Τρίτη, 25 Οκτωβρίου 2011







Τα ευθύβολα και ζουμερά
Κατινάκια...


Μάλλον, από πολύ μικρός ήταν παρατηρητής της ζωής. Κάτι - ποιός ξέρει; - τα γονίδια; Kάποιο γεγονός; Δε μπόρεσε ποτέ να το βρει μέσα στο σκοτεινό σάκκο των αναμνήσεων και να καταλάβει τους λόγους. Άκουγε τι λεγόταν γύρω του, όπως κάνουν όλα τα παιδιά. Θυμάται τη σκοτεινή λέξη "Άντε, μωρή κωλοπλύστρα!"πλύστρα"..



Η λέξη εκτοξευόταν από πολύ αγαπημένο πρόσωπο, ελλαδικής καταγωγής και προελεύσεως... Το ίδιο το αγαπημένο πρόσωπο έπλενε του σκοτωμού. Δεν ήταν καμιά "κυρία", δηλαδή. Μιά απλή γυναικούλα ήταν, μπερδεμένη ιδεολογικά επειδή την "ανακάλυψε" κάποια στιγμή ένας άνθρωπος που είχε ένα επάγγελμα που έχει πέραση και σήμερα και είχε ζήσει, τότε, "στους Παρισίους". Κάποια στιγμή βαρέθηκε, επανέκαμψε, αποφάσισε να "τακτοποιηθεί" και "παπούτσι απ΄τον τόπο σου..." κλπ. 


Σ΄εκείνο το σημείο, την πάτησε το αγαπημένο πρόσωπο. "Ανεσύρθη" από την απλή, φυσική ζωή που ζούσε, μετακόμισε σε μεγάλη πόλη και φαντασιώθηκε ότι μεταβλήθηκε σε κάτι άλλο πιό ανώτερο, πιό "αξιοπρεπές". Γύρισε λοιπόν το γλυκό της πρόσωπο, ατένισε το πρώην περιβάλλον της και το αναβάφτισε με υποτιμητικές λέξεις. Η φουκαριάρα... Έτσι μεγάλωσε και τα παιδιά της που πάθαν κι αυτά ιδεολογικό κονφούζιο και σήμερα βλέπουν εαυτούς σα κατευθείαν απόγονους του Βυζάντιου... (Χριστός και Απόστολος...) Το κακό έγινε μεγαλύτερο γιατί ο, απ΄ότι φαίνεται, εντάξει άνθρωπος και παππούς του, πέθανε και τους άφησε μοναχά ένα σπίτι κι ένα μηχάνημα που χασμουριόταν από την ακινησία, ξαπλωμένο σ΄ένα οικόπεδο με ανθισμένα χαμομήλια.


Μετά, ήρθε η σειρά της μάνας του. Τη θυμάται κι εκείνη να μιλάει υποτιμητικά γιά το λαϊκό κόσμο. Εκείνος δεν έλεγε τίποτα - τί νά΄λεγε; - αλλά θυμάται πως δε του κάθονταν καλά όλ΄αυτά. 
Ευτυχώς, δε τον σταμπάρισαν. Όταν έφτασε στην εφηβεία κι εκείνη συνέχιζε με τα τροπάριά της, άρχισε να τη βάζει στη θέση της, μέχρι που δεν άντεξε και την παράτησε κι αυτή και τα δυτικότροπα παραληρήματά της. Ο ίδιος έγινε ένας "μικροαστός" που ολοένα έψαχνε να βρει, που στο διάολο ανήκει. 


Ανακάλυψε το ρεμπέτικο χάρη στον "Ερμή-μπρελόκ", όπως έλεγαν τον άξιο Σταύρο Ξαρχάκο τότε, και στο δίσκο του "Μάρκος ο δάσκαλός μας". Από κείνη τη στιγμή, χωρίς να το πολυκαταλάβει, άρχισε το διαλυμένο μέσα του να ανασυντίθεται από μόνο του. "Έλαμψε το φως και γνώρισε ο νιός τον εαυτό του". Μετά, άρχισε ένα μακρύ "τουριστικό" ταξίδι. Ένιωθε πως είχε την ανάγκη να πάει και προς τα κει, και προς τα δω, απ΄αυτό που ήταν. Το ονόμαζε έτσι, γιατί δε του άρεζε το "προς τα πάνω" και "προς τα κάτω" που λέγαν όλοι. Τό΄κανε. 
Στο "προς τα κει" (το "προς τα πάνω" που λέγαν οι άλλοι) βρήκε χλιαρά νερά, συναισθηματικά κενά, παγωμάρα. Έπληξε, τα μάζεψε κι έφυγε. 
Στο "προς τα δω" (το "προς τα κάτω" που λέγαν οι άλλοι, είχε πρακτικές δυσκολίες. Όχι πως δεν ήξερε τους "κώδικες", απλά δε πληρούσε τις "προδιαγραφές" που ο εσωτερικός προγραμματισμός των "απο δω" γυναικών αναμένουν. Υπερβολές. Το "πρόβλημα"΄ήταν στο κεφάλι του. Σιργιάνισε πολύ σ΄αυτό το ζεστό κόσμο κι ήταν όμορφα. Πολλές τσαχπινιές, πολύ δυναμισμός, "ή είσαι μαζί μου, ή δεν είσαι· άσ΄τα σάπια". Έτζι. Ε, δεν έμεινε βέβαια εκεί. Οι καταβολές ...

Όμως, δε ξεχνά. Ανάμεσα στα πολλά, δε ξεχνά ένα τύπο - ντουλάπα, ένα ντερέκι που έτυχε νά΄ναι σε μιά παρέα που έπιναν ούζα. Μετά από καμιά μισή ώρα, παίρνει παίρνει ο γίγας την καρέκλα του, τη φέρνει δίπλα του και τού΄πε μερικές ξηγημένες κουβέντες. Τελείωσε, λέγοντας, "και που είσαι, αν καμιά στιγμή χρειαστείς βοήθεια, ξέρεις τι εννοώ, πάρε με σ΄αυτό το τηλέφωνο και έφτασα!".



Το άλλο, ένα ζεστό καλοκαιριάτικο μεσημέρι στον Πειραιά. Με πολύ λίγα λεφτά στη τσέπη και με λαβωμένα τα φτερά του, μπήκε σ΄ένα μπακαλικάκι ν΄αγοράσει λίγη φέτα. Βλέπει μιά λαϊκή οικογένεια που ψώνιζε. Ο "καπετάνιος", η σύζυγος, μιά μικρή κόρη και μιά ακόμα, γύρω στα 18. Της χαμογέλασε, του ανταπέδωσε. Ανακλαστικά, γύρισε το βλέμμα του στην οικογένεια, να μη νομίσουν, να μη τους προσβάλλει. Και βλέπει το ζεύγος, που τό΄χαν πιάσει με τα τετραπέρατα μάτια τους, να στέκονται δίπλα-δίπλα και να του χαμογελάνε φιλικά και μέ νόημα.. Έτσι τού΄ρθε να πάει να τους αγκαλιάσει.



Όπως, δε ξεχνά το Κατινάκι (καλή του ώρα, όπου και νά΄ναι). Μιά γυναίκα - Παράδεισο. Φίνα, ξηγημένη, σέρτικια, ντόμπρα. Σ΄αυτήν αφιερώνει τους παρακάτω στίχους του ζεϊμπέκικου του Σπύρου Περιστέρη (1951) "Το Κατινάκι ξέχασες" (δε ξεχνιέσαι με τίποτα...), με τη Στέλλα Χασκίλ, τον Τάκη Μπίνη και το Μανώλη Χιώτη




Το Κατινάκι ξέχασες


Γιά πες μου πως το βάσταξες και μ΄άλλη τώρα τά΄φτιαξες
το Κατινάκι ξέχασες και όνειρα άλλα έπλασες

Έλα ξανά, σατράπη μου, γιά δε βαστώ, αγάπη μου,
γύρνα ξανά και δε μπορώ το ζωντανό το χωρισμό.

Θυμήσου τότε πού΄κλαιγες, όταν τον πόνο μού΄λεγες,
τους χίλιους όρκους, τα φιλιά, όταν σε είχα αγκαλιά

Έλα ξανά σπιτάκι μας, σε καρτερεί το τζάκι μας,
σού΄χω την πόρτα ανοιχτή το σπίτι σε αναζητεί.





Δεν υπάρχουν σχόλια: