Τετάρτη, 28 Μαΐου 2008

Τα σύκα-σύκα και η σκάφη-σκάφη...(7)

(συνέχεια γιά τις "ελεύθερες" γυναίκες του ΄30)
Επειδή αυτές οι γυναίκες όχι μόνο εξαφανίστηκαν αλλά σιώπησαν κιόλα, επειδή δε θέλησαν ή δε τους δόθηκε η ευκαιρία να μιλήσουν, αναγκαζόμαστε να ψάχνουμε με το φακό γιά να βρούμε θραύσματα. Ανασύρω εδώ αποσπάσματα από το χρήσιμο βιβλίο του Κώστα Βλησίδη "Σπάνια κείμενα γιά το ΡΕΜΠΕΤΙΚΟ, (1929-1959), εκδ. του ΕΙΚΟΣΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ:
1. Σώτος Πετράς - τα υπαίθρια καφωδεία στην παραλία Τζιτζιφιών
"... Δουλεύουν και τα δύο (μαγαζιά) θαυμάσια. Πιέννες άγριες και χωρίς έξοδα. Ένα παληοσανιδένιο πάλκο, ένα σαντούρι Σμυρνέικο και ένα βιολί - ο Θεός να βάλει το χέρι του. Αυτή είναι η ορχήστρα του. Δυό φώτα όχι και τόσο δυνατά γιά να μη φωτίζονται και πολύ τα πρόσωπα των νεαροτάτων δεσποινίδων Καθηγητριών του Καφ-ωδείου και φαίνονται τα μπαλώματα από τα κοκκινάδια και τις πούντρες, που μοιάζουν με άτεχνα ασβεστωμένους τοίχους παλιών σπιτιών (...)... Τρία κορίτσια μικρά-μικρά τα καϋμένα που βγήκαν στο κλαρί γιατί είχαν μεγάλον έρωτα στην τέχνη, στη μουσική και στο τραγούδι, τρεις αστέρες. Η δίς Σερανούς, διεθνής υψίφωνος της Αυτοκρατορικής όπερας της Ρώμης επί Νέρωνος. Ξανθή από οξυζενέ και κόκκινη σαν παπαρούνα από το κοκκινάδι. Το δεξί της και το αριστερό μπράτσο της στολίζουν δύο μεγάλαι (...) σφραγίδες πτυχεία προφανώς τα οποία πήρε στο χέρι από τα Καφ-ωδεία που έχει σπουδάσει. Δίπλα στην κ. Σερανούς φιγουράρει η νεαρά δεσποινίς Ζαμπέρα παιδική φίλη του Ζάρο Αγά, τελειόφοιτος και αυτή. Είνε ανεψιά (...) της κ. Σερανούς αν και οι θαυμασταί της λέν ότι είνε θεία! Είναι όλο ευγένεια το πουλάκι μου. Αν και δε ξέρη καλά ακόμα την Ελληνικήν γλώσσαν εν τούτοις, συνεννοείται μιά χαρά με όλη την πλατείαν, κλείνει το μάτι σ΄όλους κι αν κανένας την πειράξη, περιορίζεται εις το να του απαντήση με το "στερεότυπον" "Σκάσε, ρε, συ". Το κορίτσι όπως βλέπετε τόσο φιλόμουσο είνε, ώστε και στο θυμό της επάνω μεταχειρίζεται φθόγγους της μουσικής κλίμακος... "Ρε"..."Σύ"! Δίπλα στην Ζαμπέρα να και η τρίτη δεσποινίς η "πριμαγκιόσσα" κατά τους θεατάς της γαλαρίας - τους όρθιους δηλαδή τζαμπατζήδες - η Δις Ελένη ντιζέζ "τενοροβαρυτονόμπαση" κατά το βάφτισμα που της έχει δώσει κάποιος νωματάρχης της θαλάσσης- έτσι τον λένε τα γκαρσόνια του μαγαζιού - συγκεντρώνει τις περισσότερες συμπάθειες ιδίως δε αρέσει την ώρα που παίζει το ντέφι και αυτή χορεύει το χορό της κοιλιάς...
(Η Βραδυνή, 25 Ιουλίου 1930)
(Παρένθεση/σχόλιο)
Αν θέλει κανεις να τον παίρνουν στα σοβαρά πρέπει να αυτοκυριαρχείται (αν και αυτό είναι πολύ σχετικό και, συνηθέστατα, το αντίθετο ισχύει εξίσου). Προσπαθούσα πάντα να το κάνω, όχι με μεγάλη επιτυχία, ομολογώ. Φτάνει όμως κάποια στιγμή στη ζωή που σκάζει κανείς απ’ την ανάγκη να πει τα σύκα-σύκα και τη σκάφη-σκάφη. Αυτό θα κάνω τώρα...
Αυτή τη γελοία φυλλάδα τη "Βραδυνή" τη θυμάμαι από τότε που ήμουνα μικρός και δεν ήξερα που παν τα τέσσερα. Θυμάμαι πως από τότε την απεχθανόμουνα. Αυτοί όλοι οι φτηνοδημοσιογράφοι, οι συμπλεγματικοί απέναντι στη Δύση και κουβαλώντας μέσα τους κολοβομένο το "αρχαίον κλέος", με τη σαχλεπίσαχλη δήθεν καθαρεύουσα (αι σοβαραί ανεψιές...) και τον άκρατο μισογυνισμό τους... Όλος αυτός ο εσμός που κατηφόριζε γιά να παρατηρήσει ανθρώπους ξεριζωμένους (λόγω Ελλαδικών τρύπιων ονείρων) και φτωχούς, να κρίνει αφ΄υψηλού (οι ηλίθιοι νε(κ)ροκέφαλοι) την παράδοσή τους που μ΄αυτή μεγαλώσαν, να ειρωνευτεί τα κοριτσάκια που δεν είχαν στον ήλιο μοίρα και ονειρεύονταν κάποια κάποια πιθανά "μεγαλεία" βάζοντας πούντρες και κοκκινάδια. Ναι, αυτή ήταν η λαϊκή ψυχή! Κι αυτές οι γυναίκες, οι λαϊκές γυναίκες που πλημμύριζαν από ζωικούς χυμούς, που ξέραν ν΄αγαπάνε, που ξέραν να δίνονται, αυτές ήταν(και είναι, γιά όσες ακόμα τολμούν) αι πραγματικαί γυναίκες (γιά να μιμηθώ την πιθηκοκαθαρεύουσα του δημιουργού του "Τζογέ" της Βραδυνής. Λυπάμαι πραγματικά όσους δεν είχαν την ευτυχία να αγαπηθούν από αυτές τις γυναίκες και να τις γευτούν. Το ήδη σημερινό και ταχέως επερχόμενο γυναικείο μοντέλο μπορείτε να το δείτε στην ανάρτηση "Τα πλάσματα της αύριον" στο http://www.elkibra-machine.blogspot.com/
(τέλος της παρένθεσης)
Κι ακόμα ένα, πάλι από το΄ίδιο βιβλίο, δημοσιευμένο πάλι στη Βραδυνή, 9 Αυγούστου 1946. Είναι γραμένο από το γνωστό λογοτέχνη Μ. Καραγάτση.
"... Όπου και να κοιτάξης, μόνο μάτια βασιλεμένα σε τοξινωμένους ορίζοντες αντικρύζεις. Έξαφνα, μιά στριγκιά γυναικεία φωνή μας μαχαιρώνει.
- Αφού μου κάνει κόνξες ο τοιούτος, κι εγώ θα τα μασήσω με όποιονα μου γουστέρνει! Βάρα τον, Μάρκο, το μπαγλαμά!
Ταύτα εφθέγξατο το έξαλλο θηλυκό με τα οξυζεναρισμένο, τα χαυνωμένα μάτια, το ξοανικό φτιασιδωμένο πρόσωπο. Χυμάει στην πίστα κι αρχινάει να χορεύη το χορό της ερωτικής απελπισίας. Ηλεκτρική εκκένωσις συνταράζει την πελατεία. Τ΄άπιαστα θολά μάτια έχουν τώρα στόχο το νευροσπαστούμενο κορμί της. Χόπαλα! Χόπαλα!..."
(συνεχίζεται)

Δεν υπάρχουν σχόλια: