Δευτέρα, 19 Μαΐου 2008


Η ΑΣΦΑΛΕΙΑ ΤΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΗ - Βασίλης Καραποστόλης




Από το πάλκο και την ακίνητη ορχήστρα, στο σημερινό "είδωλο" που, αεικίνητο, "ερμηνεύει".

Άλλοτε οι λαϊκοί τραγουδιστές νοιάζονταν μόνο γιά τη φωνή τους. Η έγνοια του ήταν ν΄ακουστούν καλά και δεν ανησυχούσαν διόλου γιά το πως θα γίνει δεκτή η όλη τους παρουσία. Ζήτημα αποδοχής δεν υπήρχε· με τους ακροατές και θεατές ήταν γνώριμοι, συνένοικοι ενός κόσμου που τραγουδούσε μέσα στη φωνή πριν ακόμη ακουστούν οι πρώτοι φθόγγοι.
Μέχρι την ώρα εκείνη, στην αίθουσα με τους καπνούς, οι ψυχικές διαθέσεις έπαιρναν την κατεύθυνσή τους, προετοιμάζοντας δίχως την ένταση της αναμονής που καλλιεργείται σήμερα στο ακροατήριο ώσπου να εμφανιστεί ο μουσικός. Ο παλιός τραγουδιστής δεν κατέφθανε από κάπου κι ούτε ήταν απαραίτητο να τον λούσουν τα φώτα γιά ν΄αρχίσει να γίνεται μαγικός. Σαν να βρισκόταν πάντα στη θέση του, ριζωμένος, απόφυση εξαιρετική του κόσμου που αυτός τον άρθρωνε και οι θαμώνες του πρόσφεραν τα νεύρα γιά να αντηχήσει. Η έκφραση είχε έτσι εξασφαλισμένη την ευστοχία. Αποτεινόταν σε κάτι που ήταν κιόλας διάχυτο, περιμένοντας μιά μεσολάβηση, ένα λαρύγγι, τις χορδές, τ΄αυτιά διάπλατα στο οικείο, γιά να γίνει μελωδία και ρυθμός.
Όλα σχεδόν φαίνονταν εγγυημένα. Ίσως γι αυτό δεν χρειάζονταν πολλές κινήσεις μετάδοσης, υποβολής. Οι τραγουδιστές ήταν καθισμένοι, το ίδιο και οι οργανοπαίκτες. Καθιστή ορχήστρα, βιδωμένη θά΄λεγες, που ωστόσο κρατούσε το ακροατήριό της χωρίς να ζητά να μικρύνει τη φυσική απόσταση απ΄αυτό ή να γεμίσει τον ενδιάμεσο χώρο με τη χορογραφική παραλλαγή της. Η φωνή καθώς έβγαινε από το στόμα δεν καταπονούσε το πρόσωπο. Τα χαρακτηριστικά, οι γραμμώσεις, οι αναλογίες αλλοιώνονταν μόνο όσο χρειαζόταν γιά να παραχθεί η φωνή, κι ήταν τότε, μέσα σ΄αυτό το άκουσμα, που αναδυόταν η βαθύτερη σιγουριά που τη στήριζε. Από την πλευρά του, ο ακροατής, μπροτά στην απουσία αυτή αποτυπώσεων της συγκίνησης, ξαναγύριζε σε ότι ένιωθε και στο νόημα που αυτός θα του έδινε. Αδύνατο έτσι να "ερμηνεύσει" ο καλλιτέχνης το κοινό του, με την κούφια έννοια που δίνουν στις μέρες μας στη λέξη ερμηνεία. Ο τραγουδιστής φανέρωνε μιά προϋπάρχουσα κοινότητα, δεν ερμήνευε εκείνους που τον άκουγαν. Από μόνοι τους αυτοί αναλάμβαναν τις συγκινήσεις που τους προκαλούσε η μουσική. Η μουσική, η φωνή είχαν διεγείρει συναισθηματικά, αλλά χωρίς να φιλοδοξούν να προκαθορίσουν τις ειδικότερες σημασίες που θα είχαν γιά τους δέκτες της. Εκεί, στο πάλκο, στεκόταν ένα πλάσμα με διαφορετικό προορισμό. Θα μεταστοιχείωνε το παρελθόν, το διάσπαρτο σε κείμενα, σε ομιλίες και όνειρα, σε κάτι ακαριαία υλικό, παγιδευμένο μέσα στη στιγμή της εκφοράς. Επρόκειτο γιά έναν προορισμό που επέτρεπε στον καλλιτέχνη να ασκεί την τέχνη του περίπου σαν ένα ζωντανό σύμβολο, με την ασφάλεια δηλαδή που χαρίζει η αναφορά σε κοινές στάσεις, κι ακόμα με την αίσθηση, που τόσο λείπει από το σημερινό "είδωλο", πως ότι έκανε του είχε κατά κάποιο τρόπο ανατεθεί. Είχε έτσι γλυτώσει από την ανησυχία, λίγο τον απασχολούσε αν θα πείσει, αν θα παρασύρει. Μολονότι ακίνητο το σώμα μπορούσε να απευθύνεται, μάλιστα αυτή η καθήλωση το καθιστούσε πιό συμπαγές, πιό ικανό να θρέψει μιά εύγλωττη ομιλία.
Καθώς το σώμα διοχετευόταν στη φωνή, η ενέργειά του, η υφή του γινόταν πιά δικά της. Αυτό ήταν χαρακτηριστικό στις παλιότερες φωνές. Σε σύγκριση με εκείνες, οι σημερινές ακούγονται πολύ πτητικές.
Σηκώνονται πολύ ελαφρά και σκορπίζουν, σαν να έχουν αδειάσει από οτιδήποτε στερεό. Οι ήχοι φεύγουν μακριά από το σώμα που τρέχει πίσω τους γιά να εξασφαλίσει τη δηλωτική τους αξία. Για τούτο μοιάζει τόσο παράξενο σήμερα που ο παλιός τραγουδιστής δεν έσπευδε να τονίσει τη συντριβή ή τον πόθο των στίχων που πρόσφερε. Το λαϊκό όμως αίσθημα ήταν τότε δεδομένο, σήμερα όχι. Είναι ανάγκη επομένως να το βρουν. Αυτό ψάχνει η σπασμωδικότητα της σύγχρονης έκφρασης που αποκόπηκε από το εκφραζόμενό της και έμεινε μετέωρη. Χέρια, πόδια, χαίτες που τινάζονται, μάτια που παριστάνουν πως δακρύζουν, μιά πληθωρική προσπάθεια να δειχτεί πως ο τραγουδιστής ανήκει σ΄αυτές τις νότες και σ΄αυτές τις λέξεις. Θα πουν ίσως πως με το show έσπασε η παλιά ακαμψία, έλειψε ο πουριτανισμός της καρέκλας. Ο τραγουδιστής λύθηκε, είναι ελεύθερος να παίξει, να μιμηθεί.
Αλλά ακριβώς το ζήτημα είναι ότι δεν μπορεί παρά να μιμείται, να αναζητά φανταστικά άτομα που θά΄λεγαν τα λόγια του και θα δοκίμαζαν αντίστοιχα συναισθήματα. Μιά προσπάθεια να "υποκριθεί" το κοινό του, συλλαμβάνοντάς το με τα μέσα μιάς σκηνικής τακτικής, μιάς θεατρικής ψυχολογίας. Ανάλογες λοιπόν είναι και οι κινήσεις του: επιχειρούν, αντί να αναδίδουν.

Δεν υπάρχουν σχόλια: