Παρασκευή, 17 Σεπτεμβρίου 2010





Το Μικρασιάτικο 
και ρεμπέτικο 
σαν αντικείμενο ποίησης...


Οι πολέμιοι αυτών των τραγουδιών και οι αδιάφοροι έχουν επανειλημένα εκφραστεί υποτιμητικά γιά το περιεχόμενο των στίχων. Στο επίπεδο που οι στίχοι προέρχονταν από την προφορική, άγραφη παράδοση, έβλεπαν/βλέπουν το θέμα με μιά συγκαταβατική, ευγενική υποτίμηση, γιατί είχαν ήδη υπερασπιστεί τα δημοτικά μας τραγούδια κλπ. που βέβαια δε τα άκουγαν ποτέ... Όταν όμως άρχισαν να γράφονται οι στίχοι και να δίνονται στους συνθέτες, ο εχθρός έγινε συγκεκριμένος. Θεωρήθηκε/θεωρείται ότι οι στίχοι ήταν πολύ απλοϊκοί, έως  vulgaire όπως θά΄λεγε μιά "αστή" κυρία... Μα, ακόμα και οι υποστηρικτές αυτών των τραγουδιών νιώθουν αμηχανία όταν το θέμα γυρίζει στους στίχους. Μ΄αυτό το θέμα θέλει να ασχοληθεί αυτό το γραφτό.


Καθώς μεγαλώνουμε ο περίγυρος μας βάζει στο μυαλό διάφορους κανόνες. "Αυτό είναι έτσι κι όχι έτσι". Ένα μικρό παιδί έχει μιά ολοκληρωτικά αναρχική φαντασία όταν ζωγραφίζει. Μέχρι ένα σημείο ανεχόμαστε, συγκαταβατικά, τις "μουτζούρες" (που δε τις καταλαβαίνουμε), ενώ το μικρό παιδί βλέπει και εννοεί πολύ συγκεκριμένα πράγματα, απλά δεν έχει προλάβει να αποκτήσει πλήρη έλεγχο των δακτύλων του. Ζωγραφίζει όμως και εκφράζεται. Κάποια στιγμή αρχίζουμε να επεμβαίνουμε και να... "διορθώνουμε". Ο λαιμός είναι έτσι κι όχι έτσι. Το σώμα έτσι κι όχι έτσι κ.ο.κ. Εκεί αρχίζει αυτό που ονομάζουμε "πολιτισμό". Το μικρό παιδί, ανίσχυρο καθώς είναι, ντρέπεται γιά τα λάθη του, τα "διορθώνει" και αρχίζει ν΄αφομοιώνεται στην κατεψυγμένη λογική μας.


Παραπλήσια πράγματα συμβαίνουν και με τη γλώσσα, με τις περιπέτειες των λέξεων. Από πολύ νωρίς μας μαθαίναν να μη λέμε "τί;", να λέμε "ορίστε;" Έχω, σχεδόν, την πεποίθηση ότι αυτό το "ορίστε" προέρχεται από την έννοια του ρ. ορίζω που εκφράζει, γιά μένα, μιά δουλικότητα που με απωθεί ("τί ορίζει η αφεντιά σας;")


Το ρεμπέτικο τραγούδι και η σπονδυλική του στήλη το Μικρασιάτικο, είναι μιά μουσική που μας μεταφέρει τη λαϊκή γλώσσα και τους λαϊκούς "κώδικες της μαγκιάς" που χρησιμοποιούνταν, περίπου, ως το 1950 (;). "Αντιρρήσεις" και ενδοιασμοί υπήρχαν ήδη σ΄εκείνες τις εποχές και, πολύ πιό σεμνά και μουλωχτά, υπάρχουν και στο σημερινό κομφούζιο, Τα επιχειρήματα, τότε και τώρα, είναι σαθρά. Βασίζονται σε μιά αφηρημένα περιρέουσα άποψη ότι, όπως όλα "εξελίσσονται", έτσι και η γλώσσα πρέπει να "απολυμαίνεται" από τα "φύκια" που είχαν κολλήσει απάνω της. Η γλώσσα είναι ένας ζωντανός οργανισμός και όντως αλλάζει. Εκείνο που είναι ευαίσθητο και ύποπτο είναι όταν οι αλλαγές υποβάλλονται από προσωπικές και ταξικές ιδεολογίες. Αν, γιά παράδειγμα, με βολεύει, ηχητικά, να χρησιμοποιώ τον λεκτικό τύπο "ποδάρι" αντί "πόδι", γιατί να συμπαραταχθώ μ΄αυτούς/ές που προτιμούν το δεύτερο; Αν μ΄αρέσει να λέω "έλα, μωρ΄αδερφάκι", κανείς δε μου το απαγορεύει. με κατατάσσουν βέβαια στους "μαγκοφέροντες". Αν αυτό δε μ΄ενοχλεί ή δε μ΄ενδιαφέρει, δεν υπάρχει και πρόβλημα. 


Υπάρχει όμως πρόβλημα όταν τα μπουλούκια των "επαϊόντων", όποιοι/ες κι αν είναι αυτοί/ές, προσπαθούν να πείσουν ότι κάτι είναι "απλοϊκό", "τραχύ", "χωρίς αξία" κτρ. Εκεί, τα χαλάμε...



Γιά να γίνω πιό συγκεκριμένος ΕΠΙΛΕΓΩ κάποια τραγούδι (αιχμηρά και μη) και γράφω τους στίχους τους. Διαβάστε τους και σκεφθείτε, με ποιά κριτήρια οι παρακάτω στίχοι είναι "απλοϊκοί" και ποιός/ά θα το ορίσει αυτό;





1. Μπουρνοβαλιό μανές (1928) τρ. Κώστας Μασσέλος (Νούρος) - βιολί Γ. Δραγάτσης(Ογδοντάκης)



Σαν περπατείς τρελαίνομαι και τρέχω στη σκιά σου,
και γνώμη δεν αλλάζει πιά αυτή η σκληρή καρδιά σου

Στιγμή δεν αναπαύομαι, μου έφθειρες τη νιότη,
τι άλλαξε τη γνώμη σου, δεν είναι πιά η πρώτη;





2. Αμαρτωλή(Νοέμβριος 1931-Νέα Υόρκη) Σταύρος Καλούμενος/Σταύρος Καλούμενος



Δεν θέλω στον Παράδεισο να πάω σαν πεθάνω,
το ξεύρω ότι δε θα σε βρω και τότε, τί θα κάνω;

Θέλω να πάω στην Κόλαση, τη χάρη αυτή γυρεύω,
γιατί εκεί θε να σε βρω, αμαρτωλή, το ξεύρω!

γιάλα!

Γιατί ποτέ στη ζήση σου, ποτέ δε μ’ ελυπήθης,
να κάνεις ένα ψυχικό, λίγο να μ’ αγαπήσεις

γιάάάλα, όπα!

Αμαρτωλή, μες τις φωτιές θα ψήνεσαι, θα λειώνεις,
δεν οφελεί, κακούργα μου, αν τώρα μετανιώνεις

Μαζί κι εγώ με σένανε στην Κόλαση αν λειώνω,
με τους διαβόλους συντροφιά, σένα να βλέπω μόνο

Και πεθαμένους συντροφιά, διαβόλους θά’χω έτσι,
και στη ζωή με διάβολο, ο δόλιος, είχα μπλέξει

γιάλααα, όπλα!
γειά σου, Σταύρο!





3. Γλέντα με, φως μου, γλέντα με (1948) Σωτηρία Μπέλλου/Βασίλης Τσιτσάνης



Απόψε που χωρίζουμε και όλα τελειώνουν,
γλέντα με, φως μου, γλέντα με,
με τα φιλιά σου κέντα με.

Δως μου να πιώ γλυκό κρασί στην αγκαλιά σου μέσα,
κέρνα με, φως μου, κέρνα με,
και στον οντά σου πέρνα με.

Ποιός ξέρει τώρα πιά, αν θα ξαναϊδωθούμε;
Σφίξε με, φως μου, σφίξε με,
και στα φιλιά σου πνίξε με.





3. Η κανακάρισσα (19...) Ιωάννα Γεωργακοπούλου/Βασίλης Τσιτσάνης



Χαλιά και στρώματα μεταξοϋφασμένα,
θε να τα στρώσω, κανακάρισσα, γιά σένα,
κι αφού η μοίρα τώρα μ΄έφερε κοντά σου
να σ΄έχω αρχόντισσα στο νου και στην καρδιά μου

Δε θέλω τίποτε στον κόσμο να σου λείψει,
ούτε τα μάτια σου να συννεφιάζει η θλίψη,
γιά τη γυναίκα που τη θέλω πριγκηπέσσα,
σκίζω τη γης γιά μιά στιγμή και μπαίνω μέσα

Είναι η πρώτη μου φορά πουχ΄αγαπήσει,
σ΄έχ΄η καρδιά σε τόσες άλλες ξεχωρίσει
γλυκειά λαχτάρα της ψυχής κι αρχόντισσά μου,
είσαι και θά΄σαι πάντα κανακάρισσά μου



Δεν ανήκω σ΄αυτούς που καθαγιάζουν φανατικά κάθε λαϊκή δημιουργία, ιδιαίτερα στις μέρες μας που όλα έχουν γίνει ιμάμ-μπαϊλντί. Μου ανάβουν οι λάμπες όμως όταν ακούω διάφορες ψηλομύτικες κρίσεις γιά την απλοϊκότητα. Όχι μόνο γιατί εκτοξεύονται εκ του πονηρού, αλλά γιατί εκφράζουν μιά κωμική άγνοια, μιά ψευδο-εκλέπτυνση, έντονη "βαρυκοϊα" και έλλειψη στοιχειώδους ικανότητας συνδυασμών απλών σκέψεων και παραλληλισμών.



Όλοι/ες μας κουβαλάμε διάφορες αντιλήψεις, προσωπικό γλωσσικό αισθητήριο, ιδιωτική χημεία. Αυτό είναι κάτι σεβαστό, ως το σημείο που προσπαθεί να ενδυθεί μανδύα ιδεολογίας που επιμένει να καθυποτάξει τους/τις αντιθέτως φρονούντες/ούσες.

Υπάρχει μιά μακριά σειρά λέξεων που, κι εμένα, δε μου κάθονται ηχητικά/χημικά. Ίσως ακόμα και γιατί με παραπέμπουν σε πρόσωπα και καταστάσεις που δε με έλκυαν. Γιά παράδειγμα, η λέξη "μαστούρας", "μαστούρι", τα ονόματα-χαϊδευτικά που τελειώνουν σε άρας, σαν Θανασάρας, Μητσάρας κτρ. Γιατί όμως; Γιατί βρίσκω παιδιάστικα τα καμώματα μιάς μερίδας της πειραιώτικης μαγκιάς της δεκαετίας του ΄30. Ακόμα περισσότερο μου αναποδογυρίζουν τα συκώτια με τη σημερινή φανατική νεο-μαγκιά. Τελοσπάντων. Δικό μου πρόβλημα...



Γιατί όμως, αν φύγω από το ρεμπέτικο, νιώθω μιά βαθιά ευχαρίστηση όταν ακούω το επίθετο του άξιου τερματοφύλακα της ανάξιας εθνικής ποδοσφαιρικής ομάδας, Νικοπολίδη;
Ή το επίθετο Θρεψιάδης; Γιατί μου θυμίζουν τα αρχαϊκά;



Τελικά, η άποψη ότι το Μικρασιάτικο και το ρεμπέτικο πάσχουν από στίχο, είναι ομιχλώδης. Βασίζεται πάνω σε συγκρίσεις με ανόμοια πράγματα, ξεχνάει ηθελημένα την απομόνωση αυτού του κόσμου(εκούσια και ακούσια), λησμονεί ότι ο κύριος κορμός, το Μικρασιάτικο, στραγγαλίστηκε πάνω στη δεκαετία του. Πρόκειται γιά μιά καθαρά ταξική και συμπλεγματική αντιμετώπιση. Κύρια, εδράζεται πάνω στην άγνοια του όγκου των τραγουδιών.


Προφανώς, χρειάζεται μιά νέα διάλεξη, σε στιλ Χατζηδάκη, που θα βάλει τα πράγματα στη σωστή τους θέση...

Δεν υπάρχουν σχόλια: