίου 2011





Το Πολύγωνο
και 
η αλάνα του


Η φωτογραφία εικονίζει προσφυγικό μαχαλά στο Δουργούτι (Νέο Κόσμο, επί το ευπρεπέστερον"), μοιάζει όμως πολύ με τον αντίστοιχο στο Πολύγωνο.




Οτιδήποτε θυμίζει καταστάσεις που δε τις εγκρίνει το σύστημα, θεωρείται εχθρός της "ανάπτυξης".


Tο κάθε σύστημα πρεσβεύει την "ανάπτυξή" του, θέλει εκείνο ν΄αποφασίζει τι και πως θα θυμόμαστε. Επιλέγει. Μαγειρεύει την ιστορία κατά το δοκούν.Η επανάσταση του ΄21 είναι μαγειρεμένη αρκούντως. Έχουν αλλάξει ημερομηνίες έναρξής της γιά να συμπίπτει με αμετακίνητες θρησκευτικές μνήμες. Ο "σπερματοδότης" κρίνος, η Μαρία, η έναρξη του ξεσηκωμού υπό τη σκέπη του Παλαιών Πατρών Γερμανού (σκέφτομαι καμιά φορά πόσος χώρος έχει καταληφθεί μέσα στον εγκέφαλό μου από το όνομά του και το όνομα του, ας πούμε, Κωνσταντίνου Μητσοτάκη) που, όπως είναι γνωστό, ήταν ενάντιος, γιά δικούς του λόγους, στο ξεσήκωμα ενάντια στους Tούρκους. Aυτό ανήκει σ΄αυτά που "πρέπει" να θυμόμαστε, με τον τρόπο που μαγειρεύτηκαν.



Το Πολυτεχνείο δεν έχουν κάτι εναντίον να το θυμόμαστε, αλλά όλες οι πλευρές το διαβρώνουν, ηθελημένα ή αθέλητα. Θα αρκούσε μιά σεμνή τελετή και μιά ακινησία κάποιων λεπτών σ΄όλη τη χώρα. Έτσι, ακόμα και τα μικρά παιδιά θα ρωτούσαν να μάθουν γιατί.



Η ημερομηνία της ήττας στη Μικρασία, το κάψιμο της Σμύρνης κι ότι επακολούθησε, είναι "σκόπιμο" να το απωθούν. Δε βολεύει να το θυμόμαστε, αναδαυλίζει παλιά πάθη κλπ. Αρκεί η τιμή στον Ελέυθέριο Βενιζέλο που δόθηκε το όνομά του στο άχαρο και αχανές αεροδρόμιο. 


Είναι πολύ αστείο που η μαγνητοφωνημένη γυναικεία φωνή στο μετρό, λέει το όνομα του αεροδρόμιου με μιά προσμονή των υπευθύνων ότι οι ξένοι επισκέπτες/τριες θα θυμούνται όλο αυτό το "Ελευθέριος Βενιζέλος"...


Γενικά, η μνήμη πρέπει να είναι ελεγχόμενη. Να είναι σα κάτι κλεισμένο σ΄ένα συρτάρι, σα μιά σημαία, που την ανοίγουμε όταν είναι η μέρα της, τη βάζουμε στη θέση της το βράδυ και συνεχίζουμε τη ζωή μας. Αλλιώς, μεταβάλλεται σε φρένο που δεν αφήνει τους ανθρώπους να συγκεντρωθούν στα καθημερινά τους..


.

Στις μεγάλες πόλεις, και ιδιαίτερα στις πρωτεύουσες, πρέπει να υπάρχει ευταξία. Αποτελούν τη βιτρίνα της χώρας. Το έδαφος, οι ακάλυπτοι χώροι έχουν μεγάλη αξία, τα συμφέροντα είναι μεγάλα. Κανείς δε φαντάζεται ότι ένας χώρος, ιδιαίτερα όταν ανήκει, μπορεί να μείνει "ανεκμετάλλευτος" γιά να γίνει μνημείο θύμησης. Μιά πλάκα, με κάποιες χαραγμένες γραμμές, αρκεί γιά να ξεμπερδεύουμε με το παρελθόν. Έτσι ξεμπερδέψαμε με το μακρουλό οικόπεδο όπου κάποτε έμενε ο πυρπολητής Κανάρης, στην Κυψέλη. Ο χώρος έγινε πολυκατοικία, μπήκε μιά πλακίτσα στην είσοδό της και, πάμε παρακάτω.


..

Η ονομασία "Πολύγωνο" δε ξέρω αν σας λέει τίποτα. Είναι ο χώρος γύρω από τα Δικαστήρια. Ένας χώρος πνιγμένος στο τσιμέντο, στα αυτοκίνητα, μηχανάκια και μοτοσυκλέττες. Όταν πλησιάσει κανείς σα πεζός, αισθάνεται ότι ο χώρος τον ξερνάει...
Γιά να σωθεί κανείς, τρέχει μέσα στο πάρκο του Πεδίου του΄Άρεως, όπου ο χρόνος είναι ακόμα σταματημένος...

("Γιατί το λένε ΠολύγωνοTο 19ο αιώνα, στη δυτική άκρη του Πεδίου του Άρεως, εκεί περίπου που είναι σήμερα το “Green Park”, υπήρχε μια υπερυψωμένη πολυγωνική εξέδρα, όπου παιάνιζε τα απογεύματα κάποια στρατωτική μπάντα, προς ψυχαγωγία των Aθηναίων. Έτσι η περιοχή ονομάστηκε Πολύγωνο. Mετά τη μικρασιατική καταστροφή, πρόσφυγες εγκαταστάθηκαν κατά μήκος όλης της βόρειας πλευράς του Πεδίου, από τη Mαυρομματαίων μέχρι τα Tουρκοβούνια. Mαζί με τον προσφυγικό συνοικισμό «ταξίδεψε» και το τοπωνύμιο. Σήμερα το Πολύγωνο είναι μια γειτονιά σφηνωμένη ανάμεσα σε Γκύζη, Άνω και Nέα Kυψέλη")*. * Η παραπάνω παράγραφος, η κλεισμένη στις κόκκινες παρενθέσεις, είναι αναδημοσίευση από τη σελίδα http://www.athensvoice.gr/city-lover/av,15535,CITY_LOVER.html


Εκεί λοιπόν εγώ κάποτε, ένας μπερδεμένος 9χρονος, έπαιζα. Είχαμε μόλις γυρίσει από τη Βραζιλία όπου θασ μέναμε γιά πάντα, αλλά επιστρέψαμε μετά από 1,5 χρόνο γιατί οι δουλιές (με ιώτα) του Μικρασιάτη πατέρα μου δε πήγαν όπως τις περίμενε. Θα κατασκεύαζε σωβρακάκια γιά ψύλλους, έτσι μου έλεγε πάντα και γελούσε. Κάτι έκρυβε ή δεν ήθελε να μπει σε λεπτομέρειες. 


Τ΄απογέματα, όταν μαλάκωνε η μεγάλη κάψα, έφευγα απ΄το σπίτι και πήγαινα να παίξω στην Αλάνα του Πολύγωνου. Ήταν ένας τεράστιος, με τα τότε μάτια μου, ακάλυπτος χώρος όπου μαζεύονταν αμέτρητα παιδιά, όλων των ηλικιών. Μεγάλη υπόθεση...

Είχα κι ένα φίλο που τονε λέγαν Βάσο (Βασίλη). Ένα απόγεμα που δεν είχε φανεί, πήγα να τον πάρω από το σπίτι του, στον ντενεκεδομαχαλά που βρισκόταν δυό βήματα ΒΔ. από την Αλάνα.





Λεπτομέρεια από το μαχαλά του Πολύγωνου.






Δε θυμάμαι να είχα μπει περισσότερο από 2-3 φορές μέσα σ΄αυτή την πολύβουη, προσφυγική κυψέλη. Τα χαμηλά προχειροφτιαγμένα σπιτάκια, τό΄να πάνω στ΄άλλο, αν αναστέναζες δυνατά σ΄άκουγαν οι διπλανοί και οι απέναντι. Είχαν μόλις καταβρέξει γιά να δροσιστούν. Μύριζε το χώμα, κάθονταν έξω απ΄τις χαμοκέλες τους και κουβέντιαζαν. Δε θυμάμαι πολλά πράγματα. Μόνο ένα συναίσθημα οικειότητας, αν και καθόλου δε θά΄θελα να βρισκόμουν στη θέση τους, ούτε είχα ιδέα ότι είχα κάτι κοινό μ΄όλους αυτούς τους ανθρώπους. Έτσι πίστευα τότε. Εμείς μέναμε σ΄ένα μισοσκότεινο υπόγειο πολυκατοικίας, όμως είχαμε τρεχούμενο νερό και ΜΠΙΝΤΕ! Όχι παίζουμε. 


Εγώ "τραυματιζόμουνα" καθημερινά όλο και πιό πολύ, ενώ ο Βάσος, το προσφυγόπουλο, έλαμπε από χαρά και δύναμη
.

Ένα πράγμα θυμάμαι πολύ καθαρά, ότι υπήρχε μιά ζωή που κόχλαζε ανάμεσα στα παιδιά που παίζαν στην Αλάνα. Ελλείψεις μπορεί να είχαν, αλλά τα παιδιά χρειάζονταν, τότε τουλάχιστο, πολύ απλά και συγκεκριμένα πράγματα και αυτά τά΄παιρναν με τη μορφή της πλατιάς κοινωνικότητας, του παιχνιδιού με το τίποτα, την αίσθηση του οικείου και πάλλοντος περιβάλλοντος.


Από τότε έχει περάσει μιά ολόκληρη ζωή. Πολλά "γλυκά" δοκίμασα, συνοικίες γειτονιές, πόλεις, χώρες και μπορώ άνετα να κάνω επαναπροβολές. Βλέπω καμιά φορά τις ατέλειωτες πολυκατοικίες, τους δρόμους που λυσσομανάν τα αυτοκίνητα, βλέπω τα σύγχρονα προάστεια όπου βασιλεύει μιά νεκρική ησυχία, τα καλοφτιαγμένα παρτέρια. 


Ακούω και γιά χωριά που ζητάνε την κατασκευή μαντρωμένης "παιδικής χαράς" και άλλες αηδίες... Βλέπω και τα ολότελα νεκρά προάστεια της μεταμοντέρνας κοινωνίας όπου ζω. Αυτά όπου ζουν πολλά παιδιά μειονοτήτων κι όπου υπάρχουν πολλά προβλήματα. Βανδαλισμοί, βιασμοί, εγκληματικότητα, μαχαιρώματα σε ημερήσια βάση. Από τις 5 το απόγεμα πέφτει μιά νέκρα. Ψυχή δε βλέπεις στους δρόμους, τα ελάχιστα μαγαζιά κλείνουν στις 6, ένα βαρύ σύννεφο πλήξης απλώνεται. Και τα ΄ντόπια παιδιά πλήττουν, αλλά ακόμα περισσότερο τα παιδιά των ξένων. Αυτά επισκέπτονται τις χώρες των γονιών τους τα καλοκαίρια, πόλεις και χωριά της Μέσης Ανατολής, της Τουρκίας κτρ. όπου η ζωή σφύζει. Αυτή η μελαγχολική ηρεμία τους τη δίνει κατακούτελα. Αισθάνομαι πως πίσω απ΄τις απελπισμένες τους αντιδράσεις κρύβονται κραυγές απόγνωσης. "Βγείτε έξω ρε, κινηθείτε, μιλείστε, φλερτάρετε, τραγουδείστε, φωνάξτε. Είναι ζωή αυτή η νέκρα;"



Πράγματα δηλαδή που ήταν τελείως άγνωστα, γιά παράδειγμα, στο χώρο του Πολύγωνου. Λογικά, θα έπρεπε ένα μικρό, ελάχιστο κομματάκι με 2-3 χαμοκέλες, να είχε διατηρηθεί. Όπως ήταν τότε. Το ίδιο θα έπρεπε να είχε γίνει σ΄όλους τους πρώην προσφυγικούς συνοικισμούς. Όχι με τον τρόπο που διατηρούνται από διάφορους βαλσαμωμένους Πολιτιστικούς Συλλόγους της επαρχίας, σπιτάκια της προηγούμενης ζωής με τα "αρχαία". Όχι γυαλισμένα τα σκεύη και τακτοποιημένα, αλλά όπως ήταν τότε. Να πηγαίνουν τα σχολεία και να βλέπουν πως ήταν η ζωή κάποτε.


 Οι Μικρασιάτικοι Σύλλογοι έχουν κι αυτοί μερίδιο της ευθύνης. Όχι, θα έπρεπε να μπορεί κανείς να δει την ατμόσφαιρα που υπήρχε τότε. Και μ΄ένα γραμόφωνο να παίζει το "Σπάστα, ρήμαξτα" του Παναγιώτη Τούντα, με την υπέροχη φωνή του Κώστα Μασσέλου (Νούρου)...





Σπάστα, ρήμαξτα - ζεϊμπέκικο
Σύνθεση, στίχοι : Παναγιώτη Τούντα
Εκτέλεση : Κώστας Νούρος
Βιολί : Δημ. Σέμσης (Σαλονικιός), σαντούρι Κ. Τζόβενος, κιθάρα Αργυρόπουλος
Δίσκος COLUMBIA DG 134


Έλα να σε ειδώ, να γιάνω, αχ, Πολυγωνιώτισσα γλυκειά
κι άλλην από σε δεν κάνω αγαπητικιά - μανίτσα μου.



Βελουδένιο πασουμάκι θα σου πάρω, κούκλα μου χρυσή
και μοντέρνο σκαρπινάκι κι ότι θέλεις, μάνα μου εσύ.



Θά΄χεις τάλιρα και λίρες κι όσα θες μετά, βρ΄αμάν, αμάν,
θα μεθούμε μες τις μπύρες, σπάστα, ρήμαξτα,
θα γλεντούμε μόνο λίρες, σπάστα, ρήμαξτα.



Αχ, Πολυγωνιώτισσά μου, έλα να μου σβήσεις τη φωτιά
που μου άναψες, μικρή μου, μόν΄σε μιά βραδυά, κουκλίτσα μου.



Θα γλεντούμε με τραγούδια, μέρα νύχτα, κούκλα μου χρυσή
με βιολιά και με σαντούρια κι ότι θέλεις, μάνα μου εσύ.



(Σημείωση: Υπάρχει ακόμα ένα τραγούδι, πάλι τραγουδισμένο από το Νούρο, που δεν έχω καταφέρει να εντοπίσω. Ο τίτλος είναι: "Πολυγωνιώτισσα" (1930) Μαν. Χρυσαφάκη -Columbia GR DG-55 WG-87..











Δεν υπάρχουν σχόλια: