Τρίτη, 12 Οκτωβρίου 2010





Δυό μοσχομάγκες στιχουργοί - 
Βαγγελάκης Παπάζογλου και Γρηγοράκης Ασίκης


Φωτογραφία δανεισμένη από το βιβλίο του Ηλία Βολιότη-Καπετανάκη "Μάγκες αλήστου εποχής" που, με τη σειρά του, τη δανείστηκε από το βιβλίο του Γιώργη Παπάζογλου "Τα χαϊρια μας εδώ". "Νοέμβρης 1933. Βιολί ο Μπάμπης (που τόνε σκοτώσανε οι μπόμπες στο δρόμο, όπως τον φέρνανε τραυματισμένο στα μάτια από την Αλβανία, δίπλα ο τραγουδιστής ο Σπανός ή Σεϊρλής. Σαντούρι ο Ευθύμιος Σελέπης. Τραγουδίστρια η Χρύσα Σελέπη και κιθάρα ο Ευάγγελος Παπάζογλου ή Αγγούρης. Στου Γιώργου του Τζελαλίδη την μπύρα, οδός Τοπλού Μπουνάρ, πιό κάτω απ΄τη γέφυρα της Κοκκινιάς".





Φωτογραφία από το αρχείο Πετρόπουλου. Ο Γρηγοράκης Ασίκης στα δεξιά. Αριστερά ο Μ. Μενιδιάτης. Η γυναίκα με το μπουζούκι είναι η Γεωργία Σεβδαλή (βλ. αρχείο)



Μπορεί η μουσική των Μικρασιατών να έπαλλε απο τη δεξιοτεχνία των μουσικών, από έμπνευση στις μελωδίες, από χυμούς, από κέφι και ζωική ευεξία, η στιχουργική όμως ήταν περιωρισμένου βεληνεκούς. Να μη το πω όμως έτσι και ακούγεται σα να συγκρίνω τους στίχους τους με τί, άραγε; Η μέθοδος των συγκρίσεων είναι πάντα παραπλανητική και επικίνδυνη. Ίσως είναι πιό σωστό να πω ότι, υπήρχε μιά έτοιμη παράδοση δίστιχων και τετράστιχων από την οποία αντλούσαν ή την παράλλαζαν. Οι εξαιρέσεις ήταν πολύ λίγες. Μπορεί μέχρι να υποθέσει κανείς ότι δεν "ενδιαφέρονταν" ιδιαίτερα γιά το στίχο, κι αυτό δεν είναι καθόλου επιλήψιμο. Είχαν έτοιμους στίχους. 


Να ξεχάσουν ήθελαν αλλά και να θυμηθούν, να παρηγορηθούν, να διασκεδάσουν. Απλά πράγματα. Υπάρχουν όμως δυό τρανταχτές εξαιρέσεις. Δυό άνθρωποι με λίγες γραμματικές γνώσεις που δε ξεχώρισαν μόνο γιά τη διαφορετική τους έμπνευση, αλλά είχαν και απρόβλεπτο στίχο, πάντα μέσα στα λαϊκά πλαίσια. Ήταν ο Βαγγελάκης Παπάζογλου κι ο Γρηγοράκης Ασίκης, κι οι δυό τους πρόσφυγες.

Ο πρώτος, απ΄ότι υπολογίζεται, έγραψε (στο χαρτί) κοντά στα 100(;) τραγούδια αλλά φωνογράφησε 33. Εκεί αρχίζει μιά άλλη ιστορία κλεμένων από άλλους, χαρισμένων από τον ίδιο κλπ. που δε θα τη θίξω. Φωνογράφησε λίγα γιατί - όπως έχει χιλιοειπωθεί - συγκρουόταν, είχε απαράβατες αρχές, δε δεχόταν τα ηλίθια καπρίτσια της λογοκρισίας, ήρθε ο πόλεμος, αποσύρθηκε, πέθανε φυματικός. Τον θαύμαζαν όλοι και τον παραδέχονταν γιά το ταλέντο του. Δε ξεχάστηκε.

Ο Βαγγελάκης ήθελε ν΄αλλάζει στιχουργικά θέματα και μελωδίες. Σιχαινόταν το μπουζούκι, πειραματιζόταν (στα πλαίσια που ήταν εφικτά), ήταν άβολος, τον έκαιγε φωτιά ασίγαστη. Περνούσε το παράπονό του με περήφανο τρόπο, οι στίχοι του είχαν, λιγότερη ή περισσότερη, επιθετική διάθεση. Τη διάθεση του ανήσυχου ανθρώπου που τα λέει όλα χύμα. Ήταν επιφυλακτικός και δηκτικός στον τρόπο που μίλησε για γυναίκες. Είχε αρνητική και κριτική διάθεση απέναντι στα ναρκωτικά, έγραψε όμως και χασικλίδικα τραγούδια που ήταν του συρμού. 



Ήταν ένας σοβαρός μάγκας. Έπαιζε με το στίχο του, με τις λέξεις, πέρασε κάποιες ασυνήθιστες, μάγκικες εκφράσεις, πράγμα που έκανε μόνο αυτός, ο Γρηγοράκης Ασίκης και, μερικές φορές, ο Σπύρος Περιστέρης.

Ο Γρηγοράκης Ασίκης ήταν μιά ολότελα διαφορετική περίπτωση ανθρώπινου χαρακτήρα. Αν ακούσει κανείς προσεκτικά τα τραγούδια του, τη θεματολογία, τη φωνή του, τα επιφωνήματα και τους χαιρετισμούς του, φαίνεται καθαρά ότι ήταν ένας αρμονικός, ζεστός, χυμώδης Ανατολίτης, με όρεξη γιά τη ζωή. Φαίνεται ακόμα καθαρά πως, περισσότερο απ΄όλους τους άλλους, απευθυνόταν με τη θεματογραφία του αποκλειστικά στο κοινό των προσφύγων και έριχνε, άμεσες και έμμεσες μπηχτές γιά τους Ελλαδίτες. Δε τό΄κανε κάθετα, με τον τρόπο του Βαγγέλη Παπάζογλου, ήταν πιό πονηρός, πιό διπλωμάτης.



Ήταν βαθιά Τουρκομερίτης, και καλά έκανε. Από την ανεξάντλητη μουσική κληρονομιά της Ανατολής αντλούσε τους ρυθμούς του. Φαίνεται πως ήταν ιδιαίτερα αγαπητός και, ίσως τον συμπαθούσε ιδιαίτερα και ο Βαγγέλης Παπάζογλου, αν και αυτό δεν αποδεικνύεται πουθενά, πέρα απ΄το ότι έπαιζε κιθάρα σε διάφορα τραγούδια του. Υποτίθεται ότι έγραφε ο ίδιος τους στίχους του. Μπορεί κάποιος/α να τους "χτένιζε". Σε μερικά απ΄τα τραγούδια του ακούγεται μιά δυσκολία να αρθρώσει πολλές λέξεις με την ταχύτητα που απαιτεί ο ρυθμός του τραγουδιού, με αποτέλεσμα να αργοπορεί λιγάκι. Ένα τέτοιο παράδειγμα υπάρχει στο τραγούδι "Το Κατινάκι" (1933) όπου αργοπορεί δυό φορές, προσπαθώντας να πει μονοκόμματα το "είμαι-πιά-τρελός-για σένα". Όταν λέει το "ρ" το στρογγυλεύει κάνοντάς το υγρό όπως έκανε ο Κερομύτης, ο Καζαντζίδης, αλλά και ο Ευγένιος Σπαθάρης όταν έκανε τη φωνή του Χατζηαβάτη...

Ο Γρηγοράκης Ασίκης περνάει πολλές περισσότερες μάγκικες λέξεις - δηλαδή, γιά να μη τα ονοματίζουμε όλα μάγκικα, καθημερινές λαϊκές λέξεις και εκφράσεις της εποχής του, σα το "της την πέφτω δίπλα", "στο νύχι χόρευες το ζεϊμπεκάκι", "φάντης", "πόντος έξτρα-έξτρα".


Έχει πει αρκετούς μανέδες αλλά δυό απ΄αυτούς είναι εξαιρετικοί. 

Το "Χερ Γιερ Καρανλίκ" και ο "Μελλοθάνατος" (1935).
Είχε κι αυτός αλλιώτικη φωνή, όπως κι ο Νούρος, κι έλεγε τους μανέδες με δικό του τρόπο, βγαίνοντας απ΄τους γνωστούς τρόπους. Έκανε αυτά που του επέτρεπαν οι δυνατότητές του, γιά παράδειγμα, το μπρος-πίσω της φωνής, σα να τη στέλνει πίσω, μέσα στο λαρύγγι και αμέσως να την ξαναφέρνει μπροστά. Σα κι αυτό που κάνει η έμπειρη Γεωργία Μηττάκη στο, επίσης τραγούδι του Γρ. Ασίκη, "Είσαι πόντος έξτρα-έξτρα" ή στο "Σ΄ένα τεκέ σκαρώσανε" (1936) του Βασίλη Τσιτσάνη.




Ο Γρηγοράκης Ασίκης, αντίθετα από τον Β. Παπάζογλου ξεχάστηκε, αγνοήθηκε. Αυτοί που δε τον έχουν ανακαλύψει (τα 2 CD's που του αφιέρωσε ο Π. Κουνάδης δε φτάνουν γιά να δώσουν μιά ολοκληρωμένη εικόνα), χάνουν! Χάνουν μιά μουσική που στάζει μέλι, που δίνει πρωτόγονη χαρά.



Αυτοί που γράφουν ότι ο Ασίκης έγραψε μελαγχολικά τραγούδια, δε καταλαβαίνουν. Χρειάζονται ένα καλό ωτορινολαρυγγολόγο που θα τους κάνει μιά καλή πλύση στ΄αυτιά και θα αποφράξει τα κανάλια της όσφρησής τους. Γιατί η μουσική του Γρηγοράκη Ασίκη ευωδιάζει κιόλα. Μυρίζει λουλούδια λιγοθυμισμένα από δυνατά φως που ευωδιάζουν έρωτα, αίμα που κοχλάζει στις αρτηρίες. Χυμούς που ψάχνουν φρενιασμένοι να ενωθούν με Κατινίτσες, Πιπίνες, Ελευθερούλες, Καλλιοπίτσες, Ελενάρες...


Γειά σου, Γρηγοράκη Ασίκη, ζουμερέ Ανατολίτη!



ΥΓ. Αυτή την ιστορία των ανθρώπων της λαΐκής μουσικής του ΄30 κατάφεραν με την πλύση εγκεφάλου, την αρρώστεια της σοβαροφάνειας, της αρχαιοπληξίας και του "ανήκομεν εις την Δύσιν"(...), να την κάνουν κάτι καταραμένο και εξοβελιστέο.


 Όταν ο Γρηγοράκης Ασίκης άφησε αυτό τον κόσμο, το ούτι του πουλήθηκε γιά ένα τίποτα στη ράτσα των παλιατζήδων. Και, χωρίς να υπερασπίζομαι διάφορα που έκανε ο Ηλίας Πετρόπουλος, έχω μόνο να πω ότι: οι φωτογραφίες που, βλακωδώς, κατακράτησε (ενώ θα μπορούσε να κάνει αντιγραφές - τα λεφτά δε του έλειπαν-) θα είχαν σίγουρα πεταχτεί ή καταλήξει στα καροτσάκια στο Μοναστηράκι. Είμαι σίγουρος γι αυτό, άσχετα αν μετά "ξύπνησαν" όλοι και "αισθάνθηκαν" κοροϊδεμένοι και θιγμένοι. Δυστυχώς, έτσι είναι... Και η αλήθεια, που όλοι/ες την υπερασπίζονται και τη ΄"λατρεύουν", είναι ένα καταβαρύ αγαθό που απαιτεί πολύ μεγάλα κότσια, σθένος, τόλμη και αντοχή γιά να πορευτεί κανείς μ΄αυτήν. Όχι;



ΥΓ.2 Επειδή η λέξη "σοβαροφάνεια" ακούγεται βαριά και προσβλητική, θέλω να εξηγήσω τι εννοώ. Η Ελλάδα ήταν και είναι μιά χώρα όπου το πάθος γιά κάτι δεν είναι παραδεκτό, αν δε δίνει σαφείς εγγυήσεις ότι θα μεταφραστεί σε χρήμα. 
Πάθος για την ιατρική, τη δικηγορία, το επάγγελμα του πολιτικού μηχανικού, τρία λατρεμένα επαγγέλματα, ήταν και είναι παραδεκτό. Πάθος για τα "καλλιτεχνικά", που λένε, δε παίρνεται στα σοβαρά. Παραπέμπει σε άγνωστες, επικίνδυνες περιοχές, άσε που μπορεί να οδηγήσει και σε ομοφυλοφιλία (φτου, Οξαποδώ!)


Έτζι, σε σχέση με τα θέματα που πραγματεύεται αυτό το blog ο Μπάτης, γιά παράδειγμα, ήταν ένας χωρατατζής κλόουν, άσχετα αν είναι ένας μικρός θεός γιά τους λάτρεις του πειραιώτικου ρεμπέτικου. Ο Μάρκος ο "Συμπαντάρχης"(...), ένας χασικλής που πέτυχε. Όλοι οι άλλοι/ες, οι παθιασμένοι/ες, ακόμα κι αν τα κατάφεραν, δε θεωρούνταν ότι ήταν σοβαρά πράγματα αυτά που καταγίνονταν. Μη κοιτάτε σήμερα που πέφτει μονέδα. Ποιός θα πει τη Βανδή ή το Ρουβά κλόουν; Υποκλίσεις, μεγάλα αστέρια(...) Οι άλλοι/ες, οι παλιοί/ές ήταν φουκαράδες Τι κατάφεραν; Μες τη φτώχεια πέθαναν, κατά διαόλου πήγαν.

Αυτό εννοοώ λέγοντας σοβαροφάνεια, γι αυτό ίσως πουλήθηκε το ούτι του Γρηγοράκη Ασίκη, γι αυτό οι αδερφές του Κερομύτη δεν επέτρεψαν στα γραφικά γεροντάκια να παίξουν πάνω απ΄το φέρετρό του το "Μες του Βάβουλα τη Γούβα", καθώς τον κατέβαζαν στην αγκαλιά της Γης. Γιά να μη γίνουν ρεζίλι...

Δεν υπάρχει γιά μένα αηδέστερο θέαμα από τα πρώην φτωχαδάκια που "τα πιάσαν" ή "τακτοποιήθηκαν" και επιμένουν να ορίσουν τι θα πει αξιοπρέπεια, ή καταφθάνουν με τ΄αμάκshi στην Ανάσταση, ενώ το σπίτι τους βρίσκεται δυό τετράγωνα παρακάτω...

Δεν υπάρχουν σχόλια: