Παρασκευή, 6 Νοεμβρίου 2009

Με τον τρόπο του Κ.Λ....


Περιγραφή του κλειδιού που μου ανοίγει τη δική μου πόρτα στα μικρασιάτικα+ρεμπέτικα
Πρόλογος - Τα blogs δε τά'χω γιά να μιλώ γιά μένα. Αν το κάνω κάποιες στιγμές, το κάνω στο όνομα της επικοινωνίας και της προσφοράς. Κάποιους απ' τους δρόμους της ζωής τους περνάνε όλοι. Η χαρά της προσωπικής ανακάλυψης πραγμάτων και λεπτομερειών είναι προσωπικό και αναφαίρετο δικαίωμα του/της καθενός/μιάς. Πιστεύω όμως σε κάτι και λέω: είναι λάθος να λες στους ανθρώπους, "όταν θα πάρεις αυτό το δρόμο, πρόσεξε μιά λακούβα που έχει στη μέση, πρόσεξε και ψηλά αριστερά, στη διακόσμηση της πρόσοψης του τρίτου σπιτιού, την ουρά μιας γοργόνας;". Μιλάω συμβολικά και εννοώ πως βοηθάς (;) τον άλλο άνθρωπο να κερδίσει κάτι που, ίσως, να του/της διέφευγε.
Μ' αυτή τη διάθεση γράφω τα παρακάτω γιά τη σχέση μου με τα μικρασιάτικα+ρεμπέτικα και γιά το δικό μου κλειδί...

Δεν είμαι ρεμπετολόγος. Δεν είμαι ερευνητής. Δε καμώνομαι πως είμαι κάτι απ' αυτά που δίνουν τίτλους. Απόκτησα ένα και μοναδικό πάθος ως τώρα (να το πω πάθος; Δε ξέρω), τα ρεμπέτικα. Με το δικό μου τρόπο όμως. Δε "κόλλησα", δεν έγινα φανατικός (= τυφλός), μανιακός. Έχω ένα φίλο που έλεγε, παλιότερα, γιά μένα, "ο Κ.Λ. είναι ένας άνθρωπος που αν τύχει ν΄ακούσει κάτι άλλο εκτός από ρεμπέτικα, ΑΝ ΤΥΧΕΙ, βάζει δίπλα μιά συσκευή που βγάζει ένα "xxxxx" (όπως οι παλιοί δίσκοι), γιατί αλλιώς δε μπορεί...". Χαριτωμένη κρίση ήτανε, πλάκα μου έκανε, το εννοούσε όμως κιόλα. Δεν ήταν αλήθεια. Άκουσα πολύ και διαφορετική μουσική, περνώντας απ' όλα τα γνωστά κανάλια. Κι αν στάθμευσα σ' αυτή τη μουσική και θέλησα να καταδυθώ στα βαθύτερα ύδατά της, είναι γιατί μου πρόσφερε τις μεγαλύτερες χαρές, τις πιό έντονες στιγμές έκστασης, με γέμισε λουλούδια και το σημαντικότερο (μιλώντας για τα μικρασιάτικα κυρίως), με βοήθησε, αρκετά αργά, δυστυχώς, να καταλάβω τι συνέβαινε στη ζωή μου, γιατί ήθελα και γιατί αποστρεφόμουνα κάποια πράγματα.
Τί εννοώ; Είμαι γόνος Μικρασιατών, απ' τη μεριά του πατέρα μου. Μέχρι τα 7 μου ζούσα στη Θεσσαλονίκη, όπου και γεννήθηκα. Κανείς ποτέ από το σόι δε μου είπε, γιατί εξαφανίστηκε ένας στους τέσσερεις κατοίκους στη Θεσσαλονίκη (εννοώ τους Εβραίους που τους πήγαν στα στρατόπεδα του εξολοθρεμού). Κανείς δε μου είπε γιά τους Μικρασιάτες πρόσφυγες, ενώ το μισό μου σόι αποτελούνταν από τέτοιους. Και καλά, ήμουνα μικρός τότε, τί να μου πουν; Μα, δε τό'καναν ούτε και ποτέ άλλοτε. Καταλαβαίνω τους λόγους, δε το συχωρώ όμως. Εδώ, ας ξαναθυμηθούμε αυτό που γράφω στον πρόλογο, σχετικά με το ότι αφήνουμε τους ανθρώπους ν' ανακαλύψουν μόνοι τους τα πράγματα, ΑΝ ΤΑ ΑΝΑΚΑΛΥΨΟΥΝ, γιατί δε προλαβαίνουμε, δε το σκεφτόμαστε, αδιαφορούμε... Τελοσπάντων, ένα απλό γεγονός, η ανάσα της Ρίτας Αμπατζή ανάμεσα σε δυό φράσεις, στο πεντακάθαρο CD RITA ABADZI 1933-1938, Heritage HT CD 36, άναψε ένα δυνατό φως και "γνώρισε ο νιός τον εαυτό του". Από κείνο το δευτερόλεπτο, από κείνη την ανάσα που έδρασε σα καταλύτης, άρχισε μιά επιστροφή σε παλιά τοπία, μιά καθέλκυση παλιών αναμνήσεων και, κομματάκι-κομματάκι, άρχισα να βρίσκω αυτά που χρειαζόμουνα γιά ν' απαντήσω σε ερωτηματικά που με βασάνιζαν και τα κουβαλούσα μιά ζωή.

Ο τρόπος μου τώρα:
Είμαι σαράντα χρόνια μέσα στο ρεμπέτικο. Έπαιξα, τραγούδησα, γνώρισα ανθρώπους και "την έκανα", όπως λένε, την κατάλληλη στιγμή, όταν ένιωσα ότι το πράγμα επαναλαμβανόταν και δε μού'λεγε πιά. Τράβηξα ένα άλλο μονοπάτι παίρνοντας αποστάσεις, ακολούθησα ένα μοναχικό δρόμο περισυλλογής. Άρχισα να ξανακούω τραγούδια, που τά'χα ακούσει χιλιάδες φορές, μ' έναν άλλο τρόπο, ερχόμενος πιό κοντά τους. Άρχισα να προσέχω και ν' ανακαλύπτω λεπτομέρειες που δεν είχα προλάβει να δώσω προσοχή. Καταλαβαίνοντας, από άλλες συγκυρίες, τις αλληλουχίες της ζωής, άρχισα να τραβώ παράλληλα νήματα ανάμεσα στα βουλιαγμένα ρεμπέτικα και το σήμερα (που του "διαφεύγω" τεχνηέντως), και το μέλλον που πολύ μ' ενδιαφέρει. Δεν αφέθηκα να παραπλανηθώ απ' όλ' αυτά, τα "φάκτα" όπως τα λένε, που είπαν οι παλιοί, αυτά που καταγράφηκαν. Είναι απόλυτα χρήσιμα, αλλά προσπάθησα να καταλάβω και να φανταστώ τι κρυβόταν πίσω απ' τα μισόλογα και τις φουσκωμένες απόψεις.
Γιά παράδειγμα, αν διαβάσει κανείς τι έχει πει ο Νίκος Μάθεσης (ο Τρελάκιας), καταλαβαίνει κάποια στιγμή ότι ο άνθρωπος ήταν απόλυτα μπερδεμένος, σαχλαμαράκιας, ύπουλος "νταής" και, κάτι που μετράει γιά μένα, είχε τις οικονομικές πλάτες του μπαμπάκα του που πουλούσε ψάρια, όταν ο γιόκας αλάνιζε στις πιάτσες του Περαία, πολεμώντας ν' αναγνωριστεί σα μάγκας και νταής. Ωραία και γοητευτικά όλ' αυτά, αλλά κάποια στιγμή, όταν περνάν τα νιάτα, κάνουν "γκελ", σού'ρχονται πίσω και τα πληρώνεις με ψηλούς τόκους... Ο πολύς Μάθεσης πρέπει να ήταν ένας πολύ μόνος άνθρωπος, και προς το τέλος, ίσως, το ψιλοκατάλαβε ότι δε τον εκτιμούσε κανείς. Συνέχισε όμως, στις συνεντεύξεις και τα γραφτά του, να κάνει τον καμπόσο και το γκιουλέκα, ενώ τα μπόσικα είχαν προ πολλού τελειώσει. Η περηφάνεια του παλιού μάγκα-νταή, μπορεί να πουν κάποιοι. Η μαλακεία. λέω εγώ. Προτιμώ χίλιες φορές την κλάψα του Μάρκου Βαμβακάρη, αλλά αυτό είναι ένα άλλο θέμα που θα το πιάσουμε κάποια άλλη στιγμή. Ο Μάθεσης, κατά το τέλος, "ανακάλυψε" (γνωστή αντρική συμπεριφορά) ,τη σημασία του στηρίγματος που του πρόσφερε η γυναίκα του.
Αυτός λοιπόν ο δρόμος που ακολουθώ γιά να βγάζω κάποια συμπεράσματα - όχι γιά τους "άγιους ρεμπέτες" μόνο, αλλά γιά τους ανθρώπους γενικότερα, είναι επισφαλής, επικίνδυνος και το ξέρω. Δε βασίζεται σε "αποδείξεις", είναι υποκειμενικές κρίσεις. Τέτοιες, δε σηκώνει ο "κολλημένος" χώρος αλλά, το ίδιο μου κάνει.

Θα φέρω ένα παράδειγμα που μού'δωσε χαρά γιατί επιβεβαιώθηκαν κάποιες ενστικτώδεις υποψίες που είχα. Αυτό το ασυνήθιστο
"να πεθάνεις, πούστη!" που αμόλησε ο Στελλάκης Περπινιάδης στο Νούρο, μετά από κάποιο καταπληκτικό παιχνίδισμα που έκανε με τη φωνή του στο τέλος του Ταμπαχανιώτικου μανέ, μπορεί να του δώσει κανείς πολλές ερμηνείες (βλ. και δημοσίευση Μιά διαφορετική ματιά ενός Έλληνα απ' τις ΗΠΑ στο blog www.elkibra-Nouros.blogspot.com), εμένα όμως μού'χε κάνει εντύπωση η ψυχρή φωνή του, κατά τα άλλα πολύ ζεστού, εκφραστικού και άψογου τραγουδιστή, Στελλάκη. Τον είχα προσέξει σ' ένα διάλογο με τον Βαγγέλη Παπάζογλου σ' εκείνο το "Πέντε χρόνια δικασμένος..." και με χτύπησε κατακούτελα ο ναρκισσισμός του στο βιβλίο του Χατζηδουλή. Όταν έπεσα σε κάποιες κρίσεις της Αγγέλας Παπάζογλου στα "Χαϊρια μας εδώ" (σελ. 362), είδα πως δεν είχα πέσει έξω. Λέει η Αγγελίτσα:

"... Ο πιό έξυπνος στη δουλειά μας, ήτανε το Στελλάκη. Και στους μουσικούς να φερθεί έξυπνα ήξερε, και να φερθεί όμορφα. Ήξερε και φερνούντανε στους πελάτες. Και στις εταιρείες μέσα τετραπέρατος ήτανε, αλλά ήτανε σα διχτάτορας. Άμα πήγε ο Βαγγέλης τον Κάβουρα και τραγούδησε, σκοτωθήκανε. Ήτανε ζηλιάρης... Δεν ήτανε εντάξει σ' αυτά. Δεν είχε αισθήματα... ήτανε ξερός... παγωμένος... Μόνο γιά τον εαυτό του ήτανε καλός. Κοίταζε το συμφέρον του. Ήθελε όλα τα τραγούδια αυτός να τα τραγουδάει. Υπόφερνε άμα άκουε άλλους να τραγουδάνε... πέθαινε... λύσσαε... γινόντανε άδικος... Δεν αναγνώριζε κανένανε. Ήτανε εγωιστής. Δυστυχισμένος ήτανε... εγωιστής. Αυτό τα λέει όλα..."

Ένα ανάλογο συναίσθημα μου δημιουργείται όταν ακούω τον μεγάλο Τούντα να πετάει διάφορα μέσα στα τραγούδια του. Άλλη ιστορία όμως είναι αυτός. Ύποπτη ιστορία. Κάποια άλλη φορά...
Θα μου πείτε, σε σχέση με το Στελλάκη, "ε και; Χέστηκε η φοράδα στ' αλώνι για το τι και πως το εννοούσε ο Στελλάκης, πριν από τόσα χρόνια. Ναι, αλλά δεν είναι έτσι απλό, γιατί συνδέεται και με το τι στάση τηρούμε σήμερα απέναντι στην ομοφυλοφιλία, κάτι που όσο πάει γιγαντώνεται, και πάει λέγοντας...

Έτσι λοιπόν, αφού διάλεξα αυτό το δρόμο το μοναχικό, ανασύρω κάποια "υποκειμενικά" συμπεράσματα και τα ανεβάζω στα blogs μου ελπίζοντας πως, σε κάτι λιγοστό συνεισφέρω στη θέαση αυτού του μαγικού μουσικού φαινόμενου...

Δεν υπάρχουν σχόλια: